Archive for Ιουνίου 2016

polizoisΑπό τον Οδυσσέα Βρέντζο

«Αγαπημένε μου σύντεκνε Πολυζώη,

Έχει περάσει ένας χρόνος που έφυγες από τη ζωή. Έχει περάσει ένας χρόνος που έφυγες από κοντά μας , μα πιο πολύ από τους δικούς σου ανθρώπους. Βουβό το κλάμα των Ανωγείων , του Ψηλορείτη και της Αγίας Μαρίνας. Την ημέρα που σε αποχαιρετούσε ολόκληρη η κοινωνία των Ανωγείων, πριν από έναν χρόνο, δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη, ούτε να κουμαντάρω το μολύβι για να σε αποχαιρετήσω. Γι ΄αυτό τολμώ σήμερα να σου πω αυτά που βγαίνουν από μέσα μου και αυτά που σου αξίζουν. Σύντεκνε, φίλε και σύντροφε Πολυζώη, είμαστε όλοι συγκλονισμένοι με τον αποχωρισμό σου και με τον τόσο άδικο και πρόωρο χαμό σου. Είναι μερικοί άνθρωποι, που δεν μπορείς να πιστέψεις, ότι μπορεί να λείψουν. Ένας τόσο αγαπητός άνθρωπος, τόσο ζωντανός, τόσο εκφραστικός, τόσο αισιόδοξος και τόσο γενναίος δεν μπορεί να λείψει έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη. Γιατί είναι ο ίδιος ένα μέρος από την  αόρατη ατμόσφαιρα και κάθε μέρα ξέρουμε ότι κάπου εκεί είναι η εικόνα και η σκιά του και γι΄αυτό τον νιώθουμε πάντα δίπλα μας. Τον ρόλο που έπαιζε στη ζωή μας ένας τέτοιος άνθρωπος , τον καταλαβαίνουμε μόλις τον χάσουμε για πάντα. Είμαστε συγκλονισμένοι Πολυζώη, όχι μόνο γιατί έφυγες από δίπλα  μας τόσο ξαφνικά, αλλά με τον τρόπο που έφυγες.  Μέσα μας παλεύει η λύπη με το θυμό. Είμαστε θυμωμένοι για την αδικία της φυγής σου. Γιατί ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς εμπάθειες , ούτε προσωπικά μίση. Και γι΄αυτό σε αγαπούσε ολόκληρη η κοινωνία των Ανωγείων και πέραν… Ήσουνα ένας άνθρωπος του δίκιου, ο περήφανος Ανωγειανός που ποτέ δεν υπέκυψε σε κανέναν, που πάντα και απέναντι στους πάντες έλεγε τη γνώμη του, όσο πικρή κι αν ήταν για τους φίλους και όσο επίκινδυνη για τους εχθρούς. Ήσουνα ο ντόμπρος άντρας, ο σοβαρός ιδεολόγος, ο μαχητής της ζωής, ο αγωνιστής του δικαίου, ο λεβέντης των Ανωγείων, ο γνήσιος Κρητικός. Ήσουνα τυχερός που είχες στο ταξίδι της ζωής σύντροφο την Δημοκρατία, αυτή την θαυμάσια και δυνατή γυναίκα, με την οποία πορεύτηκες στη ζωή και μεγαλώσατε τα εξαίρετα παιδιά σας, σοβαρή παρακαταθήκη για τα Ανώγεια. Αυτά τα παιδιά τα καμάρωνες και τα καμαρώνουμε τώρα όλοι μας. Ο πόνος τους βέβαια είναι πολύ μεγάλος, όπως και όλων μας, γιατί έφυγες τόσο νωρίς. Υπάρχει όμως για όλους μας μια παρηγοριά. Για την Δημοκρατία, που ήτανε η σύντροφος ενός σπουδαίου ανθρώπου και στα παιδιά σου, παιδιά ενός δίκαιου και καλού πατέρα. Σύντεκνε Πολυζώη, θα μπορούσα να μιλάω όλες ολόκληρες για το μεγαλείο της ψυχής σου και τις αρετές σου. Η σύνδεση που είχα μαζί σου ( φιλική, συντροφική, πνευματική) με οδήγησε να τονίσω τη ντομπροσύνη σου, την αξιοπρέπειά σου, τον ντόμπρο και αντρίκιο λόγο σου. Δεν χρειάζονται περισσότερα. Το κενό που άφησες είναι πολύ μεγάλο.

Θα σε θυμόμαστε για πάντα. Αιωνία σου η μνήμη.»

 

 idaio-antro-03ΕΡΩΤΗΣΗ Προς : Τον Υπουργό Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού κ. Γ. Σταθάκη Θέμα: Παραχώρηση στην «Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.» του τουριστικού περιπτέρου στη Νίδα

Κύριε Υπουργέ Με την υπ.αριθ. 469/31/2/6/2016 τροπολογία η κυριότητα και η νομή όλων των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του Ε.Ο.Τ. των οποίων την επικαρπία έχει η ΕΤ.Α.Δ. μεταβιβάζονται πλέον σε αυτήν ώστε το σύνολο πλέον των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου να τελούν υπό το ενιαίο καθεστώς «αξιοποίησης» στην Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε., ευρύτερα γνωστής και ως «υπερΤαμείο». Μεταξύ των ακινήτων που ανήκουν στην περιουσία του Ε.Ο.Τ. είναι και το τουριστικό περίπτερο της Νίδας, στα Ανώγεια της Κρήτης, το οποίο κατασκευάστηκε το 1963 με σκοπό την τουριστική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Ικανοποιώντας ένα πάγιο αίτημα της τοπικής κοινωνίας, η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας χρηματοδότησε την αποκατάσταση του με το ποσό του 1.120.000 ευρώ προκειμένου να δημιουργηθεί ένα Κέντρο Ενημέρωσης Επισκεπτών για το ιστορικό σπήλαιο Ιδαίο Άντρο και το οροπέδιο της Νίδας. Ας σημειωθεί εδώ ότι η σημερινή Κυβέρνηση καθυστέρησε 20 μήνες για την υπογραφή της σύμβασης με αποτέλεσμα να χαθούν σχεδόν τρία χρόνια για την ολοκλήρωση του έργου. Κατόπιν τούτων ερωτάσθε:

1) Έχει μεταβιβασθεί το τουριστικό περίπτερο της Νίδας στην υπο σύσταση Εταιρία;

2) Προτίθεστε να διατηρήσετε τη χρήση για την οποία προορίζεται, βάσει της οποίας εγκρίθηκε η χρηματοδότηση του από την προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας; Αν όχι, ποιες είναι οι προθέσεις της Κυβέρνησης σχετικά με την αξιοποίηση του τουριστικού περιπτέρου υπο το καθεστώς λειτουργίας του νέου φορέα; Ο ερωτών βουλευτής Γιάννης Κεφαλογιάννης

b.spaxisΤου Γιώργη Μπαγκέρη

Πλήθος κόσμου, παρά την βροχόπτωση, βρέθηκε σήμερα Τετάρτη 8 Ιουνίου στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στα Ανώγεια, για να απευθύνει το ύστατο χαίρε στον Βασίλη Σπαχή, του πρώην Δημάρχου Ανωγείων και αντάρτη της ομάδας του Πετρακογιώργη στην περίοδο της Κατοχής, που έφυγε αφήνοντας πίσω του μεγάλο κενό στην τοπική κοινωνία. Το παρών μεταξύ άλλων έδωσαν ο Δήμαρχος Ανωγείων κ.Μανόλης Καλλέργης μαζί με πολλά μέλη του Δημοτικού συμβουλίου, οι πρώην Δήμαρχοι Ανωγείων Σωκράτης Κεφαλογιάννης, Νίκος Ξυλούρης και Γιώργος Σμπώκος, ο πρώην Βουλευτής Ηρακλείου Μανόλης Παπαστεφανάκης, ο Αντιδήμαρχος Ηρακλείου Γιάννης Αναστασάκης και άλλοι.

Μετά την νεκρώσιμο ακολουθία επικήδειους λόγους εκφώνησαν εκ μέρους της οικογένειας η Αρετή Σμπώκου, ανηψιά του εκλιπόντος, η Μαρία Πετρακογιώργη πρώην Δήμαρχος Φαιστού και εγγονή του αρχηγού της Αντίστασης Γιώργη Πετρακογιώργη, ο Διευθυντής του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης Κώστας Μαμαλάκης και ο θεολόγος Κώστας Νεονάκης που υπηρέτησε για χρόνια στην εκπαίδευση στα Ανώγεια. Μαντινάδες για τον Σπαχοβασίλη ανέφεραν οι Γιώργης Μπέρκης ή Κατσούγκρης και Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας.

Ο επικήδειος της Μαρίας Πετρακογιώργη

Σε αυτές τις δύσκολες ώρες όσα και να ειπωθούν θα είναι λίγα. Όλοι εμείς που βρισκόμαστε εδώ σε αυτή τη σεμνή τελετή αποχαιρετούμε τον άνθρωπο που γνωρίζουμε. Αποχαιρετούμε την ύλη και μόνο την ύλη. Γιατί είχαμε πραγματικά την τεράστια τύχη να τον έχουμε ακούσει να του έχουμε μιλήσει και να μας μεταλαμπαδεύσει τις προσωπικές του εμπειρίες. Πολλοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν από ακούσματα την ιστορία τους.Ο Βασίλης Σπαχής όμως δεν ανήκει σε αυτούς. Ο Βασίλης Σπαχής είναι ο άνθρωπος που θα παραμείνει ανάμεσα μας. Θα παραμείνει στην ψυχή μας, στο πνεύμα μας. Θα παραμείνει στην ιστορία μας και έτσι ίσως να μην χρειάζονται πολλά λόγια, δεν θα τα ήθελε άλλωστε και ο ίδιος.Δεν τον αποχαιρετάμε. Του λέμε καλή μετάβαση στο πάνθεον εκείνων που δημιούργησαν το έπος της Αντίστασης που έφτιαξαν εκείνη την εξαιρετική περίοδο της Ιστορίας μας. Τους ευχαριστούμε και τους ευγνωμονούμε.

spax3Ο επικήδειος του Κώστα Μαμαλάκη

Ο άνθρωπος ο οποίος έχει ζήσει σε θυελλώδεις εποχές, όχι ως απλώς θεατής των γεγονότων αλλά με ενεργή συμμετοχή αγωνιζόμενος για το κοινό καλό, δεν κυριαρχείτε από το άγχος και την αγωνία να διαφημίσει τις πράξεις του, διότι αισθάνεται ότι δεν έκανε τίποτα παραπάνω από αυτό που έπρεπε. Αυτός ήταν ο Βασίλης Σπαχής. Έζησε πολλές ζωές μέσα από μια ζωή. Του βοσκού στα πρόβατα του Πετρακογιώργη, του μαντατοφόρου στο Αντάρτικο, του μεταφορέα εφοδίων και του ένοπλου αντάρτη. Αργότερα μετά τον πόλεμο, την ζωή του εμπόρου, του επιχειρηματία, του οικογενειάρχη και του ανθρώπου που σήκωσε τα μανίκια του και ασχολήθηκε με τα κοινά σε μια όχι εύκολη περίοδο, όταν αυτό του ζητήθηκε από την τοπική κοινωνία των Ανωγείων.

Σε όλη του τη ζωή και κυρίως τα χρόνια της Κατοχής, τον συνόδευε μια αγωνία. Να μην φανεί κατώτερος των περιστάσεων.Να μην ντροπιάσει και να μην ντροπιαστεί.Ακόμα και όταν συνελήφθη στο Μαγαρικάρι και μαζί με άλλους οδηγήθηκε στις Μοίρες η αγωνία του ήταν μια, το ενδεχόμενο να λυγίσει στην ανάκριση και να μαρτυρήσει όλα όσα ήξερε. Αυτή η αόρατη αίσθηση του χρέους τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή  και για την ακρίβεια την καθόρισε.

Ο Βασίλης Σπαχής υπήρξε αυτοδημιούργητη προσωπικότητα.Ορφανός από Μάνα, μακριά από το σπίτι του, βοσκός σε μια ξένη οικογένεια, έπλασε τον χαρακτήρα του έχοντας στα 16 του χρόνια πρότυπο τον Πετρακογιώργη και τους αντάρτες του. Σε δύσκολες περιστάσεις ουδέποτε δήλωσε πως δεν φοβήθηκε.Δεν δείλιασε όμως! Αντιμετώπιζε τη ζωή με ένα χαμόγελο που όσοι τον γνωρίσαμε θα το θυμόμαστε πάντοτε χαραγμένο στο πρόσωπο του.Ίσως αυτό το χαμόγελο να ήταν η αιτία που η ζωή του χαρίστηκε απλόχερα και η μοίρα του επιφύλαξε αξιοπρεπή τα ύστερα του χρόνια.

Ο επικήδειος του Κώστα Νεονάκη

Σήμερα βρισκόμαστε όλοι εδώ, συγγενείς και φίλοι για να αποχαιρετήσουμε, ένα ξεχωριστό άνθρωπο και Ανωγειανό, ένα αγαπημένο μου φίλο, τον Βασίλη Σπαχή. Στα Ανώγεια ήρθα το 1960 για να διδάξω στο σχολείο. Κάποια μέρα είχαμε βγει με κα΄ποιους άλλους συναδέλφους μου για καφέ ένα απόγευμα. Κάποιος συνάδελφος μου έπιασε να λύσει ένα σταυρόλεξο αλλά είχε μπερδέψει μια λέξη και ζήτησε βοήθεια.Ο Βασίλης Σπαχής που άκουγε του είπε την λέξη ικρίωμα.Τον θαυμάσαμε όλοι όταν μάθαμε ότι δεν είχε Πανεπιστημιακά πτυχία αλλά ήταν αυτοδίδακτος.

Σαν Δήμαρχος Ανωγείων μας βοηθούσε σε ότι χρειαζόμασταν για την εργασία μας στο σχολείο, ενώ και όταν ήταν πρόεδρος του Δημοτικού συμβουλίου με Δήμαρχο τον αείμνηστο Λευτέρη Σκουλά είχε δώσει την ψυχή του για την δημιουργία του οικοτροφείου που θα φιλοξενούσε τα παιδιά που θα ερχόντουσαν στα Ανώγεια από τις γύρω περιοχές για να σπουδάσουν.

Ήταν πάντα παρόν και επιθυμούσε πάντα το καλό του τόπου του. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.

Το ψήφισμα του Δημοτικού συμβουλίου Ανωγείων

Ύστερα από την αναγγελία του θανάτου του Βασιλείου Σπαχή του Νικολάου, το Δημοτικό συμβούλιο, συνήλθε σε έκτακυη συνεδρίαση την 8η του μηνός Ιουνίου 2016 και ώρα 9 π.μ και αφού έλαβε υπόψη του ότι:

1.Από πολύ μικρή ηλικία πήρε ενεργό μέρος και αγωνίστηκε στην Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών με την ομάδα του Γ.Πετρακογιώργη.

2.Το ότι υπηρέτησε για πολλά χρόνια τον Δήμο Ανωγείων ως Δημοτικός σύμβουλος, αλλά και ως υπηρεσιακός Δήμαρχος κατά την διάρκεια μιας ταραγμένης περιόδου της Ιστορίας μας.

3.Το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε διακηρυγμένος λάτρης της ιστορίας, των παραδόσεων, αλλά και της προκοπής και της ανάπτυξης αυτού του τόπου που με πάθος αγάπησε.

Αποφάσισε:

  1. Να εκφράσει τα συλλυπητήρια του στους οικείους του εκλιπόντος.

2.Να παραστεί ο Δήμαρχος και το Δημοτικό συμβούλιο στην κηδεία του.

3.Να κατατεθεί χρηματικό ποσό αντί στεφάνου στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου.

4.Το ψήφισμα να δοθεί στους οικείους του.

 

Για το Δημοτικό συμβούλιο Ανωγείων. Ο πρόεδρος κ.Δημήτρης Κονιός.

Οι μαντινάδες του Γιώργη Μπέρκη

Φεύγεις κι αφήνεις καθαρό, τον δρόμο στα παιδιά σου..

Περήφανε Ανωγειανέ, άγια τα λείψανα σου..

———————————————————-

Ετίμησες τον τόπο σου και την καταγωγή σου..

κρατώντας τη τιμή ψηλά, ως ήταν και η ζωή σου..

————————————————————

Ήθος,αξιοπρέπεια και προσφορά μεγάλη..

χωρίς σε δύσκολους καιρούς να σκύψεις το κεφάλι..

———————————————————–

Την ιστορία που άφησες άλλοι θα την διηγούνται..

και θα γραφτείς ιστορικά σ’ αυτούς που δεν ξεχνιούνται..

—————————————————————

Σπαχοβασίλη εμίσεψες μα αν λιώσει και το σώμα..

Η μνήμη σου θα μας τιμά και μέσα από το χώμα..

————————————————————–

Σαν τον αετό περήφανα έκλεισες τα φτερά σου..

Αιώνια η μνήμη σου, άγια τα λείψανα σου..

———————————————————

Ήρεμη και γαλήνια η νεκρική μορφή σου..

Καθάρια όπως τον χασέ ως ήταν κι η ζωή σου..

1374972_741801042512405_2101346264_nΤου Γιώργου Καλογεράκη

Το Φεβρουάριο του 2010, ο Κωστής Καργάκης, (γιος του Γεωργίου Καργάκη ή Ψαρογιώργη), από τους πρώτους αντάρτες του Πετρακογιώργη, μου έδωσε τρεις κασέτες με την αφήγηση του Βασίλη Σπαχή για τη μάχη της Μαδαρής. Μετέτρεψα την προφορική αφήγηση του Σπαχοβασίλη σε γραπτό κείμενο, το οποίο σας στέλνω στη μνήμη του. (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ)

 Η  ΜΑΧΗ  ΤΗΣ  ΜΑΔΑΡΗΣ

 Είμαι  ο Βασίλης  Σπαχής  από  τ’Ανώγεια.  Σε  ηλικία  83  ετών  θέλω  να  γράψω  ένα  ιστορικό  γεγονός  και  να  το  δώσω  σε  ένα  εκλεκτό  φίλο  μου  εκπαιδευτικό. Λόγω  ενός  προβλήματος  που  έχω,  ένα  ιδιοπαθές  τρέμουλο,  αδυνατώ  να  γράψω  γραπτό  κείμενο  και  κάνω  αυτήν  την  ηχογράφηση  σε  μαγνητοταινία  για  να  τη  στείλω  στο  γιο  ενός  εξαιρετικού  παλικαριού  από  το χωριό  Βορίζα,  το  γιο  του  Γιώργη  Καργάκη  ή  Ψαρογιώργη.

Αφορά  η  εξιστόρισή  μου  γεγονότα  της  κατοχής,  όταν  τα  ανθρωπόμορφα  τέρατα  της «αρίας» φυλής  μολύναν με  τη  φασιστική  μπότα  τους  την  κοιτίδα  του Μινωικού  πολιτισμού,  την  ωραία  Κρήτη  μας.

Είχα  κι  εγώ  το προνόμιο,  νεαρό  παιδί  δεκαεφτά  χρονών,  να  βρεθώ κοντά  σε  μια  δράκα  παλικαριών,  διαλεχτών,  από  τους  δυο  νομούς  Ρεθύμνης  και  Ηρακλείου  υπό  την  αρχηγία  του  σπουδαίου  αρχηγού  Γεωργίου  Πετρακογιώργη.  Της  μεγαλύτερης  κατά  την  άποψή  μου φυσιογνωμίας  που  ανέδειξε  η   Αντίσταση  Κρήτης.  Εκεί  λοιπόν  είχα  τη  χαρά  και  την  τιμή  να  ζήσω  όλα  τα  γεγονότα,  κι  αυτά  που  θα  ιστορήσω  εδώ,  περισσότερο  είναι  για  να  καταγράψω ένα από  τα σημαντικότερα  ιστορικά  γεγονότα  που  συνετελέστη  στην  Κρήτη  τα  χρόνια  της  κατοχής.  Αφορά  τη  μάχη  της  Μαδαρής  η  οποία  έγινε  ακριβώς  σ’ ένα χρόνο  από  την  άλλη  θρυλική  μάχη  του  Τραχηλιού.  Στο  δε  Τραχήλι  η  ομάδα  Πετρακογιώργη  βρέθηκε  κυκλωμένη  πανταχόθεν  κι  είναι  θαύμα  που  γλιτώσανε  αυτοί  που  εγλιτώσανε,  στη  δε Μαδαρή,  ακριβώς  ένα  χρόνο  μετά,  ο Πετρακογιώργης  λες και  ήθελε  να  εκδικηθεί  το  αίμα  των  συντρόφων  του,  έστησε  ενέδρα  στους  Γερμανούς  η  οποία  ήταν  άκρως  σημαντική  επιχείρηση.

Θα  πω παρακάτω  τις  λεπτομέρειες  με  απόλυτη  ακρίβεια  και  παρακαλώ  το  φίλο μου  τον  Κώστα,  αυτά  που  θα  ακούσει  στη  μαγνητοταινία  μου  να  τα   λάβει  υπ’όψιν  του  ως  πολύτιμα  και  απόλυτα ντοκουμέντα  και  να  τα  διαφυλάξει. Τον  εμπιστεύομαι  απολύτως  γιατί  και  υψηλές  κεραίες  πατριωτισμού έχει  και καλλιεργημένος  άνθρωπος  είναι και  άνθρωπος  που  υπέφερε  απ’αυτή  την  τρομερή δοκιμασία  της πατρίδας  μας  είναι.  Γιατί  το  παλικάρι  ο  Γεώργιος  Καργάκης ή  Ψαρογιώργης  είχε  το  προνόμιο  να  είναι  μεταξύ  των  τριανταπέντε  που  επικύρηξε  ο κατακτητής  μόλις  κατάκτησε  την  Κρήτη.  Δηλαδή  αυτός  είναι  ξεχωριστός  τίτλος  τιμής  και  για  τον  ίδιο  και  για  την  οικογένειά  του.  Είχε  δε  τη   δοκιμασία,  εκτός  που  έλαβε  μέρος  σε  όλες τις επιχειρήσεις  σε  όλη  την  κατοχή,  πρωτοπαλίκαρο  του  αρχηγού, χαρισματικός  άντρας,  ωραίος,  γενναίος  σε σημείο  υπερβολής,  δεινός  σκοπευτής,  είχε  όλα  τα  χαρίσματα  ενός  παλικαριού,  είχε  κι  αυτός  το  δυσάρεστο προνόμιο  όπως κι  εγώ  που  κάηκε  το σπίτι  μου  να  καεί  το σπίτι  του. Είναι  λοιπόν  συγκλονιστικό  αυτό  που  έχουμε  σ’αυτή  την  απόσταση  των  γεγονότων  όταν  περνώντας  από  τους  Κισσούς  είδα  την  οικογένεια  του  Ψαρογιώργη  με  τα  έξι  παιδιά  του  αν  δεν  κάνω  λάθος και  τη  γυναίκα  του  να  μαγειρεύει κάτω  από  μιαν  ελιά.  Ξεσπιτωμένη  οικογένεια,  ο  πατέρας  στο βουνό,  τι  πιο  συγκλονιστικό.  Και  μου  έκανε  τραπέζι  η  Ψαρογιώργαινα  με  όσπρια,  δεν  θυμάμαι  ακριβώς  τι  ήτανε,  αλλά  έφαγα  κάτω από  την  ελιά.  Το  πιο  σπουδαίο  τραπέζι  που  μου  έχει  γίνει  στη ζωή.  Έχω  λοιπόν  εμπειρίες  από  το χώρο  αυτό  κι  επειδή  ο  Ψαρογιώργης  ήταν  ένα  από τα  εξαιρετικά παλικάρια  του  Πετρακογιώργη  και  οι  δεσμοί  μου  με  την  οικογένεια  είναι  πληθωρικοί  τα  δε παιδιά  του  όλα  με  τιμούν  με  τη  φιλία  τους  και  τα αγαπώ  κι  εγώ σαν  δικούς  μου  ανθρώπους.

Κάνω  λοιπόν  την  εξιστόρηση  για  τη  μάχη  της  Μαδαρής,  που  δεν  έχει  περιγράψει κανείς  ακόμα  λεπτομερώς,  πως  έγινε  και  γιατί  έγινε.

Βρισκόμαστε  λοιπόν  στο 1944  στις  7  Αυγούστου.  Ο  συνεργάτης  του  απαγωγέα  του  στρατηγού  Κράιπε  Στάνλεϋ  Μος,  όταν  πήγανε  το  στρατηγό  στη  Μέση  Ανατολή,  το  Αγγλικό  κράτος  απένειμε  το  μεγαλύτερο  παράσημο  που  είχε  η  Μεγάλη  Βρετανία  τότε  στον  Πάτρικ  Λη  Φέρμορ.  Ο  Στάνλεϋ  Μος  πήρε μικρότερο παράσημο.  Γύρισε λοιπόν  πίσω  και  το λέω  αυτό  γιατί πολλές  φορές αυτοί  οι  σύμμαχοι  ναι  μεν  παίξανε  βαρύτατο  και  σπουδαίο  ρόλο  εναντίον  του  κατακτητού  αλλά και  πολλές φορές οι  προσωπικές των  φιλοδοξίες   στοιχίσανε  πάρα  πολλά  θύματα  στην  πατρίδα  μας.  Γύρισε λοιπόν  πίσω  με  απόφαση να  κάνει  σαμποτάζ  στις  Αρχάνες  και  να  σκοτώσει  τους  αξιωματικούς Γερμανούς.  Η  Οργάνωση  Ηρακλείου  Κρήτης,  η  Εθνική  Οργάνωσις  ΕΟΚ  όπως  λεγόταν,  πληροφορήθηκε  το  γεγονός  και  αντέδρασε  με  αποτέλεσμα  να  εμποδίσει  αυτό  το περιστατικό  και  να  καταφύγει  ο  Μος  με  μια  ομάδα  Ανωγεινών   και  έξι  Ρώσους  στο  χωριό  Δαμάστα και  να κάνει  το  περίφημο  σαμποτάζ  της  Δαμάστας.

Το  λέω  με  κάποια  συντομία  λόγου  διότι  δεν έχω  πρόθεση  εδώ  να  περιγράψω  το πώς  ακριβώς έγινε  και  ποιοι  ελάβανε  μέρος.  Σημασία  έχει  ότι  κάμανε  μια  σημαντική  φθορά    με  αποτέλεσμα  να  εκτελέσουν  οι  Γερμανοί  κατόπιν  τριανταπέντε Δαμαστιανούς.  Αυτό  δηλαδή ήταν  το  τίμημα  της  φιλοδοξίας του  Στάνλεϋ  Μος.  Επίσης  τις  ίδιες  ημέρες,  την  8η  Αυγούστου,  απαγάγουνε  οι  αριστεροί  του  ΕΛΑΣ  Ανωγείων  τον  επικεφαλής  του Φυλακίου  του  Γενή  Γκαβέ  με  το  ψευδώνυμο  Σήφης  και  Ιταλούς  τους  οποίους  πήραν  στο βουνό  και τους  σκοτώσανε. Οι  έχοντες  λοιπόν την  ευθύνη  τότε  των  επιχειρήσεων  στην  Κρήτη,  παρά  το  ότι  εμείς  οι  Έλληνες παίζαμε σημαντικότατο ρόλο,  την  κατεύθυνση  τη  δίδανε  αυτοί  γιατί  κυρίαρχη  δύναμη  τότε στο  συμμαχικό χώρο  ήταν  η  Αγγλία.  Επικεφαλής  εδώ  της  Φορς  133  ήταν  ένας  αντισυνταγματάρχης  ο  Τομ  Ταμπάμπιν.  Έρχεται  λοιπόν  στον  Πετρακογιώργη  και  του δίδει  εντολή  για  να  θεωρηθεί  ότι  το σαμποτάζ  της  Δαμάστας και  των  Ανωγείων  ήταν  γενική  κινητοποίηση  των  ανταρτών,  να  κάμει  διάφορες  δολιοφθορές,  σαμποτάζ  η  ομάδα  Πετρακογιώργη  στη  μεσαριά.  Πράγματι  ο  αρχηγός  υιοθετεί  την  εντολή  τη  συμμαχική  γιατί  συνεργαζόταν με  το  αρχηγείο  το  δικό  μας στη  Μέση  Ανατολή  και  με  την  κυβέρνηση,  συνεπώς  οι  διαταγές  που  δίδανε  ήτανε  σχεδόν  υποχρεωτικές.  Κάνει  λοιπόν η  ομάδα  μας  το  σαμποτάζ  της  Γέργερης,  στο  Ζαρό,  στους  Εφτά  Πόρους,  έξε  άντρες  πάνε  κι  ανατινάζουν και  σκοτώνουνε  όλη  τη  δύναμη του  Φυλακίου,  βάζουν  νάρκες  μια  άλλη  μικρή  ομάδα στο  δρόμο  Ηρακλείου  Τυμπακίου  κι  ανατινάζουν  ένα  αυτοκίνητο, μια  άλλη  μικρότερη  ομάδα  ανατινάζει  μια  γέφυρα  μεταξύ   Γρηγοριάς  και  Καλοχωραφίτη  για  να εμποδιστεί  η  άνοδος των  Γερμανών  προς  τα  πάνω.  Το  δε  μεγαλύτερο  τμήμα  της  ομάδος  επήγε  για  να κάνει  το περίφημο  σαμποτάζ  στη  Φανερωμένη.    Την  ομάδα ακολούθησα  κι  εγώ κι  ήμουν  προμηθευτής στο  πολυβόλο του  Γρηγόρη   Χρυσού  από  τα  Λιβάδια. Δεν  μπορώ  να  θυμηθώ  ακριβώς  πόσοι  άντρες  ήτανε  στην  ομάδα.  Σημασία  έχει  ότι  ένα  μεγάλο  τμήμα  της ομάδας  μας έκανε  αυτήν  την  επιχείρηση  και  όταν  έληξε  η  επιχείρηση  συμπτυχθήκαμε  προς το  βουνό. Τρία  άτομα  από  την ομάδα  αυτή,  ο  Μανόλης  Παπαδομανωλάκης  από  το  Μαγαρικάρι,  ο  Γιώργης  Αναγνωστάκης  από  την  Κυργιάννα  Ρεθύμνης  και  ο  Αντώνης  Χουστουλάκης  από τους  Κισσούς  έμειναν  παραπίσω  κι επειδή  ο  Αντώνης  ήτανε από  τους  Κισσούς  εκάτσανε  για  να τους  ψήσει  η  μάνα  του  έναν κόκορα  να  τόνε  φάνε.  Κάνω  κι  αυτήν  την  παρένθεση  για  να  πω  πως έγινε  το  δράμα  των  Σκουρβουλιανών  εκτελέσεων.  Μάθανε οι  Σκουρβουλιανοί  ότι  έγινε  το  σαμποτάζ,  ακούσαν  τους  πυροβολισμούς, να  σημειώσω  δε  ότι  στη  Φανερωμένη  δεν  είχαμε  κανένα  θύμα  πλην  τον  τραυματισμό  του Σπύρου  Νταμπάκη.  Ξεθαρρεύονται  λοιπόν  οι  Σκουρβουλιανοί  με  το  να  βλέπουνε   να χτυπιούνται  σε διάφορα  σημεία  οι  Γερμανοί,  φαίνεται  νομίσανε  ότι  κάτι επίκειται,  δεν  μπορώ  να  ερμηνεύσω  τη  σκέψη  τους,  μαθαίνουν  ότι  είναι  αντάρτες  στους  Κισσούς  πηγαίνουν  και  ζητούνε  να  πάνε  να  σκοτώσουνε  δυο  Γερμανούς  που  ερχόταν  στα  Σκούρβουλα  και  παίρνανε  αγγαρεία.  Σε  πρώτη  φάση  οι  τρεις  αντάρτες  που  ανέφερα  αντιστάθηκαν.  Εμείς  δεν  έχομε  τέτοια  εντολή  από  τον   αρχηγό  και  δεν  μπορούμε  να  το  κάνομε.  Αν  δε’ ρθείτε,  δώστε  μας  τα  τουφέκια  σας  κι  εμείς  θα  τους  σκοτώσομε.  Από  την  επιμονή  λοιπόν  των  Σκουρβουλιανών,  δεν  ξέρω  πόσοι  ακριβώς  ήτανε,  επήγανε  και  σκοτώσαν  τους  Γερμανούς.  Εδώ  λοιπόν  έγινε  ένα  πολύ  μεγάλο  λάθος  εκ  μέρους  των  κατοίκων  των  Σκουρβούλων,  το  αναφέρω  επακριβώς  όπως  τότε  μαθεύτηκε,  δεν  πήγανε  να  βρεθούνε  δυο  σοβαροί  άνθρωποι  να  χώσουνε  τους  σκοτωμένους αλλά  απεναντίας  επήγαν  διάφοροι  ανεύθυνοι  άνθρωποι,  γιατί  μόνο  ανεύθυνοι  άνθρωποι  κάνουν  τέτοιες πράξεις,  και  κόψανε  τα  γεννητικά  όργανα  των  Γερμανών,  τα  αυτιά,  τις  μύτες,  και  επήγαν  οι  Γερμανοί  το  πρωί  και  βρίσκουνε το  αίσχος  αυτό και  λένε – αυτό  μας  μεταφέρθηκε  και  πρέπει  να  είναι  γεγονός – ότι  οι  σφαίρες  αυτές  πρέπει  να είναι  «Ίγγλις  κομάντος»  αλλά  αυτά  τα  πράγματα  δεν  τα  κάνουνε  οι  κομάντος.    Και  πιάνουν  λοιπόν  και  εκτελούνε  αν  δεν  κάνω  λάθος  τριάντα  πέντε   γυναίκες και  άντρες,  οι  περισσότερες  γυναίκες που  εκτελεστήκανε  στην  Κρήτη.  Έρχονται  λοιπόν  στη  Νίδα  που  είμαστε  και  κρατούνε  τα  όπλα.  Ο  υπεύθυνος  άνθρωπος  ο  Πετρακογιώργης  ξέρει  ότι  αυτό  το  πράγμα  θα  έχει κόστος. Κάνει  δριμύτατη  κατσάδα  στους  πρωταγωνιστές.  Αφού  δεν  είχατε  εντολή  γιατί  το  κάμετε, θα  δείτε  τι  αντίποινα  θα  γίνουνε. Και  πράγματι  γίνανε.  Τα  λέω  αυτά τα  γεγονότα  για  να  δείξω  για  ποιο  λόγο  τελικά    αποφασίζουν  οι  Γερμανοί  με  μια  δύναμη  της  τάξεως  των  διακοσίων  ανδρών   να  βγούνε  προς  το  βουνό  να  χτυπήσουν  τους  αντάρτες. Βγαίνουνε  λοιπόν  κι  έρχουνται  και  στρατοπεδεύουν  στο  χωριό  Καμάρες.  Ο  Πετρακογιώργης  αντιλαμβάνεται  τις  προθέσεις  και  λέει  θα  τους  χτυπήσομε.  Είχαμε  μια  δύναμη  ογδόντα  τρεις  περίπου  άντρες.  Παράλληλα  εις  τα  Ανώγεια  δίδει κι  εκεί εντολή  ο  Τομ  Ταμπάμπιν  να  χτυπηθούν  οι  Γερμανοί. Έρχονται  τρία  άτομα  Ανωγειανοί να  τοσε  δώσομε  εμείς  όπλα  που  είχαμε  περίσσα.  Δώσαμε λοιπόν  δώδεκα μακρύκανα  αμερικάνικα  όπλα  που  είχαμε  από  μια  πρόσφατη  ρίψη  που  μας είχαν κάνει οι  Αμερικάνοι  στα  «Κόλλητα». Τα  άτομα  αυτά  ήτανε ένας  Αεράκης  Γιώργης ή  Πολωγιώργης,  ένας  Δυσσέας Καλομοίρης και  ένας  Νικόλαος  Δραμουντάνης ή  Σπαλάτζης.  Παίρνουν  λοιπόν  τα  όπλα  με  τη  βεβαιότητα  ότι  κι  αυτοί  θα  χτυπήσουν  τους  Γερμανούς  που  ήταν  σίγουρο  ότι  θα  κατευθύνονταν  προς  το  βουνό. Οι  Γερμανοί  όμως  κάνουν  ένα  τέχνασμα    και  προτού  κινηθούν  προς  το  βουνό  κυκλώνουν  το  χωριό  και  πιάνουν  χίλια  πεντακόσια  γυναικόπαιδα – γιατί  οι  άντρες είχαν  φύγει – και  γίνεται σύσκεψη στα  Πετροδολάκια  και  αποφασίζουν  οι  Ανωγειανοί  να  μη  χτυπήσουν  γιατί  υπολογίσανε ότι  θα  σκοτώσουν  τα  γυναικόπαιδα.  Απόφαση  κατά  την  άποψή  μου  σωστή  αλλιώς  θα  είχαμε  θρηνήσει  πάρα  πολλά  γυναικόπαιδα.  Όταν  λοιπόν  ελήφθη  αυτή  η  απόφαση  μας ειδοποιούνε  τα  μεσάνυχτα,  τον  Πετρακογιώργη,  έχομε  λημέρι  στις  «Κουτσουνάρες»  και  το  σχέδιο  του  Αρχηγού  είναι  να  χτυπήσομε.  Κάτω  από  τσι  Κουτσουνάρες  είναι  μια  χαράδρα, νομίζω  λέγεται  «τ’Αμιρά».  Με κυκλωτική  κίνηση, είχαμε  πάρα  πολλά  αυτόματα  όπλα, δυο οπλοπολυβόλα  και  σίγουρα  αυτή  η  επιχείρηση  αν  εξελισσόταν κατ’αυτόν  τον  τρόπο θα  είχε  τεράστια  επιτυχία.  Λέει  λοιπόν  ο  αρχηγός  εμείς  θα  χτυπήσομε  κι  ας  μην  μείνει  ένας  μας.  Για  θα  μου  πούνε  οι  χωριανοί  μου,  εδώ  είναι  και  η  γενναιότης αυτού  του  υπεύθυνου  παλικαριού,  έρχεσαι  στα  σπίθια  μας και  κάνεις τον  παλικαρά  και  βγαίνουν  οι  Γερμανοί  στο  βουνό  και  χώνεσαι. Δίδει  λοιπόν  εντολή  να  πάνε  τρία  άτομα  με  επικεφαλής  τον  Κωστή  Σαριδάκη  από  τις  Καμάρες  να  είναι  πάνω  από  τον  «Ανδρακόλακα»  σε  ένα  επίκαιρο  σημείο  να παρακολουθούν  την  άνοδο  των  Γερμανών  και  να  μας  δίδουν  πληροφορίες.  Και στέλνει  τον  Κωστή  Καναβάκη  από  το  Μαγαρικάρι  στη  «Μαύρη  Κορφή»  να  παρακολουθεί  με  τα  κιάλια  από τη  μεριά  του  Ανωγειανού  αοριού  μήπως έρχουνται  Γερμανοί  να  μη  μασε  πλευροκοπήσουνε  από  πάνω.  Και  κάνομε  την  κυκλωτική  διάταξη  στη  χαράδρα  των  Αμιρών  κάτω  από  τσι  Κουτσουνάρες.  Γύρω  γύρω  λοιπόν  κι  από  την  απέναντι  μεριά  και  προς  την  κορφή  του Βοριζανού  αοριού  από  πέρα   έχομε  κυκλώσει.  Εγώ με  το  Γρηγόρη  Χρυσό  ως  προμηθευτής  πάντοτε,  με  έναν  Παπαδουράκη  Γιώργη   από  τη  Γρηγοριά  βγαίνομε στην  «Πρινόσκαλα» το  λένε  ένα  σημείο  στο  οποίο  δίδει  εντολή  ο  Πετρακογιώργης  ότι  δεν  θα  βάλετε  παρά  μόνον  όταν  περάσει  όλη  η  φάλαγγα  μέσα  από  τη  χαράδρα.  Οι  Γερμανοί  λοιπόν  το  πρωί  αρχίσαν  να  αναπτύσσονται  προς το  βουνό  και  ο  Σαριδάκης  που  έχομε  παρατηρητή  στέλνει  στον  αρχηγό  πληροφορίες  ότι  βγαίνουν  οι  Γερμανοί,  είναι  τόσοι,  έχουν  τόσα  μεταγωγικά  και  κάθεται  σ’ένα  επίκαιρο  σημείο  ο  αρχηγός. Κάποια  στιγμή  φτάνουνε  στο  μέσον  της  πλαγιάς  Μαδαρής,  όσοι  ξέρουν  τον  τόπο  είναι  ένας  δρόμος  για ζώα  που  διακλαδίζεται,  κι  ο  ένας  δρόμος  πάει  «στω  Τζελέκηδω»  το μητάτο  πάνω  στη  Μαδαρή  και  ο  άλλος  μπαίνει  προς  τη  χαράδρα  «των  Αμιρών».  Έχουνε επιτάξει έναν  οδηγό από  τη  Γρηγοριά, δεν  θυμάμαι  το όνομά  του,  σκοτώθηκε  εκεί  κι  αυτός,  ο  οποίος  τώρα  δεν  είχε  καμιά  ευθύνη  ούτε  ήταν  συνεργάτης,  τον  είχαν επιτάξει  για  να  τους  φέρει  στο  βουνό.  Βλέποντας  λοιπόν  εκεί  τους  δυο  δρόμους,  προφανώς  στην  ερμηνεία  που  τη  δίνω  τώρα  εγώ  εκ  των  υστέρων κι  έτσι  τη  συζητούσαμε  και  τότε,  δεν  ήξερε  ο  οδηγός  ποιος  ακριβώς  δρόμος  πήγαινε  προς  τη  Νίδα  και  σχηματίζονται  δυο  φάλαγγες.  Μια  προς  τη  χαράδρα «των Αμιρών»  και  η άλλη  προς  «τω  Τζελέκηδω» το  μητάτο.  Στην κατάσταση  αυτή  ο  αρχηγός  δίδει  την  εντολή  να  χαλάσει  η  διάταξη  κλοιού  που  είχαμε  και να  κόψομε  εγκάρσια  το  βουνό  πάνω  από  το  σπήλιο  «της  Λυγκιάς»  προς  το  Καμαριανό  αόρι  να  τους  χτυπήσομε  μετωπικά  και  κάθετα.  Πράγματι  τα  παλικάρια,  που  ένας  κι  ένας  ήταν  διαλεχτοί  στην  ομάδα  μας,  σε  χρόνο  μηδέν  έχουν  αλλάξει  τη  διάταξη  και  κόβουν  εγκάρσια  το  βουνό  και  τοποθετούνται  πάνω  από  το  σπήλαιο της  «Λυγκιάς»  το  ένα  πολυβόλο και  το  άλλο πολυβόλο  εκεί  που  είμαστε εμείς  με  το  Γρηγόρη  Χρυσό.  Αλλά   αγαπητέ  μου  φίλε  Κώστα  στο  σημείο  που  είμαστε,  αυτό  τώρα  έχει  περίσσια  σημασία,  το πως βρέθηκα  δηλαδή  εγώ  δίπλα  στον  αρχηγό. Όταν  άρχισε  η  ανάβαση  των  Γερμανών  μου  λέει  ο  Γρηγόρης  που  έβλεπε  τους Γερμανούς  να  ανεβαίνουνε  τη  χαράδρα και  χανότανε,  είχανε  απυρόβλητο  προς  εμάς,  μου  λέει  λοιπόν  ο Γρηγόρης – γιατί  πάντοτε  ο  Πετρακογιώργης  είχε  κυρίαρχη  γνώμη –  Βασιλιό  πήγαινε  να  πεις  του  αρχηγού  να  μας  δώσει  την  εντολή  να  βγούμε  στο  παραπάνω  πολυβολείο,  είχαμε  κάμει  ένα  άλλο  πολυβολείο,    γιατί  απ’εδώ  μόλις αρχίξει  η  συμπλοκή  γίνεται  νεκρά  γωνία  και  δεν  θα  μπορέσομε  να  κάνομε  τίποτα. Φεύγω  πραγματικά  και  φτάνω  στον  αρχηγό,  είναι  στη  μέση  της διάταξης  ακριβώς  και  την  ώρα  που  κουβεντιάζω  το  θέμα  αυτό  στον  αρχηγό  μια  εμπροσθοφυλακή  με  τον  πολίτη  οδηγό  έχουν  προβάλει  προς  το  Καμαριανό  αόρι  και  έρχουνται  προς  τα  εδώ,  υπολογίζαμε  ότι  πρέπει  να  ήταν  γύρω  στους  τριάντα. Έχει  δώσει  εντολή ο  αρχηγός  δεν  θα  βάλετε  παρά  μόνον  να  πέσουν  κοντά  στις  κάνες  των  όπλων  σας.  Ήθελε  πράγματι  αυτή  η  επιχείρηση  να  είναι  άκρως  αποτελεσματική  όπως  και  πράγματι  ήταν.  Κάποια  στιγμή αντιλαμβάνονται  οι  δικοί  μας  ότι  τους  έχουν  αντιληφθεί  οι  Γερμανοί  και  αρχίζουν  να  κροταλίζουν  τα  πολυβόλα  και  τα  ταχυβόλα,  μια  κόλαση  πυρός.  Αλλά  αυτομάτως  ένας  παράγοντας  τον  οποίο  εμείς  δεν  είχαμε  υπολογίσει  ήταν το  γερμανικό  πυροβολικό.  Αρχινά  λοιπόν  από  το  Τυμπάκι  καταιγισμό  το πυροβολικό  και  για  καλή  μας  τύχη  η  σκόπευση  φαίνεται  δεν  ήταν  ακριβής  γιατί  πέσαν  αρκετές οβίδες  μέσα  στους  Γερμανούς  με  αποτέλεσμα  να  ρίξουν κόκκινες  φωτοβολίδες,  που  προφανώς  είχαν  την  έννοια  να  γίνει  επιμήκυνση  της  βολής,  και  αρχίξανε  μετά  να  βάζουνε  οβίδες  που  πηγαίνανε  πίσω  στη  Νίδα.  Οι  πρώτες  οβίδες  ήταν  τόσο  πυκνές απάνω  στο  χώρο  μας  που  τα  θραύσματα  των  βλημάτων  και  οι  πέτρες  ήταν  κόλαση.  Σ’αυτή  τη  φάση  οι  αντάρτες  βλέποντας έναν  παράγοντα  που  δεν  τον  είχαν  υπολογίσει  σταματούν  ακαριαίως  τα  πυρά.  Η  γενναία  μορφή  ο  αρχηγός  μας,   άνθρωπος  με  περίσσια  ευφυΐα,  τινάζεται  όρθιος  κι  αρχίζει  να  πυροβολεί  για  να  δώσει  το  σύνθημα  προς  τους  άντρες  να  συνεχίσουνε  και  λέει  αυτή  τη  φράση  την  οποία  καταχωρώ  αυτούσια.

556467_473048506054328_1380707917_n-Απάνω  τους  ρε  γαμώ  τη  σημαία  ντως !  Όσο  κοντά  τόσο  μη  φοβάστε  τις  οβίδες!

Πράγματι  αυτή  είναι  η  λογική  της  μάχης.  Εγώ  λοιπόν  βλέπω  το  γίγαντα  αυτό  να  πυροβολεί  και  του  είχα  απέραντο  σεβασμό  και  του  λέω  αρχηγέ  θα  σε  σκοτώσουνε  και  μου  λέει  Βασιλιό  σιωπή.  Έκατσε  και  πάλι  στον  πρίνο  ο  Πετρακογιώργης  μόνον  όταν  άκουσε  τα  πυρά  να  γενικεύονται και  να  παίρνουν  την  πρωτοβουλία  οι  άντρες  μας.

Η  εμπροσθοφυλακή,  όσοι  δεν  σκοτωθήκανε  και  τους υπολογίσαμε μαζί  με τον  πολίτη  εφτά,  πήγαν  και  μπήκαν στο  μητάτο  των  «Τζελέκων».  Που  είναι  ακριβώς  στο  ύψωμα  της  Μαδαρής.  Όταν  λοιπόν  αρχίσανε  να  γίνονται αψιμαχίες  να  ρίχνουμε  αυτοί  να  ρίχνομε  κι  εμείς,  όλοι  στόχο  είχαμε  το  μητάτο.  Ο  δυστυχής  ο  πολίτης  που  είναι  μέσα  ξέρει  βέβαια  ορισμένα  ονόματα  και  νομίζει  ότι  μπορούμε  να  του  φανούμε  χρήσιμοι.  Φώναζε  λοιπόν  Αγησίλαε,  τους Λενακάκηδες,  όποιους  ήξερε  ότι  ήταν  εκεί  πέρα  και  γύρευε  έλεος,  να  τον  βοηθήσομε.  Εμείς  βέβαια  δεν  μπορούσαμε  να  του κάνομε  τίποτε  αλλά  είχαμε και  την  αίσθηση  ότι  ήταν  κανείς  δωσίλογος που  συνόδευε  τους  Γερμανούς.  Κάποια  στιγμή  υπάρχει  ένας  Καστρινάκης  Λευτέρης  με  τον  πατέρα  του  εκεί  και  τον  αδερφό  του  το  Στελή  ο  οποίος  ήξερε  τα  γερμανικά.  Και  φωνάζει  στους  Γερμανούς  να  παραδοθούνε. Οι  Γερμανοί  φωνάζουνε  ελάτε να  μας  πάρετε.  Γίνεται λοιπόν  ένας διάλογος,  φωνάζει  στον  αρχηγό  ο  Λευτέρης,  αρχηγέ  μας  λένε  να  πάμε  να  τους  παραλάβουμε. Του  δίδει  εντολή ο  Πετρακογιώργης  και  του  λέει  πες  τους  να  βγούνε  όξω  με  τα  χέρια  ψηλά  και  να  προχωρήσουνε  προς  εμάς.  Στη  διάρκεια  αυτού  του  διαλόγου,  ένα  πολύ  σημαντικό  παλικάρι  ο   Αντώνης  Κρυοβρυσανάκης  ή  Ηλιαντώνης,  από  το  χωριό  Λοχριά,  ξετρυπώνει  μια  χειροβομβίδα   και  πλησιάζει  για  να  τη  ρίξει  από τον  πόρο του  μητάτου  μέσα.  Πλησιάζοντας  προφανώς  άκουσε  κάποιος  Γερμανός  τα  βήματά  του  και  πετάγεται έξω  με  ένα  ταχυβόλο  και  γυρίζει  και  υψώνει  το ταχυβόλο  και  ασφαλώς  θα σκότωνε  τον  Ηλιαντώνη  εάν  ένα άλλο  παλικάρι  ο  Μιχάλης  Κλαρίνης  από  το  Μέρωνα  μ’ένα  τόμιγκαν  δεν  προλάβαινε  να  γαζώσει  το  Γερμανό  και  να  μη  βλάψει  τον  Αντώνη.  Γυρίζουνε  λοιπόν  πίσω,  δεν  επιχειρήσαμε  προσέγγιση  του μητάτου  γιατί  ήταν  πάρα  πολύ  δύσκολο,  ήτανε  δε  απάνω  στην  κορυφογραμμή  αλλά  συνέβη  το  εξής  το οποίο  το  παρακολουθήσαμε  εμείς  μετά.  Εδώ σε  μια  παρένθεση  θα  πω  ότι  η  μάχη  αυτή  κράτησε οχτώ  ολόκληρες  ώρες.  Από  το πρωί  στις  9  μέχρι  το  απόγευμα.  Κάποια  στιγμή  όταν  σκοτώθηκε  ο  επικεφαλής  της  εμπροσθοφυλακής   δίνουνε  στον  πολίτη  το όπλο  του  για  να  φύγει  προς  τα  κάτω.  Έχω  την  αίσθηση  ότι  τον  κάνανε  πείραμα  για  να  δούνε  αν  μπορέσει  να  γλιτώσει.  Στα  πρώτα  βήματα  έπεσε  ο  πολίτης  και  για  να  μην  καθυστερώ  την  περιγραφή,  μ’αυτόν  τον  τρόπο  σκοτωθήκανε  και  οι  εφτά  που είχαν  μπει μέσα  στο  μητάτο.  Αυτή  η  κατάσταση συνεχίζεται.  Μας  βάνει  το  πυροβολικό  αλλά δεν  μας  ενοχλεί  πια  γιατί  έχει  κάνει  επιμήκυνση  κι  εμείς  είμαστε κοντά στους  Γερμανούς.  Υπάρχει  εδώ  ένα  περιστατικό το  οποίο είναι  διστακτικό  να  περιγράψω αλλά  επειδή  πρέπει  να  είναι  ακριβής  η  περιγραφή    θα  πρέπει  να  το  πω  γιατί  στοίχισε  και  τη  ζωή  ενός  ανθρώπου.  Την  παραμονή  της  μάχης  έρχεται ένας  από  τους  Δρόσους  και  λεγόταν  Ανωγειανάκης  Σοφοκλής.  Αυτόν  τον  πήρε  ο  Μπαχρής  σαν  προμηθευτή  στο  πολυβόλο  και  κάποια  στιγμή  από το  φόβο  παραίτησε  το  Μπαχρή  με  το πολυβόλο.  Τα  πολυβόλα  που  είχαμε  όταν  ζεσταινόταν  έπρεπε  να  κάνεις  αλλαγή  της κάνης  γιατί  τα  πυρά  ήτανε  πολύ  ώρα  και  κάψαμε  άφθονα  πυρομαχικά.  Κάποια  στιγμή  φωνάζει  ο  Μπαχρής  σφαίρες δεν  έχω  και  κάνη  να  αλλάξω.  Εγώ  λοιπόν, το μικρό  Βασιλιό, δεν  το  λέω  για  να  περιαυτολογήσω,    φεύγω  αμέσως  από  το  σημείο  που  είμαι   και  τρέχω και  πάω    και  παίρνω  από  ένα  σημείο  που είχαμε  σφαίρες σε  ένα  τσουβαλάκι  αλλά  δεν  έβρηκα  τον  άλλο με  την  κάνη  και  τις  πάω  στο  Μπαχρή.  Ο  άλλος λοιπόν  τι  έγινε, έφυγε,  δεν  μπορώ  να  περιγράψω. Λένε  πως  αυτός ο  άνθρωπος  όταν  φύγανε  οι  Γερμανοί  επήγε ο  Κώστας  Καρπουζάκης από το Ζαρό  να  υψώσει τη  σημαία  την  πρώτη  ημέρα  που  φύγανε  οι  Γερμανοί  κι  επειδή   δεν  είχε  στεμό  τελικά  μ’αυτήν  την  συμπεριφορά  στο  λημέρι  τον  είχαν  πάρει  στο  ψιλό   και  περνούσε   από  κάτω  και  τον  ειρωνεύτηκε  ο  Καρπουζόκωστας,  το  ωραίο  αυτό  παλικάρι   και  του  λέει  πόσους  μωρέ  Γερμανούς  σκότωσες.  Και  γονατίζει  αυτός  ενώ  στη  μάχη  δεν  είχε  την ψυχραιμία  και  πυροβολεί  τον  Κώστα  και  τον  σκοτώνει.  Αυτές  είναι οι  πληροφορίες  μου  κι  είναι  κι αυθεντικές.  Αυτός  δηλαδή  που  ενώ εδείλιασε  στη  μάχη  εσκότωσε  ένα  πολύ χαρισματικό  παλικάρι.

Λοιπόν  η  μάχη  στη  Μαδαρή  συνεχίζεται. Όταν  εγώ  επιστρέφω  στο  Μπαχρή,  με  τα  δεκαεφτά χρόνια  δεν  έχω  εμπειρία  πολέμου. Και  πήγαινα  χωρίς  να  κάνω  χρήση  του  εδάφους.  Οι  Γερμανοί  μπορεί  να  μην  τους  βλέπαμε  αλλά  μας  βλέπανε  αυτοί. Με  πυροβολούν  λοιπόν  με  τέτοια  πυκνότητα  πυρών  κι άκουγα  τις  σφαίρες  να  περνούνε  και  άργησα  να  καταλάβω  ότι  αυτό  το  σφύριγμα  που  ακουγόταν  δίπλα  μου  ήταν  σφαίρες   και  έπεσα  κάτω  και  χρησιμοποίησα  το  έδαφος  για  να  πάω  στο  πολυβόλο του  Γρηγόρη.  Θέλω  να  πω  δηλαδή  την  ασχετοσύνη  μου  αλλά  εν  πάση  περιπτώσει  τα  κατάφερα  πολύ  καλά  χωρίς  να  θέλω  να   ευλογήσω  τα  γένια  μου.  Όταν  πήγα  στου  Γρηγόρη  το  πολυβόλο  βαστούσα  μια  ταυτότητα  που  μου την  είχανε  βγάλει  στ’Ανώγεια  που  είχα  πάει  την  παραμονή  που έγινε το σαμποτάζ  της  Δαμάστας  για  μια  μέρα  και  γύρισα.  Μου  την  είχε  βγάλει  ο  πατέρας  μου  από τον  Πρόεδρο  τότε,  αν  είχε  και  με  ιδούνε  οι  Γερμανοί  που κινούντανε  τότε  να  μπορέσω  να  αποφύγω.  Και σηκώνω  μια  πλάκα  κοντά  στο  πολυβολείο  και  τη  βάνω  από  κάτω.  Ήμουνα  δε  αφελής  λιγάκι  γιατί  δε  σκέφτηκα  να  πάω  παραπέρα  και  την  έβαλα  δίπλα  στο πολυβολείο  με  αποτέλεσμα  μετά  τη  μάχη,  όταν  γυρίσαμε  πίσω,  την  ταυτότητα μου  την  είχαν  πάρει  οι  Γερμανοί.  Το  χωριό  μας  όμως  κάηκε  που  κάηκε  και  δεν  πήγαν  να  ψάξουν  να  βρούνε  τους  συγγενείς  μου.  Η  μάχη  συνεχίζεται. Κρατούμε  επαφή  με  αραιούς  πυροβολισμούς  και  είχαμε  την  ανησυχία    μήπως  από  τη  μεριά  των  Ανωγείων  πλησιάσει  δύναμη  και  δεν  μπορούσαμε  γιατί  ήταν  πράγματι  εντυπωσιακός  ο  πανικός  που  δείξανε  οι  Γερμανοί  στις  πρώτες  ριπές από  τα  πολυβόλα  μας.  Θα  μπορούσαμε  να  τους  κυνηγήσουμε  μέχρι  κάτω  αλλά  αυτή  την  ευχέρεια  δεν  την  είχαμε  και  κρατήσαμε  τη  θέση  μας  χωρίς  να  εμβαθύνομε  κάτω  προς  «τον  Αμιρά».  Όταν  αρχίσανε  οι  Γερμανοί  κατά  το  απόγευμα  να  οπισθοχωρούνε,  το  πυροβολικό  άρχισε  να  πυκνώνει  τα  πυρά  του  προς  εμάς.  Είχαμε  ένα  παλικάρι  από  το  Καβούσι  και  λεγόταν  Μανωλεσάκης  Παναγιώτης,  πάρα  πολύ  χαρισματικό  παλικάρι,  ήτανε  λοχίας  στο  πυροβολικό  και  μας  έδινε  οδηγίες  όλη  την  ώρα  με  ποιο  τρόπο να  προφυλαγόμαστε  από  το  γερμανικό  πυροβολικό.  Αυτός  ο  δυστυχής  βρέθηκε  όρθιος   και  σκα  μια  οβίδα  δίπλα  του  και  του  παίρνει όλο  το  αριστερό λαγγόνι,  τον  έκοψε  δηλαδή  κυριολεκτικά  ολόκληρο.  Έτυχε  να  έχω  το  θλιβερό  προνόμιο  να  είμαι κοντά,  ο  Αρτέμης  ο  Νταμπάκης,  ο  Αναγνωστάκης  ο  Γιώργης  και  ένας  Λευτέρης  Αλεξάκης  από  την  Πατσό. Λένε  οι  άλλοι  οι  πιο  μεγάλοι  κουράγιο  Παναγιώτη.  Αυτό  λοιπόν  το  μεγάλο  παλικάρι  σαν  να  έλεγε  το  πιο  κοινό  πράγμα  είπε  φύγετε  δεν  έχω  ελπίδα.  Και  πράγματι  ξεψύχησε  μέσα  σε  δυο  λεπτά  χύθηκε  όλο  του το  αίμα.  Τον αφήνουμε  εμείς  εκεί.  Όταν  τελείωσε  η  μάχη  αρχίξαμε  κι  εμείς  να  συμτυσόμαστε  στο  Βοριζανό  αόρι  στα  «Κόλλητα».  Βγήκαμε  λοιπόν  και  εξωμείναμε  στου  «Νικολάκη  το  Χαράκι». Είναι  μια  πηγή  εκειά  κι έχει  νερό.  Έχομε  αφήσει  τα  πράγματά  μας  όλα  γιατί  βγήκαμε  απάνω  βεβιασμένα  στην  οπισθοχώρηση και  λέει  ο αρχηγός  αύριο θα  πάτε  να  πα  πάρετε  τα  πράγματα  και  θα  θάψετε  τον  Παναγιώτη.  Θα  αποφύγετε  επαφή  με  τους  Γερμανούς  γιατί  αυτοί  θα  έχουνε  βγει    να  πάρουνε  κι  αυτοί  σκοτωμένους  ότι  έχουνε    και  τα  πυρομαχικά  μας  είναι  λίγα. Πράγματι  ήταν  λίγα,  είχαμε  κάψει  πάρα  πολλά  όλη  μέρα.  Είχαμε  μια  αποθήκη  προς τη  μεριά  των  Κουρουτών  αλλά  ήτανε  μακριά  για  να  προμηθευτούμε  πυρομαχικά.  Θα  κάμετε  μόνο  μια  γραμμή  που  να  χωρίζει  το  σημείο  που  ήτανε οι  Γερμανοί  με  το  δικό  μας  και  μόλις  τελειώσετε  την  ταφή  του  Παναγιώτη  θα  πάρετε  απάνω.  Πράγματι  αυτό κάναμε.  Τον  Παναγιώτη  τον  πετρώσαμε  με  πέτρες,  πήραμε ο  καθένας  ότι  μπορούσαμε  και  προς  τιμήν  των  παλικαριών  μας  επήρανε  και  περίπου  χίλια  παντακόσα  ζα  τω  Βοριζανώ  και  τα κάναμε κάτω  στον  πόρο  της  «Αγουδουράς»   για  να  μην  τα  πάρει  ο  κατακτητής.  Αυτή  η  υπεύθυνη  συμπεριφορά  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  αξίζει  να  επισημανθεί.  Όχι  μόνο  εξανοίγανε  να  γλιτώσουνε  αλλά  σου  λέει  οι  άνθρωποι  αυτοί  που  μας  στηρίζουνε  πρέπει  να  προστατεύσομε  και  τα  ζα  ντωνε.  Εν  συνεχεία  εφύγαμε  και  πήγαμε  σ’ένα  σημείο  πάνω  από  τα  Πλατάνια,  το  λένε  «Στου  Τσικαλά  το  τυροκομείο».  Λέει  ο  Πετρακογιώργης  ότι  οι  Γερμανοί κινούνται από  πάσα  κατεύθυνση.  Εγώ  θα φύγω  γιατί  είχε  προγραμματιστεί  μια  συνάντηση  με  τους  Άγγλους  αλλά  δεν  ξέρω  ακριβώς  σε  ποιο  σημείο  με  συνοδό  του  το  Μπαχρή.  Ογδόντα  τόσοι  άντρες  δεν  μπαίνουν  σε  σπήλιο. Θα  κρατήξετε  ένα  ύψωμα  κι  αν  πέσουν  απάνω  μας  οι  Γερμανοί  θα  πολεμήσομε  και  τη  νύχτα  θα  χτυπήσομε  να φύγομε  προς  μια  κατεύθυνση.  Κάτι  που είχε  προτείνει  και  στον  «Πριγιό»  και  που  δυστυχώς  δεν ακούστηκε  κι  έγινε  αυτό  το  δράμα. Πράγματι  πιάσαμε  ένα  ύψωμα,  οι  Γερμανοί  περνούνε  από  απόσταση  κοντινή  από  μας,  τους  βλέπομε. Την  επαύριο  θωρούμε  που  αρχινούνε  να  καίνε  τα  χωριά  του  Αμαρίου. Παρέλειψα  να  πω  ότι  ο  Πετρακογιώργης  πήγε  στη  συνάντηση  και  παραλίγο  να  πιαστεί  από  τους  Γερμανούς  τη  νύχτα  και  την  επαύριο  ξετρύπησε  στο λημέρι.  Και  είδαμε  την καταστροφή  των  εφτά  χωριών  του  Αμαρίου  να  καίγονται  χωρίς  να  μπορούμε  να  προσφέρομε  τίποτα.  Είμαστε  κι  εμείς  εγκλωβισμένοι.  Η  γενναία  λοιπόν  αυτή  μορφή  ο  Πετρακογιώργης   με  απόλυτη  ψυχραιμία  και  με  υπεύθυνη  συμπεριφορά  ηγείτο  της  ομάδος  μέχρι  που έληξε  η  γερμανική  κατοχή  και  αρχίξανε  να  συμπτύσσονται.  Στη  μάχη  αυτή  της  Μαδαρής  διακριθήκανε  μερικά  παλικάρια  πραγματικά  με  πρωτόγνωρο  θάρρος,  παρ’ότι  όλοι  ήσανε  ένας  κι ένας εκλεκτός  χωρίς  την  περίπτωση  της  εξαιρέσεως  που  είπα,  ο  οποίος  αυτός    δεν ήταν  καν  δικός  μας  άνθρωπος.  Είχε  έρθει  την  παραμονή  της  μάχης.  Θυμούμαι    μάλιστα  ότι  φορούσε  ένα  πολιτικό  σακάκι  κι  είχε  ένα  τσατσαράκι  στο  τσεπάκι  και  περίσσευε  και  μου έκαμε  εντύπωση. Μεταξύ  των οποίων είχανε  έρθει  κι  άλλοι  δυο  ένας  Παπαλέξης  από  το  χωριό  Πετροκεφάλι  που  σκοτώσανε  οι  Γερμανοί  μπροστά  το  μοναχογιό του  και  τον  έφερε  η  απελπισία  στην  ανάγκη  να  φύγει  στο βουνό  μαζί  με  έναν  Ζανδουλάκη από  το χωριό  Πόμπια  και  προστεθήκανε  αλλά  αυτοί  δείξανε  εξαιρετική  διαγωγή.  Μόνο ο  άλλος  θα’ πρεπε,  επειδή  είναι  ένα  μακρινό  γεγονός  να  το  αποσιωπήσω,  αλλά  επειδή  ήτονε  κατάπτυστη  η  πράξη  του  να  σκοτώσει  ένα  παλικάρι  σαν  το  Καρπουζάκη  δεν μπορούσα  να  του  το  συγχωρήσω.  Εκεί  λοιπόν  στη  μάχη  διακριθήκανε  πάρα  πολλοί.  Ο  Πετρακογιώργης  ασυζητητί  που με  απόλυτη  γενναιότητα  και  υπευθυνότητα  κατηύθυνε  την  επιχείρηση.  Ο  Ψαρογιώργης ο  σπουδαίος  φίλος  μου,  ο  Μανουσομανόλης,  ο  Μπαλάσκας,  ο  Σκουρομανόλης  ο  Τζίτζικας,  ο  Ηλιαντώνης  ο  Μιχάλης  Κραούνης  από  το  Μέρωναο  Λευτέρης  Καστρινάκης  ο  Ηρακλειώτης,  είχανε  σκοτώσει  τον  αδερφό  του,  μια  άλλη  ιστορία  σημαντική  αλλά  για  να  αναφερθεί  δε  με  παίρνει ο  χρόνος, ο  Αγησίλαος  Πετράκης,  οι  Μαυράκηδες  από  το  Μαγαρικάρι,  μια  οικογένεια  παλικάρια  πρωτόγνωρα,  μεταξύ  των  οποίων  ήταν  κι  αυτός  που έκανε  την  εκτέλεση  του  δωσίλογου  στις  Μοίρες,  ο  Γιώργης  Μαυράκης  που  σκοτώθηκε  στου  «Παπά  το  Πέραμα».  Όλοι  αυτοί  γράψανε  τη  σημαντική  εξέλιξη  η  οποία  για  μένα  αγαπητέ  κι  εκλεκτέ  φίλε  μου  Κώστα,  που  σε  σένα  απευθύνομαι,  αυτό  το  λεπτομερειακό  κείμενο  αλλά  χωρίς καμία  υπερβολή,  θέλω  να  μου  κάμεις  τη  χάρη  να  το καταχωρήσεις  σε ένα  γραφτό  να  μη  χαθεί.  Είναι  η  πιο  αυθεντική περιγραφή  που  μπορεί  να  ακούσεις  γι’αυτά  τα  γεγονότα.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  διεξήχθη  αυτή η  μάχη  κι  απώλεια  είχαμε  μόνο  το  παλικάρι  αυτό από  το  Καβούσι  τον  Παναγιώτη  Μανωλεσάκη  οι  δε  ανθρώποι  που  αποτελούσαν  την  ομάδα  ήταν  τόσο  διαλεχτοί  ένας  προς  έναν,  δεν  θέλω  να  ξεχωρίσω  γιατί  θα  αδικήσω  πολλούς  και  όλοι  δείξανε  εξαιρετική  συμπεριφορά.

Όσον  αφορά  δε  εσένα  που  απευθύνομαι  να  ξέρεις  ότι  τα  αισθήματά  μου  προς  το  σπίτι  σας  είναι  πληθωρικά  γιατί  είπα  παραπάνω  με  ποιο  τρόπο  γνώρισα  το  δράμα  που  βίωσε  η  οικογένειά  σας. Αλλά  είχα  κι  ένα  άλλο  προνόμιο,  ήτανε  να  φύγω  με  το  μακαρίτη  το  Φανούρη  για  τη  Μέση  Ανατολή  κι  από σύμπτωση  πληροφορήθηκε  την  αναχώρησή  μου  ο  πατέρας  μου  και  ειδοποίησε  τον  αρχηγό  και  δεν  πήγα  εγώ  και  πήγε  ο  Φανούρης  και  βρήκε  αυτή τη  σημαντική  ευχέρεια να  φύγει  από  τη  μάστιγα  της  κατοχής  και  τον  κίνδυνο  κι  όταν  τον  είδα  ως  στρατιώτης  εγώ  τεχνίτης  αεροπλάνων,  τον  καμάρωσα,  αλλά  είχε  την  ατυχία  να  χαθεί  αυτό το  παλικάρι  άδικα  στο ατύχημα  που  έγινε.  Μπορεί  να  σου  θυμίζω  θλιβερές  μνήμες  αλλά  μετέχω  κι  εγώ  σ’αυτήν  την  απώλεια.  Να’σαι λοιπόν  Κώστα  περήφανος  για  την οικογένειά  σου  και  για  το χωριό  σου,  είχε   σημαντική  συμμετοχή  στα  γεγονότα  της  κατοχής  κι  εγώ  μια  συγκυρία  φτώχειας  μ’έφερε να  βρεθώ  στο  Μαγαρικάρι  στην  κήρυξη  του  πολέμου  και  να  μείνω εκεί  στην  κατοχή  και  να  γνωρίζω  του  καθενός  το  ρόλο  λεπτομερειακά.  Μπορεί  να ξεχνώ  και  να  είμαι  σε  ηλικία  ογδόντα  τριών ετών  αλλά  τα  γεγονότα είναι  μπροστά  μου  αυτούσια  όπως  τα  βίωσα.  Και  δεν  έχω  ποτέ  πρόθεση  να  μειώσω  ούτε  να  παινέσω  κανέναν   περισσότερο.  Το  σύνολο  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  ήταν  παλικάρια  διαλεχτά  που  έγραψαν  μια  σημαντική  ιστορία  και  η μάχη  της  Μαδαρής  με  τη  δική  μου  άποψη  και  με  το γεγονός  ότι  δεχόμαστε  καταιγισμό  πυροβολικού  ολόκληρο  το  οχτάωρο που  είμαστε  σε  επαφή  με  τον  εχθρό,  τη  θεωρώ  μια  από  τις  σημαντικότερες  συμπλοκές  που  έγινε  στην  κατεχόμενη  Κρήτη  και  επίσης  τη  θεωρώ  ως  ρεβάνς   με  τη  μάχη  του  Τραχηλιού. Δηλαδή  στο  χρόνο  απάνω  ο  Πετρακογιώργης  με  τα  παλικάρια  του  έστησε  θανάσιμη  ενέδρα  στους  Γερμανούς και  σίγουρα  σκότωσε  περισσότερους  παρά  όσους  του σκοτώσανε.

Την  αφήγηση  την  αφιερώνω  στον  Κώστα  Καργάκη  τον  καλό  μου  φίλο δάσκαλο  και  τον  παρακαλώ  πολύ  να  τη  μεταφέρει  σε  κάποιο  γραπτό  κείμενο  γιατί  λόγω  ηλικίας  και  που  περνά  ο  καιρός  δεν  θα  μπορούσα  να  την  περιγράψω.  Ασφαλώς  και  τώρα  έχω  κάνει  μερικές  παραλήψεις  αλλά  η  ουσία  είναι  αυτή.  Ότι  η  κινητοποίηση  έγινε  για  να  υπηρετήσουνε  γενικότερους  σκοπούς  οι  Άγγλοι  και  πληρώσανε  πολλοί  άνθρωποι.  Και οι  Σκουρβουλιανοί  και  οι  Δαμαστιανοί  γιατί  οι  εκτελέσεις  είχαν σχέση  μ’αυτό  και  τόσα  άλλα  χωριά  που καήκανε.  Σε  αυτήν  την  καταγραφή  πιστεύω  ότι  άφησα  ένα  κομμάτι  από  τις  εμπειρίες  μου,  πιστεύω  να  είναι  κατανοητό  και  ο καλός  μου  φίλος  ο  Κώστας  να  το  αφήσει  σε  γραπτό  κείμενο  να  μην  χαθούν  οι  εντυπώσεις  μου  απ’αυτόν το  χρόνο.  Το  κάνω  δε  αυτό  όχι  για  να   περιαυτολογήσω  αλλά  γιατί  λατρεύω  τιμώ  και  αγαπώ  αυτά  τα  συγκλονιστικά  γεγονότα  όταν  μια  μικρή  δράκα  παλικαριών  αψηφούσε  τους  φασίστες  και  ρίσκαραν  τη  ζωή τους  σε  αποστολές,  σε  σαμποτάζ,  σε  μετακινήσεις,  σε  συλλογή  συμμάχων.  Όλες  αυτές  οι  πράξεις  ήταν  πατριωτικές  και  δυστυχώς  βλέπω  τώρα,  στην  ειρηνική  περίοδο  που  ζούμε,  να  μην  τηρούνται  με  τον  ίδιο  τρόπο  που  τα  παλικάρια  αυτά  προτάσσανε  τα  στήθη  των  για  να  κρατήσομε  μια  πατρίδα  ελεύθερη.

Αγαπητέ  Κώστα  λέω  πάλι  είμαι ο  Βασίλης  ο  Σπαχής  ογδόντα  τριών  χρονών,  κάτοικος  ακόμη  στα  Ανώγεια  και  ο  οποίος  έζησα  ενώ  ήμουν  Ανωγειανός  την  κατοχή  όλη   στην  περιοχή  τη  δική  σας,  γνωρίζω  κάθε  πατουχιά  του  αοριού  σας,  τους  ανθρώπους  όλους   που  συμπράξανε,  τη  μεγάλη  προσφορά  των Βοριζανών,  τη  θυσία  των  Βοριζών  και  είμαι  πάρα  πολύ  υπερήφανος  που  είχα  αυτήν  τη  δυνατότητα  να  ζήσω  κοντά  σας.  Σας  τιμώ  και  σας αγαπώ   τη  δε  οικογένειά  σας  ιδιαιτέρως  θα  τιμώ  και  θα  αγαπώ  όσο  ζω.  Γεια  σου  αγαπημένε  μου  φίλε  Κώστα  Καργάκη  ευαίσθητε  άνθρωπε.  Γιατί  σ’έχω ακούσει  να περιγράφεις  γεγονότα  και  προκύπτει  ότι  και  σένα  μέσα  σου  υπάρχουν  αυτές  οι  αξίες  που  αυτοί  οι  ανθρώποι  υπηρετήσανε.

 

Βασίλης  Σπαχής

Φεβρουάριος  2010.

SPAXIS.ANTARTIS1

Ο Βασίλης Σπαχής, με το όπλο στο χέρι, ήταν ο πιο μικρός σε ηλικία αντάρτης, της Ομάδας του Πετρακογιώργη

Του Γιώργη Μπαγκέρη

Ένας σπουδαίος άνθρωπος και καλός Ανωγειανός, ο Βασίλειος Σπαχής, πέρασε πριν λίγες ώρες στην αιωνιότητα και  η Ανωγειανή γη ετοιμάζεται να υποδεχθεί ένα γνήσιο και άξιο τέκνο της που την τίμησε στα 89 χρόνια της ζωής του. Ο Σπαχο-Βασίλης με σπουδαία δράση της περίοδο της Κατοχής ως ο μικρότερος αντάρτης της ομάδας του Πετρακογιώργη, είχε γεννηθεί στις 11 Μαρτίου 1928. Πάλεψε ενάντια στον Ναζισμό και στα χρόνια της ελευθερίας μεγάλωσε με κόπο την πολυμελή οικογένεια του. Άνθρωπος της γνώσης, “βιβλιοφάγος” όπως λέμε χαρακτηριστικά, ήταν ανέκαθεν στα Ανώγεια η φωνή της σύνεσης και της λογικής σε στιγμές έντασης. Δήμαρχος Ανωγείων επί σειρά ετών την δεκαετία του ’70 άφησε πίσω του έργο και παρακαταθήκη που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ούτε και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η  «Ανωγή» σας παρουσιάζει σήμερα που τα Ανώγεια πενθούν το χαμό του, ένα δικό του κείμενο για τα χρόνια της Κατοχής και της γνωριμίας του με τον Πετρακογιώργη που έγραψε μια δεκαετία πριν:

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ…..

  του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΠΑΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΕΤΡΑΚΟΓΙΩΡΓΗ

 Σε ηλικία 79 χρονών αποφασίζω να καταγράψω σε μαγνητοταινίες τις εμπειρίες μου για μια κρίσιμη για την πατρίδα περίοδο. Η συγκυρία φτώχειας και δυστυχίας που βίωνε τότε όλος ο Κρητικός χώρος,με ώθησε να αναζητήσω την τύχη μου μακριά από τα Ανώγεια όπου κατοικούσα και να πάω σε άλλο μέρος, προκειμένου να εργαστώ και να προσφέρω κάτι στην πολυμελή οικογένειά μας, γιατί την εποχή εκείνη τα μέσα που συντηρούμασταν όλοι οι ορεινοί πληθυσμοί ήταν πολύ πενιχρά.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  Πρέπει να κάνω ένα πρόλογο και να πω ότι η τύχη με έφερε κοντά σε μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Κρητικού Αντιστασιακού Αγώνα σ’αυτή την φοβερή περίοδο για την ιδιαιτέρα πατρίδα μας την Κρήτη,σε μια θρυλική μορφή που έζησε και έδρασε κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Πρόκειται για τον αρχηγό μου τον Γεώργιο Πετρακογιώργη, αυτό τον γίγαντα ήθους και πατριωτισμού και όλων των αρετών που πρέπει να έχει ένας μεγάλος πατριώτης και ένας γενναίος άνθρωπος.

Είχα την ευτυχία και την χαρά τις πολύ  δύσκολες εκείνες μέρες για τον Κρητικό λαό να μυηθώ και εγώ κατά ένα ποσοστό στις αξίες του. Έχω δε την πεποίθηση ότι ποτέ δεν πρόδωσα όλες αυτές τις νουθεσίες και τα υποδείγματα που έλαβα από αυτή την σημαντική προσωπικότητα.

28η Οκτωβρίου 1940

Έφυγα λοιπόν από τα Ανώγεια με κατεύθυνσης το χωριό Μαγαρικάρι,στις 28 Οκτωβρίου 1940 την ημέρα που κηρύχθηκε ο Ελληνογερμανικός πόλεμος. Θα διηγηθώ τα γεγονότα εν συντομία γιατί επιθυμώ αυτή η περιγραφή μου να είναι όσο μπορώ πιο πειστική και να έχει την αξία της.Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 βρέθηκα στο Ηράκλειο ,τη στιγμή που χτυπούσαν οι καμπάνες και οι σειρήνες και ανήγγειλαν την κήρυξη του πολέμου από τους Ιταλούς κατά της πατρίδας μας. Προορισμός μου ήταν το χωριό Μαγαρικάρι για να εργαστώ ως βοσκάκι στον αδελφό του Γεωργίου Πετρακογιώργη,ιατρό Μιχαήλ Πετράκη.

Ο λόγος που εγώ είχα αυτόν τον προορισμό ήταν ότι ο αδελφός του Πετρακογιώργη,του οποίου μέχρι εκείνη την στιγμή δεν γνώριζα ούτε το όνομα,είχε στείλει στα Ανώγεια ένα πρώτο του εξάδελφο,τον Αγησίλαο Πετράκη,για να του βρει ένα βοσκάκι να βλέπει τα εξήντα οικόσιτα πρόβατα που διατηρούσε ο γιατρός στο Μαγαρικάρι.

Ο άνθρωπος αυτός,ο Αγησίλαος,είχε  βαφτίσει μια ξαδέλφη μου και είχαμε όλοι ενδιαφερθεί να τον εξυπηρετήσουμε να βρει παιδί για τις ανάγκες του συγγενούς του,του ιατρού Πετράκη .Επειδή λοιπόν δεν μπόρεσε να βρει προσφέρθηκα εγώ, παρά το νεαρό της ηλικίας μου, λόγω και των πιεστικών οικονομικών αναγκών της οικογένειάς μου, να πάω να καλύψω αυτήν την ανάγκη, παρά το γεγονός ότι δεν είχα καμία απολύτως σχέση με την κτηνοτροφία.

Όταν ο πατέρας μου άκουσε τις κωδωνοκρουσίες και τις σειρήνες, προσπάθησε στο Ηράκλειο που βρισκόμαστε να με αποτρέψει και να γυρίσουμε πίσω λέγοντας μου: «Ο γιατρός που πηγαίνεις εσύ θα στρατευθεί και ποιος θα σε υποδεχθεί στο Μαγαρικάρι,τι θα γίνεις σε ένα ξένο χωρίο;».

Εγώ λοιπόν ανήσυχη φύση από μικρός επ’ουδενί λόγο ήθελα να γυρίσω πίσω.Τελικά μπήκα στο λεωφορείο και έφθασα στο Μαγαρικάριτο βράδυ της 28ης Οκτωβρίου 1940.Παρουσιάστηκα στον γιατρό Μιχαήλ Πετράκη τον πολύ ευγενή αυτόν άνθρωπο ο οποίος ήταν συμμαθητής με έναν άλλο συγχωριανό μου γιατρό τον Νικόλαο Μανούσο που κι αυτός ήταν εξίσου ευγενής και γλυκύτατος άνθρωπος.

Μόλις με αντίκρισε ο γιατρός έτσι μικρόσωμο και αδύνατο, απόρησε πως εγώ ένα μικρό παιδί,θα μπορούσα να ανταποκριθώ στα καθήκοντά του βοσκού, να βλέπω εξήντα πρόβατα, λαμβανομένου υπ’όψη ότι η περιοχή ήταν γεωργική, η γη καλλιεργήσιμη, και οι ζημιές θα μπορούσαν να είναι πάμπολλες.

Με ρώτησε λοιπόν ο γιατρός,αν θα τα κατάφερνα και του απάντησα: «Γιατρέ μη σε ξεγελά το ανάστημα και τα χρόνια μου,έχω μέσα μου όλο το δυναμισμό που χρειάζεται για να μην σε εκθέσω στη δουλειά που θα μου αναθέσεις».

Την πρώτη μέρα της παραμονής μου στο Μαγαρικάρι, δηλαδή την επαύριο, διαπίστωσα ότι το σπίτι των Πετράκηδων είχε αρκετό υπηρετικό προσωπικό. Είχε ζευγάδες, μαζώχτρες, όταν ήταν οι ελιές κ.λπ. Μου δίδει ο γιατρός το πρωί έναν από τους υπαλλήλους του και με πήγε σε μια περιοχή που ήταν τα δικά του χωράφια για να βλέπω τα πρόβατα.

Μόλις έφυγε ο άνθρωπος αυτός αφού μου έδειξε την περιοχή και με άφησε μόνο ,είπα στον εαυτό μου: «Οτιδήποτε άλλο επάγγελμα θα κάνω στη ζωή μου εκτός από αυτό του κτηνοτρόφου», διαπιστώνοντας ότι αυτή η εργασία ήθελε ένα άνθρωπο μέρα – νύχτα κοντά της .Έκαμα έξι μήνες και ο γιατρός με είχε τόσο πολύ αγαπήσει, που πολλές φορές ερχόταν στο δρόμο για να με προϋπαντήσει ,όταν έφερνα τα ζώα για να τα βάλω μέσα. Ανταποκρίθηκα λοιπόν επάξια εκατό τοις εκατό στις προσδοκίες του γιατρού.Και να σημειώσουμε εδώ ότι η αμοιβή που θα έπαιρνα για έξι μήνες ήταν 3.500 δρχ εις χρήμα και ένα ζευγάρι υποδήματα.

Όταν έφτασε η ημερομηνία να φύγω από το Μαγαρικάρι,τον Απρίλιο – Μάιο του 1941 και αφού είχα τελειώσει την υποχρέωσή μου,είχε αρχίσει ο καταιγιστικός βομβαρδισμός της Κρήτης,από τα φασιστικά αεροπλάνα του Χίτλερ τα περίφημα στούκας, αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως.

Τα αεροπλάνα αυτά είχαν εμφυσήσει τέτοιο πανικό στον κόσμο, ον άμαχο πληθυσμό, που οι άνθρωποι είχαν πάρει τα γυναικόπαιδα τους και είχαν βγει στις ρεματιές κάτω από τα δένδρα για να κρυφτούν και να προφυλαχθούν από αυτή την φοβερή απειλή, η οποία είχε και ένα επί πλέον πανικό. Τα αεροπλάνα αυτά είχαν εφοδιαστεί εκτός από τις βόμβες και με σειρήνες για να αυξάνουν τον τρόμο στον κόσμο.

Στην περιοχή που βρισκόμουνα δεν έπεσαν αλεξιπτωτιστές αλλά έγιναν βομβαρδισμοί. Τις δώδεκα μέρες που κράτησε η επίθεση για την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, στην περιοχή του Τυμπακίου δεν έγινε χρήση πυρών. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε συμμαχική δύναμη, για να μη προδοθεί  η θέση της επειδή γνώριζαν ότι οι επιτιθέμενοι υπερτερούσαν στις δυνάμεις που δεν ήταν εύκολο να τις αντιμετωπίσουν. Μου είπε λοιπόν ο γιατρός αυτός ο θαυμάσιος άνθρωπος:«Βασιλειό κάτσε παιδί μου, μη φύγεις ακόμη μέχρι να καταλαγιάσουν τα πράγματα».Ήταν βέβαια πολύ μεγάλος ο πανικός που επικρατούσε στον πληθυσμό της περιοχής και μεταξύ αυτού και σε εμένα.

 Η  Γνωριμία μου με τον Πετρακογιώργη

Μια μέρα μου λέει ο γιατρός: «Πάρε αυτά τα πράγματα Βασιλειό και ακολούθα με να τα πάμε σένα σημείο όπου θα συναντήσουμε κάποιους ανθρώπους». Εγώ μέχρι τότε δεν γνώριζα ούτε το όνομα Πετρακογιώργης ούτε ότι ο γιατρός είχε άλλο αδελφό.

Πήρα λοιπόν κάποια πράγματα, προφανώς τρόφιμα και μεταβήκαμε σένα κτήμα της οικογένειας Πετράκηδων μεταξύ των χωριών Καμαρών και Γρηγοριάς,που λέγεται Τεμενέλι. Εκεί η οικογένεια Πετρακογιώργη έχει ένα μεγάλο κτήμα, ελιές, περιβόλι και ένα σπίτι εξοχικό για να εξυπηρετεί τις ανάγκες των εργασιών.

Μόλις φτάσαμε εκεί είδα μπροστά μου έναν ωραίο εντυπωσιακό άνδρα ,μια μυθική μορφή,με τα φυσεκλίκια ζωσμένο, μ ένα ωραίο μουστάκι και μούσι με άλλους τρεις ακόμη αν δεν με απατά η μνήμη μου.Ο ένας ήταν ο Μανόλης ο Κουκλινός,ένα πολύ σημαντικό παλικάρι από τη Γρηγοριά, ο οποίος τελικά εκτελέστηκε. Ο άλλος νομίζω ήταν ο Γεώργιος ο Μαυράκης από το Μαγαρικάρι.

Είδα τον Πετρακογιώργη εξοπλισμένο με μια ειδική εξάρτηση. Φορούσε φυσεκλίκια και κρατούσε ένα βελγικό βραχύκαννο όπλο, όπως έμαθα εκ των υστέρων είχε πάει στα Χανιά να συναντήσει την Κυβέρνηση Τσουδερού,που είχε κατέβει από την Αθήνα με το Βασιλιά διότι η υπόλοιπη Ελλάδα είχε καταληφθεί από του Γερμανούς.

Θα κάνω μια μικρή παρένθεση στο σημείο αυτό.Ο Πετρακογιώργης ήταν βιομήχανος. Είχε εργοστάσιο τουβλοποιίας, σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργείου. Ήταν δε συν της άλλης πολύ μεγάλος παράγοντας του κόμματος Ελευθερίου Βενιζέλου και εκπροσωπούσε στην περιοχή τον Γιώργη Μαρή,Υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης Βενιζέλου.Ήταν λοιπόν ήδη γνωστή προσωπικότητα στην περιοχή,με εντυπωσιακό κύρος,και η τότε κρατούσα κατάσταση τον υπολόγιζε σαν ένα σημαντικό Κρητικό.

Τις πληροφορίες που αναφέρω τις άκουσα εκ των υστέρων.Όταν η κυβέρνηση Τσουδερού κατέβηκε στα Χανιά μαζί με τον Βασιλιά,κάλεσε παράγοντες από τον Κρητικό χώρο μεταξύ των οποίων και τον Πετρακογιώργη για νασκεφθούν πως θα αντιμετώπιζαν την πτώση αλεξιπτωτιστών.

Ο Πετρακογιώργης πήγε στα Χανιά με δικό του αυτοκίνητο ένα φορτηγό,γιατί όπως προανέφερα ήταν βιομήχανος και είχε πάρει ως οδηγό τον πρωτότοκο γιό του τον Μανόλη, ένα χαρισματικό παλικάρι πανύψηλο και ωραίο νέο 19 ετών.Σε κάποια στιγμή λοιπόν ο Πετρακογιώργης έδωσε εντολή στο Μανόλη,αφού έμεινε αυτός για περαιτέρω συνεννοήσεις στα Χανιά και του είπε να φύγει το φορτηγό και να γυρίσει στην έδρα τους.Ο Μανόλης όμως επιστρέφοντας έξω από το Ηράκλειο στη θέση Γιόφυρο έπεσε σε βομβαρδισμό των γερμανικών αεροπλάνων. Είδε έναν στρατιώτη του τακτικού στρατού να εγκαταλείπει το πολυβόλο του και να φεύγει. Το χαρισματικό αυτό παλικάρι, παρά το ότι ήταν αστράτευτος και δεν είχε πολεμική πείρα, εγκατέλειψε το αυτοκίνητό του που οδηγούσε και πήγε στο πολυβόλο για να το χρησιμοποιήσει, έτσι σκοτώθηκε στο πολυβόλο απάνω.

Την στιγμή που συνάντησα τον Πετρακογιώργη δεν είχε ακόμη πληροφορηθεί τον σκοτωμό του γιου του. Το παλικάρι αυτό τάφηκε από ένα χασάπη μαζί με άλλο ένα νέο Ηρακλειώτη στον πόδα της καμάρας του ποταμού στη Γιόφυρο. Κατά την εκταφή του Μανόλη,του παλικαριού αυτού, μετά το τέλος του πολέμου, έτυχα εκεί και θυμάμαι ότι είχαν δέσει τους δύο νέους με ένα σύρμα και ο Μανόλης αναγνωρίστηκε από τη διαφορά του ύψους του αφού ήταν γύρω στο 1,90μ.

Ο πατέρας λοιπόν Πετρακογιώργης γύρισε στη Μεσαριά και πρώτη του φροντίδα ήταν να μάθει για τον γιό του Μανόλη επειδή δεν είχε εμφανιστεί ακόμη. Οι πληροφορίες μου είναι ότι έστειλε τον Γεώργιο Χατζάκη πρώτο του ξάδερφο από τις Καμάρες, μετέπειτα μεγάλο τυροκόμο, να έρθει προς το Ηράκλειο και να μάθει τα νέα για το γιό του και προφανώς ο Χατζογιώργης τον πληροφόρησε για τον θάνατο του παιδιού του.

Ο Πετρακογιώργης όταν έμαθε το τόσο θλιβερό αυτό νέο στενοχωρήθηκε πολύ. Οι προηγούμενες κινήσεις του ,και πριν την είδηση του θανάτου του γιου του, αποδεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένος να μην αναγνωρίσει τα τετελεσμένα γεγονότα και να σχηματίσει αντάρτικη ομάδα εναντίον του κατακτητή.

Ρωτά λοιπόν ο μεγαλοπρεπής αυτός άνθρωπος τον αδελφό του τον γιατρός: « Τι παιδί είναι αυτό που σέρνεις γιατρέ;» Ο γιατρός του απαντά ότι είμαι βοσκάκι από τα Ανώγεια και  ετοιμάζομαι να φύγω για το χωριό μου.Ο Πετρακογιώργης θέλοντας προφανώς να ειδοποιήσει μερικούς γνωστούς του ανθρώπους για νά ρθουν κοντά του για συνεννόηση ,μου απευθύνει ένα κοπλιμέντο και μου λέει: «Βασιλειό εσείς οι Ανωγειανοί κάνετε τσι καλούς άντρες, φοβάσαι μπρε; Θέλω να ειδοποιήσεις ορισμένους ανθρώπους για να τους συναντήσω.»

Εγώ λοιπόν συνειδητοποιώντας ότι δεν έπρεπε να φανώ κατώτερος των περιστάσεων ,καίτοι νεαρός που ήμουνα,είπα στον Πετρακογιώργη:«Πιστεύω κύριε Γιώργο να το καταφέρω».

Έτσι για πρώτη φορά με έστειλε στο χωριό Καμάρες να ειδοποιήσω τον μετέπειτα μεγάλο τυροκόμο Γεώργιο Χατζάκη –Χατζογιώργη, εν συνεχεία  στα Βορίζα να ειδοποιήσω τον Εμμανουήλ Βεισάκη,τον Διονύσιο Φραγκιαδάκη και τον Γεώργιο Καργάκη.Επίσης με έστειλε στη Λοχριά Αμαρίου να ειδοποιήσω τον Αντώνη Κρυοβρυσανάκη και στον Πλάτανο τον Ιωάννη Εφταμηνιτάκη.

Αυτά τα πρόσωπα μαζί με τον Γεώργιο Μαυράκη και τον Μιχάλη Κουκλινό ήταν ο πρώτος πυρήνας της ομάδας Πετρακογιώργη. Μόλις σχηματίστηκε ο πρώτος αντάρτικος πυρήνας της ομάδας Πετρακογιώργη, πρώτη φροντίδα του ήταν να προστατεύσει την οικογένειά του,τη γυναίκα του τις τέσσερις κόρες του και τον επιζήσαντα γιό του Ηρακλή. Έστειλε πάλι τον Γεώργιο Χατζάκη από τις Καμάρες να περιμαζέψει την οικογένειά του και να τους μεταφέρει στο «Καμαριανό Βουνό» σε μια πηγή που λέγεται «η μάνα του νερού» και βρίσκεται κοντά στο Καμαραϊκό σπήλαιο,όπου έχουν βρεθεί τα Καμαραϊκά αγγεία τα οποία φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου.

Στο σημείο αυτό έμεινε η οικογένειά του για αρκετό καιρό.

“Έφυγε” από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών η Ουρανία Ξυλούρη του Ανάστο (Ανάσταινα)
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί   την Tετάρτη 8 Ιουνίου 2μμ στην Παναγία.
Η ΑνωΓη εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στους οικείους της.

-->