1374972_741801042512405_2101346264_nΤου Γιώργου Καλογεράκη

Το Φεβρουάριο του 2010, ο Κωστής Καργάκης, (γιος του Γεωργίου Καργάκη ή Ψαρογιώργη), από τους πρώτους αντάρτες του Πετρακογιώργη, μου έδωσε τρεις κασέτες με την αφήγηση του Βασίλη Σπαχή για τη μάχη της Μαδαρής. Μετέτρεψα την προφορική αφήγηση του Σπαχοβασίλη σε γραπτό κείμενο, το οποίο σας στέλνω στη μνήμη του. (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ)

 Η  ΜΑΧΗ  ΤΗΣ  ΜΑΔΑΡΗΣ

 Είμαι  ο Βασίλης  Σπαχής  από  τ’Ανώγεια.  Σε  ηλικία  83  ετών  θέλω  να  γράψω  ένα  ιστορικό  γεγονός  και  να  το  δώσω  σε  ένα  εκλεκτό  φίλο  μου  εκπαιδευτικό. Λόγω  ενός  προβλήματος  που  έχω,  ένα  ιδιοπαθές  τρέμουλο,  αδυνατώ  να  γράψω  γραπτό  κείμενο  και  κάνω  αυτήν  την  ηχογράφηση  σε  μαγνητοταινία  για  να  τη  στείλω  στο  γιο  ενός  εξαιρετικού  παλικαριού  από  το χωριό  Βορίζα,  το  γιο  του  Γιώργη  Καργάκη  ή  Ψαρογιώργη.

Αφορά  η  εξιστόρισή  μου  γεγονότα  της  κατοχής,  όταν  τα  ανθρωπόμορφα  τέρατα  της «αρίας» φυλής  μολύναν με  τη  φασιστική  μπότα  τους  την  κοιτίδα  του Μινωικού  πολιτισμού,  την  ωραία  Κρήτη  μας.

Είχα  κι  εγώ  το προνόμιο,  νεαρό  παιδί  δεκαεφτά  χρονών,  να  βρεθώ κοντά  σε  μια  δράκα  παλικαριών,  διαλεχτών,  από  τους  δυο  νομούς  Ρεθύμνης  και  Ηρακλείου  υπό  την  αρχηγία  του  σπουδαίου  αρχηγού  Γεωργίου  Πετρακογιώργη.  Της  μεγαλύτερης  κατά  την  άποψή  μου φυσιογνωμίας  που  ανέδειξε  η   Αντίσταση  Κρήτης.  Εκεί  λοιπόν  είχα  τη  χαρά  και  την  τιμή  να  ζήσω  όλα  τα  γεγονότα,  κι  αυτά  που  θα  ιστορήσω  εδώ,  περισσότερο  είναι  για  να  καταγράψω ένα από  τα σημαντικότερα  ιστορικά  γεγονότα  που  συνετελέστη  στην  Κρήτη  τα  χρόνια  της  κατοχής.  Αφορά  τη  μάχη  της  Μαδαρής  η  οποία  έγινε  ακριβώς  σ’ ένα χρόνο  από  την  άλλη  θρυλική  μάχη  του  Τραχηλιού.  Στο  δε  Τραχήλι  η  ομάδα  Πετρακογιώργη  βρέθηκε  κυκλωμένη  πανταχόθεν  κι  είναι  θαύμα  που  γλιτώσανε  αυτοί  που  εγλιτώσανε,  στη  δε Μαδαρή,  ακριβώς  ένα  χρόνο  μετά,  ο Πετρακογιώργης  λες και  ήθελε  να  εκδικηθεί  το  αίμα  των  συντρόφων  του,  έστησε  ενέδρα  στους  Γερμανούς  η  οποία  ήταν  άκρως  σημαντική  επιχείρηση.

Θα  πω παρακάτω  τις  λεπτομέρειες  με  απόλυτη  ακρίβεια  και  παρακαλώ  το  φίλο μου  τον  Κώστα,  αυτά  που  θα  ακούσει  στη  μαγνητοταινία  μου  να  τα   λάβει  υπ’όψιν  του  ως  πολύτιμα  και  απόλυτα ντοκουμέντα  και  να  τα  διαφυλάξει. Τον  εμπιστεύομαι  απολύτως  γιατί  και  υψηλές  κεραίες  πατριωτισμού έχει  και καλλιεργημένος  άνθρωπος  είναι και  άνθρωπος  που  υπέφερε  απ’αυτή  την  τρομερή δοκιμασία  της πατρίδας  μας  είναι.  Γιατί  το  παλικάρι  ο  Γεώργιος  Καργάκης ή  Ψαρογιώργης  είχε  το  προνόμιο  να  είναι  μεταξύ  των  τριανταπέντε  που  επικύρηξε  ο κατακτητής  μόλις  κατάκτησε  την  Κρήτη.  Δηλαδή  αυτός  είναι  ξεχωριστός  τίτλος  τιμής  και  για  τον  ίδιο  και  για  την  οικογένειά  του.  Είχε  δε  τη   δοκιμασία,  εκτός  που  έλαβε  μέρος  σε  όλες τις επιχειρήσεις  σε  όλη  την  κατοχή,  πρωτοπαλίκαρο  του  αρχηγού, χαρισματικός  άντρας,  ωραίος,  γενναίος  σε σημείο  υπερβολής,  δεινός  σκοπευτής,  είχε  όλα  τα  χαρίσματα  ενός  παλικαριού,  είχε  κι  αυτός  το  δυσάρεστο προνόμιο  όπως κι  εγώ  που  κάηκε  το σπίτι  μου  να  καεί  το σπίτι  του. Είναι  λοιπόν  συγκλονιστικό  αυτό  που  έχουμε  σ’αυτή  την  απόσταση  των  γεγονότων  όταν  περνώντας  από  τους  Κισσούς  είδα  την  οικογένεια  του  Ψαρογιώργη  με  τα  έξι  παιδιά  του  αν  δεν  κάνω  λάθος και  τη  γυναίκα  του  να  μαγειρεύει κάτω  από  μιαν  ελιά.  Ξεσπιτωμένη  οικογένεια,  ο  πατέρας  στο βουνό,  τι  πιο  συγκλονιστικό.  Και  μου  έκανε  τραπέζι  η  Ψαρογιώργαινα  με  όσπρια,  δεν  θυμάμαι  ακριβώς  τι  ήτανε,  αλλά  έφαγα  κάτω από  την  ελιά.  Το  πιο  σπουδαίο  τραπέζι  που  μου  έχει  γίνει  στη ζωή.  Έχω  λοιπόν  εμπειρίες  από  το χώρο  αυτό  κι  επειδή  ο  Ψαρογιώργης  ήταν  ένα  από τα  εξαιρετικά παλικάρια  του  Πετρακογιώργη  και  οι  δεσμοί  μου  με  την  οικογένεια  είναι  πληθωρικοί  τα  δε παιδιά  του  όλα  με  τιμούν  με  τη  φιλία  τους  και  τα αγαπώ  κι  εγώ σαν  δικούς  μου  ανθρώπους.

Κάνω  λοιπόν  την  εξιστόρηση  για  τη  μάχη  της  Μαδαρής,  που  δεν  έχει  περιγράψει κανείς  ακόμα  λεπτομερώς,  πως  έγινε  και  γιατί  έγινε.

Βρισκόμαστε  λοιπόν  στο 1944  στις  7  Αυγούστου.  Ο  συνεργάτης  του  απαγωγέα  του  στρατηγού  Κράιπε  Στάνλεϋ  Μος,  όταν  πήγανε  το  στρατηγό  στη  Μέση  Ανατολή,  το  Αγγλικό  κράτος  απένειμε  το  μεγαλύτερο  παράσημο  που  είχε  η  Μεγάλη  Βρετανία  τότε  στον  Πάτρικ  Λη  Φέρμορ.  Ο  Στάνλεϋ  Μος  πήρε μικρότερο παράσημο.  Γύρισε λοιπόν  πίσω  και  το λέω  αυτό  γιατί πολλές  φορές αυτοί  οι  σύμμαχοι  ναι  μεν  παίξανε  βαρύτατο  και  σπουδαίο  ρόλο  εναντίον  του  κατακτητού  αλλά και  πολλές φορές οι  προσωπικές των  φιλοδοξίες   στοιχίσανε  πάρα  πολλά  θύματα  στην  πατρίδα  μας.  Γύρισε λοιπόν  πίσω  με  απόφαση να  κάνει  σαμποτάζ  στις  Αρχάνες  και  να  σκοτώσει  τους  αξιωματικούς Γερμανούς.  Η  Οργάνωση  Ηρακλείου  Κρήτης,  η  Εθνική  Οργάνωσις  ΕΟΚ  όπως  λεγόταν,  πληροφορήθηκε  το  γεγονός  και  αντέδρασε  με  αποτέλεσμα  να  εμποδίσει  αυτό  το περιστατικό  και  να  καταφύγει  ο  Μος  με  μια  ομάδα  Ανωγεινών   και  έξι  Ρώσους  στο  χωριό  Δαμάστα και  να κάνει  το  περίφημο  σαμποτάζ  της  Δαμάστας.

Το  λέω  με  κάποια  συντομία  λόγου  διότι  δεν έχω  πρόθεση  εδώ  να  περιγράψω  το πώς  ακριβώς έγινε  και  ποιοι  ελάβανε  μέρος.  Σημασία  έχει  ότι  κάμανε  μια  σημαντική  φθορά    με  αποτέλεσμα  να  εκτελέσουν  οι  Γερμανοί  κατόπιν  τριανταπέντε Δαμαστιανούς.  Αυτό  δηλαδή ήταν  το  τίμημα  της  φιλοδοξίας του  Στάνλεϋ  Μος.  Επίσης  τις  ίδιες  ημέρες,  την  8η  Αυγούστου,  απαγάγουνε  οι  αριστεροί  του  ΕΛΑΣ  Ανωγείων  τον  επικεφαλής  του Φυλακίου  του  Γενή  Γκαβέ  με  το  ψευδώνυμο  Σήφης  και  Ιταλούς  τους  οποίους  πήραν  στο βουνό  και τους  σκοτώσανε. Οι  έχοντες  λοιπόν την  ευθύνη  τότε  των  επιχειρήσεων  στην  Κρήτη,  παρά  το  ότι  εμείς  οι  Έλληνες παίζαμε σημαντικότατο ρόλο,  την  κατεύθυνση  τη  δίδανε  αυτοί  γιατί  κυρίαρχη  δύναμη  τότε στο  συμμαχικό χώρο  ήταν  η  Αγγλία.  Επικεφαλής  εδώ  της  Φορς  133  ήταν  ένας  αντισυνταγματάρχης  ο  Τομ  Ταμπάμπιν.  Έρχεται  λοιπόν  στον  Πετρακογιώργη  και  του δίδει  εντολή  για  να  θεωρηθεί  ότι  το σαμποτάζ  της  Δαμάστας και  των  Ανωγείων  ήταν  γενική  κινητοποίηση  των  ανταρτών,  να  κάμει  διάφορες  δολιοφθορές,  σαμποτάζ  η  ομάδα  Πετρακογιώργη  στη  μεσαριά.  Πράγματι  ο  αρχηγός  υιοθετεί  την  εντολή  τη  συμμαχική  γιατί  συνεργαζόταν με  το  αρχηγείο  το  δικό  μας στη  Μέση  Ανατολή  και  με  την  κυβέρνηση,  συνεπώς  οι  διαταγές  που  δίδανε  ήτανε  σχεδόν  υποχρεωτικές.  Κάνει  λοιπόν η  ομάδα  μας  το  σαμποτάζ  της  Γέργερης,  στο  Ζαρό,  στους  Εφτά  Πόρους,  έξε  άντρες  πάνε  κι  ανατινάζουν και  σκοτώνουνε  όλη  τη  δύναμη του  Φυλακίου,  βάζουν  νάρκες  μια  άλλη  μικρή  ομάδα στο  δρόμο  Ηρακλείου  Τυμπακίου  κι  ανατινάζουν  ένα  αυτοκίνητο, μια  άλλη  μικρότερη  ομάδα  ανατινάζει  μια  γέφυρα  μεταξύ   Γρηγοριάς  και  Καλοχωραφίτη  για  να εμποδιστεί  η  άνοδος των  Γερμανών  προς  τα  πάνω.  Το  δε  μεγαλύτερο  τμήμα  της  ομάδος  επήγε  για  να κάνει  το περίφημο  σαμποτάζ  στη  Φανερωμένη.    Την  ομάδα ακολούθησα  κι  εγώ κι  ήμουν  προμηθευτής στο  πολυβόλο του  Γρηγόρη   Χρυσού  από  τα  Λιβάδια. Δεν  μπορώ  να  θυμηθώ  ακριβώς  πόσοι  άντρες  ήτανε  στην  ομάδα.  Σημασία  έχει  ότι  ένα  μεγάλο  τμήμα  της ομάδας  μας έκανε  αυτήν  την  επιχείρηση  και  όταν  έληξε  η  επιχείρηση  συμπτυχθήκαμε  προς το  βουνό. Τρία  άτομα  από  την ομάδα  αυτή,  ο  Μανόλης  Παπαδομανωλάκης  από  το  Μαγαρικάρι,  ο  Γιώργης  Αναγνωστάκης  από  την  Κυργιάννα  Ρεθύμνης  και  ο  Αντώνης  Χουστουλάκης  από τους  Κισσούς  έμειναν  παραπίσω  κι επειδή  ο  Αντώνης  ήτανε από  τους  Κισσούς  εκάτσανε  για  να τους  ψήσει  η  μάνα  του  έναν κόκορα  να  τόνε  φάνε.  Κάνω  κι  αυτήν  την  παρένθεση  για  να  πω  πως έγινε  το  δράμα  των  Σκουρβουλιανών  εκτελέσεων.  Μάθανε οι  Σκουρβουλιανοί  ότι  έγινε  το  σαμποτάζ,  ακούσαν  τους  πυροβολισμούς, να  σημειώσω  δε  ότι  στη  Φανερωμένη  δεν  είχαμε  κανένα  θύμα  πλην  τον  τραυματισμό  του Σπύρου  Νταμπάκη.  Ξεθαρρεύονται  λοιπόν  οι  Σκουρβουλιανοί  με  το  να  βλέπουνε   να χτυπιούνται  σε διάφορα  σημεία  οι  Γερμανοί,  φαίνεται  νομίσανε  ότι  κάτι επίκειται,  δεν  μπορώ  να  ερμηνεύσω  τη  σκέψη  τους,  μαθαίνουν  ότι  είναι  αντάρτες  στους  Κισσούς  πηγαίνουν  και  ζητούνε  να  πάνε  να  σκοτώσουνε  δυο  Γερμανούς  που  ερχόταν  στα  Σκούρβουλα  και  παίρνανε  αγγαρεία.  Σε  πρώτη  φάση  οι  τρεις  αντάρτες  που  ανέφερα  αντιστάθηκαν.  Εμείς  δεν  έχομε  τέτοια  εντολή  από  τον   αρχηγό  και  δεν  μπορούμε  να  το  κάνομε.  Αν  δε’ ρθείτε,  δώστε  μας  τα  τουφέκια  σας  κι  εμείς  θα  τους  σκοτώσομε.  Από  την  επιμονή  λοιπόν  των  Σκουρβουλιανών,  δεν  ξέρω  πόσοι  ακριβώς  ήτανε,  επήγανε  και  σκοτώσαν  τους  Γερμανούς.  Εδώ  λοιπόν  έγινε  ένα  πολύ  μεγάλο  λάθος  εκ  μέρους  των  κατοίκων  των  Σκουρβούλων,  το  αναφέρω  επακριβώς  όπως  τότε  μαθεύτηκε,  δεν  πήγανε  να  βρεθούνε  δυο  σοβαροί  άνθρωποι  να  χώσουνε  τους  σκοτωμένους αλλά  απεναντίας  επήγαν  διάφοροι  ανεύθυνοι  άνθρωποι,  γιατί  μόνο  ανεύθυνοι  άνθρωποι  κάνουν  τέτοιες πράξεις,  και  κόψανε  τα  γεννητικά  όργανα  των  Γερμανών,  τα  αυτιά,  τις  μύτες,  και  επήγαν  οι  Γερμανοί  το  πρωί  και  βρίσκουνε το  αίσχος  αυτό και  λένε – αυτό  μας  μεταφέρθηκε  και  πρέπει  να  είναι  γεγονός – ότι  οι  σφαίρες  αυτές  πρέπει  να είναι  «Ίγγλις  κομάντος»  αλλά  αυτά  τα  πράγματα  δεν  τα  κάνουνε  οι  κομάντος.    Και  πιάνουν  λοιπόν  και  εκτελούνε  αν  δεν  κάνω  λάθος  τριάντα  πέντε   γυναίκες και  άντρες,  οι  περισσότερες  γυναίκες που  εκτελεστήκανε  στην  Κρήτη.  Έρχονται  λοιπόν  στη  Νίδα  που  είμαστε  και  κρατούνε  τα  όπλα.  Ο  υπεύθυνος  άνθρωπος  ο  Πετρακογιώργης  ξέρει  ότι  αυτό  το  πράγμα  θα  έχει κόστος. Κάνει  δριμύτατη  κατσάδα  στους  πρωταγωνιστές.  Αφού  δεν  είχατε  εντολή  γιατί  το  κάμετε, θα  δείτε  τι  αντίποινα  θα  γίνουνε. Και  πράγματι  γίνανε.  Τα  λέω  αυτά τα  γεγονότα  για  να  δείξω  για  ποιο  λόγο  τελικά    αποφασίζουν  οι  Γερμανοί  με  μια  δύναμη  της  τάξεως  των  διακοσίων  ανδρών   να  βγούνε  προς  το  βουνό  να  χτυπήσουν  τους  αντάρτες. Βγαίνουνε  λοιπόν  κι  έρχουνται  και  στρατοπεδεύουν  στο  χωριό  Καμάρες.  Ο  Πετρακογιώργης  αντιλαμβάνεται  τις  προθέσεις  και  λέει  θα  τους  χτυπήσομε.  Είχαμε  μια  δύναμη  ογδόντα  τρεις  περίπου  άντρες.  Παράλληλα  εις  τα  Ανώγεια  δίδει κι  εκεί εντολή  ο  Τομ  Ταμπάμπιν  να  χτυπηθούν  οι  Γερμανοί. Έρχονται  τρία  άτομα  Ανωγειανοί να  τοσε  δώσομε  εμείς  όπλα  που  είχαμε  περίσσα.  Δώσαμε λοιπόν  δώδεκα μακρύκανα  αμερικάνικα  όπλα  που  είχαμε  από  μια  πρόσφατη  ρίψη  που  μας είχαν κάνει οι  Αμερικάνοι  στα  «Κόλλητα». Τα  άτομα  αυτά  ήτανε ένας  Αεράκης  Γιώργης ή  Πολωγιώργης,  ένας  Δυσσέας Καλομοίρης και  ένας  Νικόλαος  Δραμουντάνης ή  Σπαλάτζης.  Παίρνουν  λοιπόν  τα  όπλα  με  τη  βεβαιότητα  ότι  κι  αυτοί  θα  χτυπήσουν  τους  Γερμανούς  που  ήταν  σίγουρο  ότι  θα  κατευθύνονταν  προς  το  βουνό. Οι  Γερμανοί  όμως  κάνουν  ένα  τέχνασμα    και  προτού  κινηθούν  προς  το  βουνό  κυκλώνουν  το  χωριό  και  πιάνουν  χίλια  πεντακόσια  γυναικόπαιδα – γιατί  οι  άντρες είχαν  φύγει – και  γίνεται σύσκεψη στα  Πετροδολάκια  και  αποφασίζουν  οι  Ανωγειανοί  να  μη  χτυπήσουν  γιατί  υπολογίσανε ότι  θα  σκοτώσουν  τα  γυναικόπαιδα.  Απόφαση  κατά  την  άποψή  μου  σωστή  αλλιώς  θα  είχαμε  θρηνήσει  πάρα  πολλά  γυναικόπαιδα.  Όταν  λοιπόν  ελήφθη  αυτή  η  απόφαση  μας ειδοποιούνε  τα  μεσάνυχτα,  τον  Πετρακογιώργη,  έχομε  λημέρι  στις  «Κουτσουνάρες»  και  το  σχέδιο  του  Αρχηγού  είναι  να  χτυπήσομε.  Κάτω  από  τσι  Κουτσουνάρες  είναι  μια  χαράδρα, νομίζω  λέγεται  «τ’Αμιρά».  Με κυκλωτική  κίνηση, είχαμε  πάρα  πολλά  αυτόματα  όπλα, δυο οπλοπολυβόλα  και  σίγουρα  αυτή  η  επιχείρηση  αν  εξελισσόταν κατ’αυτόν  τον  τρόπο θα  είχε  τεράστια  επιτυχία.  Λέει  λοιπόν  ο  αρχηγός  εμείς  θα  χτυπήσομε  κι  ας  μην  μείνει  ένας  μας.  Για  θα  μου  πούνε  οι  χωριανοί  μου,  εδώ  είναι  και  η  γενναιότης αυτού  του  υπεύθυνου  παλικαριού,  έρχεσαι  στα  σπίθια  μας και  κάνεις τον  παλικαρά  και  βγαίνουν  οι  Γερμανοί  στο  βουνό  και  χώνεσαι. Δίδει  λοιπόν  εντολή  να  πάνε  τρία  άτομα  με  επικεφαλής  τον  Κωστή  Σαριδάκη  από  τις  Καμάρες  να  είναι  πάνω  από  τον  «Ανδρακόλακα»  σε  ένα  επίκαιρο  σημείο  να παρακολουθούν  την  άνοδο  των  Γερμανών  και  να  μας  δίδουν  πληροφορίες.  Και στέλνει  τον  Κωστή  Καναβάκη  από  το  Μαγαρικάρι  στη  «Μαύρη  Κορφή»  να  παρακολουθεί  με  τα  κιάλια  από τη  μεριά  του  Ανωγειανού  αοριού  μήπως έρχουνται  Γερμανοί  να  μη  μασε  πλευροκοπήσουνε  από  πάνω.  Και  κάνομε  την  κυκλωτική  διάταξη  στη  χαράδρα  των  Αμιρών  κάτω  από  τσι  Κουτσουνάρες.  Γύρω  γύρω  λοιπόν  κι  από  την  απέναντι  μεριά  και  προς  την  κορφή  του Βοριζανού  αοριού  από  πέρα   έχομε  κυκλώσει.  Εγώ με  το  Γρηγόρη  Χρυσό  ως  προμηθευτής  πάντοτε,  με  έναν  Παπαδουράκη  Γιώργη   από  τη  Γρηγοριά  βγαίνομε στην  «Πρινόσκαλα» το  λένε  ένα  σημείο  στο  οποίο  δίδει  εντολή  ο  Πετρακογιώργης  ότι  δεν  θα  βάλετε  παρά  μόνον  όταν  περάσει  όλη  η  φάλαγγα  μέσα  από  τη  χαράδρα.  Οι  Γερμανοί  λοιπόν  το  πρωί  αρχίσαν  να  αναπτύσσονται  προς το  βουνό  και  ο  Σαριδάκης  που  έχομε  παρατηρητή  στέλνει  στον  αρχηγό  πληροφορίες  ότι  βγαίνουν  οι  Γερμανοί,  είναι  τόσοι,  έχουν  τόσα  μεταγωγικά  και  κάθεται  σ’ένα  επίκαιρο  σημείο  ο  αρχηγός. Κάποια  στιγμή  φτάνουνε  στο  μέσον  της  πλαγιάς  Μαδαρής,  όσοι  ξέρουν  τον  τόπο  είναι  ένας  δρόμος  για ζώα  που  διακλαδίζεται,  κι  ο  ένας  δρόμος  πάει  «στω  Τζελέκηδω»  το μητάτο  πάνω  στη  Μαδαρή  και  ο  άλλος  μπαίνει  προς  τη  χαράδρα  «των  Αμιρών».  Έχουνε επιτάξει έναν  οδηγό από  τη  Γρηγοριά, δεν  θυμάμαι  το όνομά  του,  σκοτώθηκε  εκεί  κι  αυτός,  ο  οποίος  τώρα  δεν  είχε  καμιά  ευθύνη  ούτε  ήταν  συνεργάτης,  τον  είχαν επιτάξει  για  να  τους  φέρει  στο  βουνό.  Βλέποντας  λοιπόν  εκεί  τους  δυο  δρόμους,  προφανώς  στην  ερμηνεία  που  τη  δίνω  τώρα  εγώ  εκ  των  υστέρων κι  έτσι  τη  συζητούσαμε  και  τότε,  δεν  ήξερε  ο  οδηγός  ποιος  ακριβώς  δρόμος  πήγαινε  προς  τη  Νίδα  και  σχηματίζονται  δυο  φάλαγγες.  Μια  προς  τη  χαράδρα «των Αμιρών»  και  η άλλη  προς  «τω  Τζελέκηδω» το  μητάτο.  Στην κατάσταση  αυτή  ο  αρχηγός  δίδει  την  εντολή  να  χαλάσει  η  διάταξη  κλοιού  που  είχαμε  και να  κόψομε  εγκάρσια  το  βουνό  πάνω  από  το  σπήλιο  «της  Λυγκιάς»  προς  το  Καμαριανό  αόρι  να  τους  χτυπήσομε  μετωπικά  και  κάθετα.  Πράγματι  τα  παλικάρια,  που  ένας  κι  ένας  ήταν  διαλεχτοί  στην  ομάδα  μας,  σε  χρόνο  μηδέν  έχουν  αλλάξει  τη  διάταξη  και  κόβουν  εγκάρσια  το  βουνό  και  τοποθετούνται  πάνω  από  το  σπήλαιο της  «Λυγκιάς»  το  ένα  πολυβόλο και  το  άλλο πολυβόλο  εκεί  που  είμαστε εμείς  με  το  Γρηγόρη  Χρυσό.  Αλλά   αγαπητέ  μου  φίλε  Κώστα  στο  σημείο  που  είμαστε,  αυτό  τώρα  έχει  περίσσια  σημασία,  το πως βρέθηκα  δηλαδή  εγώ  δίπλα  στον  αρχηγό. Όταν  άρχισε  η  ανάβαση  των  Γερμανών  μου  λέει  ο  Γρηγόρης  που  έβλεπε  τους Γερμανούς  να  ανεβαίνουνε  τη  χαράδρα και  χανότανε,  είχανε  απυρόβλητο  προς  εμάς,  μου  λέει  λοιπόν  ο Γρηγόρης – γιατί  πάντοτε  ο  Πετρακογιώργης  είχε  κυρίαρχη  γνώμη –  Βασιλιό  πήγαινε  να  πεις  του  αρχηγού  να  μας  δώσει  την  εντολή  να  βγούμε  στο  παραπάνω  πολυβολείο,  είχαμε  κάμει  ένα  άλλο  πολυβολείο,    γιατί  απ’εδώ  μόλις αρχίξει  η  συμπλοκή  γίνεται  νεκρά  γωνία  και  δεν  θα  μπορέσομε  να  κάνομε  τίποτα. Φεύγω  πραγματικά  και  φτάνω  στον  αρχηγό,  είναι  στη  μέση  της διάταξης  ακριβώς  και  την  ώρα  που  κουβεντιάζω  το  θέμα  αυτό  στον  αρχηγό  μια  εμπροσθοφυλακή  με  τον  πολίτη  οδηγό  έχουν  προβάλει  προς  το  Καμαριανό  αόρι  και  έρχουνται  προς  τα  εδώ,  υπολογίζαμε  ότι  πρέπει  να  ήταν  γύρω  στους  τριάντα. Έχει  δώσει  εντολή ο  αρχηγός  δεν  θα  βάλετε  παρά  μόνον  να  πέσουν  κοντά  στις  κάνες  των  όπλων  σας.  Ήθελε  πράγματι  αυτή  η  επιχείρηση  να  είναι  άκρως  αποτελεσματική  όπως  και  πράγματι  ήταν.  Κάποια  στιγμή αντιλαμβάνονται  οι  δικοί  μας  ότι  τους  έχουν  αντιληφθεί  οι  Γερμανοί  και  αρχίζουν  να  κροταλίζουν  τα  πολυβόλα  και  τα  ταχυβόλα,  μια  κόλαση  πυρός.  Αλλά  αυτομάτως  ένας  παράγοντας  τον  οποίο  εμείς  δεν  είχαμε  υπολογίσει  ήταν το  γερμανικό  πυροβολικό.  Αρχινά  λοιπόν  από  το  Τυμπάκι  καταιγισμό  το πυροβολικό  και  για  καλή  μας  τύχη  η  σκόπευση  φαίνεται  δεν  ήταν  ακριβής  γιατί  πέσαν  αρκετές οβίδες  μέσα  στους  Γερμανούς  με  αποτέλεσμα  να  ρίξουν κόκκινες  φωτοβολίδες,  που  προφανώς  είχαν  την  έννοια  να  γίνει  επιμήκυνση  της  βολής,  και  αρχίξανε  μετά  να  βάζουνε  οβίδες  που  πηγαίνανε  πίσω  στη  Νίδα.  Οι  πρώτες  οβίδες  ήταν  τόσο  πυκνές απάνω  στο  χώρο  μας  που  τα  θραύσματα  των  βλημάτων  και  οι  πέτρες  ήταν  κόλαση.  Σ’αυτή  τη  φάση  οι  αντάρτες  βλέποντας έναν  παράγοντα  που  δεν  τον  είχαν  υπολογίσει  σταματούν  ακαριαίως  τα  πυρά.  Η  γενναία  μορφή  ο  αρχηγός  μας,   άνθρωπος  με  περίσσια  ευφυΐα,  τινάζεται  όρθιος  κι  αρχίζει  να  πυροβολεί  για  να  δώσει  το  σύνθημα  προς  τους  άντρες  να  συνεχίσουνε  και  λέει  αυτή  τη  φράση  την  οποία  καταχωρώ  αυτούσια.

556467_473048506054328_1380707917_n-Απάνω  τους  ρε  γαμώ  τη  σημαία  ντως !  Όσο  κοντά  τόσο  μη  φοβάστε  τις  οβίδες!

Πράγματι  αυτή  είναι  η  λογική  της  μάχης.  Εγώ  λοιπόν  βλέπω  το  γίγαντα  αυτό  να  πυροβολεί  και  του  είχα  απέραντο  σεβασμό  και  του  λέω  αρχηγέ  θα  σε  σκοτώσουνε  και  μου  λέει  Βασιλιό  σιωπή.  Έκατσε  και  πάλι  στον  πρίνο  ο  Πετρακογιώργης  μόνον  όταν  άκουσε  τα  πυρά  να  γενικεύονται και  να  παίρνουν  την  πρωτοβουλία  οι  άντρες  μας.

Η  εμπροσθοφυλακή,  όσοι  δεν  σκοτωθήκανε  και  τους υπολογίσαμε μαζί  με τον  πολίτη  εφτά,  πήγαν  και  μπήκαν στο  μητάτο  των  «Τζελέκων».  Που  είναι  ακριβώς  στο  ύψωμα  της  Μαδαρής.  Όταν  λοιπόν  αρχίσανε  να  γίνονται αψιμαχίες  να  ρίχνουμε  αυτοί  να  ρίχνομε  κι  εμείς,  όλοι  στόχο  είχαμε  το  μητάτο.  Ο  δυστυχής  ο  πολίτης  που  είναι  μέσα  ξέρει  βέβαια  ορισμένα  ονόματα  και  νομίζει  ότι  μπορούμε  να  του  φανούμε  χρήσιμοι.  Φώναζε  λοιπόν  Αγησίλαε,  τους Λενακάκηδες,  όποιους  ήξερε  ότι  ήταν  εκεί  πέρα  και  γύρευε  έλεος,  να  τον  βοηθήσομε.  Εμείς  βέβαια  δεν  μπορούσαμε  να  του κάνομε  τίποτε  αλλά  είχαμε και  την  αίσθηση  ότι  ήταν  κανείς  δωσίλογος που  συνόδευε  τους  Γερμανούς.  Κάποια  στιγμή  υπάρχει  ένας  Καστρινάκης  Λευτέρης  με  τον  πατέρα  του  εκεί  και  τον  αδερφό  του  το  Στελή  ο  οποίος  ήξερε  τα  γερμανικά.  Και  φωνάζει  στους  Γερμανούς  να  παραδοθούνε. Οι  Γερμανοί  φωνάζουνε  ελάτε να  μας  πάρετε.  Γίνεται λοιπόν  ένας διάλογος,  φωνάζει  στον  αρχηγό  ο  Λευτέρης,  αρχηγέ  μας  λένε  να  πάμε  να  τους  παραλάβουμε. Του  δίδει  εντολή ο  Πετρακογιώργης  και  του  λέει  πες  τους  να  βγούνε  όξω  με  τα  χέρια  ψηλά  και  να  προχωρήσουνε  προς  εμάς.  Στη  διάρκεια  αυτού  του  διαλόγου,  ένα  πολύ  σημαντικό  παλικάρι  ο   Αντώνης  Κρυοβρυσανάκης  ή  Ηλιαντώνης,  από  το  χωριό  Λοχριά,  ξετρυπώνει  μια  χειροβομβίδα   και  πλησιάζει  για  να  τη  ρίξει  από τον  πόρο του  μητάτου  μέσα.  Πλησιάζοντας  προφανώς  άκουσε  κάποιος  Γερμανός  τα  βήματά  του  και  πετάγεται έξω  με  ένα  ταχυβόλο  και  γυρίζει  και  υψώνει  το ταχυβόλο  και  ασφαλώς  θα σκότωνε  τον  Ηλιαντώνη  εάν  ένα άλλο  παλικάρι  ο  Μιχάλης  Κλαρίνης  από  το  Μέρωνα  μ’ένα  τόμιγκαν  δεν  προλάβαινε  να  γαζώσει  το  Γερμανό  και  να  μη  βλάψει  τον  Αντώνη.  Γυρίζουνε  λοιπόν  πίσω,  δεν  επιχειρήσαμε  προσέγγιση  του μητάτου  γιατί  ήταν  πάρα  πολύ  δύσκολο,  ήτανε  δε  απάνω  στην  κορυφογραμμή  αλλά  συνέβη  το  εξής  το οποίο  το  παρακολουθήσαμε  εμείς  μετά.  Εδώ σε  μια  παρένθεση  θα  πω  ότι  η  μάχη  αυτή  κράτησε οχτώ  ολόκληρες  ώρες.  Από  το πρωί  στις  9  μέχρι  το  απόγευμα.  Κάποια  στιγμή  όταν  σκοτώθηκε  ο  επικεφαλής  της  εμπροσθοφυλακής   δίνουνε  στον  πολίτη  το όπλο  του  για  να  φύγει  προς  τα  κάτω.  Έχω  την  αίσθηση  ότι  τον  κάνανε  πείραμα  για  να  δούνε  αν  μπορέσει  να  γλιτώσει.  Στα  πρώτα  βήματα  έπεσε  ο  πολίτης  και  για  να  μην  καθυστερώ  την  περιγραφή,  μ’αυτόν  τον  τρόπο  σκοτωθήκανε  και  οι  εφτά  που είχαν  μπει μέσα  στο  μητάτο.  Αυτή  η  κατάσταση συνεχίζεται.  Μας  βάνει  το  πυροβολικό  αλλά δεν  μας  ενοχλεί  πια  γιατί  έχει  κάνει  επιμήκυνση  κι  εμείς  είμαστε κοντά στους  Γερμανούς.  Υπάρχει  εδώ  ένα  περιστατικό το  οποίο είναι  διστακτικό  να  περιγράψω αλλά  επειδή  πρέπει  να  είναι  ακριβής  η  περιγραφή    θα  πρέπει  να  το  πω  γιατί  στοίχισε  και  τη  ζωή  ενός  ανθρώπου.  Την  παραμονή  της  μάχης  έρχεται ένας  από  τους  Δρόσους  και  λεγόταν  Ανωγειανάκης  Σοφοκλής.  Αυτόν  τον  πήρε  ο  Μπαχρής  σαν  προμηθευτή  στο  πολυβόλο  και  κάποια  στιγμή  από το  φόβο  παραίτησε  το  Μπαχρή  με  το πολυβόλο.  Τα  πολυβόλα  που  είχαμε  όταν  ζεσταινόταν  έπρεπε  να  κάνεις  αλλαγή  της κάνης  γιατί  τα  πυρά  ήτανε  πολύ  ώρα  και  κάψαμε  άφθονα  πυρομαχικά.  Κάποια  στιγμή  φωνάζει  ο  Μπαχρής  σφαίρες δεν  έχω  και  κάνη  να  αλλάξω.  Εγώ  λοιπόν, το μικρό  Βασιλιό, δεν  το  λέω  για  να  περιαυτολογήσω,    φεύγω  αμέσως  από  το  σημείο  που  είμαι   και  τρέχω και  πάω    και  παίρνω  από  ένα  σημείο  που είχαμε  σφαίρες σε  ένα  τσουβαλάκι  αλλά  δεν  έβρηκα  τον  άλλο με  την  κάνη  και  τις  πάω  στο  Μπαχρή.  Ο  άλλος λοιπόν  τι  έγινε, έφυγε,  δεν  μπορώ  να  περιγράψω. Λένε  πως  αυτός ο  άνθρωπος  όταν  φύγανε  οι  Γερμανοί  επήγε ο  Κώστας  Καρπουζάκης από το Ζαρό  να  υψώσει τη  σημαία  την  πρώτη  ημέρα  που  φύγανε  οι  Γερμανοί  κι  επειδή   δεν  είχε  στεμό  τελικά  μ’αυτήν  την  συμπεριφορά  στο  λημέρι  τον  είχαν  πάρει  στο  ψιλό   και  περνούσε   από  κάτω  και  τον  ειρωνεύτηκε  ο  Καρπουζόκωστας,  το  ωραίο  αυτό  παλικάρι   και  του  λέει  πόσους  μωρέ  Γερμανούς  σκότωσες.  Και  γονατίζει  αυτός  ενώ  στη  μάχη  δεν  είχε  την ψυχραιμία  και  πυροβολεί  τον  Κώστα  και  τον  σκοτώνει.  Αυτές  είναι οι  πληροφορίες  μου  κι  είναι  κι αυθεντικές.  Αυτός  δηλαδή  που  ενώ εδείλιασε  στη  μάχη  εσκότωσε  ένα  πολύ χαρισματικό  παλικάρι.

Λοιπόν  η  μάχη  στη  Μαδαρή  συνεχίζεται. Όταν  εγώ  επιστρέφω  στο  Μπαχρή,  με  τα  δεκαεφτά χρόνια  δεν  έχω  εμπειρία  πολέμου. Και  πήγαινα  χωρίς  να  κάνω  χρήση  του  εδάφους.  Οι  Γερμανοί  μπορεί  να  μην  τους  βλέπαμε  αλλά  μας  βλέπανε  αυτοί. Με  πυροβολούν  λοιπόν  με  τέτοια  πυκνότητα  πυρών  κι άκουγα  τις  σφαίρες  να  περνούνε  και  άργησα  να  καταλάβω  ότι  αυτό  το  σφύριγμα  που  ακουγόταν  δίπλα  μου  ήταν  σφαίρες   και  έπεσα  κάτω  και  χρησιμοποίησα  το  έδαφος  για  να  πάω  στο  πολυβόλο του  Γρηγόρη.  Θέλω  να  πω  δηλαδή  την  ασχετοσύνη  μου  αλλά  εν  πάση  περιπτώσει  τα  κατάφερα  πολύ  καλά  χωρίς  να  θέλω  να   ευλογήσω  τα  γένια  μου.  Όταν  πήγα  στου  Γρηγόρη  το  πολυβόλο  βαστούσα  μια  ταυτότητα  που  μου την  είχανε  βγάλει  στ’Ανώγεια  που  είχα  πάει  την  παραμονή  που έγινε το σαμποτάζ  της  Δαμάστας  για  μια  μέρα  και  γύρισα.  Μου  την  είχε  βγάλει  ο  πατέρας  μου  από τον  Πρόεδρο  τότε,  αν  είχε  και  με  ιδούνε  οι  Γερμανοί  που κινούντανε  τότε  να  μπορέσω  να  αποφύγω.  Και σηκώνω  μια  πλάκα  κοντά  στο  πολυβολείο  και  τη  βάνω  από  κάτω.  Ήμουνα  δε  αφελής  λιγάκι  γιατί  δε  σκέφτηκα  να  πάω  παραπέρα  και  την  έβαλα  δίπλα  στο πολυβολείο  με  αποτέλεσμα  μετά  τη  μάχη,  όταν  γυρίσαμε  πίσω,  την  ταυτότητα μου  την  είχαν  πάρει  οι  Γερμανοί.  Το  χωριό  μας  όμως  κάηκε  που  κάηκε  και  δεν  πήγαν  να  ψάξουν  να  βρούνε  τους  συγγενείς  μου.  Η  μάχη  συνεχίζεται. Κρατούμε  επαφή  με  αραιούς  πυροβολισμούς  και  είχαμε  την  ανησυχία    μήπως  από  τη  μεριά  των  Ανωγείων  πλησιάσει  δύναμη  και  δεν  μπορούσαμε  γιατί  ήταν  πράγματι  εντυπωσιακός  ο  πανικός  που  δείξανε  οι  Γερμανοί  στις  πρώτες  ριπές από  τα  πολυβόλα  μας.  Θα  μπορούσαμε  να  τους  κυνηγήσουμε  μέχρι  κάτω  αλλά  αυτή  την  ευχέρεια  δεν  την  είχαμε  και  κρατήσαμε  τη  θέση  μας  χωρίς  να  εμβαθύνομε  κάτω  προς  «τον  Αμιρά».  Όταν  αρχίσανε  οι  Γερμανοί  κατά  το  απόγευμα  να  οπισθοχωρούνε,  το  πυροβολικό  άρχισε  να  πυκνώνει  τα  πυρά  του  προς  εμάς.  Είχαμε  ένα  παλικάρι  από  το  Καβούσι  και  λεγόταν  Μανωλεσάκης  Παναγιώτης,  πάρα  πολύ  χαρισματικό  παλικάρι,  ήτανε  λοχίας  στο  πυροβολικό  και  μας  έδινε  οδηγίες  όλη  την  ώρα  με  ποιο  τρόπο να  προφυλαγόμαστε  από  το  γερμανικό  πυροβολικό.  Αυτός  ο  δυστυχής  βρέθηκε  όρθιος   και  σκα  μια  οβίδα  δίπλα  του  και  του  παίρνει όλο  το  αριστερό λαγγόνι,  τον  έκοψε  δηλαδή  κυριολεκτικά  ολόκληρο.  Έτυχε  να  έχω  το  θλιβερό  προνόμιο  να  είμαι κοντά,  ο  Αρτέμης  ο  Νταμπάκης,  ο  Αναγνωστάκης  ο  Γιώργης  και  ένας  Λευτέρης  Αλεξάκης  από  την  Πατσό. Λένε  οι  άλλοι  οι  πιο  μεγάλοι  κουράγιο  Παναγιώτη.  Αυτό  λοιπόν  το  μεγάλο  παλικάρι  σαν  να  έλεγε  το  πιο  κοινό  πράγμα  είπε  φύγετε  δεν  έχω  ελπίδα.  Και  πράγματι  ξεψύχησε  μέσα  σε  δυο  λεπτά  χύθηκε  όλο  του το  αίμα.  Τον αφήνουμε  εμείς  εκεί.  Όταν  τελείωσε  η  μάχη  αρχίξαμε  κι  εμείς  να  συμτυσόμαστε  στο  Βοριζανό  αόρι  στα  «Κόλλητα».  Βγήκαμε  λοιπόν  και  εξωμείναμε  στου  «Νικολάκη  το  Χαράκι». Είναι  μια  πηγή  εκειά  κι έχει  νερό.  Έχομε  αφήσει  τα  πράγματά  μας  όλα  γιατί  βγήκαμε  απάνω  βεβιασμένα  στην  οπισθοχώρηση και  λέει  ο αρχηγός  αύριο θα  πάτε  να  πα  πάρετε  τα  πράγματα  και  θα  θάψετε  τον  Παναγιώτη.  Θα  αποφύγετε  επαφή  με  τους  Γερμανούς  γιατί  αυτοί  θα  έχουνε  βγει    να  πάρουνε  κι  αυτοί  σκοτωμένους  ότι  έχουνε    και  τα  πυρομαχικά  μας  είναι  λίγα. Πράγματι  ήταν  λίγα,  είχαμε  κάψει  πάρα  πολλά  όλη  μέρα.  Είχαμε  μια  αποθήκη  προς τη  μεριά  των  Κουρουτών  αλλά  ήτανε  μακριά  για  να  προμηθευτούμε  πυρομαχικά.  Θα  κάμετε  μόνο  μια  γραμμή  που  να  χωρίζει  το  σημείο  που  ήτανε οι  Γερμανοί  με  το  δικό  μας  και  μόλις  τελειώσετε  την  ταφή  του  Παναγιώτη  θα  πάρετε  απάνω.  Πράγματι  αυτό κάναμε.  Τον  Παναγιώτη  τον  πετρώσαμε  με  πέτρες,  πήραμε ο  καθένας  ότι  μπορούσαμε  και  προς  τιμήν  των  παλικαριών  μας  επήρανε  και  περίπου  χίλια  παντακόσα  ζα  τω  Βοριζανώ  και  τα κάναμε κάτω  στον  πόρο  της  «Αγουδουράς»   για  να  μην  τα  πάρει  ο  κατακτητής.  Αυτή  η  υπεύθυνη  συμπεριφορά  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  αξίζει  να  επισημανθεί.  Όχι  μόνο  εξανοίγανε  να  γλιτώσουνε  αλλά  σου  λέει  οι  άνθρωποι  αυτοί  που  μας  στηρίζουνε  πρέπει  να  προστατεύσομε  και  τα  ζα  ντωνε.  Εν  συνεχεία  εφύγαμε  και  πήγαμε  σ’ένα  σημείο  πάνω  από  τα  Πλατάνια,  το  λένε  «Στου  Τσικαλά  το  τυροκομείο».  Λέει  ο  Πετρακογιώργης  ότι  οι  Γερμανοί κινούνται από  πάσα  κατεύθυνση.  Εγώ  θα φύγω  γιατί  είχε  προγραμματιστεί  μια  συνάντηση  με  τους  Άγγλους  αλλά  δεν  ξέρω  ακριβώς  σε  ποιο  σημείο  με  συνοδό  του  το  Μπαχρή.  Ογδόντα  τόσοι  άντρες  δεν  μπαίνουν  σε  σπήλιο. Θα  κρατήξετε  ένα  ύψωμα  κι  αν  πέσουν  απάνω  μας  οι  Γερμανοί  θα  πολεμήσομε  και  τη  νύχτα  θα  χτυπήσομε  να φύγομε  προς  μια  κατεύθυνση.  Κάτι  που είχε  προτείνει  και  στον  «Πριγιό»  και  που  δυστυχώς  δεν ακούστηκε  κι  έγινε  αυτό  το  δράμα. Πράγματι  πιάσαμε  ένα  ύψωμα,  οι  Γερμανοί  περνούνε  από  απόσταση  κοντινή  από  μας,  τους  βλέπομε. Την  επαύριο  θωρούμε  που  αρχινούνε  να  καίνε  τα  χωριά  του  Αμαρίου. Παρέλειψα  να  πω  ότι  ο  Πετρακογιώργης  πήγε  στη  συνάντηση  και  παραλίγο  να  πιαστεί  από  τους  Γερμανούς  τη  νύχτα  και  την  επαύριο  ξετρύπησε  στο λημέρι.  Και  είδαμε  την καταστροφή  των  εφτά  χωριών  του  Αμαρίου  να  καίγονται  χωρίς  να  μπορούμε  να  προσφέρομε  τίποτα.  Είμαστε  κι  εμείς  εγκλωβισμένοι.  Η  γενναία  λοιπόν  αυτή  μορφή  ο  Πετρακογιώργης   με  απόλυτη  ψυχραιμία  και  με  υπεύθυνη  συμπεριφορά  ηγείτο  της  ομάδος  μέχρι  που έληξε  η  γερμανική  κατοχή  και  αρχίξανε  να  συμπτύσσονται.  Στη  μάχη  αυτή  της  Μαδαρής  διακριθήκανε  μερικά  παλικάρια  πραγματικά  με  πρωτόγνωρο  θάρρος,  παρ’ότι  όλοι  ήσανε  ένας  κι ένας εκλεκτός  χωρίς  την  περίπτωση  της  εξαιρέσεως  που  είπα,  ο  οποίος  αυτός    δεν ήταν  καν  δικός  μας  άνθρωπος.  Είχε  έρθει  την  παραμονή  της  μάχης.  Θυμούμαι    μάλιστα  ότι  φορούσε  ένα  πολιτικό  σακάκι  κι  είχε  ένα  τσατσαράκι  στο  τσεπάκι  και  περίσσευε  και  μου έκαμε  εντύπωση. Μεταξύ  των οποίων είχανε  έρθει  κι  άλλοι  δυο  ένας  Παπαλέξης  από  το  χωριό  Πετροκεφάλι  που  σκοτώσανε  οι  Γερμανοί  μπροστά  το  μοναχογιό του  και  τον  έφερε  η  απελπισία  στην  ανάγκη  να  φύγει  στο βουνό  μαζί  με  έναν  Ζανδουλάκη από  το χωριό  Πόμπια  και  προστεθήκανε  αλλά  αυτοί  δείξανε  εξαιρετική  διαγωγή.  Μόνο ο  άλλος  θα’ πρεπε,  επειδή  είναι  ένα  μακρινό  γεγονός  να  το  αποσιωπήσω,  αλλά  επειδή  ήτονε  κατάπτυστη  η  πράξη  του  να  σκοτώσει  ένα  παλικάρι  σαν  το  Καρπουζάκη  δεν μπορούσα  να  του  το  συγχωρήσω.  Εκεί  λοιπόν  στη  μάχη  διακριθήκανε  πάρα  πολλοί.  Ο  Πετρακογιώργης  ασυζητητί  που με  απόλυτη  γενναιότητα  και  υπευθυνότητα  κατηύθυνε  την  επιχείρηση.  Ο  Ψαρογιώργης ο  σπουδαίος  φίλος  μου,  ο  Μανουσομανόλης,  ο  Μπαλάσκας,  ο  Σκουρομανόλης  ο  Τζίτζικας,  ο  Ηλιαντώνης  ο  Μιχάλης  Κραούνης  από  το  Μέρωναο  Λευτέρης  Καστρινάκης  ο  Ηρακλειώτης,  είχανε  σκοτώσει  τον  αδερφό  του,  μια  άλλη  ιστορία  σημαντική  αλλά  για  να  αναφερθεί  δε  με  παίρνει ο  χρόνος, ο  Αγησίλαος  Πετράκης,  οι  Μαυράκηδες  από  το  Μαγαρικάρι,  μια  οικογένεια  παλικάρια  πρωτόγνωρα,  μεταξύ  των  οποίων  ήταν  κι  αυτός  που έκανε  την  εκτέλεση  του  δωσίλογου  στις  Μοίρες,  ο  Γιώργης  Μαυράκης  που  σκοτώθηκε  στου  «Παπά  το  Πέραμα».  Όλοι  αυτοί  γράψανε  τη  σημαντική  εξέλιξη  η  οποία  για  μένα  αγαπητέ  κι  εκλεκτέ  φίλε  μου  Κώστα,  που  σε  σένα  απευθύνομαι,  αυτό  το  λεπτομερειακό  κείμενο  αλλά  χωρίς καμία  υπερβολή,  θέλω  να  μου  κάμεις  τη  χάρη  να  το καταχωρήσεις  σε ένα  γραφτό  να  μη  χαθεί.  Είναι  η  πιο  αυθεντική περιγραφή  που  μπορεί  να  ακούσεις  γι’αυτά  τα  γεγονότα.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  διεξήχθη  αυτή η  μάχη  κι  απώλεια  είχαμε  μόνο  το  παλικάρι  αυτό από  το  Καβούσι  τον  Παναγιώτη  Μανωλεσάκη  οι  δε  ανθρώποι  που  αποτελούσαν  την  ομάδα  ήταν  τόσο  διαλεχτοί  ένας  προς  έναν,  δεν  θέλω  να  ξεχωρίσω  γιατί  θα  αδικήσω  πολλούς  και  όλοι  δείξανε  εξαιρετική  συμπεριφορά.

Όσον  αφορά  δε  εσένα  που  απευθύνομαι  να  ξέρεις  ότι  τα  αισθήματά  μου  προς  το  σπίτι  σας  είναι  πληθωρικά  γιατί  είπα  παραπάνω  με  ποιο  τρόπο  γνώρισα  το  δράμα  που  βίωσε  η  οικογένειά  σας. Αλλά  είχα  κι  ένα  άλλο  προνόμιο,  ήτανε  να  φύγω  με  το  μακαρίτη  το  Φανούρη  για  τη  Μέση  Ανατολή  κι  από σύμπτωση  πληροφορήθηκε  την  αναχώρησή  μου  ο  πατέρας  μου  και  ειδοποίησε  τον  αρχηγό  και  δεν  πήγα  εγώ  και  πήγε  ο  Φανούρης  και  βρήκε  αυτή τη  σημαντική  ευχέρεια να  φύγει  από  τη  μάστιγα  της  κατοχής  και  τον  κίνδυνο  κι  όταν  τον  είδα  ως  στρατιώτης  εγώ  τεχνίτης  αεροπλάνων,  τον  καμάρωσα,  αλλά  είχε  την  ατυχία  να  χαθεί  αυτό το  παλικάρι  άδικα  στο ατύχημα  που  έγινε.  Μπορεί  να  σου  θυμίζω  θλιβερές  μνήμες  αλλά  μετέχω  κι  εγώ  σ’αυτήν  την  απώλεια.  Να’σαι λοιπόν  Κώστα  περήφανος  για  την οικογένειά  σου  και  για  το χωριό  σου,  είχε   σημαντική  συμμετοχή  στα  γεγονότα  της  κατοχής  κι  εγώ  μια  συγκυρία  φτώχειας  μ’έφερε να  βρεθώ  στο  Μαγαρικάρι  στην  κήρυξη  του  πολέμου  και  να  μείνω εκεί  στην  κατοχή  και  να  γνωρίζω  του  καθενός  το  ρόλο  λεπτομερειακά.  Μπορεί  να ξεχνώ  και  να  είμαι  σε  ηλικία  ογδόντα  τριών ετών  αλλά  τα  γεγονότα είναι  μπροστά  μου  αυτούσια  όπως  τα  βίωσα.  Και  δεν  έχω  ποτέ  πρόθεση  να  μειώσω  ούτε  να  παινέσω  κανέναν   περισσότερο.  Το  σύνολο  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  ήταν  παλικάρια  διαλεχτά  που  έγραψαν  μια  σημαντική  ιστορία  και  η μάχη  της  Μαδαρής  με  τη  δική  μου  άποψη  και  με  το γεγονός  ότι  δεχόμαστε  καταιγισμό  πυροβολικού  ολόκληρο  το  οχτάωρο που  είμαστε  σε  επαφή  με  τον  εχθρό,  τη  θεωρώ  μια  από  τις  σημαντικότερες  συμπλοκές  που  έγινε  στην  κατεχόμενη  Κρήτη  και  επίσης  τη  θεωρώ  ως  ρεβάνς   με  τη  μάχη  του  Τραχηλιού. Δηλαδή  στο  χρόνο  απάνω  ο  Πετρακογιώργης  με  τα  παλικάρια  του  έστησε  θανάσιμη  ενέδρα  στους  Γερμανούς και  σίγουρα  σκότωσε  περισσότερους  παρά  όσους  του σκοτώσανε.

Την  αφήγηση  την  αφιερώνω  στον  Κώστα  Καργάκη  τον  καλό  μου  φίλο δάσκαλο  και  τον  παρακαλώ  πολύ  να  τη  μεταφέρει  σε  κάποιο  γραπτό  κείμενο  γιατί  λόγω  ηλικίας  και  που  περνά  ο  καιρός  δεν  θα  μπορούσα  να  την  περιγράψω.  Ασφαλώς  και  τώρα  έχω  κάνει  μερικές  παραλήψεις  αλλά  η  ουσία  είναι  αυτή.  Ότι  η  κινητοποίηση  έγινε  για  να  υπηρετήσουνε  γενικότερους  σκοπούς  οι  Άγγλοι  και  πληρώσανε  πολλοί  άνθρωποι.  Και οι  Σκουρβουλιανοί  και  οι  Δαμαστιανοί  γιατί  οι  εκτελέσεις  είχαν σχέση  μ’αυτό  και  τόσα  άλλα  χωριά  που καήκανε.  Σε  αυτήν  την  καταγραφή  πιστεύω  ότι  άφησα  ένα  κομμάτι  από  τις  εμπειρίες  μου,  πιστεύω  να  είναι  κατανοητό  και  ο καλός  μου  φίλος  ο  Κώστας  να  το  αφήσει  σε  γραπτό  κείμενο  να  μην  χαθούν  οι  εντυπώσεις  μου  απ’αυτόν το  χρόνο.  Το  κάνω  δε  αυτό  όχι  για  να   περιαυτολογήσω  αλλά  γιατί  λατρεύω  τιμώ  και  αγαπώ  αυτά  τα  συγκλονιστικά  γεγονότα  όταν  μια  μικρή  δράκα  παλικαριών  αψηφούσε  τους  φασίστες  και  ρίσκαραν  τη  ζωή τους  σε  αποστολές,  σε  σαμποτάζ,  σε  μετακινήσεις,  σε  συλλογή  συμμάχων.  Όλες  αυτές  οι  πράξεις  ήταν  πατριωτικές  και  δυστυχώς  βλέπω  τώρα,  στην  ειρηνική  περίοδο  που  ζούμε,  να  μην  τηρούνται  με  τον  ίδιο  τρόπο  που  τα  παλικάρια  αυτά  προτάσσανε  τα  στήθη  των  για  να  κρατήσομε  μια  πατρίδα  ελεύθερη.

Αγαπητέ  Κώστα  λέω  πάλι  είμαι ο  Βασίλης  ο  Σπαχής  ογδόντα  τριών  χρονών,  κάτοικος  ακόμη  στα  Ανώγεια  και  ο  οποίος  έζησα  ενώ  ήμουν  Ανωγειανός  την  κατοχή  όλη   στην  περιοχή  τη  δική  σας,  γνωρίζω  κάθε  πατουχιά  του  αοριού  σας,  τους  ανθρώπους  όλους   που  συμπράξανε,  τη  μεγάλη  προσφορά  των Βοριζανών,  τη  θυσία  των  Βοριζών  και  είμαι  πάρα  πολύ  υπερήφανος  που  είχα  αυτήν  τη  δυνατότητα  να  ζήσω  κοντά  σας.  Σας  τιμώ  και  σας αγαπώ   τη  δε  οικογένειά  σας  ιδιαιτέρως  θα  τιμώ  και  θα  αγαπώ  όσο  ζω.  Γεια  σου  αγαπημένε  μου  φίλε  Κώστα  Καργάκη  ευαίσθητε  άνθρωπε.  Γιατί  σ’έχω ακούσει  να περιγράφεις  γεγονότα  και  προκύπτει  ότι  και  σένα  μέσα  σου  υπάρχουν  αυτές  οι  αξίες  που  αυτοί  οι  ανθρώποι  υπηρετήσανε.

 

Βασίλης  Σπαχής

Φεβρουάριος  2010.

Μοιραστείτε το

-

-->