Η Ειρήνη Αναγνωστάκη-Νταγιαντά, γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1905. Πατέρας της ήταν ο Δράκος Νταγιαντάς και μητέρα της η Διαμάντα  Αεράκη και είχε μια μικρότερη αδερφή τη Μαρία.

Σε ηλικία 3,5 ετών έχασε τον πατέρα της μάλλον από πνευμονία. Όταν ολοκλήρωσε τη φοίτησή της στο δημοτικό σχολείο η δασκάλα κάλεσε την μητέρα της για να της πει ότι η Ειρήνη ήταν άριστη μαθήτρια και θα έπρεπε οπωσδήποτε να σπουδάσει. Η μητέρα της απάντησε ότι μια χήρα με δυο ορφανά δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δυστυχώς πολύ σύντομα την ίδια χρονιά, πέθανε και η μητέρα της από γρίπη και έτσι η Ειρήνη στα 12 της χρόνια έμεινε μόνη με τη μικρότερη αδελφή της.

Μεγάλωσαν και οι δύο αδελφές μέσα στην οικογένεια του πρώτου της θείου Βασίλη Νταγιαντά ή Περβολιού. Η αντίληψη, η εξυπνάδα και επιμονή της τη βοήθησαν να μάθει πολλές τέχνες και να αποκτήσει σπάνιες δεξιότητες. Έμαθε όλη την τέχνη της υφαντικής από το πλύσιμο και βάψιμο των μαλλιών μέχρι την ύφανση και παρέμεινε υφάντρα και κεντήστρα μέχρι τα γερατειά της. Ήταν φημισμένη ξομπλιάστρα των παραδοσιακών Ανωγειανών κουλουριών και εξαιρετική μαγείρισσα. Ήταν σεμνή, ολιγόλογη, δοτική,  μετρημένη και βαθιά θρησκευόμενη σε όλη της τη ζωή.

Η Ειρήνη (σε ηλικία 65 ετών) με τον Αρνογιάννη και τον εγγονό της, Μπάμπη Φασουλά

Παντρεύτηκε το Γιάννη Αναγνωστάκη ή Αρνογιάννη με καταγωγή από το Αστυράκι και έκαναν τέσσερα παιδιά. Το Χαραλάμπη που πέθανε σε ηλικία 17 ετών, τη Μαριώρα που απεβίωσε ανύπαντρη τον περασμένο Ιούνιο, τη Νασούλα που παντρεύτηκε τον Γιώργη Φασουλά ή Κανάρη και το Λευτέρη, που έχοντας κληρονομήσει πολλά χαρίσματα της μητέρας του, διέπρεψε ως δικηγόρος στη Θεσσαλονίκη, αλλά πέθανε δυστυχώς πολύ νέος το 1990 σε ηλικία 47 ετών. Η Νασούλα απέκτησε δυο παιδιά τον Μπάμπη Φασουλά Γεωλόγο και τη Μαρία Φασουλά Ιδιωτική Υπάλληλο. Ο Λευτέρης από το γάμο του με τη Μαρία Μπουλεκάκη απέκτησε τρεις κόρες, την Ειρήνη Αναγνωστάκη δικηγόρο, τη Ζωή Αναγνωστάκη Ιδιωτική Υπάλληλο και την Ιωάννα Αναγνωστάκη ιδιωτική υπάλληλο που ζουν στη Θεσσαλονίκη.

Το σπίτι της στα Ανώγεια ήταν ανοικτό σε κάθε επισκέπτη, Έλληνα ή ξένο που έφτανε στο χωριό και η φιλοξενία του Αρνογιάννη ήταν φημισμένη. Για πολλά χρόνια η Ειρήνη Αναγνωστάκη δούλεψε ως μαγείρισσα στο πρώτο οικοτροφείο που λειτούργησε στο χωρίο.  Με το κάψιμο του χωριού το 1944 το σπίτι τους καταστράφηκε ολοσχερώς. Με τα τρία της μικρότερα παιδιά και ένα γειτονόπουλο πέρασε την πρώτη ημέρα σε ένα σπήλιο στη θέση Πλατάνι μαζί με άλλους ανωγειανούς και αντάρτες. Ο μεγάλος της γιός χάθηκε με την οικογένεια κατά την εγκατάλειψη του χωριού και κατέληξε μαζί με γειτόνους στις Μαργαρίτες και πολύ αργότερα βρέθηκε ξανά με την οικογένεια. Το βράδι της πρώτης ημέρας πήγε στο Αστυράκι  όπου βρήκε φιλοξενία σε συγγενείς του άντρα της και έμεινε για τρία περίπου χρόνια. 

Σύμφωνα με αφηγήσεις της, το δεκαπενταύγουστο μετά την καταστροφή πήγε στη θέση Κοιλιστός νότια του Καμαριώτη και αντίκρυσε το χωριό να καίγεται και να καπνίζει ακόμα. Ο στίχος «Ω Παναγιά μου Ανωγειανή» βγήκε ως μοιρολόι από την εικόνα εκείνη. Το ίδιο το ποίημα ήταν ένα μακρόχρονο μοιρολόι που καταγράφονταν από την ίδια σε ένα τετράδιο τους μήνες που ακολούθησαν, αποτυπώνοντας όλο τον πόνο και τις κακουχίες που περνούσαν όλοι οι χωριανοί ως πρόσφυγες στα γύρω χωριά. Πολύ αργότερα το χειρόγραφο στάλθηκε σε δημοσιογράφο του Ηρακλείου για την εκτύπωσή και τη διανομή του μαζί με άλλα ανάλογα ποιήματα, για την οικονομική στήριξη των πληγέντων. Όπως έλεγε η Ειρήνη ποτέ δεν έφτασε σε αυτήν ούτε μια δραχμή. Όταν μερικά χρόνια αργότερα οργανώθηκε μια τελετή από το κράτος ως μνημόσυνο για την επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, το ποίημα αναγνώστηκε για πρώτη φορά. Απ’ αυτές τις εκτυπώσεις και το αρχικό χειρόγραφο δεν διασώθηκε κάτι.

Η διατήρηση του ποιήματος οφείλεται στον εκπαιδευτικό Μανώλη Καλοκύρη ο οποίος στον τόμο του «Τα Ανώγεια – Λαογραφική Συλλογή» που εκδόθηκε το 1970 φιλοξένησε το μεγαλύτερο μέρος του μοιρολογιού όπως του το αφηγήθηκε η ίδια η Ειρήνη Αναγνωστάκη.

Η βαθιά σοφία της ζωής και ο πόνος αποτυπώθηκε σε πολλές πλευρές της ζωής της, σε μοιρολόγια, σε μαντινάδες και αποφθέγματα. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω:

«Αητός τρώει την πέρδικα και η πέρδικα τη βιόλα,

σε τουτηνέ τη μαύρη Γης, χάμε πληρώνονται όλα».

Συνήθιζε επίσης να δίνει την ευχή «Να μη σου πέψει η μοίρα σου τα που μπορείς να αντέξεις».

Πέθανε στο σπίτι της κόρης Νασούλας στο Ηράκλειο στις 7 Φεβρουαρίου του 1997 σε ηλικία 92 ετών, αφού είχε χάσει τον άντρα της το 1993, με πλήρη διαύγεια πνεύματος και σωματική ικανότητα. Κάθε μέρα έπλεκε και διάβαζε την κάθε γραμμή από τον τοπικό τύπο!

Ήταν μια γυναίκα που σίγουρα σε άλλες εποχές και άλλες συνθήκες θα διέπρεπε στις επιστήμες και την τέχνη, αλλά όπως έγραψε και στο τέλος του ποιήματός της: «Τα βάσανα των Ανωγειών όποιος θα τα συντάξει, η στο πανεπιστήμιο πρέπει να πα σπουδάσει, μα εγώ είμαι μια αγράμματη, γυναίκα παιδιωμένη, και αν έχω λάθη αδέλφια μου να με συμπαθισμένη.»

Μοιραστείτε το

-

-->