ΜΙΚΡΟΣ  ΕΛΑΣΤΙΚΟΦΟΡΟΣ  ΦΟΡΤΩΤΗΣ Bobcat

θα καλύψει τις ανάγκες του Δήμου Ανωγείων για την φόρτωση των κτηνοτροφικών αποβλήτων από τα ποιμνιοστάσια της περιοχής και την διαμόρφωση των σειραδίων κομποστοποίησης στην κεντρική μονάδα που θα δημιουργηθεί. (εικόνα 1 κ 2)

ΦΟΡΤΗΓΟ ΜΕ ΑΝΑΤΡΕΠΟΜΕΝΗ ΚΙΒΩΤΑΜΑΞΑ Mercedes

θα καλύψει τις ανάγκες του Δήμου Ανωγείων για την μεταφορά των κτηνοτροφικών αποβλήτων από τα ποιμνιοστάσια της περιοχής στην κεντρική μονάδα που θα δημιουργηθεί. (εικόνα 3)

ΑΥΤΟΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ   ΑΝΑΣΤΡΟΦΕΑΣ   ΚΟΜΠΟΣΤ

θα καλύψει τις ανάγκες του Δήμου Ανωγείων για την αναστροφή (ανάμιξη, αερισμό) σειραδίων κομποστοποίησης από κτηνοτροφικά απόβλητα της περιοχής στην κεντρική μονάδα αερόβιας βιολογικής επεξεργασίας που θα δημιουργηθεί για τις ανάγκες του έργου. (εικόνα 4). Παράλληλα έχουν υπογραφεί οι συμβάσεις για την κατασκευή της Κεντρικής Μονάδας Κομποστοποίησης

 

Η ιδέα του Προγράμματος :

«Η γεωργική γη της Κρήτης και της Κύπρου έχουν ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: χαμηλή συγκέντρωση της οργανικής ουσίας. Η πολυετής εντατική καλλιέργεια έχει οδηγήσει στη συστηματική υποβάθμιση των εδαφών με την οργανική τους ουσία να πέφτει κάτω από το 0,5 % και την ερημοποίηση να εμφανίζεται ως μη αναστρέψιμη κατάσταση.

Η ανάγκη να βρεθεί καλής ποιότητας οργανική ουσία είναι εξαιρετικά μεγάλη και όπως είναι λογικό παραγωγοί όπως η κτηνοτροφία αποτελούν μια από τις πρώτες επιλογές, μεταξύ άλλων και για ιστορικούς και παραδοσιακούς λόγους.

Ταυτόχρονα, η ολοκληρωμένη διαχείριση των κτηνοτροφικών αποβλήτων αποτελεί ένα εξαιρετικά μεγάλο ζήτημα καθώς αφορά τόσο την προστασία του περιβάλλοντος όσο και τη δημόσια υγεία (κτηνοτρόφων, κατοίκων της υπαίθρου και καταναλωτών) αλλά και την υγεία και ευζωία των ζώων.

Εκατοντάδες τόνοι αποβλήτων καταλήγουν ανεξέλεγκτα σε παράνομους χώρους απόθεση στερεών αποβλήτων, βουνοπλαγιές και ρεματιές μολύνοντας ακόμα και τα επιφανειακά και υπόγεια νερά.

Ακόμα όμως και όταν καταλήγουν στη γεωργική γη, αυτό γίνεται χωρίς μέτρο και καθοδήγηση και χωρίς τα απόβλητα να έχουν περάσει διαδικασίες επεξεργασίας που θα τα κάνουν πιο ασφαλή.

Στόχος της προτεινόμενης δράσης είναι ο συνδυασμός της διπλής αυτής πραγματικότητας και η μετατροπή της από δύο προβλήματα σε μια βιώσιμη και ουσιαστική λύση.

Μέρος του έργου είναι:
– Η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των κτηνοτροφικών αποβλήτων με έμφαση στην προώθηση ενός υψηλού ποιότητας προϊόντος στα καλλιεργήσιμα εδάφη.
– Η ανάπτυξη σχεδίων που θα επιτρέψουν τη βελτίωση των εγκαταστάσεων σταβλισμού ώστε να βοηθηθεί η διαδικασία διαχείρισης των αποβλήτων και να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των ζώων.
– Η μικροβιολογική παρακολούθηση όλων αυτών των δράσεων και η εκτίμηση της επίδρασης τους στη βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος, της αξιοποίησης της οργανικής ουσίας στην καλλιεργήσιμη γη και της προστασίας της υγείας και ασφάλειας ανθρώπων και ζώων.»

Το πρόγραμμα IMAST υποβλήθηκε στα πλαίσια του EΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ τον Ιούνιο του  2011.

Οι εταίροι του προγράμματος είναι

Συντονιστής εταίρος ο ΔΗΜΟΣ ΑΝΩΓΕΙΩΝ Ν. ΡΕΘΥΜΝΗΣ

Εταίρος 2 το ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΡΗΤΗΣ

Εταίρος 3 ο ΔΗΜΟΣ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

www.imast.gr

 

 

“Εφυγε» από τη ζωή ο Βασίλειος Κεφαλογιάννης ή Μεμεντρίκος σε ηλικία 86 ετών. Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα 1-2-2014 στις 3μμ στον Άγιο Γεώργιο. Η ΑΝΩΓΗ εκφράζει τα θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του.

Στις δυο φωτογραφίες που σας παρουσιάζει η ΑνωΓη  βλέπουμε την εικόνα της Λιμνοδεξαμενής στο Γωνομιό  κατά τους τελευταίους μήνες .

Η πρώτη φωτογραφία τραβήχτηκε στις 10 Ιουνίου 2013 αμέσως μετά δηλαδή την αποκατάσταση της βλάβης που είχε εμφανιστεί με αποτέλεσμα η Λιμνοδεξαμενή να χάσει όλο το νερό που είχε συσσωρεύσει.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι πριν από μια εβδομάδα όπου βλέπουμε την κατάσταση να είναι πολύ καλή και τη στάθμη του νερού να ανεβαίνει ολοένα με τις βροχοπτώσεις και του τελευταίου μήνα.

Ελπίζουμε όλοι να μην εμφανιστεί κανένα άλλο πρόβλημα στο μεγάλο αυτό έργο ώστε τα Ανώγεια να έχουν αφθονία νερού τόσο για ύδρευση όσο και για άρδευση καθώς ενδεχόμενες βλάβες έχουν δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος που δεν καλύπτεται εύκολα.

Η οικογένεια του εκλιπόντος Διογένη Αντωνίου Βρέντζου ευχαριστεί θερμά για την αμέριστη συμπαράσταση τους:

-Την παθολογική ογκολογική κλινική ΠΑΓΝΗ και ιδιαίτερα τους ιατρούς:

κ. Καλμπάκη Κωνσταντίνο

κ. Βαμβακά Λάμπρο

κ. Κο’ί’νη Φίλιππα

κ. Νικολάου Χρήστο

κ. Μαντίκα Αλέξανδρο

 -Το τμήμα ακτινοθεραπείας και τους:

κ.  Κάχρη Στέφανο

κα. Φραγκιαδάκη Χρύσα

κα. Φραγκιαδάκη Μαρία

 

-Το τμήμα χημειοθεραπείας και την κα. Δημητράκη Ελένη

Επίσης ευχαριστούμε από καρδιας τον ξάδερφο μας ιατρό νευροχειρούργο Κουτεντάκη Γεώργιο, που στάθηκε δίπλα μας από την πρώτη στιγμή. Τέλος ευχαριστούμε όλους όσοι παρευρέθηκαν στο βαρύ πένθος μας.

Σταθμό  στην ιστορία της Αντίστασης των Ανωγείων  αποτελούν  οι  μορφές των  Ανωγειανών  γυναικών.  Η  ιστορία  ακόμη  δεν  έχει  σκύψει  να  καταγράψει    τη  μεγάλη  προσφορά  της  γυναίκας  των  Ανωγείων  τα  χρόνια  1941-1944.

Μια  σημαντική  Ανωγειανή  μορφή  ήταν  η  Ζαφειρένια  Ξυλούρη  ή  Μπαμπακιούδενα. Στο πρόσωπό  της  συνδέονται η  γυναίκα  του  αντάρτη,  η  μάνα  που  μεγάλωνε  τα παιδιά  της με  υπερηφάνεια  και  καρτερία,  η  Ανωγειανή  που  τροφοδοτούσε  το  αντάρτικο,  η  γυναίκα  που  είδε  το χωριό  της  να  εξαφανίζεται  και  να  δημιουργείται  πάλι  από  την  αρχή,  η  χαροκαμένη  μητέρα  που  είχε  την  «τιμή»  να  ξεψυχήσει  το  παιδί  της  ο  Στεφανής  στα  χέρια της  από  το βόλι  ενός  βάρβαρου  εχθρού.  Βάρβαρος  γιατί  δε  σεβάστηκε  ούτε τα  μικρά  παιδιά,  ικανοποιώντας  τη δίψα  του για  αίμα  και πόνο  πατώντας  πάνω  στις  αθώες  παιδικές  ψυχές. Σήμερα 30  Ιανουαρίου  2014  πέρασε  στην  αιωνιότητα. Αφιερώνουμε  την  παρακάτω  αφήγηση της  ίδιας  στο Γιώργο  Καλογεράκη  την Άνοιξη  του  2004.

 Αφήγηση  Ζαφειρένιας  Ξυλούρη -Σκουλά  του  Εμμανουήλ  ή  Μπαμπακιούδαινας : …το  πρωί  όταν  ξημέρωσε  η  μέρα  ήρθανε  και  είπανε  να  πάνε  απάνω  όλα  τα  γυναικόπεδα.  Το  διατάξανε  οι  Γερμανοί.  Ο  άντρας  μου  ήτανε  αντάρτης  στο  βουνό.  Άντρες  στο  χωριό  δεν  υπήρχανε.  Όλοι  ήτανε  αντάρτες.  Οι  Γερμανοί  εβρήκανε  πολλά  γυναικόπεδα  στο  χωριό.  Αν  ήθελα  δε  βρούνε  τόσα  πολλά  γυναικόπεδα  οι  Γερμανοί  στο  χωριό  ήθελα  μας  εσκοτώσουνε.  Άμα  επήγαμε  στο  σχολείο  μας  είπανε  να  πάμε  να  πάρομε  από  το  σπίτι  μας  κάτι  ότι  ήθελα  μπορούμε  να  σηκώνομε.  Πως  ήθελα  μας  εφύγουνε  δεν  το  ξέραμε  βέβαια.  Ήρθαμε  μεις,  ήρθενε  και  το  παιδί  μου,  αυτό  μου  κλούθανε  αυτό  ήτονε  εννιά  χρονών.  Το  λέγαμε  Στεφανή.  Τότε  εγώ  είχα  τρία  παιδιά.  Το  άλλο  βράδυ είχαμε  φύγει  πάλι  από  τα  σπίτια  μας  και  είχαμε  πάει  απέναντι  και  εξομείναμε  έξω.  Επεριμέναμε  να  έρθουνε  οι  Γερμανοί.  Τα  παιδιά  ενομίζανε  ότι  ήθελα  να  πάμε  πάλι  έξω  από  το  χωριό  να  ξομείνομε.  Εγώ  ήμουνε  μέσα  στο  σπίτι  και  έγκυος  οχτώ  μηνών.  Γύρευγα  να  πάρω  ρούχα  για  την  γέννα  μου.  Μπαίνει  ο  Στεφανής  και  μου  λέει :

-Μάνα,  ήντα  να  πάρω ;

Είχαμε  δυο  γειτονάκια,  το  Μιχάλη  και  το  αδερφάκι  του  το  Γιώργη  το  Μπροκάκη.  Του  φωνιάζανε  του  Στεφανή.  Το  παιδί  εγώ  δεν  τ’άκουσα  που φώναζε  του  δικού  μου.  Είπα  του  Στεφανή  μου :

-Πάρε  παιδί  μου  το  πάπλωμα  και  πήγαινε.

Δεν  εκατάλαβα  πως  τα  παιδιά  δεν  ήθελα  γιαγύρουνε  στο  σχολειό  μόνο  να πάρουνε  απάνω  προς  το  βουνό.  Το  παιδί  επήρε  το  πάπλωμα  και  εγώ  στο  σπίτι  μέσα  εγύρευγα  τα  ρούχα  που  μου  χρειάζουνται.  Τα  βάνω  σ’ένα  τσουβάλι.  Γρικώ  τον  πυροβολισμό  κι  ήμουνε  μες  στο  σπίτι.  Το  παιδί  μου  ήτονε  στο  γύρο  του  δρόμου,  στην  καμάρα,  εκεί  που  είναι  ο Άγιος Νεκτάριος.  Εγώ  δεν  άκουσα  πως  τους  φώναξε  ο  Γερμανός.

Το  γειτονάκι  μας  επήρε  τον  Στεφανή  και  πηγαίνανε  προς  τα  πάνω  να  βγούνε  έξω  από  το  χωριό.  Εγώ  έβαλα  το  τσουβάλι  τα  ρούχα  στον  ώμο,  το  σηκώνω  και  εβγήκα  και  προχώρησα  προς  την  μεριά  της  καμάρας.  Εκεί  που  πήγαινα  μου  λέει  του  Μίχαλου  η  μάνα,  η  Ελένη  Σκουλά :

-Έ  καημένη,  εσκοτώσα  το.

Εγώ  εξαφνιάστηκα,  δεν  εκατάλαβα  και  επήγαινα.  Πάω  και  το  βρίσκω  πεσμένο  στο  δρόμο.  Ήτανε  πηγεμένες  μερικές  γυναίκες,  πολλά  παιδιά  εστέκανε  από  πάνω  του.  Ο  Γερμανός  είδε  τα  παιδιά  ότι  δεν  επηγαίνανε  προς  το  σχολειό,  τους  εφώναξε  αλλά  αυτά  δεν  εδώκανε  σημασία  και  επυροβόλισε.  Η  σφαίρα  εβρήκε  το  δικό  μου  παιδί,  τον  Στεφανή  μου.

Επήγα  και  το  βάνω  στα  γόνατά  μου.  Η  σφαίρα  το  βρήκε  στο  λαιμό.  Ο  Στεφανής  μου  άνοιξε  το  στόμα  του  και  ετελείωσε.  Έρχεται  ο  Γερμανός  με  το  όπλο.  Μου  λέει  να  φύγω.  Εγώ  δεν  έφευγα  και  τον  έξύβριζα.  Αυτός  το  καταλάβαινε  πως  τον  έβριζα.  Μου  λέει  ο  Γερμανός  ότι  κι  εγώ  καπούτ.  Εγώ  δεν  έφευγα  μόνο  έκλαιγα.  Επήρα  το  πρόσωπο  του  Στεφανή  μου  και  το  καθάριζα  από  τα  χώματα  και  εμοιρολογούμουνε.  Του’πλυνα  το  πρόσωπο  με  τα  δάκρυά  μου.  Ύστερα  δεν  μ’αφήκανε  οι  γυναίκες  μόνο  με  πήρανε  και  φύγαμε.  Το  παιδί  μου  έμεινε  εκεί  πεσμένο.  Έμεινε  ξοπίσω  η  πεθερά  μου  και  δυο  τρεις  άλλες  γυναίκες.  Εμείς  οι  υπόλοιπες  επήγαμε  στο  Αρμί  στο  σχολειό.  Οι  Γερμανοί  δεν  εφήνανε  να  πάρουνε  το  παιδί  από  κια.  Η  πεθερά  μου  η  Μαγδαληνή  Ξυλούρη  εβρήκε  μια  τση  ανιψιά  Κατερίνη  Γιαννιούδαινα  την  λέγανε  και  πήγανε  στους  Γερμανούς  και  τους  λένε  να  πάρουνε  το  παιδί.  Ελέγανε  των  Γερμανών  να  πάρουνε  το  παιδί  να  το  πάνε  στην  εκκλησία.  Οι  Γερμανοί  δεν  αφήνανε  μόνο  τση  στείλανε  στο φυλάκιο  και  τον  έδωκε  χαρτί  ο  υπεύθυνος  και  έτσι  το  πήρανε.  Το  πήγανε  μες  στην  εκκλησία.  Και  έκαμενε  έξε  μερόνυχτα  μες  στην  εκκλησία  άθαφτο.  Άμα  το  πήρανε  το παιδί  και  το  πήγανε  στην  εκκλησιά  η  πεθερά μου  ήρθε  κι  αυτή  στο  σχολειό.  Μας  επήγανε  οι  Γερμανοί  στο  Γενή  Γκαβέ.  Εκεί  εξωμείναμε.  Το  πρωί  μας  εβάνουνε  στον  αμαξωτό,  μας  επροπατούσανε  και  επήγαμε  στο  Πέραμα.  Όλα  τα  γυναικόπαιδα  του  χωριού.  Εκεί  μας  εφήκανε  σ’ένα  λιόφυτο.  Ήτανε  σπερνό  τση  Παναγίας.  Μας  εφέρανε  οι  ανθρώποι  ελιές  ψωμί,  πατάτες  ότι  είχανε.  Μετά  μας  επήρανε  οι  Μυλοποταμίτες  στα  σπίτια  ντως.  Κάθε  οικογένεια  έπαιρνε  και  μια  από  τις  δικές  μας,  μας  το  κάνανε  πολύ  καλά.  Εγώ  δεν  επήγα  στο  Πέραμα.  Ήρθε  ένας  και  τονε  λέγανε  Σαρή  και  γνώριζε  τον  αδερφό  μου  τον  παπά –  Γιάννη.

Μας  επήρε  και  μας  επήγε  σ’ένα  δικό  του  σπίτι  στο  Μελιδόνι.  Του  άντρα  μου  δεν  του  λέγανε  την  αλήθεια  πως  εσκοτώσανε  οι  Γερμανοί  το  Στεφανή  μας.  Μόνο  του  λέγανε  άλλα.  Μια  μέρα  του  λέει  η  Λακιώταινα :

-Έ  καημένε  Μανόλη,  παίζουσί  σε.  Το  κοπέλι  σου  σκοτώσανε  οι  Γερμανοί.

Ο  άντρας  μου  εγύρευγε  τότε  να  με  βρει.  Δεν  εκάτεχε  ούτε  εγώ που  ήμουνε  ούτε  τα  παιδιά.  Το  κοπέλι  ήταν  ακόμη  μες  στην  εκκλησία  της  Παναγίας  εδώ  στα  Ανώγεια  στο  Περαχώρι.  Το  χωριό  έρημο.  Μόνο  τρεις  γυναίκες  ηλικιωμένες  ερχόντανε  κάθε  μέρα  και  επαίρνανε  τρόφιμα  από  τα  δικά  ντως  σπίτια.  Η  Κρυστάλλη  η  Σταυρακάκη,  η  θειά  μου  η  Μαριόρα  και  η  Πατάραινα.  Και  εκεί  που  είναι  τώρα  το  κατηχητικό  ήτανε  νεκροταφείο  παλιό.  Ήρθενε  ο  άντρας  μου  στο  Μελιδόνι  και  με  βρήκε.  Έμαθε  που  ήμουνε.  Εγώ  έκλαιγα.  Εκεί  μου’πε  ότι  θα’ρθει  στα  Ανώγεια  να  θάψει  το  κοπέλι.  Οι  Γερμανοί  κάθε  πρωί  ήρχουντανε  στο  χωριό  εγκρεμίζανε  και  εκαίγανε  τα  σπίτια  και  κάθε  βράδυ  επηγαίνανε  στα  Σίσαρχα.  Ο  άντρας  μου  ήρθε  και  ήτανε  εδώ  στην  γειτονιά  μια  κοπελιά  Χρυσαυγή  την  λένε  και  επήγανε  μες  στην  εκκλησία  να  πάρουνε  το παιδί.  Το  λάδι  του  ήτονε  χυμένο  μες  στην  εκκλησία.  Και  το  παιδί  ήτονε  μαύρο  κατάμαυρο.  Καλλιά  που  δεν  το’δα  μου’λεγε  μετά  η  Χρυσαυγή.  Ο  άντρας  μου  είπε  στην  Χρυσαυγή  να  τονε  βοηθήσει  να  το  πάνε  στο  νεκροταφείο.  Εβοήθησέ  ντονε  η  Χρυσαυγή  Ξυλούρη.  Ήρθε  επαδέ  στο  σπίτι  μου  να  βρει  ένα  ρούχο  να  του  βάλει  και  δεν  έβρισκε.  Όλα  τα’χανε  παρμένα.  Σκέψου  δα  που  είχα  όλη  την  προίκα  μου  εδώ.  Δεν  εβρήκε  ρούχο  μόνο ένα  παλιό  γαμπά.  Το  πήγανε  στο  νεκροταφείο.  Και  μόλις  εφτάξανε  έπιασε  ο  άντρας  μου  να  βγάλει  μια  πλάκα  και  να  το  θάψει.  Εκεί  ήτανε  και  οι  τρεις  γυναίκες  η  Κρυστάλλη,  η  Μαριόρα  και  η  Πατάραινα.  Και  μόλις  έπιασε  να  σηκώσει  την  πλάκα  να  βάλει  το  παιδί  ο  άντρας  μου  φωνιάζει  μια  γυναίκα  απέναντι :

-Γερμανοί  μόνο  φύγετε !

Μόλις  το’πε  από  πάνω  από  το  δρόμο  σ’ένα  πρινάρι  ήτονε  οι  Γερμανοί  προβαρμένοι.  Αφήνει  ο  άντρας  μου  το  παιδί  άταφο  και  φεύγει.  Και  παίρνει  κάτω.  Στου  Σμπρουλογιώργη  τα  σπίτια  εμέρδεψαν  τα  πόδια  του  κι  εγανάχτησε  να  τα  ξεμπερδέψει. 

Και  όντεν  επέρνανε  την  εκκλησία  τση  Παναγίας  του  βάνανε  με  το πολυβόλο  οι  Γερμανοί  και  επήρε  τση  σφαίρες  ο  ρούκουνας  τση  εκκλησιάς.  Ο  ρούκουνας  τση  Παναγίας  εσκότωσε  τση  σφαίρες.    Και  το  παιδί  το  θάψανε  οι  τρεις  γυναίκες  και  η  Χρυσαυγή.  Στο  παλιό  νεκροταφείο.

Ήρθε  μετά  ένας  Παπαδογιάννης  που  γνώριζε  ένα  μου  αδερφό  το  Λευτέρη  και  έρχεται  και  μας  παίρνει  και  πάμε  στην  Αγυιά.  Εκάναμε  εκιά  δυο  τρεις  ημέρες.  Μετά  ήρθε  η  κουνιάδα  μου  η  παπα – Γιάνναινα  και  με  πήρε  και  πήγαμε    στον  Άη –Γιάννη.  Από  τον  Άη – Γιάννη  επήγα  στην  Αξό.  Εκεί  εγέννησα  και  έκαμα  ένα  κοριτσάκι.  Και  επέθανε  κι  αυτό  στο  χρόνο  απάνω.  Όντεν  ήμουνε  στην  Αγυιά,  τα  Ανώγεια  εφαίνουντανε  από  κει  και  εθώριες  μαύρους  καπνούς  και  εβγαίνανε  από  το χωριό  μας.

Οι  Γερμανοί  εκαίγανε  πρώτα  τα  σπίτια  και  μετά  τα  ρίχνανε.

Μια  μέρα  από  την  Αξό  εθέλανε  να  ρθούνε  στο  χωριό  η  πεθερά  μου  και  η  μάνα  μου  μήπως  βρούνε  τίποτα  από  τα  σπίτια  μας.  Εγώ  τονα  ακλούθουνα  και  εμπήκαμε  ποταμό  ποταμό  να  ρθουμε  στ’Ανώγεια.  Εφτάξαμε.  Εγώ  δεν  ήρθα  στο  σπίτι.  Αυτές  ήρθανε  μα  εγώ  επήγα  στο  νεκροταφείο.  Απάνω  στον  τάφο  του  παιδιού  μου  έκλαιγα.  Κι  εκιά  που  έκλαιγα  και  ήμουνε  μοναχή  στο  νεκροταφείο  θωρώ  έναν  άνθρωπο  ψηλό  με  τα  θερινά  ρούχα  και  έρχεται  και  μ’αγκαλιάζει  Στρέφομαι  και  βλέπω  τον  αδερφό  μου  τον  παπά – Γιάννη.  Ξυρισμένο.  Δεν  τονε  γνώρισα  στην  αρχή  γιατί  δεν  τον  είχα  θωρώντας  ξυρισμένο.  Από  δω  έφυγε  παπάς  και  μετά  έγινε  στην  Μέση Ανατολή  αλεξιπτωτιστής.

Σαν  εγίνηκα  εννιά  μερών  λουχούνα  ήρθενε  ο πατέρας  μου  και  μας  επήρε  και  επήγαμε  στο  Κεραμούτσι.  Από  κει  ήτανε τση  μάνας  μου  ο  πατέρας.  Και  κάμαμε  στο  Κεραμούτσι  ένα  χρόνο.  Στο  χρόνο  απάνω  ο άντρας  μου  επολέμησε  κι έκανε  ένα  μικρό  σπιτάκι  εδώ στ’Ανώγεια  και  εγυρίσαμε  πίσω…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ

 

 

Το ερχόμενο Σάββατο 1 Φεβρουαρίου θα υποδεχτεί η Ανωγειανή το άξιο τέκνο της Εμμανουήλ Σκουλά ή Κίκη που έφυγε από τη ζωή την προηγούμενη Παρασκευή στην Νέα Υόρκη .

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί στη 1 από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Περαχώρι στα Ανώγεια όπως ήταν και η επιθυμία του εκλιπόντος.

Σας παραθέτουμε τα λόγια αποχαιρετισμού του στενού του φίλου στην Αμερική Εμμανουήλ Βεληβασάκη:

«Αγαπητε φίλε Μανωλη,
Η αυλαία έκλεισε! Όλοι σύσσωμοι, δικοί και φίλοι, θα μαζευτούμε μεθαύριο στη Νέα Υόρκη για να σε αποχαιρετήσουμε, να σε ακριβό-φιλήσουμε και να σε συναποβγάλουμε για το μεγάλο σου ταξίδι!
Πλάγιασες λεοντόθυμος στον κόρφο του χειμώνα. Δεν αφουγκράσθηκες τον ανέντιμο χορό του Χάρου που παραμόνευε στις σκοτεινές φυλλωσιές του αδυσώπητου χρόνου, και περίμενε ύπουλα να κλείσει τον κύκλο του.
Το μεγαλείο της λεβέντικης καρδιάς σου, τα ζεστά χνώτα του ανθρωπισμού σου, η χρυσαφένια συμπόνια σου για τους δικούς και φίλους, αλλά και για τον άγνωστο περαστικό διαβάτη, και πάνω απ’όλα για την Κρήτη, και τα αγαπημένα σου Ανώγια και η συγκινητική αξιοπρέπεια σου, δεν μαρμάρωσαν. Έμειναν ένα αναμμένο κερί Μεγαλοσύνης που θα φωτίζει πάντα τις σελίδες της περαστικής πορείας σου στην ζωή.
Δεν θα’ρθουμε φίλε Μανώλη, να σε μοιρολογήσουμε. Τα μοιρολόγια είναι για τους κακομοίρηδες και τους ολιγόκαρδους. Δεν σου πρέπουνε μοιρολόγια εσένα , γιατί έζησες την ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Μόνο ένα στεφάνι με πλατύφυλλους βασιλικούς αντί για δάκρυα, και μια τρυφερή Κρητική λύρα να σε συντροφεύει στο μακρινό ταξίδι σου.
Φίλοι και δικοί θα έρθουμε να σε αποχαιρετήσουμε με μπαλοτιές και μαντινάδες και να σε ευχαριστήσουμε πάνω απ’ολα για το μεστό νόημα της φιλίας σου, της ανθρωπιάς σου και τις Διγενικες πατημασιές που άφησες εδώ στο Νέο Κόσμο, και στον κακοτράχαλο τόπο σου, τα αγαπημένα σου Ανώγια, Μυλοπόταμου.
Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό ρούφηξες την ζωή και δεν ξεστράτισες από την μοίρα σου. Από την Ανατολή της νιότη σου μέχρι την Δύση, κοίταξες αντρίκεια το ταξίδι της ζωής, χωρίς φόβο. Όρθιος στην άκρα του γκρεμού και σαν φλογερός Κρητικός μαντιναδολογος, μένα ζάλο τραγούδησες ολες τις χαρές και λύπες της ζωής και με το μαντολίνο σου σαΐτευσες και σύντριψες τα αγριοκάραβα της καθημερινής αντιξοότητας.

Δεν υπόκυψες σε συμβατικούς κανόνες και βολικές περιπλανήσεις. Κρατώντας με τρυφεράδα ένα σβώλο Κρητικό χώμα στην χούφτα σου, στροβιλίστικες πολλές φορές, μα δεν αναστόχησες. Λαβώθηκες θανάσιμα, αλλά δεν ήξερε κανένας τον πόνο σου.
Δεν γύρισες την πλάτη στην ανώτερη ανθρώπινη ευθύνη. Πάλεψες αντρόκαρδα με αχαλίνωτη λαχτάρα να κρατήσεις την φλόγα της Κρήτης άσβεστη και σφυρηλάτησες ακράδαντατο πύρινο δεσμό του απόδημου Κρητικού με την γη του. Σαν νιούτσικος, θερμόαιμος Ερωτόκριτος τραγούδησες ερωτικά, τρυφερά λόγια στην αγαπημένη σου Αρετούσα: την Κρήτη!
Παλικαρίσια, με μια δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη ψυχή, αγκάλιασες τη ζωή, τον άνθρωπο, την οικογένεια σου και τους φίλους σου,σαν το γάργαρο νερό, βγαλμένο από βαθιά πηγή, βαθύτερη από την κοινή λογική και φρονιμάδα.
Τα μεστά λόγια σου και η μαντινάδες σου, βόλια αιώνια θα αντηχούν στις περήφανες κορυφές του Ψηλορείτη, στα μητάτα και στα βοσκοτόπια που σαν αμούστακο κοπέλι υπηρέτησες και αγάπησες ολόκαρδα!
Μα το μεροκάματο τελείωσε! Ξετέλεψες σαν Κρητικός το μεγάλο χρέος σου με αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια. Αθάνατοι είναι οι νεκροί που αφήνουν πίσω τους τα χνάρια της Μεγάλης ψυχής τους.
Η θαλασσοδαρμένη Κρήτη και ο γέρος, χιονισμένος Ψηλορείτης περιμένουν να δεχτούν το βασανισμένο σου κορμί με ανυπομονησία. Να λαμπαδιάσει θέλει ο τόπος από το φως της μερακλίδικης καρδιάς σου.
Ξέρω ότι θα ρίξεις κρυφά μια στερνή ματιά και θα αποχαιρετήσεις σιωπηλά το χωριό σου, τα Ανώγια και όλους τους χωριανούς σου με παιδική νοσταλγία και θα ψιθυρίσεις γλυκά με ανασαιμιά:

«Γιάντα Θέ μου δεν έκανες μια Κρήτη παραπάνω,

να’μαι στη μια όσο θα ζω, στην άλλη σαν’ποθάνω»

Βλογημένο και περήφανο νάνε το χώμα που θα σε αγκαλιάσει και να γίνει σπίθα λαμπερη και ασβηστη στην λήθη να μην χαθείς.
Αγαπητέ μου φίλε Σκουλά, σγουρε βασιλικέ Ανωγειάνης γλάστρας με μύρα και ροδόσταμο ραντίζουμε τον αποχαιρετισμό μας.
Ευχαριστούμε τον Θεό τον Κρητικό που σε έπλασε με σπάνιο μεράκι και μας χάρισες γενναιόδωρα την μεγαλόπρεπη ύπαρξη σου και μοιράστηκες μαζί μας αξέχαστες στιγμές αγάπης, πόνου και χαράς.
Είμαστε σίγουροι αγαπητέ φίλε Σκουλά, πως ο Θεός θα αναγνωρίσει την αξία σου και θα δείξει κατανόηση…. Αντίο για πάντα αγαπημένε μου φίλε και συναγωνιστή.

«Πολύπλευρος και μερακλίδικος ήταν ο καιρός σου,
Χαίρεται δά η Κρητική η γη, που θ’αγκαλιάσει κορμί νεκρού, σαν το δικό σου».
Αιωνία σου η μνήμη αξέχαστε μου φίλε!
Για τους στενούς σου φίλους, Μανωλη, Αντώνη, Στέλιο, και πολλους άλλους …..»
Μανώλης Βεληβασακης

 

-->