(Εκδήλωση τιμής και μνήμης – Περιφέρεια Κρήτης, Δήμος Ηρακλείου
Ηράκλειο 15 Ιουνίου 2012)
Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης , υπ. Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου

Eγγραφο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Ηρακλείου με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1942. Αναφέρεται στα καταφύγια του Ηρακλείου και τη συντήρησή τους, μεταξύ των οποίων και η στοά «Μακάσι»
Ένα έγγραφο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ηρακλείου με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1942 αναφέρεται στα χαρτογραφημένα καταφύγια που διαθέτει η πόλη και τη συντήρηση που απαιτείται για καθένα απ’αυτά. Μεταξύ άλλων το έγγραφο αναφέρει : τα σημειούμενα 29 τον αριθμόν είναι τα ευρισκόμενα υπό την κατοχήν των πολιτών μεταξύ δε τούτων περιλαμβάνονται και τρεις ενετικαί στοαί. Υπάρχουσι και άλλα διπλάσια των ανωτέρω πλην ευρίσκονται υπό την κατοχήν των Γερμανικών Αρχών μεταξύ των οποίων και Ενετικαί Στοαί μεγάλης σπουδαιότητος…
Το έγγραφο βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και υπογράφεται από τον τότε διορισμένο από τις αρχές Κατοχής Δήμαρχο Ηρακλείου. Η στοά Μακάσι που βρισκόμαστε σήμερα, σύμφωνα με το χάρτη που συνοδεύει το έγγραφο, δεν ήταν υπό την κατοχή των Γερμανών αλλά είχε δοθεί στους Ηρακλειώτες για να προστατεύονται από τους βομβαρδισμούς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το παρακάτω δημοσίευμα της γερμανόφιλης και μοναδικής τότε εφημερίδας του Ηρακλείου ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ με ημερομηνία Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 1943 και αριθμό φύλλου 696: «Εν τω πλαισίω συμπληρωματικών τινών μέτρων τα οποία πρέπει να ληφθούν δια την τάξιν και την ασφάλειαν εν τοις καταφυγίοις φέρομεν εις γνώσιν των αρμοδίων και μίαν αίτησιν των κατοίκων της συνοικίας Πηγάιδα. Πρόκειται δια το «μακάσι» όπου ως γνωστόν καταφεύγουν οι κάτοικοι όλων των πέριξ και του οποίου η μία θύρα εξόδου έχει φραχθή δυσχαιραίνουσα την κίνησιν του κόσμου και προκαλούσα μικροατυχήματα εις τας καταφευγούσας εκεί ιδίως γυναίκας και παιδιά. Αν δεν υπάρχη λοιπόν άλλος σοβαρώτερος λόγος ας ανοιχθή η θύρα αυτή».
Την Ενετική Στοά ΜΑΚΑΣΙ χρησιμοποιούσαν περιστασιακά οι κατακτητές για να φυλακίζουν αμάχους και ομήρους που συνελάμβαναν κατά διαστήματα την περίοδο 1941-1944.
Δύο γεγονότα σημάδεψαν στις αρχές καλοκαιριού του 1943 την Κρητική Αντίσταση. Το πρώτο ήταν η διάσπασή της σε δύο Οργανώσεις, την Εθνική Οργάνωση Κρήτης Ε.Ο.Κ. και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Ε.Α.Μ. Το δεύτερο γεγονός ήταν η δράση και προδοσία της Εθνικής Οργάνωσης Δολιοφθοράς Πληροφοριών Ε.Ο.Δ.Π. νομών Ηρακλείου Λασιθίου και η αναχώρηση του Αρχηγού της Γεωργίου Δουνδουλάκη στις 5 Ιουνίου 1943 στη Μέση Ανατολή. Και τα δυο αυτά γεγονότα υπέπεσαν στην αντίληψη των κατακτητών με αποτέλεσμα ο Γερμανός Διοικητής Κρήτης Μπρώυερ να διατάξει συλλήψεις οι οποίες έγιναν σε ολόκληρη την Κρήτη στις 14 Ιουνίου 1943 (και όχι στις 15 που άλλα έγγραφα αναφέρουν). Ο αριθμός των συληφθέντων παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστος. Οι μελετητές της Κρητικής Αντίστασης, αυτό το γεγονός των συλλήψεων της 14ης Ιουνίου 1943 το ονομάζουν ως «το μεγάλο μπλόκο». Οι πατριώτες αυτοί οδηγήθηκαν στη στοά «Μακάσι» και από κει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Ράιχ.
Στο αρχείο της Ανεξάρτητης Ομάδος Ανωγείων υπάρχει ένα χειρόγραφο σημείωμα-επιστολή του γιατρού και μέλους της Ε.Ο. Ρεθύμνου Νικήστρατου Βογιατζή προς τον Αρχηγό Ανωγείων και Άνω Μυλοποτάμου Γιάννη Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη το οποίο επιβεβαιώνει τις συλλήψεις των Κρητών πατριωτών τη νύχτα της 14ης Ιουνίου 1943. Αυτό είναι και το πρώτο επίσημο έγγραφο που μαρτυρεί όχι μόνον τις συλλήψεις αλλά και την ημερομηνία των.

Επιστολή του μέλους της Εθνικής Οργάνωσης Ρεθύμνου γιατρού Νικήστρατου Βογιατζή προς τον Αρχηγό Ανωγείων και Άνω Μυλοποτάμου Γιάννη Δραμουντάνη Στεφανογιάννη με ημερομηνία 15 Ιουνίου 1943. Στο έγγραφο αναφέρονται οι συλλήψεις που έγιναν το βράδυ της 14ης Ιουνίου 1943 στο νομό Ηρακλείου, ο μεγάλος αριθμός των οποίων έδωσε την ονομασία της γερμανικής επιχείρησης ως «το Μεγάλο Μπλόκο».
Γράφει μεταξύ άλλων η επιστολή :
15 Ιουνίου 1943
Αγαπητέ Σύντεκνε
Σήμερον το βράδυ ήλθαν 6 χωροφύλακες και 2 Γερμανοί του φυλακίου για να πάνε το πρωί στην Ίδην είπαν στον Πρόεδρον να εύρη ζώα το πρωί γι’αυτήν την δουλειάν.
Από το Ηράκλειον μου είπαν ότι συνέλαβον χθες το βράδυ πολλούς μια πληροφορία τους φέρει 2000. …κάθε πληροφορία θα γράψω πάλιν.
Με αγάπην
Νικήστρατος Βογιατζής
Μια άλλη μεγάλη αποστολή που ξεκίνησε από τη στοά «Μακάσι» και στην οποία μετείχε το σύνολο των Εβραίων της Κρήτης και 250 πατριώτες κρατούμενοι των Γερμανών, έγινε στις 9 Ιουνίου 1944 αλλά δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της.
Το πλοίο που επιβιβάστηκαν οι Κρήτες και οι Εβραίοι ήταν πλοιοκτησίας Στέφανου Παν. Συνοδινού. Αγοράστηκε το 1935 αντί του ποσού των 3800 λιρών Αγγλίας. Ονομάστηκε Τάναϊς από τον πλοιοκτήτη που του άρεσε να ονοματίζει τα καράβια του με ονόματα ποταμών της Ρωσίας. Ο ποταμός Τάναϊς (που βρίσκεται στο εσωτερικό της Ρωσίας), έδωσε το όνομά του στο πλοίο. Με πλοίαρχο το Μιλτιάδη Νικ. Παπαγγελή, την 17η Μαΐου 1941 είχε καταπλεύσει στη Σούδα με φορτίο ξυλείας προερχόμενο από τον Πειραιά. Την 26η Μαΐου εξακολουθούσε να παραμένει αγκυροβολημένο στη Σούδα, όταν τις πρωινές ώρες της ημέρας αυτής βομβαρδίστηκε από γερμανικά αεροπλάνα και βυθίστηκε σε πολύ μικρό βάθος. Στη συνέχεια το πλοίο ανελκύστηκε και επισκευάστηκε από τους γερμανούς και χρησιμοποιείτο για δικές τους μεταφορές με το ίδιο όνομα Τάναϊς.
Σ’αυτό το πλοίο το πρωί της 9ης Ιουνίου 1944 οι Γερμανοί επιβίβασαν τους Εβραίους της Κρήτης (περίπου 300 άτομα) και τους Κρητικούς που είχαν συλλάβει στη μεγάλη τυλιξά στο Μονοδένδρι (περίπου 250 άτομα). Φόρτωσαν ακόμα και κάμποσους Ιταλούς. Προορισμός του πλοίου ήταν το λιμάνι του Πειραιά. Από τον Πειραιά οι Γερμανοί θα μετέφεραν τους ομήρους σε στρατόπεδα εργασίας στη Γερμανία. Τελικά το πλοίο βυθίστηκε ανοιχτά της Σαντορίνης και παρέσυρε στον βυθό τις 600 ψυχές που κουβαλούσε.
Πριν από έξι χρόνια, με τη βοήθεια ενός εγγράφου της ιδιωτικής συλλογής του Κώστα Μαμαλάκη, συλλέκτη και ερευνητή της περιόδου 1940-1944, αποκαλύψαμε σε εκδήλωση στο χωριό Αρκάδι Μονοφατσίου το πως ακριβώς βυθίστηκε το πλοίο Τάναις. Διαβάσαμε αποσπάσματα από έγγραφο- αναφορά του Βρετανού πλοιάρχου του υποβρυχίου VIVID. Το πρωτότυπο της αναφοράς υπάρχει στο Βρετανικό αρχηγείο Ναυτικού και αντίγραφo στο Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου. Σύμφωνα λοιπόν με την αναφορά του πλοιάρχου που λεγόταν Μπάρλεϋ «το υποβρύχιό του ανήκε στο Βρετανικό στόλο της Ανατολικής Μεσογείου. Εκείνη την ημέρα περιπολούσε στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο. Το Τάναις απέπλευσε από το λιμάνι του Ηρακλείου το πρωί της 9ης Ιουνίου 1944 στις 8.32 η ώρα, συνοδεία τριών σκαφών. Στις 2.31 μετά το μεσημέρι έγινε αντιληπτό από το υποβρύχιο VIVID. Στις 3.12 το υποβρύχιο είχε πάρει την σωστή θέση σκόπευσης. Η απόσταση μεταξύ του VIVID και Τάναϊς ήταν 2.300-2.700 μέτρα. Το στίγμα του ήταν 35ο – 40΄ Βόρειο και 25ο – 11΄ Ανατολικό. Το VIVID εκτόξευσε τέσσερις τορπίλες. Τον στόχο βρήκαν οι δύο από τις τέσσερις. Μετά την βύθιση του Τάναϊς το VIVID καταδύθηκε στα 80 πόδια, (σε βάθος 24 μέτρων). Εκεί, σε κατάσταση κατάδυσης παρέμεινε μέχρι τις 5.30 η ώρα το απόγευμα. Σαράντα πέντε λεπτά μετά τον τορπιλισμό του ακούστηκαν τέσσερις δυνατές εκρήξεις. Ίσως από το πολεμικό υλικό που μετέφερε στα αμπάρια του το πλοίο. Από την βυθομέτρηση που έκανε ο πλοίαρχος του υποβρυχίου Μπάρλεϋ, το Τάναϊς βυθίστηκε σε βάθος 1858 μέτρων».
Αυτά γράφει ο πλοίαρχος Μπάρλεϋ για την βύθιση του Τάναϊς από το υποβρύχιό του. Οι Βρετανοί, εξηγώντας με άλλο έγγραφο την ενέργειά τους, μιλούν για «μεγάλη τραγωδία». Από τους Εβραίους τους Κρήτες και τους Ιταλούς που ήταν κλειδωμένοι στα αμπάρια δεν σώθηκε κανείς.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να δώσω μια ερμηνεία στην ενέργεια καταβύθισης του πλοίου από τους Βρετανούς. Το καλοκαίρι του 1944 ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του. Οι Γερμανοί δούλευαν ακατάπαυστα στη χώρα τους για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας που θα τους έδινε το προβάδισμα για την τελική νίκη. Στα ορυχεία της χώρας τους και της γειτονικής Πολωνίας χρειαζόταν χιλιάδες εργατικά χέρια στην ανεύρεση ουρανίου. Οι Βρετανοί γνώριζαν ότι το πλοίο Τάναϊς μεταφέρει στον Πειραιά ομήρους Κρήτες και Εβραίους. Ο τελικός τους προορισμός ήταν η Γερμανία. Γι’αυτό πήραν την απόφαση να βυθίσουν το πλοίο. Οι σύμμαχοι δεν θα επέτρεπαν εργατικά χέρια να φτάσουν στην Γερμανία σ’αυτή την κρίσιμη καμπή του πολέμου. Δικαιολογημένη απόφαση ; Όχι βέβαια.
Πίσω από τα σιδερένια κάγκελα της εισόδου της, η στοά Μακάσι δεν έκλεισε μόνο κρατούμενους που οδηγήθηκαν στα φριχτά στρατόπεδα της Γερμανίας. Φυλακίστηκαν και γενναίοι άντρες που στήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, όπως εκείνα τα παλικάρια της εκτέλεσης που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουλίου 1943 μετά τα σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου και των αποθηκών καυσίμων των Πεζών. Στη στοά βρέθηκε κρατούμενος και υποψήφιος για το εκτελεστικό απόσπασμα ο Μιχάλης Πετρουγάκης από το χωριό Μουχτάρω Πεδιάδος. Και διηγείται :
…μόλις ετελείωσε η ανάκριση μας πήρανε και μας πήγανε στην Όαση, κάτω από τα τείχη σε μια στοά. (σημ. : στη σημερινή στοά Μακάσι).
Τα ξημερώματα φανήκανε οι Γερμανοί στην πόρτα και φωνάζανε ονόματα. Όποιος άκουγε το όνομά του έβγαινε έξω και τον παίρνανε. Ο Μιχάλης (…Σταυρακάκης), ήξερε γερμανικά και είπε στο χωριανό μας το Γιώργη…:
-Να πεις στη μάνα μου και στις αδερφές μου ότι εμένα θα με σκοτώσουνε. Εσένα όχι. Να μη στενοχωρηθούνε.
Ο Γερμανός που φώναζε τα ονόματα κρατούσε και ένα φανάρι για να βλέπει το χαρτί και να διαβάζει. Στο τέλος επόμεινα εγώ μέσα και μερικοί άλλοι ακόμη. Έλεγα από μέσα μου : «Αυτούς θα τους αφήσουνε κι εμένα θα με σκοτώσουνε». Ελαχταρούσα και’γω να διαβάσουνε το όνομά μου.
Ο Γερμανός όταν τελείωσε το διάβασμα των ονομάτων μας είπε:
-Εσείς που δεν ακούσατε το όνομά σας να μείνετε εδώ ! Και μείναμε μέσα σ’αυτή τη σκοτεινή τρύπα και μάθαμε μετά που μας αφήκανε ότι οι άλλοι εκτελέστηκαν…
Κυρίες και κύριοι
Ανέφερα μερικές μόνον ψηφίδες της πρωτοπόρου Κρητικής Αντίστασης στο σύνολο των υποδουλωμένων λαών της Ευρώπης που σχετίζονται με τη στοά Μακάσι και την ιστορία της. Αυτό το «Μνημείο Εθνομαρτύρων και Αφανών Ηρώων» που συνδέθηκε με την Αντίσταση της Κρήτης ας στείλει σήμερα στις νέες γενιές ένα μήνυμα. Ότι :
Η ιστορική μνήμη ενός λαού είναι συνδεδεμένη με τη θυσία.
Από τη θυσία ξεχύνεται η Ελευθερία.
Και μέσα από την Ελευθερία ας κυριεύσει τον κόσμο η ΕΙΡΗΝΗ.