Ο Κωνσταντίνος Σπιθούρης του Νικολάου ή Νταμπακόκωστας, ένας περήφανος άνθρωπος και ακούραστος αγωνιστής της ζωής, έφυγε από τη ζωή στις 24 Δεκεμβρίου 2018 σε ηλικία 79 ετών. Γεννηθείς το 1939 στο χωριό Χαράκι Μονοφατσίου ήτανε το τρίτο από τα 8 παιδιά του Νικολάου Σπιθούρη ή Νταμπακονικολή από τα Ανώγεια (αντάρτη στην Κατοχή και εξόριστου αργότερα στην Ίο) και της Μαρίας Σπιθούρη το γένος Σουλτάτου από το Χαράκι.

Ανωγειανοί της διασποράς οι γονείς του μετεγκαταστάθηκαν και αυτοί, όπως και πολλοί άλλοι Ανωγειανοί εκείνη την εποχή, στο χωριό της μητέρας του και αγωνίστηκαν με κόπο για να αναθρέψουν τα παιδιά τους.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα με φτώχεια και πολλές στερήσεις. Αρρώστησε βαριά με λοιμώδες νόσημα σε ηλικία περίπου 5 ετών και κατάφερε να επιβιώσει παρά τις προβλέψεις των γιατρών ότι δε θα επιζούσε.

Δούλεψε σκληρά από μικρή ηλικία κάνοντας το βοσκό στα Ανώγεια, στα Αστερούσια, στους Κουνάβους, στο Χαράκι και αλλού, ζώντας τη δύσκολη και γεμάτη κακουχίες ζωή του βοσκού, ξωμένοντας στην ύπαιθρο, τυλιγμένος με ένα γαμπαδάκι που το έβρεχε, λέει, για να βαραίνει και να ζεσταίνεται πιο καλά.

Μεγαλώνοντας, δούλεψε τη γη ακούραστα, εξεπέτρησε με τα χέρια του τα λίγα ξερικά χωράφια που επήρε ο πατέρας του στο Χαράκι και εφύτεψε ελιές και αμπέλια για να ζήσουνε και να κάμουνε καταδιά αυτός και τα αδέρφια του. Δουλεύοντας ως εργάτης σε αλωνιστική μηχανή ένα καλοκαίρι στο χωριό Πλακιώτισσα, γνώρισε και παντρεύτηκε τη μετέπειτα σύντροφο της ζωής του Καλλιόπη Σπιθούρη, το γένος Κουτεντάκη ή Καψάλη, με την οποία έκανε 4 παιδιά που ευτύχησε να τα δει όλα καταστεμένα.

Ο Κωνσταντίνος Σπιθούρης έχαιρε εκτίμησης όλων των συγχωριανών του και όλων όσων τον γνώρισαν καθώς ήταν άνθρωπος έντιμος και εργατικός, γνήσιος και ντόμπρος, φιλότιμος και ανοιχτόκαρδος, μερακλής και ευχάριστος στην παρέα, πιστός φίλος και καλοσυγγενής, καλοπροαίρετος, περήφανος για την καταγωγή του και στήριγμα για όλους όσους είχαν ανάγκη.

Μέχρι και τις τελευταίες του μέρες ήταν όρθιος και πάλεψε σκληρά με τη σύντομη ασθένειά του. Η σύζυγος και τα παιδιά ευχαριστούν όλους όσους τους συμπαραστάθηκαν στο πένθος τους και τον αποχαιρετούν με τα ακόλουθα λόγια:

Πατέρας, παππούς, σύζυγος, αδερφός, θείος, φίλος καλός…
Άνθρωπος με αρχές και αξίες, φιλότιμος, μερακλής, φουντούλης και ομορφοσασμένος…

Πρώτος στη λύπη, πρώτος και στη χαρά, στήριγμα για όλους μας με το χιούμορ και τα καλαμπούρια σου, την αισιοδοξία σου, το ανοιχτό μυαλό σου, την αστείρευτη περιέργειά σου ακόμα και για τα πιο μικρά και τα πιο ασήμαντα πράγματα…

Άνθρωπος με ειλικρινές ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, ήθελες να είναι όλοι καλά και να προοδεύουν…

Ποτέ σου δεν εκακομίλησες σε κανένα, είχες πάντα ένα πείραγμα για όλους, ήσουνα η ψυχή της παρέας, και έκανες όλους όσους ήτανε γύρω σου να περνούνε καλά…

Άνθρωπος έντιμος, σιχαινόσουν το ψέμα και την υποκρισία, έβρισκες πάντα ένα όμορφο τρόπο να κάνεις την παρατήρησή σου χωρίς να προσβάλεις και χωρίς να κακομιλείς…

Ελάτρευες όλα κοπέλια του κόσμου σαν νά ‘τανε δικά σου…

Από μικρός στα βάσανα και στη δουλειά…

Έζησες παρά τρίχα από βέβαιο θάνατο, επιβίωσες και έφτιαξες με τα ίδια σου τα χέρια και χωρίς να πειράξεις άνθρωπο ό,τι κατάφερες στη ζωή σου…

‘Άνθρωπος αεικίνητος μέχρι την τελευταία σου στιγμή… Ακούραστος και εργατικός ήθελες όλες οι δουλειές σου να γίνουνται στην ώρα τους…

Εκάτεχες ένα-ένα τα ζα σου και τα φρόντιζες κι αυτά σαν νά τανε παιδιά σου…

Και στα δύσκολα, αυτούς τους 3 μήνες στο νοσοκομείο, έκανες όλους τους άλλους αρρώστους να νιώθουνε καλά και να αισιοδοξούνε… όλους τους εργαζόμενους να σε αγαπούνε…

Εκέρνας όλους τσ’ αθρώπους ότι είχες… έκαμες καινούργιους φίλους ακόμα και σε αυτές τις δύσκολες, τελευταίες σου μέρες…

‘Έφυγες όρθιος όπως σου έπρεπε, όπως σου άξιζε και όπως ήθελες, χωρίς να νιώσεις φόβο, χωρίς να λιγοψυχήσεις, χωρίς να γεράσεις και να κακοπέσεις, χωρίς να μασε παραβαρέσεις…

Ακόμα και στο θάνατο έφυγες μέρα σκόλη, για να μη δυσκολέψεις τσ΄ αθρώπους…

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μας στα γαλήνια νερά του Αχέροντα…

Τα παιδιά σου και η αγαπημένη σου σύζυγος

 

Μοιραστείτε το

-

-->