Ο Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Ανωγείων, ενημερώνει τους παραγωγούς δικαιούχους επιδοτήσεων ότι από τη Δευτέρα 27 Μαρτίου θα ξεκινήσει η διαδικασία ενεργοποίησης. Παρακαλούνται οι παραγωγοί να προσέλθουν με τους κωδικούς taxisnet στα γραφεία του Συνεταιρισμού. Επίσης να έχουν μαζί τους το τελευταίο εκκαθαριστικό της Εφορίας. Τα έξοδα για κάθε παραγωγό στον Συνεταιρισμό ανέρχονται στα 20 ευρώ.

Ήταν 18 Φεβρουαρίου 2017, όταν η Αριστέα Σμπώκου, η γνωστή σε όλους τους Ανωγειανούς ως “Ατζαρομιχάλενα”, άφηνε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 76 ετών, με την Ανωγειανή γη να αγκαλιάζει αυτήν την Αρχόντισσα της ζωής την επομένη, μια μουντή Κυριακή όπου πλήθος κόσμου συνέρρευσε στην εκκλησία στο Αρμί,  για να αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής σε μια ηρωίδα Μάνα του χωριού και να απευθύνει λόγια συμπαράστασης στα παιδιά και τα εγγόνια της. Σαράντα μέρες πέρασαν ήδη και την ερχόμενη Κυριακή 26 Μαρτίου θα τελεστεί στα Ανώγεια και τον Άγιο Ιωάννη μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής της,για ένα κερί στη μνήμη μιας γυναίκας που στάθηκε όρθια και αγέρωχη, ακόμα και στο μεγαλύτερο χτύπημα της μοίρας, όταν 13 χρόνια πριν το 2004 είχε χάσει με τραγικό τρόπο τον γιο της τον Γιώργη, τον “αϊτό του Βαρσάμου” και δυο μήνες αργότερα τον αγαπημένο της σύντροφο Μιχάλη, που έζησαν μαζί μια ολόκληρη ζωή. Δικοί της άνθρωποι, αλλά και Ανωγειανοί ριμαδόροι, έγραψαν λόγους και στίχους για να περιγράψουν το μεγαλείο αυτής της γυναίκας της τελευταίες αυτές σαράντα ημέρες και η “Ανωγή’ με τη βοήθεια της οικογένειας της τα συγκέντρωσε και σας τα παρουσιάζει σήμερα, ως και ένα δικό μας ύστατο φόρο τιμής στην Αριστέα Σμπώκου.

Η ανιψιά της Μαίρη Μπαγκέρη την αποχαιρετάει με τα εξής λόγια:

“Δύσκολο να σε αποχαιρετήσουμε αγαπημένη μας θεία! Στο πρόσωπο σου αποχαιρετούμε την αξιοπρέπεια την ψυχική δύναμη την αρχοντιά.

Κόρη του Σταυρακάκη Bασίλη του Βασίλακα από το Xαράκι, ένα από τα εννιά παιδιά του, παντρεύτηκες με τον ΑΤΖΑΡΟΜΙΧΑΛΟ και ξεκινήσατε το ταξίδι της ζωής σας. Φτιάξατε μια ωραία οικογένεια με το Γιώργη το Βασίλη την Ελένη και το Γιάννη! Μια οικογένεια αγαπημένη, δεμένη με έντονη παρουσία σε κάθε κοινωνική εκδήλωση του τόπου . Ένοιωθες περήφανη για τα παιδιά σου και τις οικογένειες που αυτά δημιούργησαν με την Αμαλία, το Γιάννη και την Μαρία.
Το 2004 στα 34 χρόνια του έφυγε ο Γιώργης σου και μουδιάσαμε όλοι με τον αναπάντεχο χαμό του και πολύ γρήγορα μέσα σε δυο μήνες έφυγε και ο θείος μας. Δεν περιγράφεται με λόγια ο πόνος της μάνας ,για να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού της και του συντρόφου της. Για το χατίρι των άλλων παιδιών σου το προσπάθησες θεία βοηθώντας τα και αυτά να αντέξουν τα χτυπήματα της μοίρας. Έλεγες: «Έχουν χατίρι οι αποθαμένοι μα πιο μεγάλο χατίρι έχουν οι ζωντανοί».
Ήσουν πάντα ρεαλίστρια, έβλεπες την πραγματικότητα και με αυτήν προχωρούσες. Και τώρα αυτή την περίοδο της σύντομης πορείας της ασθένειας σου, συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα της κατάστασης, έλεγες: «Ήρθε η ώρα μου. Έκανα το χρέος μου». Κι έγινε θεία όπως το θελες. Έφυγες με λεβεντιά και περηφάνια. Μόνη σου έγνοια αυτές τις ύστερες στιγμές σου ήταν να μην επιβαρύνεις τα παιδιά σου. Μου φάνηκε, ότι τώρα ένοιωσες έτοιμη να τους αφήσεις και να πας το Ψυχοσάββατο να συναντήσεις τις άλλες αγαπημένες σου ψυχές.

Πολλά χαιρετίσματα σε όλους, μεγάλη παρέα θα βρεις θεία. Θα σε θυμούμαστε πάντα! ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ!”

Η Μαρία Σμπώκου σε ένα εξίσου συγκινητικό κείμενο τονίζει:

“Προδιαγεγραμμένο τέλος.
Βάδισες την πορεία του θανάτου σου.

Αριστέα Βασιλείου Σταυρακάκη.

Ετών 27, τότε που γνώρισες τον Μιχάλη. Ο γάμος ενός ξαδέρφου σου σε φέρνει απ’ το Χαράκι στα Ανώγεια. Καθισμένη σε μιαν αυλή κοίταζες κάτω το γλέντι, ήσυχη, σιωπηλή, όπως μου έλεγες πριν μια βδομάδα. Θυμάσαι; Πλησίασε ο άντρας με το κέρασμα στο χέρι και στο πρόσωπό του είδες το Μιχάλη του Ατζαρογιώργη. Τον άνθρωπο που ένα μήνα πρίν, είχε φέρει στο σπίτι σας ο Μίχαλος του Πανιά, γυρεύοντας ψήφους για το Κόμμα…. Πέρασε όλο το βράδυ προσπαθώντας μάταια να σου πάρει μια κουβέντα. Κι ύστερα με τη συγκατάθεση του πατέρα, ήρθε ο γάμος. Πρώτα τα τζιμπραγά, ο Γιώργης κι ο Βασίλης κι έπειτα η Ελένη. Πέρασαν λίγα χρόνια κι ήρθε ο Γιάννης. Ίσως τον έστειλε σκεφτόμουν ο Θεός, γιατί έχει ήδη αποφασίσει να πάρει κάποιον άλλον. Κι έτσι έγινε. Θέλημα. Ο Γιώργης έφυγε νωρίς. Ακολούθησε ο πατέρας….
Κυρία Αριστέα Μιχαήλ Σμπώκου….Πολλών πληγών. Πολλών θανάτων.
Ατάραχη στην κόψη της ζωής, δεκατρείς χιλιάδες χρόνια. Βουβή. Κι ήρθε το τελευταίο Σαββατόβραδο. Την άκουγα ξαπλωμένη να μου μιλάει, την κοίταγα κι έλεγα μέσα μου, πως αν την γνωρίζανε του κόσμου οι ντίβες, θα της παραχωρούσανε απλόχερα το μερτικό τους. Φύση Ανώτερη. Γυναίκα έξυπνη, ευαίσθητη. Σπουδαία….
Η προσφορά μου στο Νοσοκομείο, ένα χαμόγελο…
Κι είπα να κάνω λίγη ησυχία…
Αποκοιμήθηκε.”

Ο Βασίλης Σμπώκος (Λουκάς) αναφέρει τα εξής:

“Θεία, έχουν περάσει σχεδόν σαράντα μέρες από τότε που έφυγες και το κενό της απουσίας σου μεγαλώνει συνεχώς για όλους εμάς που σε ζήσαμε από κοντά. Έτυχε τα σπίτια μας να είναι δίπλα το ένα στο άλλο και να μεγαλώνω μαζί με τα παιδιά σου. Δεν θυμάμαι ποτέ σαν παιδί να μας μαλώσεις ή να μας φωνάξεις για ότι κι αν κάναμε, αλλά πάντα με χαμόγελο και υπομονή μας αντιμετώπιζες, αντίθετα με το τι έκανε και κάνει η πλειοψηφία της κοινωνίας. Αυτή η στάση σου απέναντι στα παιδιά έδειχνε το μεγαλείο της ψυχής σου.

Μεγαλώνοντας και παντρεμένος ακόμη, ο χαιρετισμός σου, το καλωσόρισμα σ’εμένα, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου από το μπαλκόνι,έδειχνε τι άνθρωπος είσαι. Παρόλο που η μοίρα σε χτύπησε βαριά παίρνοντας σου το γιο σου το Γιώργη, αλλά και τον άντρα σου ύστερα από πενήντα μέρες, εσύ έστεκες εκεί  με αξιοπρέπεια, αντιμετωπίζοντας τη ζωή για το χατήρι των άλλων παιδιών σου. Έκανες υπομονή περιμένοντας να παντρέψεις το Γιάννη σου και τώρα που το έκανες κι αυτό ένιωθες έτοιμη ότι τέλεψες το χρέος σου και πρέπει να πας να βρεις το γιο σου που τόσο σου έλειψε.

Μέχρι να πούμε ότι αρρώστησες έπεσε σαν κεραυνός το νέο στο χωριό ότι πέθανες. Όμως να ξέρεις Θεία Αριστέα ότι άνθρωποι σαν και σένα δεν πεθαίνουν ποτέ γιατί ζουν αιώνια στη μνήμη και στη καρδιά όλων αυτών που τους γνώρισαν. Ας είναι ελαφρύ το Ανωγειανό χώμα που σε σκέπασε.”

Ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας ανέφερε τα εξής:

“Σήμερα Κυριακή αποχαιρετά το χωριό στον Ιερό Ναό του Αι Γιάννη την Αριστέα Σμπώκου ή Ατζαρομιχάλενα 76 ετών. Το 2004 έχασε το γιο της τον Γιώργη και λίγο αργότερα και τον άντρα της τον Μίχαλο. Η αγάπη τσι μάνας δε μοιράζεται σε αδυναμίες και η Αριστέα δεν έκαμε την εξαίρεση. Έχασε όμως ένα παιδί της ξαφνικά και αν και Δραμουντάνα γυναίκα έχασε το χαλί κάτω από τα πόδια της. Πόσο κόσμο στεναχώρησε αυτή η απώλεια; Ο θάνατος του έφτασε στις Βρυξέλλες, η Ελλάδα συγκλονισμένη, η Κρήτη υποκλίθηκε μπροστά του και τα Ανώγεια βουβάθηκαν. Η Μάνα θρηνούσε τον κανακάρη γιο της . Πέρασαν 13 χρόνια πάντρεψε και το γιο της το Γιάννη, αλλά τα χείλη της δε χαμογελούσανε, σφιχτά, πονεμένα. Απεβίωσε η Μάνα του Ατζαρογιώργη, ο θάνατος της προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και πλήθος κόσμου βγήκε στα Ανώγεια να την αποχαιρετήσει. Καλό σου ταξίδι Αριστέα.”

Οι μαντινάδες στη μνήμη της

Ο Αριστείδης Χαιρέτης ή Γιαλάφτης έγραψε:

Απ΄ όντεν έχασες το γιο, ήσουνε ποθαμένη,
ποια Μάνα έθαψε παιδί και ζει ευτυχισμένη.

Ήθελα και να κάτεχα, μια μάνα πονεμένη,
Στον Αδη που θα κατεβεί ο πόνος τση ανέ γιένει.

Δυο πόνους πήρες αγκαλιά και φεύγεις για τον Άδη,
του γιου σου και του άντρα σου, άντρες χωρίς ψεγάδι.

Στον Άδη που θα κατεβείς, θα γιάνεις τον καημό σου
γιατί εκειά δε θα μπορείς, να σκέφτεσαι το γιο σου.

 

Ο Γιώργης Μπέρκης ή Κατσούγκρης αναφέρει:

Το πιο καλό ταξίδι σου που ‘ καμες στον καιρό σου,
είναι αυτό που πας να βρείς, τον άντρα και το γιο σου…

Μάνα καλό ταξίδι σου,μα αν λιώσει και το σώμα,
τη μνήμη σου στην σκέψη μας,δεν την σκεπάζει χώμα..

 

Η Ζαχαρένια Σαλούστρου:

Το γιο τζη έτρεξε να βρει στην πρώτη ευκαιρία,
κι έφυγε όπως έζησε, πραγματική κυρία..

 

Ο Βασίλης Σμπώκος (Λουκάς):

Άνθρωποι αξιοπρεπείς ποτέ τους δε ποθαίνουν,
γιατί στη μνήμη αθάνατοι των αλλονών πομένουν.

Έσβησε ο ήλιος που ‘βγαίνε στο βορινό μπαλκόνι,
και τη καρδιά η μοναξιά κι η θλίψη τη πλακώνει..

 

Τέλος οι μαντινάδες που έγραψε για την Αριστέα ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας:

Το γιο σου και τον άντρα σου άμε να συναντήσεις,
λίγη στερούμενη χαρά και ξέγνοιαστη να ζήσεις.

Δεν έκαμες υπέρβαση Μάνα χαροκαμένη,
κουνιάδα, σύζυγος, γιαγιά και θεία αγαπημένη.

Θύελλες και κατατρεγμοί την είχανε στη μέση,
βελανιδιά Παναμπελιών με κράση που ‘χε πέσει.

Γιώργη η Μάνα σου τουδά απού παέ ‘χει φύγει,
και η ζωή της έγινε μετά ‘πο σένα λίγη..

Πολλές χαρές στο σπίτι σας μετά από σένα μπήκαν,
μα δεν καυχήθηκε κιαμιά πως γελαστή τη βρήκαν.

Το μαύρο το τσεμπέρι της σκέπα το πρόσωπο της,
έκλαιγε με τα μάτια της τον άντρα και το γιο της.

Ήταν πολύ ευάλωτη κι χρόνοι δε μπορούσα,
το πόνο που την έλιωνε να το ‘ναι ξεπερνούσα.

Έπεσε η βελανιδιά και εκείνης με την αύρα,
και η τα μαύρα του σπιθιού γίνανε κι άλλο μαύρα..

Σχεδόν αναμενόμενος ήταν ο θάνατος σου,
πρόσκληση από τον άντρα σου σαν να ‘χες και το γιο σου..

Η Ανωγή ευχαριστεί θερμά την οικογένεια της Αριστέας Σμπώκου για την προσφορά 200 ευρώ, στη μνήμη της, για την ηλεκτρονική μας έκδοση και για τα μαθήματα του Εργαστηρίου Γνώσης της ενορίας του Αγίου Γεωργίου. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.

“Έφυγε” από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών ο Βασίλης Σκανδάλης του Δημητρίου.
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί την Παρασκευή 24 Μαρτίου 11πμ στον ιερό ναό της Παναγίας στον Μοχό Πεδιάδας.

Η ΑνωΓη εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του

Την Παρασκευή 24 Μαρτίου στις 8 μ.μ θα πραγματοποιηθεί η Θεία λειτουργία μόνο για άντρες, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στα Ανώγεια, από τον εφημέριο π.Ανδρέα Κεφαλογιάννη, για 16η συνεχόμενη χρονιά. Ο ίδιος απευθύνει κάλεσμα σε όλους τους άντρες όλων των ηλικιών και από οποιοδήποτε μέρος διαμένουν να έρθουν και να παρακολουθήσουν την λειτουργία, να λάβουν την Θεία Μετάληψη και τέλος να ακούσουν το κήρυγμα του, το οποίο φέτος θα αφορά, τους συσχετισμούς και τα μηνύματα της Επανάστασης των Ελλήνων το 1821, σε σχέση με τις δυσκολίες και τους οικονομικούς πολέμους της σημερινής εποχής.

 

Η λειτουργία μόνο για άντρες γίνεται στα Ανώγεια και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου από το 2001, δυο φορές τον χρόνο, λίγες μέρες πριν την γέννηση και λίγο πριν την Ανάσταση του Χριστού. Η αρχική ιδέα ήταν να φέρει κοντά στην εκκλησία τους άντρες της ευρύτερης περιοχής, κυρίως τους κτηνοτρόφους, που λόγω δουλειάς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την λειτουργία κατά τις πρωινές ώρες. Πλέον και με το πέρασμα των χρόνων, στον Άγιο Γεώργιο στο Μειντάνι συνωστίζονται άνθρωποι όλων των ηλικιών και επαγγελμάτων, που επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της ευλογίας του Αγίου και της εκκλησίας ενόψει της μεγαλύτερης γιορτής της Χριστιανοσύνης.

 

Του Παναγιώτη Βέμμου

 

Ο Mιχάλης Ρούλιος, όπως έλεγε, έζησε τρεις ζωές. Μεταφέρουμε τα λόγια του , αφηγούμενος την ζωή του.

“Oρφανός από πατέρα έζησα την φτώχεια, φορούσα το ίδιο κοντό παντελονάκι και ένα σάκο ημέρα-νύχτα καλοκαίρι-χειμώνα. Στο σχολείο τι γράμματα να μάθω όταν έβλεπα το δάσκαλο διπλό από την πείνα. Μια μέρα στο σχολείο ο δάσκαλος μας είπε πως θα πάμε εκδρομή στην Αξό. Πηγαίνετε σπίτι σας να πάρετε φαγητό, μας είπε. Γύρισα αμέσως και με ρωτάει ο δάσκαλος δεν πήρες φαγητό; Βγάζω από το τσεπάκι του σάκου ένα κομμάτι άζυμη πίτα που την είχε ψήσει στην πλάκα η μάνα μου το πρωί και του την δείχνω. Όταν φτάσαμε στην Αξό με φωνάζει ο δάσκαλος ο Δραμουντάνης και μου δίνει μισή φρατζόλα ψωμί και 5-6 ψαρογάρους. Τα έφαγα, ήπια και νερό στην πηγή και την έκανα κόπανο. Τελειώνοντας το σχολείο πήγα μαντρατζής στα όρη. Ο παππούς μου παρήγγειλε ένα στιβάνι και η μάνα μου πλήρωσε το άλλο στο τσαγκάρη, τότε πρωτοφόρεσα στιβάνια.

Η δεύτερη ζωή ξεκίνησε με το στρατό. 36 Ανωγειανοί, η κλάση του ’40, παρουσιαστήκαμε στο Ρέθυμνο. Ο πόλεμος με βρήκε στην Κομοτήνη, αρχές Δεκέμβρη πήγαμε στην Φλώρινα με τραίνο και από εκεί Κορυτσά στο μέτωπο. Κάναμε επίθεση αφήσαμε τους γυλιούς και μείναμε 20 μέρες στα χιόνια μόνο με την χλαίνη. Γλύτωσα από τους Ιταλούς που με τουφέκισαν στα 2 μέτρα, όχι όμως και από τα κρυοπαγήματα. Έμεινα δύο μήνες στα νοσοκομεία σε Θεσσαλονίκη και Δράμα. Γύρισα αρχές Φλεβάρη στη Κρήτη και παρουσιάστηκα στο Ρέθυμνο, δεν με έστειλαν όμως στο μέτωπο. Η εισβολή των ναζί με βρήκε στο Ρέθυμνο, στου Αλμπάνι το Μετόχι δώσαμε μάχη, τους εξολοθρεύσαμε παρά το γεγονός ότι σε λίγους είχαν δώσει όπλα και ελάχιστες σφαίρες. Με την κατάρρευση στα Χανιά, μας έδωσαν επ’ αόριστο άδεια, πήρα το όπλο μου και μαζί με άλλους συγχωριανούς επέστρεψα στο χωριό. Το κλίμα για αντίσταση ήταν ακμαίο στο χωριό. Οργανώθηκα στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, έγινα λίγο αργότερα μέλος του γραφείου του ΕΑΜ Ανωγείων. Όταν γκρέμιζαν σε κάποιον το σπίτι γιατί δεν πήγε στην αγγαρεία, εμείς σαν οργάνωση αμέσως σε μια εβδομάδα το είχαμε ξαναχτίσει. Είχαμε ραδιόφωνο, μαθαίναμε τις ειδήσεις και βγάζαμε δελτίο έτσι κρατούσαμε ψηλά το ηθικό στο χωριό. Τροφοδοτούσαμε τους αντάρτες, φυλάγαμε σκοπιές έξω από το χωριό για να μην μας πιάσουν στον ύπνο οι Γερμανοί. Με την μάχη στο Σφακάκι αποτρέψαμε την σύλληψη και εκτέλεση πολλών κατοίκων του χωριού. Δεν μπορέσαμε όμως να αποτρέψουμε την καταστροφή γιατί δεν υπήρχε σύμπνοια με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Μετά την απελευθέρωση ήρθαν δύσκολα χρόνια. Ο εμφύλιος, η τρομοκρατία ατομική και συλλογική φούντωσε, ποιος ξεχνά τα γεγονότα στην ηλεκτρική; Εγώ πέρα από αυτά έχασα ως στρατιώτη του Εθνικού Στρατού και τον αγαπημένο μου αδελφό.

Η Τρίτη μου ζωή άρχισε αμέσως μετά, προσπαθώ να διορθώσω το κατεστραμμένο μας σπίτι, πηγαίνω στα μεροκάματα για να ζήσουμε. Τότε μας δίναν δύο οκάδες κριθάρι την ημέρα σε ζευγάρι και ζευγολάτη. Χτίζω σπίτι, απαραίτητο για να δημιουργήσεις οικογένεια. Η περισσότερη δουλειά περνά από τα χέρια μου. Φυτεύω αμπέλια, σουλτανί , μουρέλα., κάνω μποστάνια. Παντρεύομαι με την Ακριβή τη Χαιρέτη που στάθηκε άξια δίπλα μου. Οι αριστεροί στο χωριό είχαμε αλληλεγγύη και δύναμη. Πρωτοστατήσαμε στην ίδρυση του γεωργικού συνεταιρισμού και υπερασπιστήκαμε τα δίκαια συμφέροντα μας, παλέψαμε και ιδρύσαμε Γυμνάσιο για να μορφωθούν τα παιδιά μας και να δουν καλύτερες μέρες. Δεν ξεχάσαμε τους φυγόδικους, τους κρύψαμε, τους προστατεύσαμε. Θα ήταν άδικο αν δεν έλεγα ότι σε αυτό μας βοήθησαν και άλλοι που δεν πίστευαν τα ίδια, ιδιαίτερα στις δύσκολες περιπτώσεις. Αντιμετωπίσαμε τον κρατικό αποκλεισμό, αφού είχαμε την κόκκινη μολυβιά. Οι συγχωριανοί μου έδειξαν εμπιστοσύνη και με εξέλεξαν στην διοίκηση του γεωργικού συνεταιρισμού, οι σύντροφοι μου δε στην θέση του γραμματέα της ΕΔΑ. Έτσι άλλαξαν σιγά σιγά τα πράγματα ιδιαίτερα δε μετά την μεταπολίτευση και αναγνωρίστηκαν σε ένα βαθμό οι αγώνες μας. Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνω στα παιδιά μου και στους νέους.>>

Ο Ρουλομιχάλης ήταν άκαμπτος στις αρχές του όχι μόνο τις ιδεολογικές αλλά και τις κοινωνικές. Ήταν αντίθετος στην κλοπή, στην οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Ήταν κυνηγός με τη βέργα, δεν είχε ούτε τσιφτέ. Τα όπλα έλεγε, το χρησιμοποίησα όταν έπρεπε. Ήταν σκληρός, ταπεινός και αισιόδοξος, γι αυτό όχι μόνο επιβίωσε αλλά άφησε το ιδιαίτερο στίγμα του στην τοπική κοινωνία. Ήταν ψύχραιμος, τόνιζε δε την αναφορά του Γκιόργκι Δημητρόφ <<έχασες την ψυχραιμία σου, έχασες τα πάντα”. Ο Ρουλομιχάλης θα ζει στην μνήμη μας από τις πράξεις του και τις αναφορές του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την μαρτυρία του στην καταστροφή του χωριού στην ταινία του φίλου και συντρόφου Λευτέρη Χαρωνίτη και την δραπέτευση του από το εκτελεστικό απόσπασμα Γερμανών και Γκεσταμπιτών. Κλείνουμε αυτή μας την αφήγηση με μια μαντινάδα του ίδιου που ήταν ο απολογισμός της ζωή του:

“Έσυρα βάσανα πολλά σε τούτουσες τσι τόπους
μ’ αφού το στόχο πέτυχα, χαλάλι τόσους κόπους.”

 

– Την ερχόμενη Κυριακή  26 Μαρτίου 2017 στα Ανώγεια τελείται το 40-ήμερο μνημόσυνο του στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη.

Της Ιωάννας Μπισκιτζή – Λέκτορας κλασικής φιλολογίας              

Το 1525, ο Νικολό Μακιαβέλι, συγγράφοντας την ιστορία για την πόλη του, την Φλωρεντία, λέει: «όταν συντρέχουν ομοειδείς γενεσιουργοί παράγοντες, τότε αναδύονται στο διάβα του χρόνου, φαινόμενα που τα χαρακτηρίζει μια εσωτερική αλληλουχία, η ιστορική αναλογία».[1] Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σήμερα, αντανακλά το χθες και η Έξοδος του Μεσολογγίου, αυτή η κορυφαία συλλογική πράξη αυτοθυσίας, αναδεικνύει τους «ελεύθερους πολιορκημένους» σε αιώνιο σύμβολο για τον αγώνα υπέρ της ελευθερίας, αλλά ταυτόχρονα η αδυναμία της τότε Ελληνικής Διοίκησης να συνδράμει και να αποτρέψει τον χαμό του Μεσολογγίου, παρουσιάζει μια ιστορική αναλογία με την σημερινή τραγική πραγματικότητα.

Το Μεσολόγγι προδόθηκε. Πιθανόν να υπήρξε ”θύμα” της εξωτερικής πολιτικής της Αγγλίας, που ως ελεύθερο Ελληνικό κράτος σχεδίαζε μόνο τον Μοριά και τις Κυκλάδες, απορρίπτοντας την Ρούμελη. Τα …δάνεια της Αγγλίας, πάντως, δεν περίσσεψαν για την ενίσχυση του Μεσολογγίου σε τροφές και πολεμοφόδια. Αναλώθηκαν στις εμφύλιες διαμάχες ανάμεσα σε καπεταναίους και προεστούς που ”κατέτρωγαν” την Ελληνική Επανάσταση. Ψαριανοί, Υδραίοι, Σπετσιώτες, κ. ά., ήθελαν μετρητά για να κινήσουν τα πλοία, γιατί τα στόματα που τάιζαν ήταν πολλά. Η κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη, προχώρησε σε εκποίηση “έκτατης ανάγκης” γόνιμων εθνικών γαιών του Ναυπλίου. Αλλά κι αυτά τα γόνιμα εδάφη περιήλθαν στους “ημετέρους” με πρώτο τον Κουντουριώτη κι έτσι στο δημόσιο κορβανά δεν “έμβη ούτε γρόσι’’…

Το Μεσολόγγι γνώρισε δύο πολιορκίες. Η πρώτη στις 25 Οκτωβρίου 1822, από τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία τους στις 31 Δεκεμβρίου 1822, μετά την σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων, υπό τις διαταγές των οπλαρχηγών, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Μάρκου Μπότσαρη, Αθανασίου Ραζή-Κότσικα, κ. ά..

Η δεύτερη πολιορκία ξεκίνησε στις 15 Απριλίου 1825, από τον Κιουταχή, με 10.000 άνδρες, οι οποίοι ενισχύθηκαν με άλλους 15.250 του Ιμπραήμ, στις 12 Δεκεμβρίου 1825.Οι φρικτές μέρες της πολιορκίας, καταγράφονταν με λεπτομέρειες στην εφημερίδα του Ελβετού φιλέλληνα  Ιωάννη-Ιάκωβου Μάγερ,  «Ελληνικά Χρονικά»[2], με κυριότερους αρθρογράφους τους Αρτέμιο Μίχο και Σπυρομήλιο, αγωνιστές στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.

Στις αρχές όμως του 1826 η ελληνική κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία της Γ’ Εθνοσυνέλευσης και έτσι δεν έδειξε την προσοχή που έπρεπε στην πολιορκημένη πόλη. Ο Αρτέμιος Μίχος γράφει στο ημερολόγιο της πολιορκίας που κρατούσε: «Αλλ’ αφού αι Αγγλικαί του δανείου στερλίναι, δι’ ων και τα πάθη εις την Ελλάδα διαιωνίσθησαν, είχον καταναλωθεί δια την κατάπαυσιν της ανταρσίας, ευρέθη νυν εις απορίαν περί του πρακτέου[…] ‘Εκτοτε, μ΄όλην την ανωτέρω εκτεθείσαν  απορίαν του Εθνικού Ταμείου, η Κυβέρνησις  δεν έλειπεν από καιρού εις καιρόν να προμηθεύη το Μεσολόγγι με τας αναγκαίας τροφάς».[3]

Η τραγικότητα των συνθηκών των τελευταίων ημερών της πολιορκίας, διαγράφεται ολοκάθαρα στην αναφορά προς τη Διοίκηση, δύο μέρες μετά την Έξοδο, 12 Απριλίου 1826. Την αναφορά υπογράφουν εννέα οπλαρχηγοί, ανάμεσά τους ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Νότης Μπότσαρης, ο Φωτομάρας, και ο Δημήτρης Μακρής[4]:

«Με την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια εφθάσαμεν εις την αθλιωτάτην κατάστασιν. Εφάγαμεν όλα τα άλογα, μολάρια, γομάρια, σκύλους και γάτες, τα οποία ετελείωσαν και αυτά. Τα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνησαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι[μόνο] δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εκδιώχθησαν. Και περιμέναμεν οκτώ μέρες τρώγοντας θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα ματαείδαμεν.Έφθασε να πεθαίνουν και εκατόν και εκατόν πενήντα την ημέραν, ώσπου οπού έμειναν ανάθαφτοι, διότι οι άλλοι δεν είχαν την δύναμιν να τους θάφτουν.

Δια να μην χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν απεφασίσαμεν να εβγούμεν με την έξοδον με τα σπαθιά εις τας χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώσει, πράγμα οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον. Λοιπόν εις τας 10 του παρόντος, το βράδυ τας τρείς ώρας της νυκτός, εκάμαμεν την έξοδον, μέσον τα γεφύρια, και επέσαμεν εις τα εχθρικά περιχαρακώματα[…]Εβάσταξεν ο πόλεμος εξ ώρας. Όλες οι φαμίλιες και αδύνατοι εχάθησαν και από τους δυνατούς πολλά ολίγοι, όσους έπιασε το βόλι και το μυσδράλι[…]Δεν λυπούμεθα τόσον δια τον χαμόν του Μεσολογγίου, δια το οποίον εχύσαμεν τόσα αίματα, αλλά μας θλίβει περισσότερον ότι ο χαμός του έγινε εις ένα καιρόν οπού είχαμεν καταστήσει τον εχθρόν εις τόσην αδυναμίαν[…] διότι τρεις φορές του εκάμαμεν έφοδον από το κάστρον, του εκόψαμεν μέσα εις τες τάπιες περίπου από δύο χιλιάδας».

Και τελείωναν: « Το Μεσολόγγι η πείνα το επαρέδωσεν. Αλλά μη φοβάσθε. Εκείνοι οπού εβαστούσαν το Μεσολόγγι, οι περισσότεροι, εγλύτωσαν με το σπαθί εις το χέρι. Διό παρακαλούμεν να μας καταφθάσουν αι αναγκαίαι διαταγαί τι έχομεν να κάμωμεν, και κάθε καλή κυβέρνησιν από τροφάς, πολεμοφόδια και λοιπά. Ημείς με το να είμεθα αδύνατοι από την πείναν και τον κόπον και με το να μην ευρίσκεται εις τούτα τα μέρη τίποτε, απερνούμεν εις τα Σάλωνα, όπου και περιμένομεν τας ανωτέρω διαταγάς».

Το γεγονός της αδυναμίας της ναυτικής δύναμης να στηρίξει την άμυνα και να εφοδιάσει το Μεσολόγγι, είναι εμφανές σε γράμμα του Μιαούλη, στις 27 Ιανουαρίου 1826:

« Προς την Σεβαστήν Διοίκησιν της Ελλάδος

Το ψωμί μας ετελείωσε προ ημερών και αν από τότε ανεχωρούσαμεν ηθέλαμεν αφήσει το άθλιον Μεσολόγγι πάλιν στερημένον ως πρότερον[…] Ιδού η κατάστασίς μας! Ιδού ο Ελληνικός στόλος από τον οποίον ζητείτε τα πάντα και όλον το Έθνος προσμένει την σωτηρίαν του. Ω, της αθλιότητός μας! Αλοίμονον εις το Έθνος μας! Και μη γαρ είναι τούτο μόνον ή το μεγαλύτερον κακόν; Γνωρίζετε, λέγετε, την κατάστασιν του στόλου. Ποία μέτρα λοιπόν, παρακαλώ ελάβατε δια την οικονομίαν του, δια την ευταξίαν του, δια την ενέργειάν του; Ποίον οργανισμόν εδιωρίσετε; Διατί δεν φαίνεσθε ότι φροντίζετε οπωσούν και δια τούτο το άθλιον ναυτικόν της Πατρίδος; Απεφασίσθη τάχα πλέον ο αφανισμός μας;»

Ο Μιαούλης δεν έλαβε απαντήσεις αλλά στις 10 Απριλίου 1826, η Διοίκηση απαντά  σε γράμμα των προκρίτων της Ύδρας, οι οποίοι ζητούσαν «να πράξη η Κυβέρνησις ό,τι αι περιστάσεις υπαγορεύουν».

« Η Διοίκησις με λύπην της μανθάνει τον επικείμενον κίνδυνον του Μεσολογγίου, πλην εις την στενοχωρίαν εις την οποίαν ευρίσκεται και την παντελή έλλειψη των χρηματικών μέσων αμηχανεί, μη δυναμένη οποίαν βοήθειαν να δώση εις μίαν τοιαύτην ανέλπιστον κατάστασιν, ενώ ήλπιζεν ότι έπρεπεν όλα τα πλοία, όσων τα μηνιαία επληρώθησαν να παρευρίσκωνται εις τον στόλον».

Και ο Μιαούλης στις 15 Απριλίου ανακοινώνοντας την πτώση του Μεσολογγίου γράφει:

« Ιδού πώς, με την αδιαφορίαν μας, εφέραμεν τον εχθρόν μέσα εις τους κόλπους μας[…]πάλιν με την αδιαφορίαν μας ημπορεί αυτός να μας χαλάσει δια μιας και να τελειώσει, φευ, με τον εξολοθρευμόν του Έθνους τον ιερόν τούτον πόλεμον[…] ενεργήσετε ειλικρινώς με όλους τους τρόπους και τάχιστα, εις το να τον προλάβωμεν και να τον απαντήσωμεν»[5].

Η πτώση του Μεσολογγίου αν και υπήρξε βαρύτατο πλήγμα για την Επανάσταση, δημιούργησε τις προϋποθέσεις  να ενισχυθεί ο αγώνας, με την αναζωπύρωση του φιλελληνισμού και την προώθηση του ελληνικού ζητήματος. Ο Καποδίστριας γράφει στον αδελφό του Βιάριο, στις 18 Απριλίου 1826, ότι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν πρέπει να απελπίσει τους έλληνες γιατί σ’ αυτό βλέπει την αρχή της σωτηρίας τους.[6]  Η Κεντρική Διοίκηση αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, πιθανότατα γιατί οι Μεσολογγίτες δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο στο πολιτικό παιχνίδι για τις εκλογές της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Η ιστορική αναλογία του χθες στο σήμερα είναι η πικρή διαπίστωση, πως τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα δεινά μας προέρχονται από την αδράνεια και την απροβλεψία μας, καθώς και από την ανεπάρκεια των κυβερνήσεών μας. Οι  μελετητές της θυσίας του Μεσολογγίου, αλλά και όλοι οι Νεοέλληνες θα πρέπει, πέρα από την θλίψη που μας καταλαμβάνει για την καταστροφή της ιερής πόλης, η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί, να ακουμπάμε τη σκέψη μας με απόλυτο σεβασμό και ευγνωμοσύνη στους γενναίους Ελεύθερους Πολιορκημένους.

Ο Διονύσιος Σολωμός, που γνώριζε τις λεπτομέρειες  της πολιορκίας από τα «Ελληνικά Χρονικά», που στέλνονταν στη Ζάκυνθο, γράφει στο Σχεδίασμα Α’ των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» : « Τα μάτια μου ποτέ δεν είδαν τόπον ενδοξότερο από τούτο το αλωνάκι”

[1] Τάκης Κονδύλης, Φλωρεντινές ιστορίες, εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1984.

[2] Την εφημ. «Ελληνικά Χρονικά», την αποκαλούσαν και «Εφημερίδα της Πολιορκίας», αφού μεγάλο μέρος της ύλης της αφιερώθηκε στην περίοδο της πολιορκίας του Μεσολογγίου.

[3] Αρτέμιος Ν. Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, εκδ. Σ. Π. Αραβαντινού, Αθήναι 1883, σσ. 11, 13-14.

[4] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[5] Πρωτοψάλτης, το ίδιο ό.π..

[6] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ζ’, Θεσσαλονίκη, 1986, σσ. 461-62.


[1] Πρωτοψάλτης, το ίδιο ό.π..

[1] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ζ’, Θεσσαλονίκη, 1986, σσ. 461-62.

-->