Ήταν 18 Φεβρουαρίου 2017, όταν η Αριστέα Σμπώκου, η γνωστή σε όλους τους Ανωγειανούς ως “Ατζαρομιχάλενα”, άφηνε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 76 ετών, με την Ανωγειανή γη να αγκαλιάζει αυτήν την Αρχόντισσα της ζωής την επομένη, μια μουντή Κυριακή όπου πλήθος κόσμου συνέρρευσε στην εκκλησία στο Αρμί, για να αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής σε μια ηρωίδα Μάνα του χωριού και να απευθύνει λόγια συμπαράστασης στα παιδιά και τα εγγόνια της. Σαράντα μέρες πέρασαν ήδη και την ερχόμενη Κυριακή 26 Μαρτίου θα τελεστεί στα Ανώγεια και τον Άγιο Ιωάννη μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής της,για ένα κερί στη μνήμη μιας γυναίκας που στάθηκε όρθια και αγέρωχη, ακόμα και στο μεγαλύτερο χτύπημα της μοίρας, όταν 13 χρόνια πριν το 2004 είχε χάσει με τραγικό τρόπο τον γιο της τον Γιώργη, τον “αϊτό του Βαρσάμου” και δυο μήνες αργότερα τον αγαπημένο της σύντροφο Μιχάλη, που έζησαν μαζί μια ολόκληρη ζωή. Δικοί της άνθρωποι, αλλά και Ανωγειανοί ριμαδόροι, έγραψαν λόγους και στίχους για να περιγράψουν το μεγαλείο αυτής της γυναίκας της τελευταίες αυτές σαράντα ημέρες και η “Ανωγή’ με τη βοήθεια της οικογένειας της τα συγκέντρωσε και σας τα παρουσιάζει σήμερα, ως και ένα δικό μας ύστατο φόρο τιμής στην Αριστέα Σμπώκου.
Η ανιψιά της Μαίρη Μπαγκέρη την αποχαιρετάει με τα εξής λόγια:
“Δύσκολο να σε αποχαιρετήσουμε αγαπημένη μας θεία! Στο πρόσωπο σου αποχαιρετούμε την αξιοπρέπεια την ψυχική δύναμη την αρχοντιά.
Κόρη του Σταυρακάκη Bασίλη του Βασίλακα από το Xαράκι, ένα από τα εννιά παιδιά του, παντρεύτηκες με τον ΑΤΖΑΡΟΜΙΧΑΛΟ και ξεκινήσατε το ταξίδι της ζωής σας. Φτιάξατε μια ωραία οικογένεια με το Γιώργη το Βασίλη την Ελένη και το Γιάννη! Μια οικογένεια αγαπημένη, δεμένη με έντονη παρουσία σε κάθε κοινωνική εκδήλωση του τόπου . Ένοιωθες περήφανη για τα παιδιά σου και τις οικογένειες που αυτά δημιούργησαν με την Αμαλία, το Γιάννη και την Μαρία.
Το 2004 στα 34 χρόνια του έφυγε ο Γιώργης σου και μουδιάσαμε όλοι με τον αναπάντεχο χαμό του και πολύ γρήγορα μέσα σε δυο μήνες έφυγε και ο θείος μας. Δεν περιγράφεται με λόγια ο πόνος της μάνας ,για να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού της και του συντρόφου της. Για το χατίρι των άλλων παιδιών σου το προσπάθησες θεία βοηθώντας τα και αυτά να αντέξουν τα χτυπήματα της μοίρας. Έλεγες: «Έχουν χατίρι οι αποθαμένοι μα πιο μεγάλο χατίρι έχουν οι ζωντανοί».
Ήσουν πάντα ρεαλίστρια, έβλεπες την πραγματικότητα και με αυτήν προχωρούσες. Και τώρα αυτή την περίοδο της σύντομης πορείας της ασθένειας σου, συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα της κατάστασης, έλεγες: «Ήρθε η ώρα μου. Έκανα το χρέος μου». Κι έγινε θεία όπως το θελες. Έφυγες με λεβεντιά και περηφάνια. Μόνη σου έγνοια αυτές τις ύστερες στιγμές σου ήταν να μην επιβαρύνεις τα παιδιά σου. Μου φάνηκε, ότι τώρα ένοιωσες έτοιμη να τους αφήσεις και να πας το Ψυχοσάββατο να συναντήσεις τις άλλες αγαπημένες σου ψυχές.
Πολλά χαιρετίσματα σε όλους, μεγάλη παρέα θα βρεις θεία. Θα σε θυμούμαστε πάντα! ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ!”
Η Μαρία Σμπώκου σε ένα εξίσου συγκινητικό κείμενο τονίζει:
“Προδιαγεγραμμένο τέλος.
Βάδισες την πορεία του θανάτου σου.
Αριστέα Βασιλείου Σταυρακάκη.
Ετών 27, τότε που γνώρισες τον Μιχάλη. Ο γάμος ενός ξαδέρφου σου σε φέρνει απ’ το Χαράκι στα Ανώγεια. Καθισμένη σε μιαν αυλή κοίταζες κάτω το γλέντι, ήσυχη, σιωπηλή, όπως μου έλεγες πριν μια βδομάδα. Θυμάσαι; Πλησίασε ο άντρας με το κέρασμα στο χέρι και στο πρόσωπό του είδες το Μιχάλη του Ατζαρογιώργη. Τον άνθρωπο που ένα μήνα πρίν, είχε φέρει στο σπίτι σας ο Μίχαλος του Πανιά, γυρεύοντας ψήφους για το Κόμμα…. Πέρασε όλο το βράδυ προσπαθώντας μάταια να σου πάρει μια κουβέντα. Κι ύστερα με τη συγκατάθεση του πατέρα, ήρθε ο γάμος. Πρώτα τα τζιμπραγά, ο Γιώργης κι ο Βασίλης κι έπειτα η Ελένη. Πέρασαν λίγα χρόνια κι ήρθε ο Γιάννης. Ίσως τον έστειλε σκεφτόμουν ο Θεός, γιατί έχει ήδη αποφασίσει να πάρει κάποιον άλλον. Κι έτσι έγινε. Θέλημα. Ο Γιώργης έφυγε νωρίς. Ακολούθησε ο πατέρας….
Κυρία Αριστέα Μιχαήλ Σμπώκου….Πολλών πληγών. Πολλών θανάτων.
Ατάραχη στην κόψη της ζωής, δεκατρείς χιλιάδες χρόνια. Βουβή. Κι ήρθε το τελευταίο Σαββατόβραδο. Την άκουγα ξαπλωμένη να μου μιλάει, την κοίταγα κι έλεγα μέσα μου, πως αν την γνωρίζανε του κόσμου οι ντίβες, θα της παραχωρούσανε απλόχερα το μερτικό τους. Φύση Ανώτερη. Γυναίκα έξυπνη, ευαίσθητη. Σπουδαία….
Η προσφορά μου στο Νοσοκομείο, ένα χαμόγελο…
Κι είπα να κάνω λίγη ησυχία…
Αποκοιμήθηκε.”
Ο Βασίλης Σμπώκος (Λουκάς) αναφέρει τα εξής:
“Θεία, έχουν περάσει σχεδόν σαράντα μέρες από τότε που έφυγες και το κενό της απουσίας σου μεγαλώνει συνεχώς για όλους εμάς που σε ζήσαμε από κοντά. Έτυχε τα σπίτια μας να είναι δίπλα το ένα στο άλλο και να μεγαλώνω μαζί με τα παιδιά σου. Δεν θυμάμαι ποτέ σαν παιδί να μας μαλώσεις ή να μας φωνάξεις για ότι κι αν κάναμε, αλλά πάντα με χαμόγελο και υπομονή μας αντιμετώπιζες, αντίθετα με το τι έκανε και κάνει η πλειοψηφία της κοινωνίας. Αυτή η στάση σου απέναντι στα παιδιά έδειχνε το μεγαλείο της ψυχής σου.
Μεγαλώνοντας και παντρεμένος ακόμη, ο χαιρετισμός σου, το καλωσόρισμα σ’εμένα, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου από το μπαλκόνι,έδειχνε τι άνθρωπος είσαι. Παρόλο που η μοίρα σε χτύπησε βαριά παίρνοντας σου το γιο σου το Γιώργη, αλλά και τον άντρα σου ύστερα από πενήντα μέρες, εσύ έστεκες εκεί με αξιοπρέπεια, αντιμετωπίζοντας τη ζωή για το χατήρι των άλλων παιδιών σου. Έκανες υπομονή περιμένοντας να παντρέψεις το Γιάννη σου και τώρα που το έκανες κι αυτό ένιωθες έτοιμη ότι τέλεψες το χρέος σου και πρέπει να πας να βρεις το γιο σου που τόσο σου έλειψε.
Μέχρι να πούμε ότι αρρώστησες έπεσε σαν κεραυνός το νέο στο χωριό ότι πέθανες. Όμως να ξέρεις Θεία Αριστέα ότι άνθρωποι σαν και σένα δεν πεθαίνουν ποτέ γιατί ζουν αιώνια στη μνήμη και στη καρδιά όλων αυτών που τους γνώρισαν. Ας είναι ελαφρύ το Ανωγειανό χώμα που σε σκέπασε.”
Ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας ανέφερε τα εξής:
“Σήμερα Κυριακή αποχαιρετά το χωριό στον Ιερό Ναό του Αι Γιάννη την Αριστέα Σμπώκου ή Ατζαρομιχάλενα 76 ετών. Το 2004 έχασε το γιο της τον Γιώργη και λίγο αργότερα και τον άντρα της τον Μίχαλο. Η αγάπη τσι μάνας δε μοιράζεται σε αδυναμίες και η Αριστέα δεν έκαμε την εξαίρεση. Έχασε όμως ένα παιδί της ξαφνικά και αν και Δραμουντάνα γυναίκα έχασε το χαλί κάτω από τα πόδια της. Πόσο κόσμο στεναχώρησε αυτή η απώλεια; Ο θάνατος του έφτασε στις Βρυξέλλες, η Ελλάδα συγκλονισμένη, η Κρήτη υποκλίθηκε μπροστά του και τα Ανώγεια βουβάθηκαν. Η Μάνα θρηνούσε τον κανακάρη γιο της . Πέρασαν 13 χρόνια πάντρεψε και το γιο της το Γιάννη, αλλά τα χείλη της δε χαμογελούσανε, σφιχτά, πονεμένα. Απεβίωσε η Μάνα του Ατζαρογιώργη, ο θάνατος της προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και πλήθος κόσμου βγήκε στα Ανώγεια να την αποχαιρετήσει. Καλό σου ταξίδι Αριστέα.”
Οι μαντινάδες στη μνήμη της
Ο Αριστείδης Χαιρέτης ή Γιαλάφτης έγραψε:
Απ΄ όντεν έχασες το γιο, ήσουνε ποθαμένη,
ποια Μάνα έθαψε παιδί και ζει ευτυχισμένη.
Ήθελα και να κάτεχα, μια μάνα πονεμένη,
Στον Αδη που θα κατεβεί ο πόνος τση ανέ γιένει.
Δυο πόνους πήρες αγκαλιά και φεύγεις για τον Άδη,
του γιου σου και του άντρα σου, άντρες χωρίς ψεγάδι.
Στον Άδη που θα κατεβείς, θα γιάνεις τον καημό σου
γιατί εκειά δε θα μπορείς, να σκέφτεσαι το γιο σου.
Ο Γιώργης Μπέρκης ή Κατσούγκρης αναφέρει:
Το πιο καλό ταξίδι σου που ‘ καμες στον καιρό σου,
είναι αυτό που πας να βρείς, τον άντρα και το γιο σου…
Μάνα καλό ταξίδι σου,μα αν λιώσει και το σώμα,
τη μνήμη σου στην σκέψη μας,δεν την σκεπάζει χώμα..
Η Ζαχαρένια Σαλούστρου:
Το γιο τζη έτρεξε να βρει στην πρώτη ευκαιρία,
κι έφυγε όπως έζησε, πραγματική κυρία..
Ο Βασίλης Σμπώκος (Λουκάς):
Άνθρωποι αξιοπρεπείς ποτέ τους δε ποθαίνουν,
γιατί στη μνήμη αθάνατοι των αλλονών πομένουν.
Έσβησε ο ήλιος που ‘βγαίνε στο βορινό μπαλκόνι,
και τη καρδιά η μοναξιά κι η θλίψη τη πλακώνει..
Τέλος οι μαντινάδες που έγραψε για την Αριστέα ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας:
Το γιο σου και τον άντρα σου άμε να συναντήσεις,
λίγη στερούμενη χαρά και ξέγνοιαστη να ζήσεις.
Δεν έκαμες υπέρβαση Μάνα χαροκαμένη,
κουνιάδα, σύζυγος, γιαγιά και θεία αγαπημένη.
Θύελλες και κατατρεγμοί την είχανε στη μέση,
βελανιδιά Παναμπελιών με κράση που ‘χε πέσει.
Γιώργη η Μάνα σου τουδά απού παέ ‘χει φύγει,
και η ζωή της έγινε μετά ‘πο σένα λίγη..
Πολλές χαρές στο σπίτι σας μετά από σένα μπήκαν,
μα δεν καυχήθηκε κιαμιά πως γελαστή τη βρήκαν.
Το μαύρο το τσεμπέρι της σκέπα το πρόσωπο της,
έκλαιγε με τα μάτια της τον άντρα και το γιο της.
Ήταν πολύ ευάλωτη κι χρόνοι δε μπορούσα,
το πόνο που την έλιωνε να το ‘ναι ξεπερνούσα.
Έπεσε η βελανιδιά και εκείνης με την αύρα,
και η τα μαύρα του σπιθιού γίνανε κι άλλο μαύρα..
Σχεδόν αναμενόμενος ήταν ο θάνατος σου,
πρόσκληση από τον άντρα σου σαν να ‘χες και το γιο σου..
Η Ανωγή ευχαριστεί θερμά την οικογένεια της Αριστέας Σμπώκου για την προσφορά 200 ευρώ, στη μνήμη της, για την ηλεκτρονική μας έκδοση και για τα μαθήματα του Εργαστηρίου Γνώσης της ενορίας του Αγίου Γεωργίου. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.