
-Επίσημη Συμμετοχή στο 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
«Το ίχνος του χρόνου» είναι μια ταινία εμπνευσμένη από τον σπουδαίο Έλληνα αρχαιολόγο,στοχαστή και δάσκαλο Γιάννη Σακελλαράκη που το όνομά του ταυτίστηκε με την Μινωική αρχαιολογία και την Κρήτη, αν και δεν ήταν Κρητικός.
“Το Ίχνος του Χρόνου” είναι μια ταινία για το χρόνο, τη μνήμη, τη νοσταλγία. Τη μνήμη της ιστορίας που διατηρείται ζωντανή πάνω στη φύση, στις πέτρες, στα θαμμένα βήσαλα, στους ήχους, στις μουσικές, στον κύκλο της ζωής και του θανάτου, πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Μια ταινία για τη γοητεία της αρχαιολογίας και της ανασκαφής μέσα από το post-mortem πορτραίτο του αρχαιολόγου Γιάννη Σακελλαράκη. Θραύσματα, ίχνη τόπων, ανθρώπων και εποχών, οδηγούν σε μια κινηματογραφική «ανασκαφή», μια άλλη αρχαιολογία!
Είναι μια ταινία για τους αέρηδες, τα βουνά και τη θάλασσα, για τα αιωνόβια δέντρα, τη βροχή και το χιόνι, τον κύκλο των εποχών˙ για την καταστροφή και την αναγέννηση, τη συνέχεια των ανθρώπων και τη δίψα της γνώσης, για την προσπάθεια να βρούμε νόημα, για τον αιώνιο χρόνο και τη μνήμη, για τη φυσική τάξη των πραγμάτων.
Εικόνες, διαδρομές, διηγήσεις, ίχνη του απώτερου παρελθόντος, βιώματα του σήμερα, αναμνήσεις των ζωντανών και των νεκρών και σπαράγματα αρχειακού υλικού συνθέτουν μια προσωπική αφήγηση για να πουν μια ιστορία. Την ιστορία του αδιάσπαστου, του ενιαίου χρόνου.
Όλα συνυπάρχουν την ίδια στιγμή. Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι εκδοχές του ίδιου υλικού της ύπαρξης, και η κινηματογραφική γλώσσα, μου έδωσε μια μηχανή του χρόνου για να κινηθώ ελεύθερα μέσα σ’ αυτές. Να, όπως το νερό, που είναι ταυτόχρονα κι αέρας και υγρό και πάγος.
Η Μινωική Κρήτη του σπουδαίου αρχαιολόγου Γιάννη Σακελλαράκη (1936-2010), αναδύεται μέσα από τα πρόσωπα των σημερινών βοσκών. Καθόλου τυχαία, οι ίδιοι είναι και οι εργάτες των ανασκαφών, πολύτιμοι φύλακες της ιστορίας που επιμένει ν’ ανασαίνει στα πέτρινα καλύβια τους, φτιαγμένα με την ίδια αρχαία τεχνική των θολωτών τάφων. Οι κρητικοί βοσκοί συναντούν τους Μινωίτες προγόνους τους στη σκιά των ίδιων βουνών. Αναπνέουν τον ίδιο αέρα, ακούν το ίδιο θρόισμα των φύλλων, βλέπουν τη γη τους να ανθίζει ξανά και ξανά. Ακόμη και οι ήχοι της φύσης παραμένουν αναλλοίωτοι, η ξεσηκωτική κρητική μουσική δεν είναι παρά η αντανάκλασή τους. Δίπλα στα ανασκαμμένα μινωικά νεκροταφεία, οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν τις ίδιες σχεδόν αρχέγονες τελετουργίες τους, να προσφέρουν θυμίαμα στους νεκρούς τους. Να τους τιμούν και να τους θυμούνται. Αρχαίες λέξεις και μελωδίες που μοιάζει να θέλουν να τους συμφιλιώσουν με την έννοια όχι του θανάτου αλλά της ζωής.
Ό,τι χάνεται, κάποια στιγμή θα ξαναβρεθεί, γιατί δεν έχει σταματήσει να υπάρχει. Η αναζήτηση αυτής της ρίζας που συνδέει υπόγεια τις ζωές των ανθρώπων για κάποιους είναι έργο ζωής. Αποφασισμένοι να σκάβουν, όχι για να βρίσκουν αλλά για να κατανοούν.
Συλλέγω λοιπόν τα ίχνη, από το χθες κι από το τώρα για να τ’ αφήσω κληρονομιά στο αύριο. Τα πάντα αφήνουν ίχνος. Οι άνθρωποι στον τόπο και το χρόνο, τα δέντρα, τα ζωντανά, ο άνεμος όταν περνάει μέσα από τα φύλλα των δέντρων, ακόμη και τα μυρμήγκια στο διάβα τους. Ακόμη και οι ταινίες. Αυτή είναι η δική μου αρχαιολογία!
Το link για να παρακολουθήσει κάποιος τις ταινίες του Φεστιβάλ είναι:
https://online.filmfestival.gr/
Το ντοκιμαντέρ “Το Ίχνος του Χρόνου”-97 λεπτά, παραγωγή 2020
https://online.filmfestival.gr/film/to-ikhnos-tou-khronou-the-trace-of-time/
*Ένα ποίημα που έστειλε για τους αναγνώστες της “Α” η Εμμανουέλα Βερερουδάκη, τελειόφοιτος της σχολής Μουσικών Σπουδών στην Κέρκυρα
“ΑΓΡΙΑ ΛΥΣΣΑ”
Άγρια λύσσα τρώει τους πολλούς
κενούς ανθρώπους δίχως ψυχή
κακό πράμα η ζήλια να υπάρχει
κι οι πιο πολλοί να καταντούν ρηχοί.
Στόματα βρώμικα πώς θα ξεπλυθούν
να βγει το φως της αγνότητας πάλι
φαντάζει πόλεμος, με απάνθρωπα κτήνη
που η μοίρα μπρος μας έχει βάλει.
Του διαόλου πιόνια ορμούν πάνω μας
στην πρώτη φλόγα που θ’ αγγίξουν
μα εμείς σαν άνθρωποι πιστοί του Θεού
δε θ’ αφήσουμε στο μίσος να μας πνίξουν.
Ανάθεμά το το κακό που κυνηγά αρετές
ίσα του να της κάνει να ησυχάσει
ποτέ όμως γαλήνη δε θα βρει
είναι καιρός πια τη μάχη του να χάσει.
Στιγματισμένες καρδιές από πίκρες
γυρεύουν ελπίδες να κρατηθούν γερά
τα πιο άσχημα κακά να καταπνίξουν
επιτέλους μιας αβύσσου, τα βαθιά νερά.
Όλα είναι δυνατά σε τούτη τη ζωή
η αρχή της Δόξας, πάλι θα φανεί
ένα μονάχα λάθος να σταματήσει
θα λάμψουν παντού οι δικοί μας ουρανοί.
Κρήτη μου, που δεν παύεις να πολεμάς
τ’ άγρια θηρία που λυσσούν
να πέσεις χαμηλά να λυγίσεις
μην αφήνεις τα ιερά σου να μισούν.
Γιατί μόνο εσύ Κρήτη μου είσαι ικανή
στην κορυφή και πιο ψηλά να φτάνεις
για τ’ ακατόρθωτα σ’ όρισε ο Θεός
μόνο τα όρια πρέπει να βάνεις.
Λεβεντομάνα Κρήτη μου θυμήσου
τους δαίμονες που έχεις νικήσει
και μην αφήνεις μια φλόγα να σ’ αγγίξει
μα τ’ όνομά σου ποτέ, δε θα σβήσει!
*Η Εμμανουέλα είναι εγγονή του Αριστοτέλη Κεφαλογιάννη “Γιωργαλή”

Από τον Νίκο Σκουλά (του Φρουδά)
19 Μαΐου 2020
“Αγαπητοί/τές μου Συγχωριανοί/νές
Συγχωρήστε με που επαναλαμβάνω: Η επιστολή αυτή απευθύνεται μόνο σε Ανωγειανούς και σε κανέναν άλλο. Μα γιατί; θα ρωτήσετε. Διότι πιστεύω ότι η διπλή τραγωδία που προκάλεσε ανείπωτο πόνο και βύθισε στο πένθος τους οικείους των θυμάτων αλλά και ολόκληρη την κοινωνία των Ανωγειανών όπου γης, είναι δικό μας θέμα και πρόβλημα που αφορά μόνον εμάς και μόνον εμείς οφείλουμε και μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε και να το λύσουμε μιας και δια παντός.
Η πείρα, πρόσφατη και παλαιότερη, μας διδάσκει ότι η λύση δεν θα έρθει ούτε από τα τηλεοπτικά μέσα, ούτε από τους δικηγόρους ούτε από τα κοινωνικά δίκτυα, ούτε ακόμα από τις δημόσιες δηλώσεις καλοπροαίρετων και βαθειά ανήσυχων συγχωριανών, ούτε με μαντινάδες και μοιρολόγια.
Το πρόβλημα ήταν πάντα και παραμένει εντελώς δικό μας και μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε με επιτυχία αν πάψουμε να εθελοτυφλούμε, και με ειλικρίνεια και γνήσια αυτοκριτική, όσο οδυνηρή και αν είναι, να κουβεντιάσουμε μεταξύ μας, να συμφωνήσουμε και να συνδεσμευτούμε στις ενδεικνυόμενες λύσεις, τις οποίες όλοι «φορούμαστε» αλλά αρνούμαστε να παραδεχτούμε γιατί είναι άβολες.
Πιστεύω ειλικρινά ότι αν συνεχίσουμε να πορευόμαστε με τον ίδιο τρόπο, οδηγούμαστε σε ραγδαία ηθική και κοινωνική απαξίωση και θα είναι μέγα κρίμα γιατί κουβαλούμε πλουσιότατη ιστορία εθνικών αγώνων και πολιτιστικής προσφοράς με ανθρωπιστικές αξίες και αρετές που μας διακρίνουν και εκφράζονται στην πράξη από πλείστους Ανωγειανούς εντός και εκτός του χωριού μας, ακόμα και σήμερα, στην περίοδο της νέας κρίσης.
Επιτρέψτε μου να καταθέσω τη δική μου αγωνία και τις δικές μου σκέψεις και προτάσεις, δανειζόμενος και βιώματα από τις προηγούμενες γενιές μια και βρίσκομαι στο Φθινόπωρο του βίου μου, χωρίς να απαιτώ να τις αποδεχθείτε. Έχω στην πλάτη μου περισσότερα χρόνια από όλους σχεδόν εσάς και αυτό μου έχει δώσει πολλές εμπειρίες – καλές και κακές – από τις οποίες μπορώ να αντλώ διδάγματα.
Έζησα με τους παλιούς άρχοντες της σεμνότητας και της πρεπιάς και βίωσα τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν δύσκολες καταστάσεις. Όταν η κακή ώρα έφερνε παρεξηγήσεις σε ευαίσθητους κυρίως νέους. Οι παλιοί, οι ώριμοι και νουνεχείς ήσαν εκεί για να επέμβουν και να σβήσουν τη φωτιά πριν φουντώσει, με σασμό, συντεκνιά, κουμπαριά ή αποκατάσταση της ζημιάς αποσοβώντας έτσι το κακό.
Θυμούμαι τους παλιούς που μας έλεγαν: «Τα καλά παλικάρια δε βάνουνε καβγάδες. Τσ’ αποφεύγουν. Οι μανάδες και οι μεγάλες μας αδερφές είχαν σαν μόνιμη επωδό μιας τέτοιας κουβέντας: «’Ασκημα πάει. Ίντα θα πουν’ οι αθρώποι».
Αυτοί οι άνθρωποι, με αυστηρούς κανόνες που περιόριζαν πάντως συχνά το ελεύθερο πνεύμα της νιότης, μάς βοήθησαν να χαράξουμε το δρόμο της ζωής μας, κατά τρόπο μάλιστα που θεωρούσαμε «καταπιεστικό», χωρίς δυστυχώς να καταφέρνουμε να είμαστε πάντα σωστοί. Άλλες συνθήκες, άλλες επιρροές…
Επιστολή στην ΑΝΩΓΗ
Γιαννάκος Ξυλούρης του Ανάστο
Αθήνα, 19 του Μάη 2020
Κοιτάζοντας τη ζωή μου πίσω, όσο μπορώ να θυμάμαι, 73 χρόνια πριν διαπιστώνω ότι από τα 16 χρόνια μου (1968-1984) στον Καναδά, συνεχίζω να εισπράττω μεγάλα κέρδη από επενδύσεις, που έκανα «αγοράζοντας» μετοχές, θησαυρισμένες αξίες, άλλων πολιτισμών και άλλων αξιακών συστημάτων και που σε τελευταία ανάλυση ήταν τα λίγα, αν όχι τα ελάχιστα, περιουσιακά στοιχεία που απόκτησα ως μετανάστης και που έφερα μαζί μου, όταν γύρισα πίσω στον τόπο μου, το 1984!
Μια από αυτές τις σταθερές μετοχές που δεν έχει χάσει ακόμη την αξία της στο Παγκόσμιο Πολιτισμικό Χρηματιστήριο είναι μια Ρήση ένα είδος Λαϊκής Σοφίας, μια Ευχή, ή μια Ινδιάνικη Προσευχή, (λέει) που άκουσα από έναν Ιθαγενή του Καναδά, όταν ο γιος του μου έκανε την τιμή και με φιλοξένησε μια εβδομάδα σε σκηνή στον Καταυλισμό τους στο Βόρειο Οντάριο.: (Και λέω, λέει, γιατί καιρό μετά έμαθα πως ήταν ένα δάνειο, που το αξιοποίησαν πολλοί άνθρωποι αλλά και Πολιτισμοί, όταν ζορίζονταν, ή όταν περνούσαν κρίσεις τα Αξιακά τους Συστήματα.)
– Θεέ μου δώσε μου Δύναμη να αλλάξω πράγματα, που μπορούν να αλλάξουν,
–Υπομονή να ανέχομαι πράγματα, που δεν μπορούν να αλλάξουν.
– Και τη Σοφία να γνωρίζω τη διαφορά τους.
Όταν βλέπω, ή αισθάνομαι ότι σκοτεινιάζει ο τόπος γύρω μου, όταν φαίνεται ότι χάνονται όλα, όταν δεν ισχύει καμιά από τις παγιωμένες σταθερές και βεβαιότητες, όταν όλα πάνε για φούντο, ή όταν το Αξιακό σύστημα δεν αντέχει άλλο και πάει για χρεοκοπία, δεν έχω δα και πολλά άλλα περιθώρια παρά να κοιτάξω να βρω Αποκούμπι σε περασμένα Πολιτισμικά Θησαυρίσματα, ή στις αποταμιεύσεις και το κομπόδεμα από τα κέρδη, που αποφέρουν ακόμα οι επενδύσεις σε μετοχές άλλων αξιακών Συστημάτων.
Τα τελευταία γεγονότα, που τάραξαν συθέμελα τη μικρή γειτονιά μου το Περαχώρι, το χωριό μου τα Ανώγεια και όλη την Κρήτη, δεν έφεραν μόνο τα Πάνω- Κάτω στον μικρόκοσμό μου, αλλά απειλούν τα Ανώγεια με μια Χρεοκοπία σε σημείο που όχι μόνο δεσμεύεται όλο το πολιτισμικό κεφάλαιο, που είχε συσσωρεύσει αιώνες τώρα αυτός ο τόπος, μετουσιώνοντας την Σκληρή Πέτρα… και το … Μπλέ Φως του Ανωγειανού Ουρανού σε Πανανθρώπινες Διαχρονικές Αξίες, αλλά θα κρατήσει δέσμιες και τις μέλλουσες γενιές, βαριά χρεωμένες, γιατί δεν θα αντέχουν να σηκώσουν το βάρος, που θα τους έχουμε Παραδώσει!
Γιατί δυστυχώς τα τελευταία γεγονότα αποδεικνύουν ότι μέσα σ’ αυτό το Αξιακό μας σύστημα μαζί με το ασήκωτο φορτίο των τριών Νεκρών, και των τραυματιών Παραδίνουμε και το Ασήκωτο βάρος της κακοφορμισμένης Πληγής, της Παράνομης Εμπορίας, Οπλοκατοχής, Οπλοφορίας και Οπλοχρησίας.
Αποχαιρετούμε σήμερα έναν ιδιαίτερα αγαπητό σύντροφο ,βετεράνο του ΚΚΕ ,ένα από τους τελευταίους της γενιάς των ατζαραδων τον ατζαραριστειδη .
Ο ατζαραριστειδης σε όλη του την ζωή υπήρξε πιστός στα ιδανικά και τις αξίες του σοσιαλισμού –κομουνισμού, μη επιτρέποντας ποτέ του την υπαναχώρηση,ταλάντευση ή συμβιβασμό με τις ιδέες και την κοσμοθεωρία του ΚΚΕ.
Βίωσε την λαίλαπα του φασισμού με αποκορύφωμα το κάψιμο του χωριού το 1944.
Στάθηκε αρωγός και προσέφερε κάθε βοήθεια σε αγωνιστές καταδιωκομένους την περίοδο του εμφυλίου,αλλά και μετέπειτα, παρά το συνεχή και αδιάλειπτο κυνηγητό και έλεγχο των δυνάμεων της αντίδρασης του κράτους μετεμφυλιακού κράτους.
Σήμερα αποχαιρετώντας τον,στεκόμαστε με δέος αλλά και με υπερηφάνεια, που στις τάξεις του ΚΚΕ είχαμε έναν σύντροφο σαν τον ατζαραριστειδη. Η στάση ζωής του και το παράδειγμα του για μας, θα είναι οδηγός και υποσχόμαστε ότι θα το ακολουθήσουμε χωρίς υπαναχωρήσεις ή ταλαντεύσεις ,όπως ακριβώς έκανε και αυτός σε ολόκληρη την ζωή του.
Στην οικογένεια του τα παιδιά και την σύζυγο του,του υπολοίπους συγγενείς,ευχόμαστε θερμά συλλυπητήρια και να είναι υπερήφανοι για τον Ατζαραριστειδη γιατί εμείς δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ .
Σημείωση: Τον αποχαιρετισμό διάβασε ως επικήδειο στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, ο πρώην δημοτικός σύμβουλος Ανωγείων Αντώνης Ρούλιος.
Με σεβασμό και τιμή σύσσωμα τα Ανώγεια βρέθηκαν την Τρίτη 19 Μαΐου στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου στο Αρμί για να αποχαιρετήσουν τον Αριστείδη Σμπώκο “Ατζαρά”, έναν από τους τελευταίους σπουδαίους του τόπου μας, που τίμησε το χωριό του με τη στάση ζωής και την αξιοπρέπεια που ήταν το κυριότερο προσόν του σε όλο του το βίο. Μια σπουδαία μορφή και ένας άνθρωπος που φεύγοντας πλήρης ημερών και έργων, άφησε πίσω του βαριά κληρονομιά και παρακαταθήκη όχι μόνο στους στενούς συγγενείς του αλλά και σε όλους εμάς που τον ζήσαμε.
Με συγκλονιστικό τρόπο και τρεμάμενη από τη συγκίνηση φωνή, τον αποχαιρέτησε στον επικήδειο λόγο του ο ανιψιός του Βασίλης Σμπώκος και πρώην Αντιδήμαρχος Ανωγείων.
Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο τον επικήδειο λόγο του:
“Αποχαιρετισμός στο θείο Ατζαραριστείδη!!!
“Άντρας από παλιά κοπή, μες την καρδιά του Μάη,
με ζάλα που μυρίζουνε, εκίνησε και πάει”
Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις στη νεκρολογία του, τη ζωή ενός ανθρώπου που έχει σημαδέψει τη ζωή σου, ιδιαίτερα στα παιδικά και εφηβικά σου χρόνια. Τότε δηλαδή, που διαμορφώνεσαι ως προσωπικότητα μέσα από τα πρότυπα που δημιουργείς. Κι εσύ ήσουν,θείε Αριστείδη αυτός o ιδανικός άνθρωπος-πρότυπο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας, όλων όσοι είχαμε την τύχη να ζήσουμε δίπλα σου.
Ήσουν το έκτο στη σειρά παιδί από τα εννέα συνολικά, του Ατζαρογιώργη Σμπώκου και της Γαρτζολολένης Καλλέργη. Γεννήθηκες και αναθράθηκες σε μία δύσκολη εποχή, που η φτώχεια και η πείνα ήταν τα μόνα εμφανή και κυρίαρχα στοιχεία των παιδικών σου χρόνων και έμειναν ανεξίτηλες αναμνήσεις που μας τις περιέγραφες με παράπονο: “Κατέχετε μρε ήντα ειναι, να ναι άδειο το στομάχι μικιού κοπελιού και να κάνουν οι ψείρες καταγώγι στο κορμί του;” μας έλεγες.
Τα γράμματα τα έπαιρνες αλλά με ήντα υποδομή να προχωρήσεις και σε ήντα περιβάλλον; “Κάθε ταχινή έπρεπε να κρατεί το κάθε κοπέλι στο σχολειό ένα ξεροκούτσουρο για να μη ποθάνουμε τση κρυγιότης. Δε χρειγιάζεται να σας ε πω για τετράδια και μολύβια”συμπλήρωνες περιγράφοντας με γλαφυρότητα την κατάσταση.
Μαντρατζάκι για 3 έμπολα τη καλοκαιριά έδινες το δικό σου αγώνα επιβίωσης συμμετέχοντας στην οικονομία του σπιτιού σας.Βίωσες τη λαίλαπα της Γερμανικής Κατοχής στη διάρκεια της εφηβείας σου και το κάψιμο του χωριού στην ενηλικίωση σου.Υπάρχει μάλιστα και μια προσωπική σου ιστορία την περίοδο αυτή.
Προσπαθώντας να προστατέψετε με τον αδερφό σου το Σάββα τα πρόβατα σας,βρεθήκατε στα Ορεινά της νοτικής ρίζας για 2 μήνες περίπου,χωρίς καμία δυνατότητα επικοινωνίας,λόγω των δραματικών συνθηκών, με την υπόλοιπη οικογένεια σας,η οποία έφτασε στο σημείο να σας κάνει και μνημόσυνο, νομίζοντας ότι σας είχαν σκοτώσει οι Ναζί κατακτητές.
Η απελευθέρωση από τους Γερμανούς ήρθε, αλλά όχι για όλους. Στα σπίτια τω Σμπώκηδω η μεταπελευθερωτική ηρεμία και γαλήνη δεν είχε έρθει.
Ήταν στόχος και διώκονταν για την ιδεολογία τους πλέον.Ο κομμουνισμός ήταν εφάμιλλος εχθρός με το Ναζισμό για το μετακατοχικό Ελληνικό Κράτος.
Διώξεις,εξορίες, θύελλες και κατατρεγμοί στην ημερησία διάταξη. Ήταν η περίοδος που διαμόρφωθηκες ιδεολογικά και συνειδησιακά ως άνθρωπος.
Ως άνθρωπος-κομμουνιστής,με την πραγματική έννοια του όρου,που σε συνόδευε σε όλη την περίοδο της ζωής σου.
Τίμιος, εργατικός, αλληλέγγυος στο συνάνθρωπο σου, υπερασπιστής του δίκιου και πολέμιος του άδικου.Κομμουνιστής της ουσίας και της πράξης και όχι της ταμπέλας της αδράνειας και του πήγαιν’ έλα.
Στη δύσκολη αυτή περίοδο σταθήκατε δυνατοί με τους αδερφούς σου. Αποκαταστήσατε τις αδερφές σας και δημιουργήσατε τις δικές σας οικογένειες εκπληρώνοντας το χρέος σας προς τη ζωή.Παντρεύτηκες τη Λευκοθέα Ξυλούρη του Ζωνού άξιο συμπαραστάτη και στυλοβάτη του σπιτιού σου, για 50 και πλέον χρόνια της ζωής σου. Αποκτήσατε τρία παιδιά.Το Βαγγέλη το Γιώργη και την Ελένη που τα μεγαλώσατε με αρχές αξίες και ιδανικά, άξιους συνεχιστές του αγώνα σας για μια καλύτερη κοινωνία.
Στην πορεία προστέθηκε στην οικογένεια και ο γαμπρός σου ο Γιώργης, άνθρωπος κοινών αντιλήψεων και πνεύματος με το δικό σου,κι αυτό αποτυπώνεται περίτρανα στα πέντε εγγόνια σου,που σε έκαναν να περηφανεύεσαι τόσο γι αυτά. Είχες μία ιδιαίτερη σχέση με τα κοπέλια γενικότερα.
Και κυρίως με όλα σου τα ανίψια,ως κοπέλια. Σου άρεσε να γίνεσαι ένα με μας, δείχνοντας μας την αγάπη σου και δίνοντας μας τη συμβουλή σου.
Μόνιμες φράσεις στο στόμα σου,το “άχι μρε κοπέλια” και το όφου παιδιά μου”.
Για τη στάση σου αυτή οι αδερφοί σου,στα πλαίσια μιας ιδιότυπης μεταξύ σας σχέσης αλληλοσαρκασμού που είχε ως αποτέλεσμα να παρατσουκλιάζετε ο ένας τον άλλον,σου είχαν δώσει το προσωνύμιο “Καλόγερος”.Καλός-γέρος!!!
Δεν ήσουνα όμως μόνο καλός γέρος. Ήσουνα και πολύ ευαίσθητος. Ο θάνατος του ανιψιού σου του Γιώργη σε είχε σημαδέψει την τελευταία 15ετία.
Το δάκρυ είχε μόνιμο στασίδι στην άκρη του ματιού σου σε κάθε στόρηση του.
Βοσκός του αοριού και του χειμαδιού σε όλη σου τη ζωή,γεμάτος ευγένεια. Κατάλυσες το βίο σου,πορευόμενος με αξιοπρέπεια,σύνεση και ηρεμία στσι βουνοκορφές του Ψηλορείτη και στα γυρογυάλια τση Μεσσαράς έχοντας κερδίσει το σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων.
Θείε Αριστείδη.
Η Ανωγειανή κοινωνία σε αποχαιρετά σήμερα. Αποχαιρετά,σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία γι’αυτήν,έναν από τους τελευταίους ανθρώπους μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που ο λόγος, η τιμή,η ανδρεία, η συναδελφικότητα, η αλληλεγγύη είχαν νόημα και ουσία και δεν ήταν απλές λέξεις όπως τις χρησιμοποιούμε σήμερα για να επαιρόμαστε ως Ανωγειανοί, ενώ η πραγματικότητα δυστυχώς είναι εντελώς διαφορετική βιώνοντας την.
Θείε Αριστείδη.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα αυτά που πρόσφερες στο διάβα τση ζωής σου. Στην Ανωγειανή κοινωνία, στην οικογένεια μας, στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου, στα ανίψια σου.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ, που μου έδωσες σήμερα το δικαίωμα, να στέκομαι με υπερηφάνεια πάνω από το φέρετρο σου και να μπορώ να πω τη μαντινάδα που αποτυπώνει πραγματικά την 94χρονη πορεία τση ζωή σου:
“ΧΕΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΡΠΑΞΑΝΕ
ΞΕΝΟ ΨΩΜΙ ΝΑ ΦΑΝΕ
ΑΥΤΑ ΚΡΑΤΟΎΝΕ ΤΗΝ ΤΙΜΗ
ΟΣΟ ΒΑΡΙΑ ΚΑΙ ΝΑΝΑΙ”
Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μας θείε…”