Το χρονικό της; ημέρας σε μια λαμπρή εκδήλωση σήμερα στο Αρμί, στην επέτειο των 82 ετών από το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων, ανέπτυξε η Οικονομολόγος Δέσποινα Σαλούστρου.

Αναλυτικά η ομιλία της:
Σεβαστοί Πατέρες,
Αξιότιμοι κύριοι και κυρίες εκπρόσωποι αρχών και φορέων,
Αγαπητοί συγχωριανοί,
Ευχαριστώ τον Δήμο Ανωγείων για την τιμή της σημερινής ομιλίας. Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να πενθήσουμε και να τιμήσουμε τους
προγόνους μας, μα και να παραδειγματιστούμε από την αντίσταση και το σθένος που έδειξαν καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας μας.
82 χρόνια συμπληρώνονται από τη μέρα που τα Ανώγεια έγιναν στάχτη, και σήμερα τα Ανώγεια θυμούνται. Θυμούνται τη στιγμή που διάλεξαν τον δρόμο του αγώνα αντί εκείνον της υποταγής, βλέποντας το βιός τους να καταστρέφεται για τρίτη φορά. Κι όμως, στάθηκαν πάλι στα πόδια τους. Μια υπενθύμιση πως την ελευθερία και το πείσμα αυτού του τόπου, καμία φωτιά δεν μπόρεσε να τα σβήσει.
Αυτός ο τόπος δεν έμαθε να κοιτάει από μακριά. Οι Ανωγειανοί, όποτε η πατρίδα και το δίκιο το ζήτησαν, βγήκαν μπροστά χωρίς να λογαριάσουν τίποτα παρά μόνο το χρέος να συντράμουν δίπλα σε όποιον είχε ανάγκη. Οι Ανωγειανοί συσπειρώνονται και συμμετέχουν στους αγώνες της Κρήτης για την ελευθερία, διατηρώντας διαχρονικά ζωντανό το αίσθημα της αντίστασης και της ανεξαρτησίας. Η αγωνιστική τους δράση ξεκινά ήδη από τη συμμετοχή τους στη Φιλική Εταιρεία και συνεχίζεται κατά την Επανάσταση του 1821. Με την
ύψωση της σημαίας στο «Λενικό», οι Ανωγειανοί δηλώνουν έμπρακτα την προσήλωσή τους στον αγώνα και παίρνουν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου. Τον Μάιο του 1822 συμβάλλουν στη μεγάλη νίκη στη μάχη στο Σκλαβόκαμπο Μαλεβιζίου, ενισχύοντας τις δυνάμεις των Κρητικών και προκαλώντας την έντονη αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Η αντίδραση
αυτή οδηγεί τελικά, στις 14 Ιουλίου 1822, στο πρώτο Ολοκαύτωμα των Ανωγείων, όταν το χωριό καταστρέφεται ως αντίποινα για τη συμμετοχή του στη μάχη.
Το 1ο Ολοκαύτωμα δεν σηματοδοτεί το τέλος του αγώνα. Με το ξέσπασμα της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης, έρχεται και το 2ο Ολοκαύτωμα των Ανωγείων το 1867. Οι οθωμανικές δυνάμεις σκοτώνουν, λεηλατούν και πυρπολούν, προκαλώντας ανείπωτες καταστροφές, σκορπίζοντας τον φόβο και την απόγνωση. Κι όμως, ο τόπος ξανασηκώνεται. Οι Ανωγειανοί δεν λυγίζουν μπροστά στην καταστροφή. Ξαναχτίζουν το χωριό και δίνουν ξανά ζωή στον τόπο μας.
Το 1941, η γερμανική κατοχή φτάνει στην Κρήτη. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου, οργανωμένα σώματα Ανωγειανών κατεβαίνουν στα Ρεθεμνιώτικα και στα Καστρινά και συμμετέχουν στη Μάχη της Κρήτης. Για άλλη μια φορά, οι Ανωγειανοί δίνουν το «παρών» στη μεγάλη στιγμή της Κρητικής ιστορίας, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του καθήκοντος. Το καλοκαίρι του 1941 αρχίζει η οργανωμένη Αντίσταση στα Ανώγεια, με την ίδρυση της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων, υπό την αρχηγία του Ιωάννη Δραμουντάνη (Στεφανογιάννη). Μετά την εκτέλεσή του στις 13 Φεβρουαρίου του 1944, την αρχηγία αναλαμβάνει ο Μιχάλης Ξυλούρης (Χριστομιχάλης). Στις 7 Αυγούστου 1944, ομάδα του εφεδρικού ΕΛΑΣ εξουδετερώνει και συλλαμβάνει τον Γερμανό λοχία Ολενχάουερ, γνωστό και ως Σήφη, φρούραρχο του Γενί Γκαβέ, καθώς και τα οκτώ μέλη της φρουράς του στο Σφακάκι απελευθερώνοντας 98 Ανωγειανούς ομήρους.
Μία μέρα αργότερα, στις 8 Αυγούστου 1944, πραγματοποιείται το Σαμποτάζ της Δαμάστας, στο οποίο οι Ανωγειανοί έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η επιχείρηση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενέργειες της Κρητικής Αντίστασης εναντίον των γερμανικών δυνάμεων, με τους Ανωγειανούς αντάρτες να συμβάλλουν σημαντικά στην επιτυχία της.
13 Αυγούστου 1944.
«Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρο της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας , επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλο και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια , διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων
και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου. Χανιά 13-8-44. Ο Στρατηγός Διοικητής Φρουρίου Κρήτης Χ .(Χάινριχ) ΜΙΛΛΕΡ»
Ισχυρές γερμανικές δυνάμεις περικυκλώνουν το χωριό και εισβάλλουν σε αυτό. Όσοι Ανωγειανοί, κυρίως ηλικιωμένοι και ανήμποροι, αρνούνται ή δεν προλαβαίνουν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με τη βία και τις εκτελέσεις. Στη συνέχεια, οι ναζί εξαπολύουν μια συστηματική επιχείρηση καταστροφής. Για 23 ημέρες πυρπολούν, λεηλατούν και ανατινάζουν με δυναμίτη τα σπίτια του χωριού, καταστρέφοντας συνολικά και τα 940 σπίτια των Ανωγείων. Παράλληλα, κατάσχουν τα κοπάδια και λεηλατούν τις περιουσίες των κατοίκων, επιδιώκοντας να αφανίσουν κάθε ίχνος του τόπου που είχε συνδεθεί με την αντίσταση, χωρίς όμως να λάβουν υπόψη την
ανυπότακτη ψυχή των Ανωγείων. Η καταστροφή δεν περιορίζεται στις περιουσίες. Περίπου 1.500 γυναίκες και παιδιά συγκεντρώνονται από τις γερμανικές δυνάμεις και οδηγούνται στα γύρω χωριά του Μυλοποτάμου. Χωρίς σπίτι και χωρίς περιουσία, οι Ανωγειανοί βιώνουν την απόλυτη ένδεια, την πείνα και τον ξεριζωμό. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκουν τη δύναμη να επιστρέψουν, και μέσα από τις στάχτες της
καταστροφής, κάνουν το χωριό να ξαναγεννηθεί για τρίτη φορά.
Σε αυτό το σημείο, οφείλω να κάνω ειδική μνεία στην Ανωγειανή γυναίκα. Σε αυτές τις ακούραστες, υπομονετικές και περήφανες γυναίκες. Στήριγμα της οικογένειας και της κοινότητας, βρέθηκαν καθημερινά αντιμέτωπες με τη φτώχεια, την πείνα, την απώλεια και τον φόβο. Κι όμως, δεν λύγισαν. Μεγάλωσαν τα παιδιά τους μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, στάθηκαν στο πλευρό των αγωνιστών, προσέφεραν τροφή, περίθαλψη και καταφύγιο, κράτησαν ζωντανή την ελπίδα και συνέβαλαν, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, στον αγώνα της Αντίστασης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επίσημη αναφορά που συνέταξε ο Νίκος Καζαντζάκης, ως υπεύθυνος της Κεντρικής Επιτροπής το 1945 για τη διαπίστωση των γερμανικών ωμοτήτων στην Κρήτη. Μέσα από τις μαρτυρίες των κατοίκων κατέγραψε την καταστροφή και την ισοπέδωση των Ανωγείων, καθώς και τις βιαιότητες που υπέστη ο πληθυσμός. Ανάμεσα στις μαρτυρίες αυτές αναφέρεται ότι δύο αδελφές, η χήρα του Εμμανουήλ Καλλέργη και η χήρα του Εμμανουήλ Καβλέντη, καθώς και η χωλή Ειρήνη Καραΐσκου και η Ευαγγελία Ιωάννη Πασπαράκη, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, επιλέγοντας να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Οι τέσσερις γυναίκες βρήκαν
τραγικό τέλος, καθώς κάηκαν και καταπλακώθηκαν από τα ερείπια των κατοικιών τους μετά την ανατίναξή τους.
Η Ανωγειανή γυναίκα δεν αποτελεί μόνο σύμβολο μιας δύσκολης εποχής. Αποτελεί διαχρονικό πρότυπο αξιοπρέπειας, γενναιότητας και προσφοράς, υπενθυμίζοντας ότι η ιστορία των Ανωγείων γράφτηκε όχι μόνο από όσους πολέμησαν με τα όπλα, αλλά και από εκείνες που κράτησαν όρθιες τις οικογένειες, τον τόπο μας και την ίδια τη ζωή. Φτάνοντας στο σήμερα, η ιστορία των Ανωγείων δεν αποτελεί μόνο μια
πολύτιμη παρακαταθήκη του παρελθόντος, αλλά και πηγή έμπνευσης για τη νέα γενιά. Όλοι εμείς, έχοντας ως σημείο αναφοράς τις αξίες της ελευθερίας, της αντίστασης, της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας που χαρακτήρισαν τους προγόνους μας, συμμετέχουμε ενεργά στα κοινά, αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες και δημιουργούμε έργο που αναδεικνύει τον τόπο και τον πολιτισμό μας. Γιατί η πρόοδος δεν έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση, αλλά θεμελιώνεται πάνω σε αυτή. Η ευθύνη, όμως, δεν βαραίνει μόνο τη νέα γενιά. Αποτελεί χρέος όλων μας, και ιδιαίτερα της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των τοπικών φορέων, να δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι νέοι να μπορούν να εκφράζονται, να δημιουργούν και να συμμετέχουν ουσιαστικά στα κοινά. Να προσφέρουν ευκαιρίες, να ενισχύουν τις πρωτοβουλίες και να δίνουν χώρο και βήμα, ώστε να συνεχίσουμε να κρατούμε τα Ανώγεια ζωντανά, δημιουργικά και πρωτοπόρα.
Αυτή η παρακαταθήκη συνεχίζει να εκφράζεται έμπρακτα μέσα από τις πρωτοβουλίες της σύγχρονης κοινωνίας των Ανωγείων, μετατρέποντας τη μνήμη σε δημιουργική δύναμη. Μέσα από τις προσπάθειες της νεολαίας αναδεικνύεται η ιστορία μας και δημιουργούνται προοπτικές ενός τόπου ανοιχτού και ισότιμου, που δίνει χώρο σε όλους. Παλεύουμε ώστε οι αξίες της αντίστασης, της αλληλεγγύης και της προσφοράς να μην παραμείνουν μόνο χαραγμένες στο παρελθόν αλλά να μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και να εμπνέουν νέους ανθρώπους να συμμετέχουν και να αγωνίζονται για τον τόπο μας.
Έχουμε αποδείξει διαχρονικά πως αυτός ο τόπος αποτελεί πηγή έμπνευσης και μας χαρίζει απλόχερα αυτό που ο Καζαντζάκης ονόμασε ορμή προς τα πάνω. Η ψυχή αυτού του τόπου είναι ζωντανή, παλεύει ενάντια στην αδικία, δεν υποτάσσεται και δε λυγίζει. Αντίσταση, Αγώνας, Ελευθερία. Λέξεις βαριές, με ουσία που οφείλουμε να έχουμε ως πυξίδα στη ζωή μας. Οι παλιοί μας απέδειξαν πως ακόμα και στα χαλάσματα υπάρχει ελπίδα για αναγέννηση. Από αυτές τις στάχτες δεν ξαναχτίστηκε μόνο το χωριό μας. Εκεί πάνω πάτησε και άνθισε ο πολιτισμός μας, κρατώντας ζωντανές τις παραδόσεις, τη μουσική, τα γράμματα, τις αξίες και την ταυτότητα αυτού του τόπου. Ένας πολιτισμός που συνεχίζει να ζει και να εξελίσσεται μαζί με τα Ανώγεια. Με αυτές τις αρμηνειές μεγαλώσαμε. Σε αυτή τη βαριά κληρονομιά καλούμαστε να ανταποκριθούμε, όχι μόνο τιμώντας το παρελθόν, αλλά και αναγνωρίζοντας τις προκλήσεις του παρόντος. Ο αγώνας δεν τελείωσε το 1944. Ο ναζισμός και ο φασισμός δεν ανήκουν μόνο στα βιβλία της Ιστορίας. Εξακολουθούν να ελλοχεύουν και να βρίσκουν
τρόπους να εμφανίζονται στη σύγχρονη κοινωνία. Άλλωστε οι εξελίξεις στο παγκόσμιο περιβάλλον μας δείχνουν ότι πρέπει να είμαστε σε συνεχή εγρήγορση. Ας μην κλείνουμε τα μάτια. Ο φασισμός παραμονεύει.
Τον συναντούμε όταν η διαφορετικότητα παρουσιάζεται ως απειλή, όταν η βία δικαιολογείται ως λύση και όταν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θεωρείται διαπραγματεύσιμη. Γι’ αυτό η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές. Απαιτεί καθημερινή εγρήγορση, παιδεία, κοινωνική συμμετοχή και έμπρακτη υπεράσπιση όσων απειλούνται ή αποκλείονται. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη της δικής μας γενιάς. Η αισιοδοξία μας δεν πηγάζει από άγνοια όσων συμβαίνουν γύρω μας. Είναι η συνειδητή
επιλογή να αντιμετωπίζουμε με σθένος την πραγματικότητα και, παρά τις αντιξοότητές της, να επιλέγουμε τη δημιουργία αντί της παραίτησης, τη συνεργασία αντί του διχασμού, την αλληλεγγύη αντί της αδιαφορίας. Να αξιοποιούμε τη γνώση, τον πολιτισμό και τη δύναμη της συλλογικότητας για να χτίζουμε μια κοινωνία στην οποία ο φόβος δεν θα γίνεται εργαλείο εξουσίας και
το μίσος δεν θα βρίσκει χώρο να ριζώσει.
Οι Ανωγειανοί γνωρίζουμε καλά ότι η αντίσταση δεν είναι μόνο μια πράξη του παρελθόντος. Είναι στάση ζωής. Είναι η δύναμη να στεκόμαστε απέναντι σε ό,τι προσβάλλει την ελευθερία, την ισότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό, έχοντας πάντα στραμμένο το βλέμμα στην ιστορία μας, συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για ένα μέλλον διαφορετικό: ένα μέλλον δημοκρατικό, ανοιχτό και συμπεριληπτικό, όπου η μνήμη γίνεται ευθύνη και η ελπίδα γίνεται πράξη. Γιατί μπορεί οι εποχές να αλλάζουν και οι μορφές της απειλής να μεταμορφώνονται, όμως εμείς αρνούμαστε να παραδώσουμε τα όπλα. Είμαστε εδώ και οφείλουμε να παλέψουμε για ένα καλύτερο αύριο. Γι’ αυτή την ανάγκη τραγούδησε ο Ψαρονίκος. Οι στίχοι του:
Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερνό,
Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε
σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ’ αγόρια μου, παίζουν τον θάνατο στα χαρακώματα.
Είναι μνήμη που ξυπνά, συγκίνηση που περνά από γενιά σε γενιά και μια σιωπηλή υπενθύμιση πως το χρέος απέναντι στον τόπο και την ιστορία δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμη και όταν ο Νιδιώτης μας λέει στο ποίημα “Ανώγεια”:
Κι όταν αλλού κιοτεύουνε μπρος στην φοβέρα των τυράννων, για να μην χάσουν πλούτη και βιός εσύ αντιστέκεσαι και πολεμάς.
Πότε στα χέρια σου βαστάς τη λύρα, πότε μαχαίρι και τουφέκι. Τα σπίτια σου γίνονται ταμπούρια τα μιτάτα σου λημέρια ανταρτών
Τα πρόβατά σου γίνονται σφαχτάρια Τα κουδούνια τους καμπάνες της αντίστασης Κάτι μέσα μας σκιρτίζει.
Γι’αυτό το συναίσθημα σας μιλάω. Αυτό το σκίρτημα που νιώθει ο καθένας εδώ σήμερα, μα και κάθε μέρα. Γιατί όσο αυτό μένει ζωντανό, η μνήμη δεν σβήνει, η φωνή δεν σωπαίνει και η ελπίδα δεν χάνεται. Να στεκόμαστε όρθιοι. Να θυμόμαστε. Να αντιστεκόμαστε. Και να συνεχίζουμε να προχωράμε, με όσα μας δίδαξε η ιστορία και με το βλέμμα στραμμένο στο αύριο.