- Μαΐου 2026
- Απριλίου 2026
- Μαρτίου 2026
- Φεβρουαρίου 2026
- Ιανουαρίου 2026
- Δεκεμβρίου 2025
- Νοεμβρίου 2025
- Οκτωβρίου 2025
- Σεπτεμβρίου 2025
- Αυγούστου 2025
- Ιουλίου 2025
- Ιουνίου 2025
- Μαΐου 2025
- Απριλίου 2025
- Μαρτίου 2025
- Φεβρουαρίου 2025
- Ιανουαρίου 2025
- Δεκεμβρίου 2024
- Νοεμβρίου 2024
- Οκτωβρίου 2024
- Σεπτεμβρίου 2024
- Αυγούστου 2024
- Ιουλίου 2024
- Ιουνίου 2024
- Μαΐου 2024
- Απριλίου 2024
- Μαρτίου 2024
- Φεβρουαρίου 2024
- Ιανουαρίου 2024
- Δεκεμβρίου 2023
- Νοεμβρίου 2023
- Οκτωβρίου 2023
- Σεπτεμβρίου 2023
- Αυγούστου 2023
- Ιουλίου 2023
- Ιουνίου 2023
- Μαΐου 2023
- Απριλίου 2023
- Μαρτίου 2023
- Φεβρουαρίου 2023
- Ιανουαρίου 2023
- Δεκεμβρίου 2022
- Νοεμβρίου 2022
- Οκτωβρίου 2022
- Σεπτεμβρίου 2022
- Αυγούστου 2022
- Ιουλίου 2022
- Ιουνίου 2022
- Μαΐου 2022
- Απριλίου 2022
- Μαρτίου 2022
- Φεβρουαρίου 2022
- Ιανουαρίου 2022
- Δεκεμβρίου 2021
- Νοεμβρίου 2021
- Οκτωβρίου 2021
- Σεπτεμβρίου 2021
- Αυγούστου 2021
- Ιουλίου 2021
- Ιουνίου 2021
- Μαΐου 2021
- Απριλίου 2021
- Μαρτίου 2021
- Φεβρουαρίου 2021
- Ιανουαρίου 2021
- Δεκεμβρίου 2020
- Νοεμβρίου 2020
- Οκτωβρίου 2020
- Σεπτεμβρίου 2020
- Αυγούστου 2020
- Ιουλίου 2020
- Ιουνίου 2020
- Μαΐου 2020
- Απριλίου 2020
- Μαρτίου 2020
- Φεβρουαρίου 2020
- Ιανουαρίου 2020
- Δεκεμβρίου 2019
- Νοεμβρίου 2019
- Οκτωβρίου 2019
- Σεπτεμβρίου 2019
- Αυγούστου 2019
- Ιουλίου 2019
- Ιουνίου 2019
- Μαΐου 2019
- Απριλίου 2019
- Μαρτίου 2019
- Φεβρουαρίου 2019
- Ιανουαρίου 2019
- Δεκεμβρίου 2018
- Νοεμβρίου 2018
- Οκτωβρίου 2018
- Σεπτεμβρίου 2018
- Αυγούστου 2018
- Ιουλίου 2018
- Ιουνίου 2018
- Μαΐου 2018
- Απριλίου 2018
- Μαρτίου 2018
- Φεβρουαρίου 2018
- Ιανουαρίου 2018
- Δεκεμβρίου 2017
- Νοεμβρίου 2017
- Οκτωβρίου 2017
- Σεπτεμβρίου 2017
- Αυγούστου 2017
- Ιουλίου 2017
- Ιουνίου 2017
- Μαΐου 2017
- Απριλίου 2017
- Μαρτίου 2017
- Φεβρουαρίου 2017
- Ιανουαρίου 2017
- Δεκεμβρίου 2016
- Νοεμβρίου 2016
- Οκτωβρίου 2016
- Σεπτεμβρίου 2016
- Αυγούστου 2016
- Ιουλίου 2016
- Ιουνίου 2016
- Μαΐου 2016
- Απριλίου 2016
- Μαρτίου 2016
- Φεβρουαρίου 2016
- Ιανουαρίου 2016
- Δεκεμβρίου 2015
- Νοεμβρίου 2015
- Οκτωβρίου 2015
- Σεπτεμβρίου 2015
- Αυγούστου 2015
- Ιουλίου 2015
- Ιουνίου 2015
- Μαΐου 2015
- Απριλίου 2015
- Μαρτίου 2015
- Φεβρουαρίου 2015
- Ιανουαρίου 2015
- Δεκεμβρίου 2014
- Νοεμβρίου 2014
- Οκτωβρίου 2014
- Σεπτεμβρίου 2014
- Αυγούστου 2014
- Ιουλίου 2014
- Ιουνίου 2014
- Μαΐου 2014
- Απριλίου 2014
- Μαρτίου 2014
- Φεβρουαρίου 2014
- Ιανουαρίου 2014
- Δεκεμβρίου 2013
- Νοεμβρίου 2013
- Οκτωβρίου 2013
- Σεπτεμβρίου 2013
- Αυγούστου 2013
- Ιουλίου 2013
- Ιουνίου 2013
- Μαΐου 2013
- Απριλίου 2013
- Μαρτίου 2013
- Φεβρουαρίου 2013
- Ιανουαρίου 2013
- Δεκεμβρίου 2012
- Νοεμβρίου 2012
- Οκτωβρίου 2012
- Σεπτεμβρίου 2012
- Αυγούστου 2012
- Ιουλίου 2012
- Ιουνίου 2012
- Μαΐου 2012
- Απριλίου 2012
- Μαρτίου 2012
- Φεβρουαρίου 2012
- Ιανουαρίου 2012
- Δεκεμβρίου 2011
- Νοεμβρίου 2011
- Οκτωβρίου 2011
- Σεπτεμβρίου 2011
- Αυγούστου 2011
- Ιουλίου 2011
- Ιουνίου 2011
- Μαΐου 2011
- Απριλίου 2011
- Μαρτίου 2011
- Φεβρουαρίου 2011
- Ιανουαρίου 2011
- Δεκεμβρίου 2010
- Νοεμβρίου 2010
- Οκτωβρίου 2010
- Σεπτεμβρίου 2010
- Ένα κερί στην Παναγία στο Περαχώρι την Κυριακή 10 Μαίου για την “Κρουσταλολένη” και τον “Τζαβελοβασίλη”
- Μέχρι τέλη Μαΐου οι εγγραφές στον Βρεφονηπιακό Σταθμό Ανωγείων
- «Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση/Εκπαίδευση για την Αειφορία στο Σχολείο του 21ου αιώνα: διαδρομές – μετατοπίσεις – μετασχηματισμοί»
- “Ανθεκτικότητα και Αναζωογόνηση του Ψηλορείτη”, στη συνεδρίαση της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για τις ορεινές περιοχές με τη συμμετοχή του Γεωπάρκου Ψηλορείτη
- “Έφυγε” από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών ο Ιωάννης Μπέρκης ή “Μπερκογιάννης”
Κοινωνικά
«Αν με το γιό σου θα βρεθείς Ξυλούρη Ζαφειρένια τ΄ Αδη που τη συγκίνηση θα παίξουν τα μπεντένια»
Κυριακή 13 Αυγούστου 1944. Η μέρα που σημάδεψε για πάντα τη ζωή σου και τα κατοπινά σου βήματα. Οι Γερμανοί μπήκαν στα Ανώγεια. Σας συγκεντρώνουν, γυναίκες και παιδιά στις πλατείες, λίγο πριν το κάψιμο του χωριού, για να ξεκινήσετε την πορεία προς τα χωριά του Κάτω Μυλοποτάμου. Οι κάννες των όπλων των Γερμανών σημαδεύουν τα κεφάλια σας.
Εσύ, έγκυος 8 μηνών, μαζί με τα τρία σου μικρά παιδιά το Γιώργη, τη Λευτερία και το Στεφανή. Μες στη φασαρία και την αναταραχή όπου είστε όλοι μαζεμένοι στο Λιβάδι ακούγονται πυροβολισμοί και σούσουρο «Εσκοτώθηκε ο Στεφανής του Μπαμπακιό στην πλάκα». Ο γιος σου ο Στεφανής είναι μόνο 8 χρονών. Τρέχεις μες στην παραζάλη και συναντάς το παιδί σου πεσμένο κατά γης. Τον ακουμπάς στα χέρια σου και ξεψυχά. Κείνη τη στιγμή ένας Γερμανός στρατιώτης σου ακουμπά το όπλο στο κεφάλι και σου λέει «ράους – φύγε». Όλα γυρνάνε στο κεφάλι σου, ο Στεφανής νεκρός, το μωρό στη κοιλιά σου, τα άλλα σου παιδιά. Και κάνεις τη σωστή επιλογή. Φεύγεις με τα άλλα σου παιδιά ακολουθώντας το δρόμο όλων των Ανωγειανών, το δρόμο της κατοχής της ξενιτιάς.
Σε όλες σου τις αφηγήσεις, η μέρα αυτή σημάδεψε τη ζωή σου. Σε είχα ακούσει πολλές φορές να λες «Γιατί παιδί μου να αφήσω το Στεφανή μου να φύγω και να μη σκοτωθώ μαζί του;». Σου ΄λεγα και σου λέω ότι έκανες τη σωστή επιλογή, την επιλογή για την οικογένεια σου, την επιλογή για τη ζωή!
Έλεγες «Την κατάρα μου να ‘χουν όσοι θέλουν τον πόλεμο». Τρόμαζες όταν άκουγες περιστατικά πολέμου από όλο τον κόσμο, και πάντα έκλαιγες και συμπονούσες τις μάνες του πολέμου.
«Δε θέλω να πεις τίποτα για μένα όταν ποθάνω, θέλω μόνο να πεις για το Στεφανή μου» μου λέγες. Σου ‘κανα το χατίρι για τελευταία φορά θεία Μπαμπακιούδαινα, θεία Ζαφειρένια, θεία ηρωίδα.
Γενναία γυναίκα, δείγμα μιας εποχής και μιας γενιάς που πέρασε. Δυστυχώς αφήνεις πίσω μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό. Αφήνεις όλους εμάς σε καιρούς δύσκολους να τους αντιμετωπίσουμε χωρίς το θάρρος και την ανδρεία των παλιών.
Στο ταξίδι αυτό θεία διάλεξες να πας χέρι – χέρι με τον αγαπημένο σου ανιψιό Μανώλη. Το Μανώλη του Κίκη που υπεραγαπούσες και που έρχεται από την Αμερική να συνταξιδέψετε.
Τα παιδιά σου ο Γιώργης, η Λευτερία, ο Πολύδωρος, τα εγγόνια σου και τα δισέγγονα σου πρέπει να είναι διπλά και τριπλά υπερήφανοι που αξιώθηκαν να σε είχαν μάνα και γιαγιά, να ακούσουν τις αφηγήσεις σου και τον πόνο σου, να μάθουν από τη στάση ζωής σου και τη λεβεντιά σου.
Όλοι εμείς οι συγγενείς και οι φίλοι σου σε αποχαιρετούμε έχοντας γνώση ότι αποχαιρετούμε μια εποχή, μια γυναίκα, ένα σύμβολο που πάντα μας έλεγε «Όχι στον πόλεμο, ναι στην ειρήνη»
Στο καλό θεία Ζαφειρένια
Ανώγεια 30/01/14
Γιωργία Μιλτιάδη Ξυλούρη
Για την Ζαφειρένια Ξυλούρη γράφει τα παρακάτω λόγια ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας:
Πέθανε η Μπαμπακιούδενα στα ενενηνταεφτά της
για να τσι πώ λόγια πολλά και για την λεβεντιά της..
Στη πάνω πάντα τσι κορφής εβγήκες τσι ζωής σου
όρθια, για τον άντρα σου και για τον Στεφανή σου
Τον άντρα πού χασες μικρό κοπέλι; τον ιγιό σου
κι έκτοτε δε ξαστέρωσε χαρά το πρόσωπο σου
Τα χιόνια λιώνα τσι κορφής η στο περπάτημα σου
γιατί τιμούσανε κι αυτά η το ανάστημα σου
Στα μαύρα η μοίρα σε ντυσε πο μικροπαντρεμένη
κόρη αντάρτων κι αδερφή με κότσια προικισμένη
Να θυσιάσεις ήθελε το πρώτο σου κοπέλι
και μ ’ένα τρόπο βάναυσο που εχθρός εχθρού δε θέλει
Την εποχή τσι καταχνιάς και τσι σκλαβιάς μας πάλι
μόχθιε κι μοίρα σου ταχτά πο-κάτω να σε βάλει
Μέρα τ ’Αυγούστου Κυριακή καλά ξημερωμένα
μπήκανε Ούνοι στο χωριό τα μύχια του κραδαίνα
Ένας αρίθμητος στρατός το κύκλωσε οπλισμένος
και ο σκοπός του στο χωριό γραπτώς συγκεκριμένος
Τήρησαν το πρωτόκολλο όλοι κακοί δεν είσα
Λίγοι, το αίμα το πολύ ή το αθώο χύσα
Ένας κακούργος Γερμανός τσι δεκατρείς τ’ Αυγούστου
τον γιό τζι τον εκτέλεσε έτσα για χάρη γούστου
Μια δεκαριά χρονώ τανε παιδάκι τοσοδούλι
να γίνει αιχμή του δόρατος σκέψης κακής πεδούλι
Αν μπόρου με το βλέμμα της άνθρωπο να σκοτώσει
άσχημο τέλος του φονιά του γιού τζι θελα δώσει
Που την ανθρώπινη οργή η μητρική υπερέχει
σύνορα μέτρα και σταθμά εκτός τοιχών της έχει
Στην αγκαλιά της το βαλε για να το περιθάλψει
να λούσει με τα δάκρυ της να ντύσει και να θάψει
Οι γερμανοί τα όπλα τους πάνω της τα χα στρέψει
μα εκείνη το κοπέλι της έσκυβε να παστρέψει
Έχασε και τον άντρα της τα πάθη τζι πληθύνα
και οι τα μαύρα ρούχα της απάνω της σκληρύνα
Έμπειρη πια στα βάσανα πένθη καημούς και πόνους
έκανε στην παρηγοριά μάθημα στους γειτόνους
Δεν έδωκε στην μοίρα της ούτε στιγμή να νοιώσει
πόσες φορές λογής λογιώς την είχενε πληγώνει
Βγήκε στα εκατό κοντά και τα χε τετρακόσια
Εγγόνια και δισέγγονα στους ώμους τσι σηκώσα
Νέος φυγε κι ο άντρας τζι μα πιά τα μαθημένη
με το σταυρό στον ώμο της τα πάντα να υπομένει
Μισό αιώνα πάλευε κύματα αφρισμένα
άλλες γυναίκες στα μισά του ποταμού θα μένα
Έθεκε κειά που έστρωσε κι είχε καλά στρωμένα
με τα παρικαρίσια της και τα αντρωμένα
Έφυγε χτές ακέραιη στα ενενηνταεφτά της
με σκούρο το τσεμπέρι της και κι άλλο στα μαλλιά της
Η μοίρα δε την άφηκε ξέγνοιαστη να μυσέψει
και τσι πεψε να ν’ ανηψιό να τη ναι συνοδεύσει
Μπαμπακιούδενα
Μια λύπη περιμένει σε σ’ αυτόν τον μισεμό σου
θα χεις συνοδοιπόρο τον λατρευτό ανηψιό σου
Τον ΈλληνοΑμερικανό που ήρθε που τα ξένα
το δε ταχιά που μίσεψες να φύγει μετά σένα
Όλους τσι αγάπης μα σ αυτόν είχες αδυναμία
κι άξιζες την πολύπαθη στερνή σου ηρεμία
Χώμα να κάμεις αλαφρύ και χώμα τιμημένο
γιατί με δάκρυα πολλά το έχες διασχισμένο
Αν με το γιό σου θα βρεθείς Ξυλούρη Ζαφειρένια
τ΄ Αδη που τη συγκίνηση θα παίξουν τα μπεντένια
Υστερόγραφο
Στους ήρωες το λάβαρο συνήθως τ’ αποθέτου
εκτός εδά και τίθεται οι μύτες μας και πέσου
Μας λείπει ο αυθορμητισμός και η σωστή μας κρίση
κι όμως τον έχουμε πολύ αλλά με λάθος χρήση
Φιγούρα την ναι κάνουμε στα χέρια την σημαία
και μια γυναίκα έφυγε χωρίς αυτήν, σπουδαία..
“Εφυγε» από τη ζωή ο Βασίλειος Κεφαλογιάννης ή Μεμεντρίκος σε ηλικία 86 ετών. Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα 1-2-2014 στις 3μμ στον Άγιο Γεώργιο. Η ΑΝΩΓΗ εκφράζει τα θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του.
Η οικογένεια του εκλιπόντος Διογένη Αντωνίου Βρέντζου ευχαριστεί θερμά για την αμέριστη συμπαράσταση τους:
-Την παθολογική ογκολογική κλινική ΠΑΓΝΗ και ιδιαίτερα τους ιατρούς:
κ. Καλμπάκη Κωνσταντίνο
κ. Βαμβακά Λάμπρο
κ. Κο’ί’νη Φίλιππα
κ. Νικολάου Χρήστο
κ. Μαντίκα Αλέξανδρο
-Το τμήμα ακτινοθεραπείας και τους:
κ. Κάχρη Στέφανο
κα. Φραγκιαδάκη Χρύσα
κα. Φραγκιαδάκη Μαρία
-Το τμήμα χημειοθεραπείας και την κα. Δημητράκη Ελένη
Επίσης ευχαριστούμε από καρδιας τον ξάδερφο μας ιατρό νευροχειρούργο Κουτεντάκη Γεώργιο, που στάθηκε δίπλα μας από την πρώτη στιγμή. Τέλος ευχαριστούμε όλους όσοι παρευρέθηκαν στο βαρύ πένθος μας.
Σταθμό στην ιστορία της Αντίστασης των Ανωγείων αποτελούν οι μορφές των Ανωγειανών γυναικών. Η ιστορία ακόμη δεν έχει σκύψει να καταγράψει τη μεγάλη προσφορά της γυναίκας των Ανωγείων τα χρόνια 1941-1944.
Μια σημαντική Ανωγειανή μορφή ήταν η Ζαφειρένια Ξυλούρη ή Μπαμπακιούδενα. Στο πρόσωπό της συνδέονται η γυναίκα του αντάρτη, η μάνα που μεγάλωνε τα παιδιά της με υπερηφάνεια και καρτερία, η Ανωγειανή που τροφοδοτούσε το αντάρτικο, η γυναίκα που είδε το χωριό της να εξαφανίζεται και να δημιουργείται πάλι από την αρχή, η χαροκαμένη μητέρα που είχε την «τιμή» να ξεψυχήσει το παιδί της ο Στεφανής στα χέρια της από το βόλι ενός βάρβαρου εχθρού. Βάρβαρος γιατί δε σεβάστηκε ούτε τα μικρά παιδιά, ικανοποιώντας τη δίψα του για αίμα και πόνο πατώντας πάνω στις αθώες παιδικές ψυχές. Σήμερα 30 Ιανουαρίου 2014 πέρασε στην αιωνιότητα. Αφιερώνουμε την παρακάτω αφήγηση της ίδιας στο Γιώργο Καλογεράκη την Άνοιξη του 2004.
Αφήγηση Ζαφειρένιας Ξυλούρη -Σκουλά του Εμμανουήλ ή Μπαμπακιούδαινας : …το πρωί όταν ξημέρωσε η μέρα ήρθανε και είπανε να πάνε απάνω όλα τα γυναικόπεδα. Το διατάξανε οι Γερμανοί. Ο άντρας μου ήτανε αντάρτης στο βουνό. Άντρες στο χωριό δεν υπήρχανε. Όλοι ήτανε αντάρτες. Οι Γερμανοί εβρήκανε πολλά γυναικόπεδα στο χωριό. Αν ήθελα δε βρούνε τόσα πολλά γυναικόπεδα οι Γερμανοί στο χωριό ήθελα μας εσκοτώσουνε. Άμα επήγαμε στο σχολείο μας είπανε να πάμε να πάρομε από το σπίτι μας κάτι ότι ήθελα μπορούμε να σηκώνομε. Πως ήθελα μας εφύγουνε δεν το ξέραμε βέβαια. Ήρθαμε μεις, ήρθενε και το παιδί μου, αυτό μου κλούθανε αυτό ήτονε εννιά χρονών. Το λέγαμε Στεφανή. Τότε εγώ είχα τρία παιδιά. Το άλλο βράδυ είχαμε φύγει πάλι από τα σπίτια μας και είχαμε πάει απέναντι και εξομείναμε έξω. Επεριμέναμε να έρθουνε οι Γερμανοί. Τα παιδιά ενομίζανε ότι ήθελα να πάμε πάλι έξω από το χωριό να ξομείνομε. Εγώ ήμουνε μέσα στο σπίτι και έγκυος οχτώ μηνών. Γύρευγα να πάρω ρούχα για την γέννα μου. Μπαίνει ο Στεφανής και μου λέει :
-Μάνα, ήντα να πάρω ;
Είχαμε δυο γειτονάκια, το Μιχάλη και το αδερφάκι του το Γιώργη το Μπροκάκη. Του φωνιάζανε του Στεφανή. Το παιδί εγώ δεν τ’άκουσα που φώναζε του δικού μου. Είπα του Στεφανή μου :
-Πάρε παιδί μου το πάπλωμα και πήγαινε.
Δεν εκατάλαβα πως τα παιδιά δεν ήθελα γιαγύρουνε στο σχολειό μόνο να πάρουνε απάνω προς το βουνό. Το παιδί επήρε το πάπλωμα και εγώ στο σπίτι μέσα εγύρευγα τα ρούχα που μου χρειάζουνται. Τα βάνω σ’ένα τσουβάλι. Γρικώ τον πυροβολισμό κι ήμουνε μες στο σπίτι. Το παιδί μου ήτονε στο γύρο του δρόμου, στην καμάρα, εκεί που είναι ο Άγιος Νεκτάριος. Εγώ δεν άκουσα πως τους φώναξε ο Γερμανός.
Το γειτονάκι μας επήρε τον Στεφανή και πηγαίνανε προς τα πάνω να βγούνε έξω από το χωριό. Εγώ έβαλα το τσουβάλι τα ρούχα στον ώμο, το σηκώνω και εβγήκα και προχώρησα προς την μεριά της καμάρας. Εκεί που πήγαινα μου λέει του Μίχαλου η μάνα, η Ελένη Σκουλά :
-Έ καημένη, εσκοτώσα το.
Εγώ εξαφνιάστηκα, δεν εκατάλαβα και επήγαινα. Πάω και το βρίσκω πεσμένο στο δρόμο. Ήτανε πηγεμένες μερικές γυναίκες, πολλά παιδιά εστέκανε από πάνω του. Ο Γερμανός είδε τα παιδιά ότι δεν επηγαίνανε προς το σχολειό, τους εφώναξε αλλά αυτά δεν εδώκανε σημασία και επυροβόλισε. Η σφαίρα εβρήκε το δικό μου παιδί, τον Στεφανή μου.
Επήγα και το βάνω στα γόνατά μου. Η σφαίρα το βρήκε στο λαιμό. Ο Στεφανής μου άνοιξε το στόμα του και ετελείωσε. Έρχεται ο Γερμανός με το όπλο. Μου λέει να φύγω. Εγώ δεν έφευγα και τον έξύβριζα. Αυτός το καταλάβαινε πως τον έβριζα. Μου λέει ο Γερμανός ότι κι εγώ καπούτ. Εγώ δεν έφευγα μόνο έκλαιγα. Επήρα το πρόσωπο του Στεφανή μου και το καθάριζα από τα χώματα και εμοιρολογούμουνε. Του’πλυνα το πρόσωπο με τα δάκρυά μου. Ύστερα δεν μ’αφήκανε οι γυναίκες μόνο με πήρανε και φύγαμε. Το παιδί μου έμεινε εκεί πεσμένο. Έμεινε ξοπίσω η πεθερά μου και δυο τρεις άλλες γυναίκες. Εμείς οι υπόλοιπες επήγαμε στο Αρμί στο σχολειό. Οι Γερμανοί δεν εφήνανε να πάρουνε το παιδί από κια. Η πεθερά μου η Μαγδαληνή Ξυλούρη εβρήκε μια τση ανιψιά Κατερίνη Γιαννιούδαινα την λέγανε και πήγανε στους Γερμανούς και τους λένε να πάρουνε το παιδί. Ελέγανε των Γερμανών να πάρουνε το παιδί να το πάνε στην εκκλησία. Οι Γερμανοί δεν αφήνανε μόνο τση στείλανε στο φυλάκιο και τον έδωκε χαρτί ο υπεύθυνος και έτσι το πήρανε. Το πήγανε μες στην εκκλησία. Και έκαμενε έξε μερόνυχτα μες στην εκκλησία άθαφτο. Άμα το πήρανε το παιδί και το πήγανε στην εκκλησιά η πεθερά μου ήρθε κι αυτή στο σχολειό. Μας επήγανε οι Γερμανοί στο Γενή Γκαβέ. Εκεί εξωμείναμε. Το πρωί μας εβάνουνε στον αμαξωτό, μας επροπατούσανε και επήγαμε στο Πέραμα. Όλα τα γυναικόπαιδα του χωριού. Εκεί μας εφήκανε σ’ένα λιόφυτο. Ήτανε σπερνό τση Παναγίας. Μας εφέρανε οι ανθρώποι ελιές ψωμί, πατάτες ότι είχανε. Μετά μας επήρανε οι Μυλοποταμίτες στα σπίτια ντως. Κάθε οικογένεια έπαιρνε και μια από τις δικές μας, μας το κάνανε πολύ καλά. Εγώ δεν επήγα στο Πέραμα. Ήρθε ένας και τονε λέγανε Σαρή και γνώριζε τον αδερφό μου τον παπά – Γιάννη.
Μας επήρε και μας επήγε σ’ένα δικό του σπίτι στο Μελιδόνι. Του άντρα μου δεν του λέγανε την αλήθεια πως εσκοτώσανε οι Γερμανοί το Στεφανή μας. Μόνο του λέγανε άλλα. Μια μέρα του λέει η Λακιώταινα :
-Έ καημένε Μανόλη, παίζουσί σε. Το κοπέλι σου σκοτώσανε οι Γερμανοί.
Ο άντρας μου εγύρευγε τότε να με βρει. Δεν εκάτεχε ούτε εγώ που ήμουνε ούτε τα παιδιά. Το κοπέλι ήταν ακόμη μες στην εκκλησία της Παναγίας εδώ στα Ανώγεια στο Περαχώρι. Το χωριό έρημο. Μόνο τρεις γυναίκες ηλικιωμένες ερχόντανε κάθε μέρα και επαίρνανε τρόφιμα από τα δικά ντως σπίτια. Η Κρυστάλλη η Σταυρακάκη, η θειά μου η Μαριόρα και η Πατάραινα. Και εκεί που είναι τώρα το κατηχητικό ήτανε νεκροταφείο παλιό. Ήρθενε ο άντρας μου στο Μελιδόνι και με βρήκε. Έμαθε που ήμουνε. Εγώ έκλαιγα. Εκεί μου’πε ότι θα’ρθει στα Ανώγεια να θάψει το κοπέλι. Οι Γερμανοί κάθε πρωί ήρχουντανε στο χωριό εγκρεμίζανε και εκαίγανε τα σπίτια και κάθε βράδυ επηγαίνανε στα Σίσαρχα. Ο άντρας μου ήρθε και ήτανε εδώ στην γειτονιά μια κοπελιά Χρυσαυγή την λένε και επήγανε μες στην εκκλησία να πάρουνε το παιδί. Το λάδι του ήτονε χυμένο μες στην εκκλησία. Και το παιδί ήτονε μαύρο κατάμαυρο. Καλλιά που δεν το’δα μου’λεγε μετά η Χρυσαυγή. Ο άντρας μου είπε στην Χρυσαυγή να τονε βοηθήσει να το πάνε στο νεκροταφείο. Εβοήθησέ ντονε η Χρυσαυγή Ξυλούρη. Ήρθε επαδέ στο σπίτι μου να βρει ένα ρούχο να του βάλει και δεν έβρισκε. Όλα τα’χανε παρμένα. Σκέψου δα που είχα όλη την προίκα μου εδώ. Δεν εβρήκε ρούχο μόνο ένα παλιό γαμπά. Το πήγανε στο νεκροταφείο. Και μόλις εφτάξανε έπιασε ο άντρας μου να βγάλει μια πλάκα και να το θάψει. Εκεί ήτανε και οι τρεις γυναίκες η Κρυστάλλη, η Μαριόρα και η Πατάραινα. Και μόλις έπιασε να σηκώσει την πλάκα να βάλει το παιδί ο άντρας μου φωνιάζει μια γυναίκα απέναντι :
-Γερμανοί μόνο φύγετε !
Μόλις το’πε από πάνω από το δρόμο σ’ένα πρινάρι ήτονε οι Γερμανοί προβαρμένοι. Αφήνει ο άντρας μου το παιδί άταφο και φεύγει. Και παίρνει κάτω. Στου Σμπρουλογιώργη τα σπίτια εμέρδεψαν τα πόδια του κι εγανάχτησε να τα ξεμπερδέψει.
Και όντεν επέρνανε την εκκλησία τση Παναγίας του βάνανε με το πολυβόλο οι Γερμανοί και επήρε τση σφαίρες ο ρούκουνας τση εκκλησιάς. Ο ρούκουνας τση Παναγίας εσκότωσε τση σφαίρες. Και το παιδί το θάψανε οι τρεις γυναίκες και η Χρυσαυγή. Στο παλιό νεκροταφείο.
Ήρθε μετά ένας Παπαδογιάννης που γνώριζε ένα μου αδερφό το Λευτέρη και έρχεται και μας παίρνει και πάμε στην Αγυιά. Εκάναμε εκιά δυο τρεις ημέρες. Μετά ήρθε η κουνιάδα μου η παπα – Γιάνναινα και με πήρε και πήγαμε στον Άη –Γιάννη. Από τον Άη – Γιάννη επήγα στην Αξό. Εκεί εγέννησα και έκαμα ένα κοριτσάκι. Και επέθανε κι αυτό στο χρόνο απάνω. Όντεν ήμουνε στην Αγυιά, τα Ανώγεια εφαίνουντανε από κει και εθώριες μαύρους καπνούς και εβγαίνανε από το χωριό μας.
Οι Γερμανοί εκαίγανε πρώτα τα σπίτια και μετά τα ρίχνανε.
Μια μέρα από την Αξό εθέλανε να ρθούνε στο χωριό η πεθερά μου και η μάνα μου μήπως βρούνε τίποτα από τα σπίτια μας. Εγώ τονα ακλούθουνα και εμπήκαμε ποταμό ποταμό να ρθουμε στ’Ανώγεια. Εφτάξαμε. Εγώ δεν ήρθα στο σπίτι. Αυτές ήρθανε μα εγώ επήγα στο νεκροταφείο. Απάνω στον τάφο του παιδιού μου έκλαιγα. Κι εκιά που έκλαιγα και ήμουνε μοναχή στο νεκροταφείο θωρώ έναν άνθρωπο ψηλό με τα θερινά ρούχα και έρχεται και μ’αγκαλιάζει Στρέφομαι και βλέπω τον αδερφό μου τον παπά – Γιάννη. Ξυρισμένο. Δεν τονε γνώρισα στην αρχή γιατί δεν τον είχα θωρώντας ξυρισμένο. Από δω έφυγε παπάς και μετά έγινε στην Μέση Ανατολή αλεξιπτωτιστής.
Σαν εγίνηκα εννιά μερών λουχούνα ήρθενε ο πατέρας μου και μας επήρε και επήγαμε στο Κεραμούτσι. Από κει ήτανε τση μάνας μου ο πατέρας. Και κάμαμε στο Κεραμούτσι ένα χρόνο. Στο χρόνο απάνω ο άντρας μου επολέμησε κι έκανε ένα μικρό σπιτάκι εδώ στ’Ανώγεια και εγυρίσαμε πίσω…
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ
Το Σάββατο η κηδεία του Εμμ. Σκουλά
Το ερχόμενο Σάββατο 1 Φεβρουαρίου θα υποδεχτεί η Ανωγειανή το άξιο τέκνο της Εμμανουήλ Σκουλά ή Κίκη που έφυγε από τη ζωή την προηγούμενη Παρασκευή στην Νέα Υόρκη .
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί στη 1 από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Περαχώρι στα Ανώγεια όπως ήταν και η επιθυμία του εκλιπόντος.
Σας παραθέτουμε τα λόγια αποχαιρετισμού του στενού του φίλου στην Αμερική Εμμανουήλ Βεληβασάκη:
«Αγαπητε φίλε Μανωλη,
Η αυλαία έκλεισε! Όλοι σύσσωμοι, δικοί και φίλοι, θα μαζευτούμε μεθαύριο στη Νέα Υόρκη για να σε αποχαιρετήσουμε, να σε ακριβό-φιλήσουμε και να σε συναποβγάλουμε για το μεγάλο σου ταξίδι!
Πλάγιασες λεοντόθυμος στον κόρφο του χειμώνα. Δεν αφουγκράσθηκες τον ανέντιμο χορό του Χάρου που παραμόνευε στις σκοτεινές φυλλωσιές του αδυσώπητου χρόνου, και περίμενε ύπουλα να κλείσει τον κύκλο του.
Το μεγαλείο της λεβέντικης καρδιάς σου, τα ζεστά χνώτα του ανθρωπισμού σου, η χρυσαφένια συμπόνια σου για τους δικούς και φίλους, αλλά και για τον άγνωστο περαστικό διαβάτη, και πάνω απ’όλα για την Κρήτη, και τα αγαπημένα σου Ανώγια και η συγκινητική αξιοπρέπεια σου, δεν μαρμάρωσαν. Έμειναν ένα αναμμένο κερί Μεγαλοσύνης που θα φωτίζει πάντα τις σελίδες της περαστικής πορείας σου στην ζωή.
Δεν θα’ρθουμε φίλε Μανώλη, να σε μοιρολογήσουμε. Τα μοιρολόγια είναι για τους κακομοίρηδες και τους ολιγόκαρδους. Δεν σου πρέπουνε μοιρολόγια εσένα , γιατί έζησες την ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Μόνο ένα στεφάνι με πλατύφυλλους βασιλικούς αντί για δάκρυα, και μια τρυφερή Κρητική λύρα να σε συντροφεύει στο μακρινό ταξίδι σου.
Φίλοι και δικοί θα έρθουμε να σε αποχαιρετήσουμε με μπαλοτιές και μαντινάδες και να σε ευχαριστήσουμε πάνω απ’ολα για το μεστό νόημα της φιλίας σου, της ανθρωπιάς σου και τις Διγενικες πατημασιές που άφησες εδώ στο Νέο Κόσμο, και στον κακοτράχαλο τόπο σου, τα αγαπημένα σου Ανώγια, Μυλοπόταμου.
Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό ρούφηξες την ζωή και δεν ξεστράτισες από την μοίρα σου. Από την Ανατολή της νιότη σου μέχρι την Δύση, κοίταξες αντρίκεια το ταξίδι της ζωής, χωρίς φόβο. Όρθιος στην άκρα του γκρεμού και σαν φλογερός Κρητικός μαντιναδολογος, μένα ζάλο τραγούδησες ολες τις χαρές και λύπες της ζωής και με το μαντολίνο σου σαΐτευσες και σύντριψες τα αγριοκάραβα της καθημερινής αντιξοότητας.
Δεν υπόκυψες σε συμβατικούς κανόνες και βολικές περιπλανήσεις. Κρατώντας με τρυφεράδα ένα σβώλο Κρητικό χώμα στην χούφτα σου, στροβιλίστικες πολλές φορές, μα δεν αναστόχησες. Λαβώθηκες θανάσιμα, αλλά δεν ήξερε κανένας τον πόνο σου.
Δεν γύρισες την πλάτη στην ανώτερη ανθρώπινη ευθύνη. Πάλεψες αντρόκαρδα με αχαλίνωτη λαχτάρα να κρατήσεις την φλόγα της Κρήτης άσβεστη και σφυρηλάτησες ακράδαντατο πύρινο δεσμό του απόδημου Κρητικού με την γη του. Σαν νιούτσικος, θερμόαιμος Ερωτόκριτος τραγούδησες ερωτικά, τρυφερά λόγια στην αγαπημένη σου Αρετούσα: την Κρήτη!
Παλικαρίσια, με μια δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη ψυχή, αγκάλιασες τη ζωή, τον άνθρωπο, την οικογένεια σου και τους φίλους σου,σαν το γάργαρο νερό, βγαλμένο από βαθιά πηγή, βαθύτερη από την κοινή λογική και φρονιμάδα.
Τα μεστά λόγια σου και η μαντινάδες σου, βόλια αιώνια θα αντηχούν στις περήφανες κορυφές του Ψηλορείτη, στα μητάτα και στα βοσκοτόπια που σαν αμούστακο κοπέλι υπηρέτησες και αγάπησες ολόκαρδα!
Μα το μεροκάματο τελείωσε! Ξετέλεψες σαν Κρητικός το μεγάλο χρέος σου με αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια. Αθάνατοι είναι οι νεκροί που αφήνουν πίσω τους τα χνάρια της Μεγάλης ψυχής τους.
Η θαλασσοδαρμένη Κρήτη και ο γέρος, χιονισμένος Ψηλορείτης περιμένουν να δεχτούν το βασανισμένο σου κορμί με ανυπομονησία. Να λαμπαδιάσει θέλει ο τόπος από το φως της μερακλίδικης καρδιάς σου.
Ξέρω ότι θα ρίξεις κρυφά μια στερνή ματιά και θα αποχαιρετήσεις σιωπηλά το χωριό σου, τα Ανώγια και όλους τους χωριανούς σου με παιδική νοσταλγία και θα ψιθυρίσεις γλυκά με ανασαιμιά:
«Γιάντα Θέ μου δεν έκανες μια Κρήτη παραπάνω,
να’μαι στη μια όσο θα ζω, στην άλλη σαν’ποθάνω»
Βλογημένο και περήφανο νάνε το χώμα που θα σε αγκαλιάσει και να γίνει σπίθα λαμπερη και ασβηστη στην λήθη να μην χαθείς.
Αγαπητέ μου φίλε Σκουλά, σγουρε βασιλικέ Ανωγειάνης γλάστρας με μύρα και ροδόσταμο ραντίζουμε τον αποχαιρετισμό μας.
Ευχαριστούμε τον Θεό τον Κρητικό που σε έπλασε με σπάνιο μεράκι και μας χάρισες γενναιόδωρα την μεγαλόπρεπη ύπαρξη σου και μοιράστηκες μαζί μας αξέχαστες στιγμές αγάπης, πόνου και χαράς.
Είμαστε σίγουροι αγαπητέ φίλε Σκουλά, πως ο Θεός θα αναγνωρίσει την αξία σου και θα δείξει κατανόηση…. Αντίο για πάντα αγαπημένε μου φίλε και συναγωνιστή.
«Πολύπλευρος και μερακλίδικος ήταν ο καιρός σου,
Χαίρεται δά η Κρητική η γη, που θ’αγκαλιάσει κορμί νεκρού, σαν το δικό σου».
Αιωνία σου η μνήμη αξέχαστε μου φίλε!
Για τους στενούς σου φίλους, Μανωλη, Αντώνη, Στέλιο, και πολλους άλλους …..»
Μανώλης Βεληβασακης
«Έφυγε» από τη ζωή η Μπαμπακιούδενα, η ηρωίδα μάνα του πρώτου θύματος των Γερμανών στ΄ Ανώγεια
Μια από τις ηρωίδες μάνες των Ανωγείων, που πλήρωσε ακριβά το Ναζισμό, με το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων, «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 97
ετών. Η Ζαφειρένια Ξυλούρη ή Μπαμπακιούδενα θα συναντήσει εκεί στου παραδείσου τις γειτονιές, τον γιο της Στεφανή, το πρώτο θύμα των Γερμανών – μόλις 8 ετών παιδί – κατά την διάρκεια της ισοπέδωσης των Ανωγείων από τις ορδές των βαρβάρων.
Ο αείμνηστος Χουμάς με το δικό του μοναδικό τρόπο, είχε αποτυπώσει σε μια μαντινάδα, τον άδικο χαμό του Στεφανή Ξυλούρη.
«Όταν εκαίγαν το χωριό
Ήτανε μαύρη μέρα
Κι ο Στεφανής του Μπαμπακιό
Πήρε την πρώτη σφαίρα»
Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα Πέμπτη στις 2 μ.μ. από τον ιερό ναό της Παναγίας στο Περαχώρι.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σκεπάσει μια μάνα που πρόσφερε πολλά στην πατρίδα και στην αντίσταση κατά του Φασισμού.
Η ΑΝΩΓΗ εκφράζει τα θερμά συλλυπητήρια στους οικείους της.
Γ. ΦΑΣ