Κυριακή 13 Αυγούστου 1944. Η μέρα που σημάδεψε για πάντα τη ζωή σου και τα κατοπινά σου βήματα. Οι Γερμανοί μπήκαν στα Ανώγεια. Σας συγκεντρώνουν, γυναίκες και παιδιά στις πλατείες, λίγο πριν το κάψιμο του χωριού, για να ξεκινήσετε την πορεία προς τα χωριά του Κάτω Μυλοποτάμου. Οι κάννες των όπλων των Γερμανών σημαδεύουν τα κεφάλια σας.
Εσύ, έγκυος 8 μηνών, μαζί με τα τρία σου μικρά παιδιά το Γιώργη, τη Λευτερία και το Στεφανή. Μες στη φασαρία και την αναταραχή όπου είστε όλοι μαζεμένοι στο Λιβάδι ακούγονται πυροβολισμοί και σούσουρο «Εσκοτώθηκε ο Στεφανής του Μπαμπακιό στην πλάκα». Ο γιος σου ο Στεφανής είναι μόνο 8 χρονών. Τρέχεις μες στην παραζάλη και συναντάς το παιδί σου πεσμένο κατά γης. Τον ακουμπάς στα χέρια σου και ξεψυχά. Κείνη τη στιγμή ένας Γερμανός στρατιώτης σου ακουμπά το όπλο στο κεφάλι και σου λέει «ράους – φύγε». Όλα γυρνάνε στο κεφάλι σου, ο Στεφανής νεκρός, το μωρό στη κοιλιά σου, τα άλλα σου παιδιά. Και κάνεις τη σωστή επιλογή. Φεύγεις με τα άλλα σου παιδιά ακολουθώντας το δρόμο όλων των Ανωγειανών, το δρόμο της κατοχής της ξενιτιάς.
Σε όλες σου τις αφηγήσεις, η μέρα αυτή σημάδεψε τη ζωή σου. Σε είχα ακούσει πολλές φορές να λες «Γιατί παιδί μου να αφήσω το Στεφανή μου να φύγω και να μη σκοτωθώ μαζί του;». Σου ΄λεγα και σου λέω ότι έκανες τη σωστή επιλογή, την επιλογή για την οικογένεια σου, την επιλογή για τη ζωή!
Έλεγες «Την κατάρα μου να ‘χουν όσοι θέλουν τον πόλεμο». Τρόμαζες όταν άκουγες περιστατικά πολέμου από όλο τον κόσμο, και πάντα έκλαιγες και συμπονούσες τις μάνες του πολέμου.
«Δε θέλω να πεις τίποτα για μένα όταν ποθάνω, θέλω μόνο να πεις για το Στεφανή μου» μου λέγες. Σου ‘κανα το χατίρι για τελευταία φορά θεία Μπαμπακιούδαινα, θεία Ζαφειρένια, θεία ηρωίδα.
Γενναία γυναίκα, δείγμα μιας εποχής και μιας γενιάς που πέρασε. Δυστυχώς αφήνεις πίσω μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό. Αφήνεις όλους εμάς σε καιρούς δύσκολους να τους αντιμετωπίσουμε χωρίς το θάρρος και την ανδρεία των παλιών.
Στο ταξίδι αυτό θεία διάλεξες να πας χέρι – χέρι με τον αγαπημένο σου ανιψιό Μανώλη. Το Μανώλη του Κίκη που υπεραγαπούσες και που έρχεται από την Αμερική να συνταξιδέψετε.
Τα παιδιά σου ο Γιώργης, η Λευτερία, ο Πολύδωρος, τα εγγόνια σου και τα δισέγγονα σου πρέπει να είναι διπλά και τριπλά υπερήφανοι που αξιώθηκαν να σε είχαν μάνα και γιαγιά, να ακούσουν τις αφηγήσεις σου και τον πόνο σου, να μάθουν από τη στάση ζωής σου και τη λεβεντιά σου.
Όλοι εμείς οι συγγενείς και οι φίλοι σου σε αποχαιρετούμε έχοντας γνώση ότι αποχαιρετούμε μια εποχή, μια γυναίκα, ένα σύμβολο που πάντα μας έλεγε «Όχι στον πόλεμο, ναι στην ειρήνη»
Στο καλό θεία Ζαφειρένια
Ανώγεια 30/01/14
Γιωργία Μιλτιάδη Ξυλούρη
Για την Ζαφειρένια Ξυλούρη γράφει τα παρακάτω λόγια ο Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας:
Πέθανε η Μπαμπακιούδενα στα ενενηνταεφτά της
για να τσι πώ λόγια πολλά και για την λεβεντιά της..
Στη πάνω πάντα τσι κορφής εβγήκες τσι ζωής σου
όρθια, για τον άντρα σου και για τον Στεφανή σου
Τον άντρα πού χασες μικρό κοπέλι; τον ιγιό σου
κι έκτοτε δε ξαστέρωσε χαρά το πρόσωπο σου
Τα χιόνια λιώνα τσι κορφής η στο περπάτημα σου
γιατί τιμούσανε κι αυτά η το ανάστημα σου
Στα μαύρα η μοίρα σε ντυσε πο μικροπαντρεμένη
κόρη αντάρτων κι αδερφή με κότσια προικισμένη
Να θυσιάσεις ήθελε το πρώτο σου κοπέλι
και μ ’ένα τρόπο βάναυσο που εχθρός εχθρού δε θέλει
Την εποχή τσι καταχνιάς και τσι σκλαβιάς μας πάλι
μόχθιε κι μοίρα σου ταχτά πο-κάτω να σε βάλει
Μέρα τ ’Αυγούστου Κυριακή καλά ξημερωμένα
μπήκανε Ούνοι στο χωριό τα μύχια του κραδαίνα
Ένας αρίθμητος στρατός το κύκλωσε οπλισμένος
και ο σκοπός του στο χωριό γραπτώς συγκεκριμένος
Τήρησαν το πρωτόκολλο όλοι κακοί δεν είσα
Λίγοι, το αίμα το πολύ ή το αθώο χύσα
Ένας κακούργος Γερμανός τσι δεκατρείς τ’ Αυγούστου
τον γιό τζι τον εκτέλεσε έτσα για χάρη γούστου
Μια δεκαριά χρονώ τανε παιδάκι τοσοδούλι
να γίνει αιχμή του δόρατος σκέψης κακής πεδούλι
Αν μπόρου με το βλέμμα της άνθρωπο να σκοτώσει
άσχημο τέλος του φονιά του γιού τζι θελα δώσει
Που την ανθρώπινη οργή η μητρική υπερέχει
σύνορα μέτρα και σταθμά εκτός τοιχών της έχει
Στην αγκαλιά της το βαλε για να το περιθάλψει
να λούσει με τα δάκρυ της να ντύσει και να θάψει
Οι γερμανοί τα όπλα τους πάνω της τα χα στρέψει
μα εκείνη το κοπέλι της έσκυβε να παστρέψει
Έχασε και τον άντρα της τα πάθη τζι πληθύνα
και οι τα μαύρα ρούχα της απάνω της σκληρύνα
Έμπειρη πια στα βάσανα πένθη καημούς και πόνους
έκανε στην παρηγοριά μάθημα στους γειτόνους
Δεν έδωκε στην μοίρα της ούτε στιγμή να νοιώσει
πόσες φορές λογής λογιώς την είχενε πληγώνει
Βγήκε στα εκατό κοντά και τα χε τετρακόσια
Εγγόνια και δισέγγονα στους ώμους τσι σηκώσα
Νέος φυγε κι ο άντρας τζι μα πιά τα μαθημένη
με το σταυρό στον ώμο της τα πάντα να υπομένει
Μισό αιώνα πάλευε κύματα αφρισμένα
άλλες γυναίκες στα μισά του ποταμού θα μένα
Έθεκε κειά που έστρωσε κι είχε καλά στρωμένα
με τα παρικαρίσια της και τα αντρωμένα
Έφυγε χτές ακέραιη στα ενενηνταεφτά της
με σκούρο το τσεμπέρι της και κι άλλο στα μαλλιά της
Η μοίρα δε την άφηκε ξέγνοιαστη να μυσέψει
και τσι πεψε να ν’ ανηψιό να τη ναι συνοδεύσει
Μπαμπακιούδενα
Μια λύπη περιμένει σε σ’ αυτόν τον μισεμό σου
θα χεις συνοδοιπόρο τον λατρευτό ανηψιό σου
Τον ΈλληνοΑμερικανό που ήρθε που τα ξένα
το δε ταχιά που μίσεψες να φύγει μετά σένα
Όλους τσι αγάπης μα σ αυτόν είχες αδυναμία
κι άξιζες την πολύπαθη στερνή σου ηρεμία
Χώμα να κάμεις αλαφρύ και χώμα τιμημένο
γιατί με δάκρυα πολλά το έχες διασχισμένο
Αν με το γιό σου θα βρεθείς Ξυλούρη Ζαφειρένια
τ΄ Αδη που τη συγκίνηση θα παίξουν τα μπεντένια
Υστερόγραφο
Στους ήρωες το λάβαρο συνήθως τ’ αποθέτου
εκτός εδά και τίθεται οι μύτες μας και πέσου
Μας λείπει ο αυθορμητισμός και η σωστή μας κρίση
κι όμως τον έχουμε πολύ αλλά με λάθος χρήση
Φιγούρα την ναι κάνουμε στα χέρια την σημαία
και μια γυναίκα έφυγε χωρίς αυτήν, σπουδαία..
Post Views: 232