Κοινωνικά

«Έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών ο Μιχάλης Σκουλάς του Αλκιβιάδη ( Μίχαλος του Γρυλιού). Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Κυριακή της Ανάστασης στις 2.30 το μεσημέρι από τον ιερό ναό της Παναγίας στο Περαχώρι.

Ο Αγκούτσακας κατά κόσμον Σταύρος Βιτώρος αποχαιρετά  το Μίχαλο με το δικό του τρόπο:

«Ο λίχνος δεν ανάβει πια που ΄φεγγε το Λιβάδι

γιατί έφυγε ο Μίχαλος που του ΄βανε το λάδι»

 

 

TO CRETALIVE έγραψε για τον Μίχαλο:

 

Ήταν από τις μορφές της Κρήτης, γιος ενός άλλου θρύλου, του Γρυλιού. Ο Μίχαλος Σκουλάς πρωτότοκος γιος του Γρυλιού και αδερφός του καλλιτέχνη Βασίλη Σκουλά έφυγε από τη ζωή. Διατηρούσε το θρυλικό καφενείο στο Περαχώρι των Ανωγείων. Αγαπημένο στέκι παλιών και νέων ανωγειανών μερακλήδων. Μάλιστα το καφενείο αυτό είχε συμπεριληφθεί στα “θρυλικά καφενεία της Ελλάδας”!

‘Έφυγε” από τη ζωή η Ειρήνη Μπέρκη ή Δρακοζαχάρενα σε ηλικία 84 ετών. Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί την Τρίτη στη 1 μ.μ στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου στα Ανώγεια. Η ΑνωΓη εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στους οικείους της.

«Αγαπημένε μου πατέρα,
“Μακαρία η οδός η πορεύη σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως”
Πριν από 94 χρόνια γεννήθηκες στα Ανώγεια Μυλοποτάμου και σήμερα όλοι μας εδώ, συγγενείς και φίλοι, σε κατευοδώνουμε.
Έχω γνώση, ανάμεσα στην πενθηφόρο αυτή ομήγυρη, ότι είμαι σε δύσκολη θέση διότι, όπως λέει ο Θουκυδίδης στον “Επιτάφιο”, κινδυνεύω να πω πολλούς και καλούς λόγους και να χαρακτηριστούν υπερβολές από έναν που δεν σε ξέρει καλά, ή αντιθέτως να πω λίγα και κατώτερα της περιστάσεως και να αδικήσω το πρόσωπό σου.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο, ΠΑΤΕΡΑ, γιατί το περιστατικό με το οποίο θα αρχίσω θα φανεί μυθώδες και απίθανο, είναι όμως γεγονός πραγματικό και δείχνει το ακατάβλητο του χαρακτήρος σου και της ισχυρής θέλησής σου.
Σε ηλικία 20 χρόνων περίπου συνελήφθης από τους Γερμανούς στην Κρήτη ως μέλος αντιστασιακής ομάδας, και στάθηκες όρθιος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Και ενώ οι άλλοι είχαν αφεθεί στην μοίρα τους, εσύ, αψηφώντας το πολυβόλο απέναντί σου, πήδηξες τον τοίχο πίσω σου, έτρεξες μακριά. Η ριπή σε πλήγωσε στο πόδι. Σύρθηκες, γλίτωσες προσωρινά. Η επόμενη γερμανική περίπολος που σε βρήκε, μη γνωρίζοντας το περιστατικό, σε μετέφερε στο στρατιωτικό νοσοκομείο και εκεί σώθηκες με τίμημα τον ακρωτηριασμό του μέλους σου.
Με ένα πόδι και χωρίς λεφτά ήρθες στην μεταπολεμική Αθήνα, τελείωσες το εξατάξιο νυχτερινό Γυμνάσιο γιατί το πρωί έπρεπε να δουλεύεις για να ζήσης. Ήθελε να συνεχίσεις στο Πανεπιστήμιο. Μπορούσες, αντικειμενικά πολύ δύσκολο. Προτεραιότητα ήταν η επιβίωση.
Κατάφερες όμως να δημιουργήσεις μια επιτυχημένη επιχείρηση, έγινες ράφτης ονομαστός και επίσης μια οικογένεια, έχοντας άοκνο συμπαραστάτη την πιστή σου σύζυγο Ελένη.
Έζησες την ζωή σου με τους δικούς σου όρους. Νους σταθερός στις απόψεις του, καθαρή και δίκαιη καρδιά, γενναιοδωρία. Η επιτομή του ανδρός.
Πριν από 30 περίπου χρόνια σταμάτησες την επαγγελματική σου δραστηριότητα και αφιέρωσες τον χρόνο σου στην πνευματική αναζήτηση του Θεού.
Διαμοίρασες τα υπάρχοντά σου. Έζησες ακτήμων ως μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων. Επιζήτησες την απλότητα, την χρυσή των απολύτως αναγκαίων, την επιλογή του ουσιαστικού.
Και ήρθε η ώρα, πριν από 1½ χρόνο, που ο Κύριος θέλησε να σε δοκιμάση. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστης σε οδήγησε στην σταδιακή εκφύλιση του μυϊκού σου συστήματος και συ, ο αγωνιστής, δεν μπορούσες να περπατήσεις. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Ακολούθησε η πλήρης απώλεια της όρασής σου. Η δεύτερη μεγάλη απώλεια του σώματός σου.
Ούτε αυτή τη φορά αιφνιδιάστηκες. Ανασυντάχθηκες γρήγορα. Κατάφερες να σηκώσεις το αβάσταχτο βάρος της νέας δοκιμασίας. “ΕΚΟΥΣΙΟΝ ΕΠΟΙΗΣΕΣ ΤΟ ΚΑΤΗΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟΝ” κατά την ρήση του Μ. Βασιλείου. Δέχθηκες το θέλημα του Θεού ως δικό σου θέλημα. Ποτέ δεν έκλαψες, ποτέ δεν θρήνησες, μόνο υπέμενες με καρτερικότητα και αγωνιζόσουν.
Όταν, σε μία από τις τελευταίες μου επισκέψεις, σε είδα να χαμογελάς σου είπα: “Πατέρα φαίνεσαι καλύτερα” και συ μου απάντησες “τα γεράματα δεν κρύβονται”. Ίσως είχες διαισθανθεί το επικείμενον. Θυμήθηκα τον στίχο από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου: “Ουκ έχωμεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν”.
Και ένα βράδυ, μετά από λίγες ημέρες η δοκιμασία τελείωσε μέσα σε λίγα λεπτά. Έφυγες όρθιος, δεν πέθανες, μετέστης προς την αληθινή ζωή για την οποία προετοιμαζόσουν από χρόνια.
Προσφιλέστατε πατέρα,
Αντιμετώπισες τον θάνατο με το θάρρος που αρμόζει σε μια γενναία ψυχή, τον αντίκρισες πολλές φορές κατάματα με απαράμιλλο ψυχικό σθένος. Οι περισσότεροι βιώνουν το γεγονός της σωματικής τους απώλειας με την αγωνία του θηράματος που βρίσκεται στα χέρια του κυνηγού. Εσύ όμως είχες πάντοτε υπ’ όψιν σου τους ψαλμούς του Δαυίδ: “η παγίς συνετρίβη και εγώ ερρύσθην διότι η βοήθειά μου εν ονόματι Κυρίου”.
Ο θάνατος μέσα από μια τέτοια ματιά, απογυμνώνεται από το κάλυμμα της αγωνίας και του φόβου και μεταλλάσσεται σε στιγμή εξόδου προς μιαν άλλη υπόσταση. Πίστευες ακράδαντα αυτό που λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : “Μη θαυμάζετε τούτο, ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής”.
Λυπάμαι, προς στιγμήν, ΠΑΤΕΡΑ, για την απώλειά σου, όμως με παρηγορεί η ηρεμία και η ανάπαυση που είναι εμφανής στην μορφή σου. Θα προσεύχομαι η πίστη σου να βρει ανταπόκριση.
Και τώρα, ΠΑΤΕΡΑ, σου ζητάω συγγνώμη αν σε στεναχώρησα καθ’ όλην την διάρκεια που ήμουν μαζί σου. Δως’μου ως αντίδωρον την ευχή σου και επίτρεψέ μου να σε προπέμψω με ένα ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη:
Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
Τάφου γη θα μας έχεις χωρίσει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα;
Γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Και αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη;
Ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;
Αιωνία σου η μνήμη, ΠΑΤΕΡΑ»

Αλέξανδρος Καλέντης

ΕΚΔΟΤΗΣ

Αφιέρωμα από την ΑΝΩΓΗ στο Μύρωνα Σκουλά. Σήμερα συμπληρώνονται 12 χρόνια από το θάνατο του.

 Ρεπορτάζ Γιώργης Μπαγκέρης

Ήταν πρώτη Απριλίου του 2002 όταν στα Ανώγεια έφτασε το θλιβερό χαμπέρι του θανάτου ενός από τα αυθεντικά τέκνα του χωριού μας, του Μύρων Σκουλά, χτυπημένου από την επάρατη νόσο.

Ο  Μύρος έφυγε σε ηλικία μόλις 48 ετών (γεννημένος το 1954) αλλά στο σύντομο ταξίδι της ζωής του κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλη την σφραγίδα του στην μουσική παράδοση όχι μόνο των Ανωγείων αλλά και ολόκληρης της Κρήτης.

 

 ”Θα το πιστέψω μόνο αν δω να κλείνει το μνημείο,

αλλιώς πρωταπριλιάτικο θα πω πως είναι αστείο..”

 

Δυστυχώς δεν ήταν ένα ψέμα και σύσσωμο το χωριό τον αποχαιρέτησε  με όλες τις τιμές που άρμοζαν στο φευγιό ενός μεγάλου μερακλή.

Ο Μύρος από μικρός έδειξε τη μεγάλη ικανότητα του να ”σκαρώνει” μαντινάδες και συμμετείχε από νεαρή ηλικία σε όλες τις παρέες και καντάδες του χωριού κοντά σε όλα τα ”ιερά” τέρατα της εποχής.

Γρήγορα θα ανοίξει τα δικά του δυνατά φτερά και θα μπει στον κόσμο της δισκογραφίας και θα γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό.

Ο δίσκος ”Κρητική Καντάδα ” στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ,μαζί με τον Μιλτιάδη Σκουλά, έμεινε στην ιστορία και ουσιαστικά έφερε στην Κρητική μουσική το μαντολίνο, το οποίο καθιερώθηκε αργότερα στις δουλειές των περισσότερων Κρητών καλλιτεχνών.

 

”Για σένα έχω στη καρδιά Παλάτι και Μπαλκόνια,

Μπαξέ με διάφορα δεντρά και κελαιδούν τ’ αηδόνια..”

 

”Κάθε ηλιοβασίλεμα σ’ αναστορούμε φως μου,

γιατί το βλέπαμε μαζί μα εδά είμαι μοναχός μου..”

 

”Εγώ του κόσμου τσι χαρές θορρώ κι αναρωτιούμε,

ίντα λογιώς αισθάνουντε εκείνοι που τσι ζούνε”

Μαντινάδες από το Μύρο για όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Τον έρωτα, τον πόνο, τη χαρά, τη λύπη, το γέλιο και το δάκρυ που καθήλωνε τον κόσμο όταν τις τραγουδούσε είτε στους δίσκους είτε στις παρέες με τη χαρακτηριστική φωνή του και το πάθος που απ έπνεε.

Πέρα από την Κρητική Καντάδα  κυκλοφόρησε ακόμα τους δίσκους ”Τα Αορείτηκα”, ”Τα Μυστικά του Φεγγαριού ” ”Εγώ ‘χω δυνατά φτερά” και  ”Τα Νυχτοπερπατήματα”  που τον καθιέρωσαν στη συνείδηση του κόσμου ως ένα τεράστιο ερμηνευτή και ένα σπουδαίο μαντιναδολόγο.

 

”Απόψε μελαγχολικό επρόβαλλες φεγγάρι,

μοναχοπαίδι τ’ ουρανού τσι νύχτας κουμαντάρη..”

—————————————————————–

”Όσο κι αν είναι δυνατές οι μπόρες δε με πιάνουν,

γιατί χω δυνατά φτερά και στα ανοιχτά με βγάνουν..”

——————————————————————-

”Κρυφά του κόσμου ήθελα να ‘χω τα βάσανα μου,

μα δε μπορώ προδίδομαι στ’ αναστενάγματα μου…”

—————————————————————-

”Είναι καρδιές που εύκολα μια αγάπη λησμονούνε,

κι άλλες που θυσιάζονται για κάτι που αγαπούνε…”

 

Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μύρος δεν ξέχασε ποτέ τη μεγάλη του αγάπη τα Ανώγεια, τα πρόβατα και το βουνό παράλληλα με την μουσική του πορεία. Ένας αυθεντικός καλλιτέχνης που μέχρι και σήμερα έχει φανατικούς θαυμαστές όλων των ηλικιών. Έφερε στην μουσική μας όχι μόνο το μαντολίνο αλλά κυρίως το πάθος ,την αυθεντικότητα και την αγάπη για την παρέα και το μερακλήκι που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής.

Τα Ανώγεια δεν τον ξεχνούν, τον έχουν πάντα ως ένα από τους κορυφαίους της μουσικής μας παράδοσης και του πολιτισμού μας.

Σίγουρα πάντως στο μέλλον αυτός ο τόπος θα πρέπει να τιμήσει περισσότερο  τον Μύρο με εκδηλώσεις στην μνήμη του ή με άλλους τρόπους καθώς πάντα το παρελθόν θα πρέπει να αποτελεί μια ισχυρή βάση για να προχωράμε και να δημιουργούμε ένα καλύτερο μέλλον.

 

”Σπάσε του πόνου σύννεφο η πίκρα να λιγάνει,

να βγει ο ήλιος τσι χαράς τη σκέψη να ζεστάνει..”

————————————————————————-

”Αγριολούλουδο τσ’ αυγής κι αξεμπουμπούκιαστο μου,

αχνοδροσουλιασμένο μου,φυντάνι ξομπλιαστό μου…”

———————————————————————-

”Όσο κι αν ζούμε χωριστά δε σ’ έχω αφήσει μόνη,

με τη δική σου ανάμνηση βραδιάζει ξημερώνει..”

 

Ένα από τα ποιήματα που έδειχναν και την μεγάλη ευαισθησία του είναι το παρακάτω:

 

”Βρήκα μια φωτογραφία με στο σπίτι πεταμένη,

που είχα βγάλει πιτσιρίκος κι ήτανε τσαλακωμένη..

Κι είχενε το πρόσωπο μου μιαν αθώα ξεγνοιασιά,

για δεν είχα νιώσει ακόμη πίκρες τσι ζωής κιαμιά..

 

Κι αναστέναξα και είπα : αχ! και να ‘μουνα παιδί,

να ξαναγυρίσω πάλι στην παλιά μας την αυλή..

Και να ‘ρθούν τα γειτονάκια η παρέα η παλιά,

και να παίξουν όπως τότε πάλι τα κρυφά πουλιά..

 

Κείνο το συλλογισμό μου παίρνει πίσω μια φωνή,

που άκουσα απ’ τη κουζίνα έτοιμο ήταν το φαί..

Και προβαίρνει το κοπέλι και εφώνιαζε ,

”μπαμπά έλα να φάμε” και λέω μετά…

 

Που να ξέρει το Κωστάκη που ‘χε σύρει τη φωνή,

πως κι αυτό θα λαχταρήσει να ξαναγενεί παιδί…

 

Αθάνατος στις καρδιές μας!

 

Ολοκληρώνοντας αυτό το αφιέρωμα σας παραθέτουμε μερικά λόγια για τον Μύρο από τον Σταύρο Βιτώρο ή Αγκούτσακα:

 

Ήταν  κι ο Μύρος ο Σκουλάς μια εποχή και κείνος

και μερακλής και γλεντιστής και τσι γενιάς του κρίνος

Την τελευταία του μηνός  εμύσεψε  του Μάρτη

στο μεσοστράτι τσι ζωής και τούτοσάς ραχάτι

Κηδεύτηκε Πρωταπριλιά την μέρα του ψομάτου

πάει καιρός για να βλαστεί ακόμη το όνομα του

Άφηκε πίσω εποχή  κι αυτός σαν τον Κουμούχη

πενήντα χρόνια του τουνά η φεύγα του απού χει

Του Μύρο πάνε δώδεκα κι ο κύρης του φευγάτος

με καρδιοχτύπια στο κορμί απάνω του γεμάτος

Αν είχε χρόνους τσι χασε γιατί χασε το γιό του

κι’ άλλα παιδιά χει μα τονα τον είχε ακριβό του

Τα μερακλίκια του χωριού  χάσαν τον μερακλή τους

τον ποιητή τον στοχαστή τον Καραμπουζουκλή τους

Χάσανε τον αέρα τους το νάμη τον μπροστάρη

και εγλέντα κι οντε ναι κανε και η τον αρωστάρη

Βγήκε στο τάφο του Στραβού  καντάδα κι έκαμε του

πρήν βάλουνε το σώμα του ποκάτω του τσιμέντου

Τσι μερακλήδες τσι καλούς δε τσι κλαίγε τσι γλέντα

να χα  το χώμα αλαφρύ ποκάτω που τη πέτρα

Έχει τον Γιώργη Φασουλά εδά η το γαμπρό του

να χει να λέει κι ο γαμπρός και για τον πεθερό του

Επήρε κόρη μερακλή  και μερακλή χει  κύρη

κι ήταν το άστρο του μπελή ως πού ψηλά θα γύρει

Έχεις τον κύρη σου τουδά  και πια δεν είσαι μόνος

που μύσεψε και  κόλα του και ο δικός σου πόνος

Ξημέρης και Σουβλόκωστας Στραβός Σταματογιάννης

καλοί  λυράρηδες τουδά  καντάδες για να κάνεις

Κίτρος και Φουναδόκωστας και Καραμουζαντώνης

νε μεν κι αυτοί αλλα και σύ πια θα τσι ξεφαντώνεις

Κουρκούτης Μυροδόκωστας Ξυλούρης  Ρουλιογιώργης

και Κοντογιάννης Κυρικλής Πλουσής Ζαφειρογιώργης

Με το Κουμούχη Νεοκλή και Μηναδομανόλη

που  το  γλεντίσαν  το χωριό  οσάν τ ’ασκί τους όλοι

Πλουσομιχάλης Σοφοκλής Μαυρόκωστα Μιχάλη

κουμπάρε αν είναι σαν τηνε  η ζωή  που λένε , η άλλη

Κιαν έχει Μύρο και τουδά Λιβάδι Αρμί Μειντάνι

να μη ξεχάσω να σου πώ και τον Μπαντουρογιάννη

Από γλετζέδες; όσους θές οι καλοί τουδά ναι όλοι

με ύστερο η τον Σκουλά του Κίκη το Μανόλη

 κι ο Μπάχλης είναι έτουδα και ο Σαμολογιάννης

Πωλομανόλης και Χουμάς παρέες για να κάνεις

Κι ο Τζαβολιός κι ο Καφατσής  κι  ο Μάγκας και ο Πώλος

ο μερακλίκιος ο καλός τουδά ναι ο κόσμος όλος

 

 

 

 

17/1/1917 -30/1/2014

Ετών 97

 Γεννήθηκες το 1917 εποχή δύσκολη ανάμεσα σε πολέμους, πείνα και κακουχίες, μοναχοκόρη του Κανόνη, μεγάλωσες ανάμεσα σε 6 αδερφούς.

Παντρεύτηκες τον Μανόλη Ξυλούρη  του Μπαμπακιό αλλά δεν χάρηκες πολύ το γάμο σου.

Το 1940 σκοτώνεται στην Αλβανία ο αγαπημένος σου αδερφός, ο Κώστας, τότε έβαλες το μαύρο τσεμπέρι στην κεφαλή και δεν το έβγαλες ποτέ, από 23 χρονών το φορούσες…

Το βαρύ και ασήκωτο χτύπημα ήρθε με την εν ψυχρώ εκτέλεση του Στεφανή σου, που δεν μπόρεσες ποτέ να καταλάβεις το γιατί..,που έφταιξε ένα άοπλο ανήλικο (μόλις 8 χρονών) παιδί…αλλά ο πόλεμος δεν έχει λογική έλεγες…

Ήσουν 8 μηνών έγκυος, ο Στεφανής άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά σου…το μωρό στην κοιλιά σου σπαρταρούσε…τα δυο σου παιδιά,η Λευτερία και ο Γιώργης 6 και 4 χρονών, σε τραβούσαν από το φουστάνι χαμένα…δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί..

Και το χειρότερο, αυτό που δεν μπορούσε να το χωρέσει  ο νους σου ήταν ότι  δεν το έψαλε Παπάς,δεν το έθαψες όπως συμβαίνει σε όλους…”Τόσα προυκιά είχα και το παιδί το τύλιξαν σε ένα γαμπά σαν  σκύλο” έλεγες…δεν το κήδεψες..λες και δεν είχε ψυχή..

Βασανιζόσουν 70 ολόκληρα χρόνια από τύψεις γιατί να ζεις εσύ και να σκοτωθεί το παιδί σου, γιατί να μη σε σκοτώσει ο ίδιος ο Γερμανός με το ίδιο όπλο που σκότωσε τον ΣΤΕΦΑΝΗ ΣΟΥ ..την ίδια στιγμή ,όταν σου έβαλε το μπιστόλι στον κρόταφο…

Η μοίρα όμως σε έβλεπε δυνατή και σου έστελνε απανωτά χτυπήματα. Πεθαίνει και η Ανδρονίκη σου βρέφος, δεν άντεξε τις κακουχίες, αλλά μαζί με τον παππού προσπαθούσατε να στηρίξετε ο ένας τον άλλο.

Η τύχη δεν ήταν με το μέρος σου, στις 6 Ιανουαρίου 1948 χάνεις και τον άντρα σου, το στήριγμα σου, ο Πολύδωρος σου έκανε τα πρώτα του βήματα στο νοσοκομείο, στήριγμα το κρεβάτι του ετοιμοθάνατου πατέρα….

Βρίσκεσαι ολομόναχη, με μόνη βοήθεια τα υπερήλικα πεθερικά σου, να μεγαλώσεις τα παιδιά σου,κανείς άλλος δεν βρέθηκε να σε στηρίξει στην χηρεία σου..

Ευτυχώς όπως έλεγες χαρακτηριστικά ”είχα τα πεθερικά μου και αισθανόμουν ασφάλεια, σιγουριά, δεν είχανε πράμα να μου δώσουνε αλλά τους είχα στήριγμα, ούτε κρομμυδόφυλλο δεν είδα από κιανένα μόνο τα πεθερικά μου που Άγια λείψανα να κάμουνε…”.

Το ίδιο γιαγιά σου ευχόμαστε και εμείς τα εγγόνια σου..

 

ΑΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ

Γιατί είμαστε τυχεροί που σε είχαμε δίπλα μας, συμμεριζόσουν πάντα τις χαρές μας και μας έλεγες ”την ευχή τσι ευχής μου να ‘χετε δεν έχω πράμα να σας δώσω μόνο την ευχή μου”.

Και πίστεψε το γιαγιά μας έδωσες ότι πολυτιμότερο είχες..την ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ…

Ήσουν δυνατή και στάθηκες πληγωμένη δίπλα στην υπόλοιπη σου οικογένεια,στις χαρές και στις λύπες,όμως η σκέψη σου δεν έφυγε στιγμή από το Στεφανή σου..Πολλά βράδια σε ακούγαμε να λες μοιρολόγια,με βουβό κλάμα..να σκουπίζεις τα μάτια σου όταν μας έβλεπες…

Έμαθες να στέκεις βράχος στα χτυπήματα της ζωής , να στηρίζεις και να παρηγορείς κάθε πικραμένο και αυτό ήταν το μεγαλείο της ψυχής σου…

 

ΓΙΑΓΙΑ

 

Όλοι εμείς παιδιά και εγγόνια αισθανόμαστε τυχεροί στη ζωή που σε είχαμε δίπλα μας,μας τίμησες και μας αγάπησες πολύ.

Μας έδειχνες πως να είμαστε ουσιαστικοί, ανυπόκριτοι και σεμνοί, αντλώντας από την προσωπικότητα σου πολύτιμα διδάγματα και υψηλά πρότυπα.

Σ’ ευχαριστούμε γιατί πάνω από όλα ,παρά τις κακουχίες και τις τραγικές καταστάσεις που βίωσες, κράτησες ψηλά τον πήχη της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς.

ΔΕΝ λύγισες και δεν υπέκυψες στα χτυπήματα της ζωής…

Είμαστε σίγουροι ότι είσαι ευτυχισμένη κοντά στον Παππού και στην αγκαλιά σου τα δυο σου αγγελούδια, την ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ και τον ΣΤΕΦΑΝΗ !!

ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΓΙΑΓΙΑ

 

Τα εγγόνια σου

 

Ευχαριστούμε πολύ όλους τους χωριανούς που τίμησαν την γιαγιά μας τόσο με την παρουσία τους στην εξόδιο ακολουθία, όσο και με τα λόγια συμπάθειας που εξέφρασαν στην οικογένεια της.

 

** Τον τίτλο της επιστολής τον έδωσε η συντακτική ομάδα της ΑΝΩΓΗΣ, γιατί πιστεύουμε ότι έτσι αποτυπώνεται σωστά η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ  ΗΡΩΪΚΗΣ ΜΠΑΜΠΑΚΙΟΥΔΕΝΑΣ στον αγώνα για λευτεριά,  στον αγώνα κατά του Φασισμού, στον αγώνα για  εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια.

Ένας σπουδαίος άνθρωπος, ένας φίλος των Ανωγείων και ένας σημαντικός καλλιτέχνης της Κρητικής μουσικής,ο Κωστής Νικολακάκης, έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 49 ετών,νικημένος από την πολυετή μάχη του με την επάρατη νόσο.

Ο Κωστής που μόνο φίλους είχε και στο χωριό μας,πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και το μερακλήκι του που ανάβλυζε στις καντάδες που κάναμε μαζί του στο Μεϊντάνι και σε άλλα σημεία των Ανωγείων έφυγε τόσο πρόωρα και τόσο άδικα.

Συγγενείς και φίλοι θα τον αποχαιρετήσουν αύριο στις Μοίρες στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στις 4 μ.μ όπου και θα ψαλεί η νεκρώσιμος ακολουθία.

Καλό ταξίδι φίλε Κωστή…

Γ.Μπ

-->