«Αγαπημένε μου πατέρα,
“Μακαρία η οδός η πορεύη σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως”
Πριν από 94 χρόνια γεννήθηκες στα Ανώγεια Μυλοποτάμου και σήμερα όλοι μας εδώ, συγγενείς και φίλοι, σε κατευοδώνουμε.
Έχω γνώση, ανάμεσα στην πενθηφόρο αυτή ομήγυρη, ότι είμαι σε δύσκολη θέση διότι, όπως λέει ο Θουκυδίδης στον “Επιτάφιο”, κινδυνεύω να πω πολλούς και καλούς λόγους και να χαρακτηριστούν υπερβολές από έναν που δεν σε ξέρει καλά, ή αντιθέτως να πω λίγα και κατώτερα της περιστάσεως και να αδικήσω το πρόσωπό σου.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο, ΠΑΤΕΡΑ, γιατί το περιστατικό με το οποίο θα αρχίσω θα φανεί μυθώδες και απίθανο, είναι όμως γεγονός πραγματικό και δείχνει το ακατάβλητο του χαρακτήρος σου και της ισχυρής θέλησής σου.
Σε ηλικία 20 χρόνων περίπου συνελήφθης από τους Γερμανούς στην Κρήτη ως μέλος αντιστασιακής ομάδας, και στάθηκες όρθιος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Και ενώ οι άλλοι είχαν αφεθεί στην μοίρα τους, εσύ, αψηφώντας το πολυβόλο απέναντί σου, πήδηξες τον τοίχο πίσω σου, έτρεξες μακριά. Η ριπή σε πλήγωσε στο πόδι. Σύρθηκες, γλίτωσες προσωρινά. Η επόμενη γερμανική περίπολος που σε βρήκε, μη γνωρίζοντας το περιστατικό, σε μετέφερε στο στρατιωτικό νοσοκομείο και εκεί σώθηκες με τίμημα τον ακρωτηριασμό του μέλους σου.
Με ένα πόδι και χωρίς λεφτά ήρθες στην μεταπολεμική Αθήνα, τελείωσες το εξατάξιο νυχτερινό Γυμνάσιο γιατί το πρωί έπρεπε να δουλεύεις για να ζήσης. Ήθελε να συνεχίσεις στο Πανεπιστήμιο. Μπορούσες, αντικειμενικά πολύ δύσκολο. Προτεραιότητα ήταν η επιβίωση.
Κατάφερες όμως να δημιουργήσεις μια επιτυχημένη επιχείρηση, έγινες ράφτης ονομαστός και επίσης μια οικογένεια, έχοντας άοκνο συμπαραστάτη την πιστή σου σύζυγο Ελένη.
Έζησες την ζωή σου με τους δικούς σου όρους. Νους σταθερός στις απόψεις του, καθαρή και δίκαιη καρδιά, γενναιοδωρία. Η επιτομή του ανδρός.
Πριν από 30 περίπου χρόνια σταμάτησες την επαγγελματική σου δραστηριότητα και αφιέρωσες τον χρόνο σου στην πνευματική αναζήτηση του Θεού.
Διαμοίρασες τα υπάρχοντά σου. Έζησες ακτήμων ως μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων. Επιζήτησες την απλότητα, την χρυσή των απολύτως αναγκαίων, την επιλογή του ουσιαστικού.
Και ήρθε η ώρα, πριν από 1½ χρόνο, που ο Κύριος θέλησε να σε δοκιμάση. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστης σε οδήγησε στην σταδιακή εκφύλιση του μυϊκού σου συστήματος και συ, ο αγωνιστής, δεν μπορούσες να περπατήσεις. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Ακολούθησε η πλήρης απώλεια της όρασής σου. Η δεύτερη μεγάλη απώλεια του σώματός σου.
Ούτε αυτή τη φορά αιφνιδιάστηκες. Ανασυντάχθηκες γρήγορα. Κατάφερες να σηκώσεις το αβάσταχτο βάρος της νέας δοκιμασίας. “ΕΚΟΥΣΙΟΝ ΕΠΟΙΗΣΕΣ ΤΟ ΚΑΤΗΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟΝ” κατά την ρήση του Μ. Βασιλείου. Δέχθηκες το θέλημα του Θεού ως δικό σου θέλημα. Ποτέ δεν έκλαψες, ποτέ δεν θρήνησες, μόνο υπέμενες με καρτερικότητα και αγωνιζόσουν.
Όταν, σε μία από τις τελευταίες μου επισκέψεις, σε είδα να χαμογελάς σου είπα: “Πατέρα φαίνεσαι καλύτερα” και συ μου απάντησες “τα γεράματα δεν κρύβονται”. Ίσως είχες διαισθανθεί το επικείμενον. Θυμήθηκα τον στίχο από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου: “Ουκ έχωμεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν”.
Και ένα βράδυ, μετά από λίγες ημέρες η δοκιμασία τελείωσε μέσα σε λίγα λεπτά. Έφυγες όρθιος, δεν πέθανες, μετέστης προς την αληθινή ζωή για την οποία προετοιμαζόσουν από χρόνια.
Προσφιλέστατε πατέρα,
Αντιμετώπισες τον θάνατο με το θάρρος που αρμόζει σε μια γενναία ψυχή, τον αντίκρισες πολλές φορές κατάματα με απαράμιλλο ψυχικό σθένος. Οι περισσότεροι βιώνουν το γεγονός της σωματικής τους απώλειας με την αγωνία του θηράματος που βρίσκεται στα χέρια του κυνηγού. Εσύ όμως είχες πάντοτε υπ’ όψιν σου τους ψαλμούς του Δαυίδ: “η παγίς συνετρίβη και εγώ ερρύσθην διότι η βοήθειά μου εν ονόματι Κυρίου”.
Ο θάνατος μέσα από μια τέτοια ματιά, απογυμνώνεται από το κάλυμμα της αγωνίας και του φόβου και μεταλλάσσεται σε στιγμή εξόδου προς μιαν άλλη υπόσταση. Πίστευες ακράδαντα αυτό που λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : “Μη θαυμάζετε τούτο, ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής”.
Λυπάμαι, προς στιγμήν, ΠΑΤΕΡΑ, για την απώλειά σου, όμως με παρηγορεί η ηρεμία και η ανάπαυση που είναι εμφανής στην μορφή σου. Θα προσεύχομαι η πίστη σου να βρει ανταπόκριση.
Και τώρα, ΠΑΤΕΡΑ, σου ζητάω συγγνώμη αν σε στεναχώρησα καθ’ όλην την διάρκεια που ήμουν μαζί σου. Δως’μου ως αντίδωρον την ευχή σου και επίτρεψέ μου να σε προπέμψω με ένα ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη:
Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
Τάφου γη θα μας έχεις χωρίσει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα;
Γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Και αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη;
Ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;
Αιωνία σου η μνήμη, ΠΑΤΕΡΑ»
Αλέξανδρος Καλέντης
ΕΚΔΟΤΗΣ
Post Views: 214