Η δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αποτελεί την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Το αστικό κράτος γνώρισε τον πιο μεγάλο μέχρι σήμερα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξή του.

Ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν αντιιμπεριαλιστικός και διεθνιστικός. Πέραν των άλλων, έβαλε το δικό του βάρος υπέρ του αγώνα των λαών, σε μια περίοδο που ο ιμπεριαλισμός είχε ξεκινήσει τον λεγόμενο ψυχρό πόλεμο.

Η πάλη του ΔΣΕ αποπνέει μόνο δίκιο και ακατάβλητη ηθική, επειδή δίκιο και ηθική αποπνέει ο αγώνας της εργατικής τάξης, ο αγώνας του ΚΚΕ, είτε έφερνε νίκες, είτε έρχονταν πικρές οι ήττες. Τιμούμε σήμερα τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, άντρες και γυναίκες, τους απλούς μαχητές και τις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Όλες και όλους, νεολαίους στη μεγάλη πλειοψηφία τους, που πολέμησαν ηρωικά, στο Γράμμο και στο Βίτσι, στα Άγραφα και στο Πήλιο, στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη και τα νησιά, παντού όπου βρόντηξε  το τουφέκι το Δημοκρατικού Στρατού. Αντιπαρατέθηκαν με τις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, της Εθνοφυλακής, της Αστυνομίας και των ΜΑΥδων.

Τιμούμε όλους αυτούς, που, σε αφάνταστα δύσκολες συνθήκες, συνέχισαν τη δράση για την ενίσχυση του ΔΣΕ. Όλους όσοι στα Μακρονήσια, στα βασανιστήρια και στο εκτελεστικό απόσπασμα κράτησαν ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ.

Αξίζει ιδιαίτερη αναφορά στις νέες κοπέλες που ένιωσαν στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο τη δικαίωση της ύπαρξής τους, το αληθινό νόημα της ζωής, αλλά και γνώρισαν στον πολιτικό αγώνα το πλαίσιο για την κατάκτηση της ισοτιμίας και της χειραφέτησης των γυναικών.

Τιμώντας τους αγωνιστές αυτούς θεωρούμε ιδιαίτερο χρέος μας να φωτίσουμε, κατά το δυνατό, τις ηρωικές σελίδες που έγραψε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και στον τόπο μας.

Η αστική άποψη για την ιστορία του τόπου έχει κάνει τα πάντα για να σβήσει από τη μνήμη του λαού τη δράση των αγωνιστών αυτών. Συνεχίζει στο επίπεδο των ιδεών αυτό που έκαναν οι συμμορίες των τρομοκρατών εκείνης της εποχής: Αφού εξόντωσαν τους αγωνιστές αυτούς σήμερα προσπαθούν να τους σβήσουν από τη λαϊκή μνήμη.

Οι αστοί θέλουν να σβήσουν την αποφασιστικότητα και την αυταπάρνηση που έδειξαν χιλιάδες αγωνιστές την περίοδο εκείνη αντιμετωπίζοντας το επίσημο αστικό κράτος στα δικαστήρια, στα βασανιστήρια της ασφάλειας στις φυλακές-κολαστήρια, αντιμετωπίζοντας τις συμμορίες του παρακράτους στα χωριά, στους τόπους δουλειάς και στα φρικτά βασανιστήρια.

Προσπαθούν να νοθέψουν την ιστορική μνήμης του λαού, για να βρει έδαφος η αστική προπαγάνδα, που βάλλει κατά της ταξικής πάλης και που τη στιγματίζει ως ξεπερασμένη και επιζήμια για τα λαϊκά συμφέροντα. Μαζί της συκοφαντούνται και οι πιο υψηλές αξίες που γνώρισε η ανθρωπότητα, οι κομμουνιστικές αρχές και επιδιώξεις.

Για να κατανοήσουμε σε βάθος το μεγαλείο του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας χρειάζεται να δούμε την πάλη του μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και το διπλό χαρακτήρα του. Από τη μια ήταν ιμπεριαλιστικός: Τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη έλυναν τις διαφορές τους στο μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής. Ταυτόχρονα ήταν πόλεμος όλων των ιμπεριαλιστικών κρατών, ανοιχτά ή συγκαλυμμένα, ενάντια στο πρώτο προλεταριακό κράτος τη Σοβιετική Ένωσή.

Η μεγαλειώδης αντίσταση του Ελληνικού λαού, με την καθοδήγηση του ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή, γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην παγκόσμια ιστορία. Το έπος του αλβανικού μετώπου, η Μάχη της Κρήτης, η αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έδειξαν ότι οι λαοί είναι που γράφουν την ιστορία.

Αντίθετα η ντόπια αστική τάξη συνέδεσε τις αντιλαϊκές της επιδιώξεις με τον ένα ή τον άλλο ιμπεριαλιστή:

Ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές. Ήταν οι γνωστοί «δοσίλογοι», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυβερνήσεις με πρωθυπουργούς κατά σειρά τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη.

Ένα άλλο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, μαζί και το Παλάτι, διέφυγε στο εξωτερικό, παίρνοντας τεράστιες ποσότητες κρατικών αποθεμάτων σε χρυσό. Εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, από όπου ανέπτυσσε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Εγγλέζους συμμάχους, σχεδιάζοντας τον εγκλωβισμό του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ σε κινήσεις που θα οδηγούσαν στη μεταπολεμική ανόρθωση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα.

Από την άλλη ο λαός. Εμπνευσμένος από το κάλεσμα του ΚΚΕ για αντίσταση, δίνει με αυτοθυσία τον πατριωτικό αγώνα. Πρώτα στο Αλβανικό Μέτωπο, κατόπιν στη Μάχη της Κρήτης. Οι επανειλημμένες εκκλήσεις των Κομουνιστών που κρατούνται σε φυλακές και εξορίες προς το αστικό κράτος να μεταφερθούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου για να αντισταθούν στη φασιστική εισβολή πέφτουν στο κενό. Αντίθετα θα παραδοθούν σιδηροδέσμιοι στον κατακτητή και άλλοι μεταφέρονται ως τρόπαια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας, όπως ο ΓΓ της ΚΕ Νίκος Ζαχαριδάης και άλλοι θα εκτελούνταν με κάθε ευκαιρία από τους Ναζί όπως οι 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή το Μάη του 1944, μεταξύ αυτών και ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης.

Στη μάχη της Κρήτης ιδιαίτερο ρόλο θα παίξουν οι κομμουνιστές. Εξόριστοι, στελέχη του ΚΚΕ θα δραπετεύσουν το Μάη του 1941 από τα νησιά της εξορίας, Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο και Γαύδο και με κάθε τρόπο θα φτάσουν στην Κρήτη. Μεταξύ τους και το Μέλος της ΚΕ Μιλτιάδης Πορφυρογένης. Το μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ με το ιστορικής σημασίας άρθρο το οποίο δημοσιεύεται στην εφημερίδα “Kρητικά Nέα” στις 16 Mάη απεύθυνε κάλεσμα στους Κομμουνιστές και όλο το λαό να σταθούν στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την απόκρουση του κατακτητή.

Και πάλι η στάση της αστικής κυβέρνησης αποδείχτηκε προδοτική. Φυλάκισε ξανά τους κομμουνιστές και άφησε την άμυνα της Κρήτης στην αποκλειστική ευθύνη του Ιμπεριαλιστικού στρατού της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που παρά την αριθμητική του υπεροχή τελικά φάνηκε ανίκανος να υπερασπιστούν το νησί.

Με τους πρώτους γερμανικούς βομβαρδισμούς οι φυλακισμένοι στο Ηράκλειο κομμουνιστές δραπετεύουν ξανά και βρίσκονται μαζί με το λαό στην πρώτη γραμμή των μαχών στη Χανιώπορτα και αλλού. Τα στελέχη του ΚΚΕ που απάρτισαν την ομάδα των πρώην εξόριστων που πολέμησαν στο Ηράκλειο ήταν οι: Στέργιος Aναστασιάδης, μέλος της K.E, Νίκος Mανουσάκης, Mχάλης Bιτσαξάκης, Eυθύμης Mαριακάκης, Mανόλης Πισσαδάκης, Σωκράτης Kαλλέργης, Γιάννης Tριανταφύλλου, Γιάννης Σιμιτζής και Γιάννης Kαλαϊτζάκης.

Τι ειρωνεία: τη στιγμή που η επίσημη αστική κυβέρνηση εγκαταλείπει τη χώρα ενώ ένα άλλο τμήμα το αστικού πολιτικού κόσμου ετοιμάζει κυβέρνηση δωσίλογων, οι κομουνιστές είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης δίπλα στο λαό. Αυτοί οι κομμουνιστές μετά από λίγα χρόνια θα κατηγορηθούν για προδότες κατάσκοποι και συμμορίτες.

Αμέσως μετά το τέλος της μάχης της Κρήτης τα στελέχη του ΚΚΕ που έλαβαν μέρος στη μάχη του Ηρακλείου αποφάσισαν μέτρα για την ανασύσταση των κομματικών δυνάμεων, για την οργανωμένη πάλη του λαού απέναντι στον κατακτητή και προχώρησαν σε διάταξη των στελεχών στους νομούς.

Έτσι, με πρωτοβουλία των Κομμουνιστών, σε κάθε πόλη και χωρίο στήνονται οργανώσεις της αντίστασης που αγκαλιάζουν ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις.

Με τις αποφάσεις της 6ης και 7ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ και την ίδρυση του ΕΑΜ, το Σεπτέμβρη του 1941, οι πρώτες αυτές αντιστασιακές ομάδες εντάσσονται οργανικά στο ΕΑΜ και αρχίζει η ορμητική μαζικοποίηση τους. Στο ΕΑΜ συσπειρώνει πια το σύνολο σχεδόν του λαού, και οργανώνει μεγάλους και μικρούς αγώνες για την ανακούφιση του λαού από τα δεινά της κατοχής, το σπάσιμο της τρομοκρατίας και το διώξιμο τελικά του κατακτητή.

Επιστέγασμα της δράσης του ΕΑΜ είναι η οργάνωση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, του ΕΛΑΣ. Στην αρχή με μικρές αντάρτικες ομάδες, που αναπτύχθηκαν και μετεξελίχτηκαν σε τακτικό λαϊκό στρατό. Οργανώνεται ο μόνιμος και ο εφεδρικός ΕΛΑΣ.  Ο ΕΛΑΣ Κρήτης απάρτιζε την 5η μεραρχία του ΕΛΑΣ με διοικητή το Στρατηγό Γρηγόρη Κοντεκάκη και καπετάνιο μεραρχίας το Γιάννη Ποδιά.

Ήδη από το Αλβανικό Μέτωπο και τη μάχη της Κρήτης έγινε φανερό ότι το αστικό κράτος έβλεπε εχθρικά τη λαϊκή αντιφασιστική πάλη στα παιδία των μαχών και στα μετόπισθεν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι αστοί αντιμετώπισαν περισσότερο εχθρικά  το λαό παρά τους εισβολείς, κάτι που θα αποδείξουν πέρα για πέρα οι εξελίξεις. Η αστική τάξη διέβλεπε ότι οι λαϊκοί θεσμοί που γεννιόταν μέσα από την πάλη του λαού για το διώξιμο του κατακτητή ήταν επικίνδυνοι για την εξουσία της. Με την καθοδήγηση και το παράδειγμα του ΚΚΕ ο λαός πια αποκτούσε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Η λαϊκοδημοκρατική οργάνωση του απελευθερωμένου από τον ΕΛΑΣ τμήματος της χώρας με την ΠΕΕΑ, την Κυβέρνηση του Βουνού, έβαζε τα θεμέλια για την εξουσία του λαού, για ένα άλλο δρόμο ανάπτυξη της κοινωνίας μετά την απελευθέρωση. Αυτό ήταν που φοβόταν η ντόπια αστική τάξη περισσότερο από όλα, αυτό είναι που φοβάται πάντα, αυτό είναι που φοβάται και σήμερα: Ο λαός να τραβήξει για τη δική του εξουσία βάζοντας τους αστούς στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Για το λόγο αυτό εξαρχής η αστική τάξη έβλεπε εχθρικά το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και επιδίωκε την με κάθε τρόπο την υπονόμευση του έχοντας στο νου την επόμενη μέρα.

Το ρόλο της υπονόμευσης του ΕΑΜ διεκπεραίωνε και η εγγλέζικη στρατιωτική αποστολή στα ελληνικά βουνά. Σε αυτό το πλαίσιο χρηματοδότησε και στήριξε πολιτικά και στρατιωτικά τη δημιουργία, τον Οκτώβρη του 1941, και τη δράση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), ηγετικά στελέχη του οποίου συνεργάζονταν και με τους Γερμανούς, ενώ άλλα κατατάχθηκαν και στα «Τάγματα Ασφαλείας».

Στην Κρήτη οι Άγγλοι πράκτορες ιδρύουν εθνικιστές ομάδες πολύ αργότερα. Το Φλεβάρη του 1943, αφού είχε αλλάξει η ροή του πολέμου με τη νίκη του Κόκκινου στρατού στο Στάλινγκραντ, οι άγγλοι στήνουν αντιδραστικές διασπαστικές ομάδες με πιο γνωστή τη διαβόητη ΕΟΚ. Σκορπίζουν απλόχερα λίρες για να επιτύχουν τους σκοπούς τους και ανοίγουν δίαυλο επικοινωνίας με το γερμανό κατακτητή. Εκτός από τα όπλα που παρέχουν οι άγγλοι απευθείας στην ΕΟΚ, η ομάδα αυτή εξοπλίζεται και από τον ίδιο τον κατακτητή που δήθεν θέλει να διώξει. Τον Αύγουστο του 1944, ένα μήνα πριν ο ΕΛΑΣ απελευθερώσει το Ηράκλειο, οι γερμανοί εξοπλίζουν την ΕΟΚ δίνοντας  τέσσερα φορτηγά πολεμικό υλικό.

Η μέρα της απελευθέρωσης όμως δεν αργεί. Τα ναζιστικά στρατεύματα κάτω από την πίεση της προέλασης του Κόκκινου στρατού και υπό τη συνεχή πίεση που δέχονται από τον ΕΛΑΣ αρχίζουν να υποχωρούν από την ανατολική Κρήτη το Σεπτέμβρη του 1944. Ο ΕΛΑΣ Μπαίνει στη Σητεία στις 8 Σεπτέμβρη. Η Ιεράπετρα απελευθερώνεται στις 12 του Σεπτέμβρη και στις 14 ο Άγιος Νικόλαος και η Νεάπολη. Στις 16 ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει το αεροδρόμιο Καστελιού. Στη συνέχεια οι κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ ανατολικής Κρήτης προωθούνται στο Ηράκλειο και πιάνουν θέσεις στο Μαραθίτη. Από ‘κεί στις 8 Οκτώβρη σε συνεργασία με δυνάμεις του εφεδρικού ΕΛΑΣ από τις περιοχές Ατσαλένιου Μασταμπά και Αϊ-Γιάννη επιτέθηκαν στο προγεφύρωμα των Γερμανών στη Φορτέτσα αναγκάζοντας τους να συμπτυχθούν μέσα στα τείχη.

Το πρωί της 12 Οκτώβρη του 1944 το 43ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Γιάννη Ποδιά μπήκε στην πόλη του Ηρακλείου όπου έγινε δεκτό με μαζικές εκδηλώσεις ενθουσιασμού.

Η αντίδραση όμως δεν άφησε να περάσει μέρα χωρίς να δείξει τις προθέσεις της.

Την επόμενη μέρα, 13 του Οκτώβρη, είχε οργανωθεί γενική συγκέντρωση όπου θα μιλούσαν από τον εξώστη της Νομαρχίας οι αρχηγοί των παρατάξεων. Ένοπλος από την αμάδα του Μπανουβά, ο Μπουτζαλής, επιχειρεί να δολοφονήσει τον καπετάνιο Γιάννη Ποδιά, πυροβολώντας τον. Η σφαίρα τον βρίσκει στο δεξί χέρι και του το αχρηστεύει. Ο Ποδιάς νοσηλεύεται στο Πανάνειο όπου διαφεύγει τον κίνδυνο.

Παρά το προκλητικό επεισόδιο το ΕΑΜ συνεχίζει να εργάζεται για τη λαϊκή ενότητα. Δημιουργούνται δύο μεικτά φρουραρχεία και από τις δύο παρατάξεις. Μέχρι να αναρρώσει από την επίθεση ο Καπετάν Ποδιάς τον αντικαθιστά προσωρινά ο Νικόδημος Κριτσοτάκης. Πρώτο μέλημα των Φρουραρχείων η σύλληψη των δοσίλογων, των προδοτών και των συνεργατών των Γερμανών.

Τους μήνες που ακολούθησαν δεν έλειψαν τα μικροεπεισόδια και οι συμπλοκές μέχρι που φτάνουμε στα γεγονότα του Δεκέμβρη στην Αθήνα. Ήταν το αποκορύφωμα της ανοιχτής πια επέμβασης των Άγγλων στη χώρα. Με τη συνδρομή των πρώην συνεργατών των Γερμανών και τη γνωστή προδοτική δράση των αστών πολιτικών αιματοκύλισαν τον λαό που συνέχισε να αγωνίζεται για τη λευτεριά του. Έτσι δόθηκε το σύνθημα να κλιμακωθεί η βία και η τρομοκρατία  απέναντι στις ΕΑΜικες οργανώσεις, τους αγωνιστές και συνολικά το λαό.

Εν μέσω συλλαλητηρίων καταδίκης της επέμβασης των Άγγλων σε όλο το νησί, ο στρατιωτικός διοικητής Κρήτης Νικόλαος Παπαδάκης εκδίδει διαταγή: “ … καθ ην απαγορεύει πάσαν δημόσιαν συνάρθροισην εν υπαίθρω ή εν κλειστώ χώρω ….”. Και όλα αυτά ενώ ο ΕΛΑΣ συνεχίζει να μάχεται κατά των Γερμανών που είχαν συμπτυχθεί στα Χανιά.

Στις 26 Γενάρη του 1945 οι ένοπλοι του Μπαντουβά άρχισαν να βάλλουν ενάντια στα γραφεία του ΕΑΜ στο Ηράκλειο και σε άλλες θέσεις. Οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ δεν αιφνιδιάστηκαν. Με την καθοδήγηση του ΚΚΕ υπερασπίστηκαν με το όπλο στο χέρι τις λαϊκές ελευθερίες με επικεφαλής το σύντροφο Ευθύμη Μαριακάκη. Γίνεται γενική απεργία εργατών που ματαιώνει τα σχέδια της αντίδρασης.

Την ίδια περίοδο το αστικό κράτος κάλεσε σε επιστράτευση και των παλαιών κλάσεων. Οι ΕΑΜικές εφημερίδες και τα χωνιά της ΕΠΟΝ διέδιδαν τη γραμμή: “Κανείς στην επιστράτευση του Σκόμπυ. Κανείς αν δεν γίνει Εθνικός Στρατός, αν δε δοθούν εγγυήσεις ότι οι ΕΛΑΣίτες αξιωματικοί και οπλίτες θα μπουν ισότιμα στον Εθνικό Στρατό για ένα πραγματικά Εθνικό Στρατό.”

Τελικά μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και τοπική συμφωνία του ΕΛΑΣ Κρήτης με την ΕΟΚ και τους εκπροσώπους της κυβέρνησης ότι θα σχηματιστεί στρατός με τους πιο πάνω όρους δόθηκε εντολή “όλοι στην επιστράτευση”. Όμως οι περισσότεροι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ που παρουσιάστηκαν διώχνονταν ως άρρωστοι. Την ίδια στιγμή παρακρατικοί προερχόμενοι από την ΕΟΚ ξυλοκοπούσαν όσους έρχονταν από την ύπαιθρο να καταταγούν και ήταν φιλικοί προς το ΕΑΜ.

Μετά από την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας άρχισε ο αφοπλισμός της 5ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Στις 25 Φλεβάρη του 1945 ο διοικητής της 5ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Γρηγόρης Κοντεκάκης, με διαταγή του που διαπνέεται από ολοφάνερη συγκίνηση, κηρύσσει την αυτοδιάλυση της Μεραρχίας. Διατηρείται μόνο το 14ο Σύνταγμα που μάχεται ακόμα με τους Γερμανούς στα Χανιά.

Την ίδια περίοδο τον έλεγχο του Ηρακλείου αναλαμβάνει η εθνοφυλακή. Στην πραγματικότητα η εθνοφυλακή αποτελούνταν από ειδικά επιλεγμένους, με βάση το φρόνημα κληρωτούς, ενώ αρκετοί τοπικοί τραμπούκοι και δολοφόνοι είχαν γίνει δεκτοί ως δήθεν εθελοντές. Η ανοχή τους απέναντι στις παρακράτους ήταν προκλητική. Μπροστά στα μάτια τους οι τραμπούκοι σκοτώνουν πρώην μαχητές του ΕΛΑΣ και όπως τον Καπετάνιο Μανωλεσάκη σε κεντρικό εστιατόριο του Αγίου Νικολάου.

Ο νέος ένοπλος λαϊκός αγώνας στηρίχτηκε στην οργανωτική- πολεμική πείρα του ΕΛΑΣίτικου αγώνα 1942-1945 και σε δυνάμεις που συμμετείχαν στον ΕΛΑΣ.

Παρά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας», αυτόν τον απαράδεκτο συμβιβασμό σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος, η αστική τάξη δεν είχε μπορέσει να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού, έστω και τυπικά, κοινοβουλευτικά. Η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση είχε αφήσει μεγάλη αγωνιστική παρακαταθήκη στη συνείδηση του λαού, στις μορφές οργάνωσης και στις μορφές πάλης. Μετά την απελευθέρωση το ΚΚΕ και άλλες ΕΑΜικές δυνάμεις πρωτοστάτησαν στην πάλη κατά της αντίδρασης και των συμμάχων της. Η αστική τάξη ήθελε κυριολεκτικά να τσακίσει κάθε πνεύμα αντίστασης, κάθε προσπάθεια δικαίωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Οι αστικές δυνάμεις για να αντιστρέψουν πλήρως και προς όφελός τους το συσχετισμό των δυνάμεων και για να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους, κατέφυγαν στη δολοφονική βία και στην πιο ωμή τρομοκρατία, επέλεξαν το αιματοκύλισμα, στηριγμένες στην αμερικανική οικονομική, στρατιωτική και πολιτική ενίσχυση, μετά την εκφρασμένη φανερή αδυναμία της Μεγάλης Βρετανίας να συνεχίσει αυτόν το ρόλο.

 

(Συγκρότηση της Ομάδας του ΔΣΕ στη Κρήτη)

Μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 και του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου που έδειξαν τη μεγάλη δύναμη και επιρροή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, παρά τις διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες και δολοφονίες, η ένταση της τρομοκρατίας των παρακρατικών ομάδων του Μπαντουβά του Πλεύρη και του Τζιφάκη σε Ηράκλειο, Λασίθι και Ρέθυμνο έφτασε σε αφάνταστα επίπεδα. Για να κάμψουν το δημοκρατικό φρόνημα του ηρακλιώτικου λαού, το κράτος και το παρακράτος των Μπαντουβάδων εξαπέλυσαν βάρβαρη και αιματηρή τρομοκρατία. Μπλόκα έξω από χωριά, ομαδικές συλλήψεις, βασανισμοί, εκτελέσεις και δολοφονίες βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη.

Το αστικό κράτος και παρακράτος εγκαινίασε σαν χώρο κράτησης και βασανισμού των αντιφρονούντων, τους στάβλους του Μπαντουβά, οι οποίοι βρίσκονταν στην συνοικία Πατελών στο Ηράκλειο. Στο κτίσμα, που κάποτε στεγάζονταν στάβλοι, τοποθετήθηκε φρουρά και οδηγούνταν καθημερινά δεκάδες αγωνιστές για να μαρτυρήσουν βασανιζόμενοι από μέλη της χωροφυλακής και των συμμοριών. Δίκαια οι Στάβλοι του Μπαντουβά χαρακτηρίστηκαν ως η Μακρόνησος της Κρήτης. Εκεί δολοφονήθηκε, όντας αιχμάλωτος, ο Γιάννης Ρουκουνάκης. Εκεί, επίσης, δολοφονήθηκαν η παιδαγωγός και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη, η Μαρία Δρανδάκη, ο γεωπόνος Μιχάλης Λαμπράκης.

Το αδυσώπητο κυνήγι των πατριωτών το οποίο στράφηκε πρώτιστα εναντίον των Κομμουνιστών και των ΕΑΜιτών, ανάγκασε τον Καπετάνιο του ΕΛΑΣ Γιάννη Ποδιά με άλλους  συντρόφους να καταφύγουν διωκόμενοι στα Λασηθιώτικα βουνά στα τέλη Μαρτίου του 1947. Μαζί του ο ΕΛΑσίτης καπετάνιος Νίκος Σαμαρείτης, ο ομαδάρχης Μήτσος Παπάς, ο Γιαννης Ρουκουνάκης, ο Βασίλης Πλαγιωτάκης, ο Γιάννης Λασηθιωτάκης, ο Βασίλης Τσακίρης, ο Καπαρός και κάποιοι ακόμη καταδιωκόμενοι αγωνιστές από τα ανατολικά. Σύντομα, η δύναμη αυτή πολλαπλασιάστηκε με την ένταξη των αγωνιστών από το «λόχο των σκαπανέων» που δραπέτευσαν από το στρατόπεδο του Αγίου Νικολάου.

Στον Άγιο Νικόλαο και στο Ρέθυμνο δημιουργήθηκαν το 1ο και 2ο Τάγμα Σκαπανέων αντίστοιχα, με 2.500 περίπου σκαπανείς. Οι σκαπανείς ήταν στελέχη του Κόμματος, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι τηρώντας τους όρους της Συμφωνίας της Βάρκιζας, δήλωσαν εθελοντική επιστράτευση για τον Εθνικό Στρατό. Από την Κυβέρνηση όμως είχαν θεωρηθεί επικίνδυνοι για το καθεστώς, με αποτέλεσμα να τους αφοπλίσουν και να τους μεταφέρουν στα στρατόπεδα σκαπανέων όπου λειτουργούσαν σαν στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων. Κάτω από τη αντίδραση που έγινε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, για την ύπαρξη αυτών των στρατοπέδων, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά ελεύθερους αρκετούς σκαπανείς και να ενώσει τα δύο Τάγματα στο στρατόπεδο του Αγίου Νικολάου. Εκεί έμειναν 144 σκαπανείς, οι οποίοι είχαν θεωρηθεί ως οι άκρως επικίνδυνοι και έπρεπε να κρατηθούν πάση θυσία. Παρά την προσπάθεια από το στρατόπεδο να απομονώσουν τα Τάγματα, οι γραμματείς των κομματικών τους ομάδων, Μανώλης Φραγκιαδάκης του 1ου Τάγματος και Γιάννης Νικολόπουλος του 2ου, κατάφεραν να έρθουν σε επαφή από τις πρώτες μέρες, με σκοπό να οργανώσουν την απόδρασή τους. Ως σύνδεσμος ανάμεσα στα γραφεία των Ταγμάτων τους ήταν το στέλεχος του Κόμματος Νίκος Βασιλάκης, γνωστός ως “Δάσκαλος”. Οι σκαπανείς όταν έμαθαν πως επρόκειτο να τους στείλουν στο Κολαστήριο της Μακρονήσου, αποφάσισαν να ζητήσουν από την Επιτροπή Περιοχής Κρήτης του Κόμματος την άδεια να δραπετεύσουν και να ενωθούν με τους άλλους αντάρτες που υπήρχαν στα βουνά ή να φτιάξουν αντάρτικη ομάδα στην Ανατολική Κρήτη. Την ευθύνη του τμήματος των καταδιωκόμενων από το Γραφείο Περιοχής την είχε ο Γιάννης Μανούσακας. Ανατέθηκε στην Αχτιδική Επιτροπή της Κομματικής Οργάνωσης Λασιθίου να υλοποιήσει με μεγάλη μυστικότητα και ακρίβεια την απόφαση της δραπέτευσης των σκαπανέων. Επίσης η Αχτιδική ήταν υπεύθυνη για να καλύψει τις ανάγκες για εφοδιασμό και εξοπλισμό με υπεύθυνο τον γραμματέα Μιχάλη Κοκολάκη. Δημιουργήθηκε κομματική ομάδα 8 ΕΛΑΣίτων καταδιωκόμενων, με επικεφαλή τον Γιάννη Ρουκουνάκη, που ήταν υπεύθυνη για να οδηγήσει τους σκαπανείς στο βουνό.

Έτσι στις 20 Απριλίου την ώρα που σκοτείνιαζε, 55 στρατιώτες του τάγματος σκαπανέων δραπέτευσαν με σκοπό να συναντήσουν την ομάδα του Γιάννη Ποδιά στο Καθαρό των Λασιθιώτικων βουνών.

Την επόμενη κιόλας μέρα άρχισε η καταδίωξη των δραπετών από το λόχο διοίκησης του τάγματος και τους χωροφύλακες. Ο Γιάννης Ποδιάς, προβλέποντας αυτή την ενέργεια, έστησε ενέδρα με μια ομάδα ανταρτών και ανέκοψε την πορεία των διωκτών τους.

Στις 22 Απριλίου δόθηκε η πρώτη μάχη με τους χωροφύλακες και τους στρατιώτες στη θέση «Σκοτεινά Λακκάκια». Οι στρατιώτες αιφνιδιάστηκαν με την αντίσταση των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού και υποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους ένα νεκρό χωροφύλακα και αρκετούς τραυματίες. Στη μάχη αυτή τραυματίστηκε και ο αντάρτης – σκαπανέας Απόστολος Αργυρόπουλος.

Μετά τη μάχη στα “Σκοτεινά Λακκάκια” έγινε η συγκρότηση της ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού Ανατολικής Κρήτης στη θέση «στου Ξυνογιώργη την κορφή». Η σύνθεση της ομάδας ήταν η εξής:

Αρχηγός: ο Γιάννης Ποδιάς

Υπαρχηγός: ο Μήτσος Παπάς.

Υπεύθυνος περιοχής Λασιθίου: ο Γιάννης Ρουκουνάκης

Πολιτικός Υπεύθυνος: ο Μανόλης Φραγκιαδάκης (από τους σκαπανείς)

Στρατιωτικός υπεύθυνος: ο Αριστείδης Λαμπρούλης (από τους σκαπανείς)

Δόθηκε εντολή στο Βασίλη Πλαγιωτάκη να οργανώσει με ευθύνη του ομάδα του Δημοκρατικού στρατού στην Έμπαρο. Φάνηκε έντονα και η ανάγκη δημιουργίας ομάδας και στον Ψηλορείτη. Τα γεγονότα όμως και οι δυσκολίες καθυστέρησαν τον προγραμματισμό αυτό. Ο οπλισμός που είχε στη διάθεση του ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν αραβίδες, μάουζερ, μάνλιχερ και ένα βαρύ οπλοπολυβόλο.

Παράλληλα στις 22 Απριλίου ο γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Λασιθίου πηγαίνει στο Ηράκλειο. Ενημερώνει κλιμάκιο της Επιτροπής Περιοχής Κρήτης και τη Κομματική οργάνωση Ηρακλείου, με επικεφαλή τον Στέλιο Παπαδομιχελάκη για την εξέλιξη της ομάδας των ανταρτών. Στο Ηράκλειο δημιουργήθηκε ειδική κομματική επιτροπή που ήταν υπεύθυνη για την βοήθεια στους ενόπλους.

Όλη η κομματική οργάνωση του Λασιθίου είχε διαταχτεί στην εξυπηρέτηση των αναγκών του Δ.Σ. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή των ορεινών χωριών Κρούστα, Καλαμαύκα, Ανατολή και Μάλες, όπου εφοδίαζαν τους μαχητές με τρόφιμα όπως κρίθινο ψωμί, παξιμάδια, όσπρια και κρέας.

Την 1η Μαΐου αρχίζει η πλατιά δράση του Δημοκρατικού Στρατού από την Καλαμαύκα, όπου ο λαός υποδέχεται την ένοπλη ομάδα του Δημοκρατικού στρατού με ζητωκραυγές και πανηγυρισμούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής στα οποία μπαίνουν οι αντάρτες. Σε όλα τα χωριά ο Ποδιάς μιλάει στους κατοίκους με κεντρικό σημείο της ομιλίας την ανάγκη για συμφιλίωση.

Στις 9 Μάη του 1947 η Ομάδα του ΔΣΕ, σε συνεννόηση με την Κομματική οργάνωση της πόλης, με οδηγούς και συνδέσμους κατέλαβε την Ιεράπετρα. Οι αντάρτες με λίγες εκφοβιστικές ριπές, απομόνωσαν τους χωροφύλακες στο κτίριο της διοίκησης και στο τελωνείο και κατέλαβαν την πόλη. Οι μόνοι που πολέμησαν τους αντάρτες ήταν φασίστες εξόριστοι των Βαλκανίων που τους είχε φέρει η κυβέρνηση και οι Άγγλοι. Όλος ο λαός της αντίθετα τους υποδέχτηκε, προμηθεύοντας τους πριν φύγουν τρόφιμα και κουβέρτες. Τέσσερα άτομα κατατάχτηκαν εθελοντικά. Σε αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Χρήστος Κωστορέλλος, διμοιρίτης της Ομάδας.

Η κατάληψη της Ιεράπετρας αποτελεί την πρώτη νίκη του ΔΣΕ στην Ανατολική Κρήτη. Είχε τεράστια πολιτική σημασία τόσο τοπικά, όσο και διεθνώς αφού απέδειξε τον ψεύτικο μύθο, που έλεγε πως η δράση του ΔΣΕ ήταν μία συνοριακή διένεξη εισβολής Βουλγάρων στην Ελλάδα. Η Ιεράπετρα, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται στη νότια ακτή του νοτιότερου νησιού της Ελλάδας.

Το κράτος ανησύχησε ιδιαιτέρα με τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στην ανατολική Κρήτη. Αξιοποιώντας το Δόγμα Τρούμαν επιδιώκουν την άμεση εξόντωση των μαχητών. Ιδιαίτερο βάρος στις επιχειρήσεις θα σηκώσουν οι παρακρατικές ομάδες με επικεφαλής τον Εμμανουήλ Μπαντουβά, υποστηριζόμενες από ισχυρές δυνάμεις χοροφυλακής.

Στις 13 Μάη φτάνουν στο Καθαρό οι παρακρατικοί για να χτυπήσουν το Δημοκρατικό Στρατό. Οι μαχητές στην πορεία τους προς τον Ψηλορείτη δίνουν  αλλεπάλληλες μάχες με τους παρακρατικούς.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω μάχες:

14 και 15 Μάη έγινε η μάχη στου Ξυνογιώργη τη κορφή, στα βουνά του Λασιθίου. Η μάχη ήταν σκληρή γιατί οι εχθρικές δυνάμεις ήταν ασύγκριτα υπέρτερες. Τραυματίστηκε βαριά ο διμοιρίτης Χρήστος Αρβανίτης που έπεσε στα χέρια των Μαυδών και δολοφονήθηκε.

Στις 18 Μάη δόθηκε η μάχη του Ομαλού της Βιάνου. Οι αντάρτες είχαν περικυκλωθεί, πολεμούσαν όλη τη μέρα και τελικά διέφυγαν.

Στις 20 Μάη δόθηκε η μάχη στους Κασάνους. Οι αντάρτες του ΔΣΕ είχαν στρατοπεδεύσει το βράδυ στο χωριό. Οι χωροφύλακες ειδοποιήθηκαν από προδότη ότι γίνεται κάποια οργανωτική κίνηση, συγκέντρωση στα σπίτια που βρισκόντουσαν οι μαχητές. Πήγαν και χτύπησαν τις πόρτες, αντίκρισαν τους αντάρτες που βγήκαν από τα σπίτια και άρχισε η μάχη μέσα και έξω στο χωριό.

Στις 17 Ιούνη έγινε η μάχη στο Λαράνι, στο χωριό του Ποδιά. Η ομάδα κυκλώθηκε, όπως και σε όλες τις μάχες έτσι κι εδώ, οι εχθρικές δυνάμεις ήταν υπέρτερες, όμως η ομάδα κατάφερε να βγει από τον κλοιό και να βαδίσει στον Ψηλορείτη.

Στις 27 Ιούνη στήθηκε η ενέδρα στη θέση «Μαγεύτρα» μεταξύ Κατωφυγίου και Μηλιαράδω όπου σκοτώνονται σχεδόν όλοι οι σύντροφοι του Πλαγιωτάκη. Βλέποντας ο ίδιος ότι δεν υπάρχει ελπίδα ή τρόπος διαφυγής με την τελευταία σφαίρα του πιστολιού του αυτοκτονεί στην είσοδο της σπηλιάς που είχε καταφύγει. Οι νεκροί από την πλευρά του ΔΣΕ είναι 12, οι αιχμάλωτοι 4.

Στις 28,29, 30 Ιούνη του 1947 έλαβαν χώρα οι μάχες του ΔΣΕ στον Ψηλορείτη, όπου μαζί με τη μάχη της Σαμαριάς, αποτελούν τις μεγαλύτερες μάχες του ΔΣΕ στη Κρήτη. Εκεί ενώθηκε η Ομάδα του Ποδιά με την Ομάδα του Ψηλορείτη που είχε υπεύθυνο τον Γιώργο Σμπώκο. Η νέα Διοίκηση έχει ως εξής:

Γιάννης Ποδιάς: Καπετάνιος

Δημήτρης Παπάς: Αναπληρωτής διοικητής

Γιώργος Σμπώκος: Πολιτικός Καθοδηγητής

Μανώλης Φραγκιαδάκης: Επιτελής

Μιχάλης Χριστοφοράκης: Γιατρός

Περισσότεροι από 2.500 χωροφύλακες, Μπαντουβαίοι, Καράδες, Κατσιάδες, Πετρακογιώργηδες, έχουν πάει στα μέρη του Ψηλορείτη που γειτονεύουν με το χωριό Λοχριά, με σκοπό να σκοτώσουν τους μαχητές του ΔΣΕ. Στις επιχειρήσεις για την εξόντωση των ανταρτών χρησιμοποιήθηκε και αεροπλάνο. Αντίθετα ο οπλισμός του ΔΣΕ ήταν τουφέκια, ένα πιστόλι και ένα ταχυβόλο.

Με καθημερινές μάχες, συγκρούσεις, επιχειρήσεις τελικά ο Ποδιάς χωρίζει μία ομάδα 47 μαχητών σε τρεις μικρότερες με ομαδάρχες τον Μπάμπη Καλομοίρη της πρώτης, τον Κώστα Πατραμάνη της δεύτερης και τον Ελπιδοφόρο Μανωλεσάκη της τρίτης. Το σχέδιο είναι να συγκρουστεί η πρώτη ομάδα για να δώσει την ευκαιρία στις άλλες δύο να βγουν από τον κλοιό και με τη δημιουργία αντιπερισπασμών από τις δύο να ξεφύγει και η τρίτη. Στις μάχες που έδωσαν στο μεταξύ σκοτώθηκε ο Δημήτρης Παπάς και άλλοι δύο σκαπανείς, ο Καλομοίρης και ο Καράλης.

Στο πρώτο μέρος το σχέδιο πέτυχε και οι δύο ομάδες κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον κλοιό. Στο δεύτερο σκέλος του όμως το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε κι έτσι η μικρή ομάδα του Ποδιά βρέθηκε περικυκλωμένη και σε απόσταση αναπνοής από τους διώκτες της. Το βασανιστήριο της δίψας των ανταρτών έσπρωξε τον τολμηρό και ριψοκίνδυνο ομαδάρχη Μπάμπη Καλομοίρη να προσπαθήσει να προμηθεύσει με νερό την ομάδα από την πηγή που ήταν κοντά. Οι χωροφύλακες και οι παρακρατικοί τον αντιλήφθηκαν και τον σκότωσαν.

Στη συνέχεια η μάχη γενικεύτηκε και ο Ποδιάς βλέποντας πως είναι αδύνατη η διαφυγή τους μέσα στη νύχτα έδωσε εντολή στους αντάρτες του να κρυφτούν στα πυκνόφυλλα δέντρα που υπήρχαν στην περιοχή. Οι διώκτες τους νομίζοντας ότι τη νύχτα ο Ποδιάς με τους άντρες του είχαν διαφύγει μέσα από τις γραμμές τους άρχισαν να συγκεντρώνονται για να φύγουν κι αυτοί. Την τελευταία όμως στιγμή  έγιναν αντιληπτοί και οι χωροφύλακες στρέφοντας τα οπλοπολυβόλα στα δέντρα τους σκότωσαν όλους.

Στις μεγάλες, σκληρές και άνισες μάχες του Ψηλορείτη, έπεσαν ανάμεσα στις δεκάδες άλλους θαρραλέους αγωνιστές ο Γιάννης Ποδιάς, ο Δημήτρης Παππάς, οι αδελφοί Καλομοίρηδες, ο Θεόφιλος Τρουλιννός, ο Ηλίας Τυροκομάκης, ο Μανώλης Φραγκιαδάκης, ο Μιχάλης Καράλης, ο Ηλιάκης. 22 είναι οι σκαπανείς που έπεσαν στις μάχες και τα ονόματά τους δεν είναι μέχρι και σήμερα γνωστά. Με ιδιαίτερη λύσσα οι παρακρατικοί και ο Μπαντουβάς έπεσαν πάνω στο ξεψυχισμένο σώμα του Ποδιά, του έκοψαν το κεφάλι και το χέρι και ξεκοίλιασαν το πτώμα, του έβγαλαν την καρδιά και το συκώτι και τα κρέμασαν στο δέντρο που ήταν κρυμμένος. Πήραν το κεφάλι και το χέρι, το κάρφωσαν σε ένα πάσαλο και έφεραν τα τρόπαιά τους στο Ηράκλειο. Μπροστά σε αυτό το βάνδαλο θέαμα εκφώνησαν τους νικητήριους πανηγυρικούς τους λόγους ο νομάρχης Νάθενας, ο Λυκειάρχης του «Κοραή» θεολόγος καθηγητής Πετράκης και διάφοροι άλλοι χειροκροτητές των εγκληματιών. Μετά τα περιέφεραν στην πόλη του Ηρακλείου για να αποδείξουν πως ο αγαπημένος καπετάνιος του λαού, Γιάννης Ποδιάς ήταν νεκρός.

Έτσι τελείωσε η σύντομη δράση του Δημοκρατικού στρατού στην ανατολική Κρήτη και στον Ψηλορείτη. 9 συνολικά αντάρτες διέφυγαν από τον Ψηλορείτη. Κατευθύνθηκαν στα Χανιά όπου μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες συνέχισαν εκεί τον αγώνα ενισχύοντας τις εκεί ομάδες του ΔΣΕ.

Στις αρχές του 1950 είχαν απομείνει στην Κρήτη μόνο 14 αντάρτες, που πέρασαν στην παρανομία και άρχισαν να εργάζονται για την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ και για τη διατήρηση και παραπέρα ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος στο νησί. Πέντε, όμως, απ’ αυτούς συνελήφθησαν τελικά, ένας σκοτώθηκε, έξι κατόρθωσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και οι υπόλοιποι δύο, δηλαδή ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γεώργιος Τσομπανάκης, παρέμειναν ασύλληπτοι στα Χανιώτικα βουνά και ξαναγύρισαν στη νομιμότητα το 1974, μετά την πτώση της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας.

 
 

(Εργατικό Κίνημα)

Παράλληλα με τη δράση των ομάδων του Δημοκρατικού Στρατού Ελάδας στο Βουνό, έντονη υπήρξε και η δράση στο εργατικό κίνημα, με την ανάπτυξη αγώνων, που όχι μόνο υπερασπίζονταν τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά στρέφονταν ενάντια στο όργιο τρομοκρατίας και αίματος από το δοσιλογικό και αντιδραστικό κράτος και το παρακράτος.

Η δράση των ομάδων του ΔΣΕ στα βουνά της ανατολικής Κρήτης, δίνει θάρρος στον εργαζόμενο λαό της πόλης του Ηρακλείου  να συνεχίσει και αυτός το σκληρό αγώνα ενάντια στη νέα προσπάθεια καταδυνάστευσής του από ξένους και ντόπιους ιμπεριαλιστές. Απέναντι στην έντονη προσπάθεια από τα όργανα καταστολής να κάμψουν το φρόνημα του λαού, να τον πιέσουν να σκύψει το κεφάλι.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από το Γερμανικό ζυγό το 1945, ξεκίνησε στο Ηράκλειο η επαναλειτουργία του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Ηρακλείου. Με πρωτοφανή ζωντάνια και μαχητικότητα πρωτοστατούσε στην οργάνωση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος στη πόλη, πάντα υπό την καθοδήγηση του Κόμματος. Πρόεδρος του ΕΚΗ, με κατεύθυνση των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, την περίοδο εκείνη είχε εκλεγεί ο Στρατής Περγαλίδης, στέλεχος του Κόμματος.

Από τους πρώτους κιόλας μήνες του 1947, είχαν ξεκινήσει μεγάλες απεργιακές σε πολλούς κλάδους, με χαρακτηριστικότερες αυτές των εργαζομένων στα βυρσοδεψεία και το Μάη στους τσαγκαράδες. Αποκορύφωμα  ήταν η απεργία διαρκείας των τυπογράφων, η οποία κηρύχτηκε στις 31 Μάη 1947, με αφορμή το αναγκαστικό κλείσιμο της εφημερίδας “ Ελεύθερη Κρήτη”, όργανο της Ν.Ε. Ηρακλείου του ΕΑΜ. Αποτέλεσμα ήταν η απόλυση 10 τυπογράφων, καθώς και όλου του συντακτικού και υπαλληλικού προσωπικού της εφημερίδας. Με μπροστάρηδες τους απεργούς και το ΕΚΗ με τον Περγαλίδη ξεκινάει μεγαλειώδης αγώνας για την ικανοποίηση των αιτημάτων της απεργίας. Η απεργία τελικά στέφεται με επιτυχία και τη Δευτέρα 9 Ιουνίου λαμβάνεται απόφαση για λήξη της απεργίας. Λόγω της άρνησης όμως της πλειοψηφίας των διευθυντών των εφημερίδων, και συγκεκριμένα του διευθυντή της εφημερίδας “Δράση” κ. Καφφετζάκη να δεχθεί πάλι στη δουλειά το τακτικό προσωπικό και τους απεργούς , ματαιώνεται η λήξη της απεργίας. Με απόφαση της η ένωση τυπογράφων αρνείται να εγκαταλείψει κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα, και απαιτεί την άμεση επαναπρόσληψη των συναδέλφων τους. Την ίδια κιόλας μέρα επιστρατεύεται απεργοσπαστικός μηχανισμός, με στόχο να χτυπηθεί η απεργία.

Το ίδιο βράδυ πυροβολήθηκε από αγνώστους στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, ένας από τους απεργοσπάστες, ο οποίος τραυματίζεται επιπόλαια. Οι αρχές, αξιοποιώντας την προβοκάτσια, χρεώνουν το γεγονός αυτό στους απεργούς τυπογράφους και η Αστυνομία τότε συλλαμβάνει την απεργιακή επιτροπή, με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας του τραυματισμού. Οι συλληφθέντες αφήνονται ελεύθεροι μετά τη μαρτυρική κατάθεση του ίδιου του τραυματία, ο οποίος απέδωσε το επεισόδιο σε οικογενειακές διαφορές.

Στις 12 Ιούνη 1947 συλλαμβάνονται από την Ασφάλεια Ηρακλείου ο πρόεδρος τους Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου Στρατής Περγαλίδη. Του απαγγέλλεται η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στην παρεμπόδιση απεργοσπαστών να δουλέψουν. Η σύλληψη του προέδρου του ΕΚ προκαλεί την άμεση αντίδραση των εργατών του Ηρακλείου, συγκροτώντας επιτροπές με αίτημα την άμεση απελευθέρωση του, αφού οι κατηγορίες δεν έστεκαν.

Στις 13 Ιούνη 1947 και ώρα 11.45 π.μ. οι επιτροπές των σωματείων, που αριθμούσαν περί τα 400 άτομα, συγκεντρώνονται στο Μεϊντάνι, με κατεύθυνση προς  στη Νομαρχία, στην πλατεία των Τριών Καμαρών. Στόχος τους είναι να πραγματοποιήσουν παράσταση διαμαρτυρίας στο νομάρχη, να εκφράσουν την οργή και την αγανάκτησή τους για τη σύλληψη του εργατικού ηγέτη Στρατή Περγαλίδη και να αξιώσουν δυναμικά την απελευθέρωσή του.

Ο τότε νομάρχης Ηρακλείου Νάθενας, πιστός στις εντολές και την πολιτική του αστικού κράτους, αρνήθηκε να δεχτεί επιτροπή εργατών στο γραφείο του. Η διαταγή προς την Αστυνομία ήταν ρητή. Αν δεν αποχωρήσουν να διαλυθούν βιαίως. Όμως οι συγκεντρωμένοι δε διαλύθηκαν, εμμένοντας στην απόφασή τους να καταθέσουν τα αιτήματα τους το νομάρχη. Στις απαιτήσεις και διαμαρτυρίες των εργατών τα όργανα του κράτους απάντησαν με πυρ.

Η συνέχεια ήταν τραγική. Πρώτος νεκρός πέφτει ο πρόεδρος των υποδηματεργατών Χρήστος Χατζηγεωργίου, ενώ συγχρόνως τραυματίζονται 7 εργάτες. Την ίδια ώρα πέφτει επίσης νεκρός έξω από το Μουσείο ο Κώστας Χατζηγεωργίου, αδελφός του Χρήστου. Στη συνέχεια η Αστυνομία εξαπολύει επιχείρηση ομαδικών συλλήψεων εργατών.

Ο αρχές όμως δεν αρκέστηκαν στο αίμα των νεκρών και τραυματισμένων εργατών. Ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις εργαζομένων. Πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν και πέρασαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο Ηρακλείου, καταδικάστηκαν με αυστηρές ποινές και κλείστηκαν για πολλά χρόνια στις φυλακές ή στάλθηκαν εξορία.

Στις 14 Ιούνη 1947, ξημερώματα Σαββάτου, δολοφονείται έπειτα από οικτρά βασανιστήρια στην Ασφάλεια ο  Στρατής Περγαλίδης.

Πιέστηκε μέσα στο κρατητήριο ν’ αποκηρύξει τις ιδέες του και το Κόμμα του, να σταματήσει να παλεύει για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Βασανίστηκε απάνθρωπα στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Όμως αρνήθηκε. Τα φρικτά βασανιστήρια που υποβλήθηκε δεν έκαμψαν το φρόνημά του, δε χαμήλωσε το κεφάλι, δεν αρνήθηκε την εργατική τάξη, την ιδιότητά του ως μέλος του ΚΚΕ. Ο Περγαλίδης πέθανε όρθιος στις 14 Ιούνη 1947. Πιστός στο ΚΚΕ, στην εργατική τάξη και στον εργαζόμενο λαό. Παραμένει και σήμερα ιερό σύμβολο των αγώνων της εργατικής τάξης από την οποία τιμήθηκε και την οποία τίμησε με την πίστη του, την αφοσίωσή του, τους αγώνες και τη θυσία του.

Ο Στρατής Περγαλίδης γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας και ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Είχε αποκτήσει τις πικρές εμπειρίες αυτού του πολέμου. Έγινε μέλος της ΟΚΝΕ την περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, όπου ανδρώθηκε ιδεολογικά και επαναστατικά. Πέρασε αργότερα στο Κόμμα του, το ΚΚΕ, όπου έμεινε αταλάντευτα πιστός. Μετά τη Μάχη της Κρήτης έφυγε από το Ηράκλειο και εγκαταστάθηκε στη Νεάπολη Λασιθίου και από κει έδωσε το “παρών” του στο εθνικοαπελευθερωτικό κάλεσμα του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση γύρισε στο Ηράκλειο και από το 1945 αναλαμβάνει από την κομματική οργάνωση την ευθύνη της ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος στη πόλη. Στις εκλογές που ακολούθησαν ο Περγαλίδης τιμήθηκε με την ψήφο των εργατών και αναδείχτηκε πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου. Εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στο 7ο Πανελλαδικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ και έγινε μέλος της διοίκησής της.

Στο πρόσωπό του η εργατική τάξη του Ηρακλείου είχε βρει τον άξιο, αφοσιωμένο και πιστό ως το θάνατο κομμουνιστή ηγέτη, γι’ αυτό και οι αντιδραστικές δυνάμεις τον βάλανε στο μάτι.

Η θυσία των επώνυμων και ανώνυμων εργατών του Ηρακλείου την περίοδο του  έπους του ΔΣΕ καταβάλλεται προσπάθεια να αποχρωματιστεί. Τοπικοί άρχοντες, κόμματα και συνδικαλιστικοί φορείς που υποτάσσονται στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κεφαλαίου, καταβάλλουν προσπάθειες να απονευρώσουν τους αγώνες των εργαζομένων και να προσαρμόσουν το νόημα της θυσίας των ηρώων της εργατικής τάξης και τους αγώνες τους στα πλαίσια του πολιτικοκοινωνικού κατεστημένου.

Καλλιεργείται μια ψευτοθεωρία ότι οι αγώνες πήγαν χαμένοι, ότι το αίμα χύθηκε άδικα, ότι ήταν καλύτερο να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα και να αποδεχτεί ο λαός το “σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω”. Όλα αυτά για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες, να σπείρουν την απαισιοδοξία στις ταξικές δυνάμεις του τόπου και να εκδώσουν “βούλευμα αθώωσης” στην άρχουσα τάξη και τους ιμπεριαλιστές για τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει και διαπράττουν σε βάρος του λαού και της χώρας.

            Ο Περγαλίδης, οι αδελφοί Χατζηγεωργίου, οι ηρωικοί εργάτες, μέλη, στελέχη και φίλοι του Κόμματος που θανατώθηκαν και βασανίσθηκαν από τους εκπροσώπους των εκμεταλλευτών της εργατικής τάξης είναι καθολικά καταξιωμένοι στη συνείδηση της εργατικής τάξης του Ηρακλείου και όλων των εργαζομένων. Το παράδειγμά τους, η γενναιότητα τους, η πίστη και η αφοσίωση στα ιδανικά του κομμουνισμού, για την κατάργηση της εκμεταλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και την , οι θυσίες τους για την υπόθεση της νίκης της εργατικής τάξης, ζουν στους καθημερινούς οικονομικούς, κοινωνικούς πολιτικούς και εθνικούς αγώνες. Είναι ζωντανοί, εμπνέουν και φωτίζουν το δρόμο μας, στου σημερινούς σκληρούς ταξικούς αγώνες.

 

(Γυναίκες)

Πριν κλείσουμε το αφιέρωμα στη δράση των ομάδων του ΔΣΕ στην ανατολική Κρήτη, χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη δράση των γυναικών αγωνιστριών της περιόδου εκείνης. Έδωσαν και αυτές τη μάχη, δουλεύοντας μέσα από τις γραμμές του κόμματος, στη πόλη, στο χωριό, έχοντας ισάξια προσφορά στον αγώνα με αυτή των ανδρών αγωνιστών.

Η συμμετοχή των γυναικών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στους σκληρούς αγώνες της περιόδου ’46-’49, και στην περιοχή μας αποτελεί πλούσια πηγή πείρας και διδαγμάτων. Σε πείσμα των καπιταλιστών και της συστηματικής τους προσπάθειας να τη σβήσουν από τη μνήμη, να μπολιάσουν με τον αντικομμουνισμό και να φθείρουν τις συνειδήσεις, ειδικά των νέων γυναικών, η Ιστορία της συγκεκριμένης περιόδου προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων και σήμερα. Πείρα που αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της ισοτιμίας των γυναικών, για το δρόμο που οδηγεί στην κατάκτησή της, για τον αναπόσπαστο δεσμό ανάμεσα στην πάλη των γυναικών για ισοτιμία. Την πάλη της εργατικής τάξης για κοινωνική απελευθέρωση, τη πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Διαβάζουμε από το τεύχους Απρίλη του 1948 του περιοδικού “Δημοκρατικός Στρατός” του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ σε άρθρο της Ρούλας Κουκούλου: “η γυναίκα αποφασιστικά δουλεύει στην παραγωγή, κυβερνάει πλάι στον άντρα στη λαϊκή εξουσία, είναι γερό στήριγμα του ΔΣ. Χιλιάδες αγωνίστριες στη σκλαβωμένη Ελλάδα σκάβουν το λάκκο του νεοφασισμού, αλύγιστες μπροστά στον κίνδυνο και στην τρομοκρατία. Και στο βουνό γράφουν καινούριες δοξασμένες σελίδες με το φλογερό τους πατριωτισμό, οι αντάρτισσες του Δημοκρατικού μας Στρατού. Έχουμε ένα αρκετά σημαντικό αριθμό γυναικών στο ΔΣΕ. Στην αρχή όλες σχεδόν οι γυναίκες στέλνονταν στη μάχη. Οι αντάρτισσές μας έδειξαν παλικαριά και μαχητικότητα, ηρωισμό και αυτοθυσία – προσήλωση στην αποστολή τους, πειθαρχία, φιλότιμη προσπάθεια, υπομονή. Μέσα στις μεγαλύτερες δυσκολίες δεν εγκαταλείπουν τη θέση τους.”

Η 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στις 29 Ιούλη του 1948, στην απόφασή της, αναφέρει:

“Θαρραλέα να τραβήξουμε τις γυναίκες στα μάχιμα τμήματα. Με τον ηρωισμό και την αυτοθυσία τους οι γυναίκες κέρδισαν τιμητική θέση μέσα στο ΔΣΕ. Αποτελούν μέσα στα τμήματα παράγοντα πειθαρχίας, κίνητρο μαχητικότητας και υπόδειγμα πολεμικής επίδοσης”.

Τη μεγαλύτερη δυνατή βαρύτητα έδωσε ο ΔΣΕ στη διαπαιδαγώγηση των μαχητών και των μαχητριών, στην ιδεολογική και πολιτική δουλειά στις γυναίκες. Το Φλεβάρη του 1948, με απόφαση του ΚΚΕ και του Γενικού Αρχηγείου, πραγματοποιήθηκε ειδική σύσκεψη και αποφασίστηκε η τοποθέτηση γυναικών στελεχών δίπλα στον Πολιτικό Επίτροπο σε όλη την κλίμακα του ΔΣΕ, από το Γενικό Αρχηγείο ως τη διμοιρία. Στις πιο σκληρές και αντίξοες συνθήκες αναπτύχθηκε αξιοθαύμαστη ιδεολογικοπολιτική και διαφωτιστική δραστηριότητα. Λειτούργησαν σχολές μόρφωσης για τις αναλφάβητες μαχήτριες, οι οποίες έμαθαν ανάγνωση και γραφή στις ανάπαυλες της μάχης. Εκδίδονταν ειδικά έντυπα και εφημερίδες, όπως η «Μαχήτρια» και η «Αγωνίστρια». Καρπός της πρωτοφανούς ανάπτυξης του γυναικείου κινήματος ήταν και η δημιουργία της Πανελλαδικής Δημοκρατικής Ένωσης Γυναικών (ΠΔΕΓ), τον Οκτώβρη του 1948. Η πραγματοποίηση της Α΄ Συνδιάσκεψής της έγινε σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, μέσα στη φωτιά του πολέμου. Στόχος της ήταν ο συντονισμός και η ένταση της πάλης των γυναικών, το ανέβασμα της πολιτικής δουλειάς στις γυναίκες, ώστε να πολεμούν όχι μόνο με το όπλο, αλλά και με το μυαλό, με το λόγο και με την καρδιά.

Η συμβολή των γυναικών στη δράση του ΔΣΕ στην Ανατολική Κρήτη, οι θυσίες τους κατά την περίοδο αυτή είναι παράδειγμα για όλους. Δεκάδες είναι οι αναφορές και οι περιπτώσεις γυναικών- αγωνιστριών του ΔΣΕ, μελών της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ, που με τη ζωή τους, το παράδειγμα τους και τη θυσία τους έγραψαν τις δικές τους χρυσές σελίδες στην ιστορία της πάλης στη περιοχή μας για την υπόθεση της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού. Η παρακάτω αναφορά σε γυναίκες που έδρασαν εκείνη την περίοδο αποτελεί ένα μικρό φόρο τιμής στις επώνυμες και ανώνυμες γυναίκες που πρωτοστάτησαν με τη δράση τους εκείνη την περίοδο.

Μαρία Λιουδάκη: Γεννήθηκε στη Λατσίδα Μεραμβέλου το Νοέμβρη του 1894. Λαμπρή παιδαγωγός και  διακεκριμένη λαογράφος, με σπουδαίο συγγραφικό και λαογραφικό έργο. Από τα χρόνια των σπουδών της, οργανώνεται στην ΟΚΝΕ και είναι ένα από τα πιο δραστήρια μέλη. Εκλέγεται αντιπρόσωπος της ΟΚΝΕ για τις φοιτήτριες της Φιλοσοφικής σχολής Θεσσαλονίκης. Με την επιστροφή της στην Ιεράπετρα, αναδείχτηκε σε πρωτοπόρο στέλεχος της πρώτης  Κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ στη περιοχή, και συμμετέχει ενεργά στην “Εθνική Αλληλεγγύη”. Άκουγε παράνομο ραδιόφωνο και ετοίμαζε καθημερινά το δελτίο ειδήσεων, που κυκλοφορούσε σε πολλά αντίτυπα για ενημέρωση του λαού. Συμμετείχε στην έκδοση της πολυγραφημένης εφημερίδας «Φωνή του λαού». Παράλληλα έχει την ευθύνη της οργάνωσης  του γυναικείου κινήματος στην περιοχή. Λόγω της κομματικής της δράσης συλλαμβάνεται από τους παρακρατικούς τους Μπαντουβά στις 25 Νοέμβρη του 1947. Παρά τα μακρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, αρνείται να κάνει δήλωση και να αποκηρύξει την ιδιότητά της σαν μέλος του ΚΚΕ, την κομμουνιστική ιδεολογία της. Δολοφονείται στις 4 Δεκέμβρη 1947. Οι δήμιοί της εξαφάνισαν το σώμα της. Το πτώμα της δε θα βρεθεί, παρά μετά από πολύ καιρό, σε μια χαράδρα, κυριολεκτικά κομματιασμένο.

Μαρία Δρανδάκη: μοδίστρα στο επάγγελμα, από νεαρή ηλικία οργανώνεται και γίνεται μέλος του Κόμματος στην Ιεράπετρα. Αναπτύσσει τη δράση της παράλληλα με τη Λιουδάκη, πρωτοστατεί και αυτή στην πάλη του ΔΣΕ και του Κόμματος, για το γυναικείο κίνημα. Συλλαμβάνεται και Εκτελείται  μαζί με τη Λιουδάκη από τους Μπαντουβάδες.

Βαγγελιώ Φωτιάδου- Βαγγελιώ Αρμενάκη:   Γεννημένες στο Ηράκλειο, πρωτοπόρα μέλη της ΕΠΟΝ στη πόλη μας. Συλλαμβάνονται από την Ασφάλεια με γελοίες κατηγορίες, και αρνούμενες να υπογράψουν δήλωση μετάνοιας, εκτελούνται στις 5 Ιουνίου 1948, στο γήπεδο του ΟΦΗ.

Βαγγελιώ Κλάδου:  Γεννήθηκε το 1919 στα Ανώγεια της Κρήτης. Από μικρή έδειξε έφεση στα γράμματα φοίτησε στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία παίρνοντας το πτυχίο της δασκάλας. Την περίοδο της κατοχής οργανώνεται στο ΕΑΜ και στη συνέχεια αναδεικνύεται σε στέλεχος της εαμικής αντίστασης. Το 1944 περνάει στην παρανομία και γίνεται μέλος του ένοπλου ΕΛΑΣ Ρεθύμνου, με πολιτικό καθοδηγητή τον αξέχαστο Ανωγειανό κομμουνιστή Γιώργη Σμπώκο. Γίνεται μέλος του ΚΚΕ, και γρήγορα γίνεται μέλος του Γραφείου Περιοχής Κρήτης. Η μεγάλη αγωνιστική δύναμη που δείχνει, δεν μένει απαρατήρητη και η αντιστασιακή της δράση γρήγορα γίνεται πασίγνωστη, περνώντας πολλές φορές στα όρια του μύθου. Μετά τα Δεκεμβιανά του 1944, η Βαγγελιώ δεν μπορεί να γυρίσει στην δουλειά της ως εκπαιδευτικός χωρίς να υπογράψει τις απαραίτητες ταπεινωτικές δηλώσεις νομιμοφροσύνης προς το αστικό καθεστώς. Ήταν μια πράξη αδιανόητη για το κομματικό της ήθος. Δεν θα επιστρέψει ποτέ στην έδρα της ως εκπαιδευτικός. Θα μεταβεί στα Χανιά, όπου θα ενταχθεί με όλες τις δυνάμεις στο λαϊκό κίνημα, δουλεύοντας μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Στον Δημοκρατικό Στρατό αναπτύσσει πλούσια δράση και θα συμμετάσχει ως καπετάνισσα πια σε όλες σχεδόν τις μάχες που θα δοθούν ενάντια στο αστικό καθεστώς το 1947 και το 1948. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, και αφού έχουν εξολοθρευτεί τα περισσότερα στελέχη του ΚΚΕ στο Νησί, η Βαγγελιώ είναι το τελευταίο επιζών στέλεχος του Γραφείου Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ, όπου αναλαμβάνει την ηγεσία ενός ηρωικού αλλά άνισου αγώνα. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1949, λίγους μήνες μετά από την τελική ήττα του ΔΣΕ στον Γράμμο, η Βαγγελιώ σκοτώθηκε και αυτή μετά από ενέδρα καταδιωκτικού αποσπάσματος

(Επίλογος)

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στη δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, μόνο μια γενική εικόνα των αγώνων της περιόδου εκείνης μπορεί να αποτυπώσει. Πολλές πλευρές της δράσης των αγωνιστών αυτών είναι ακόμα άγνωστες. Το Κόμμα μας θα συνεχίσει με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο την προσπάθεια να αναδειχτεί κάθε πλευρά του μεγαλείου εκείνου του αγώνα. Να βγουν συμπεράσματα που θα μας κάνουν ακόμα πιο ικανούς στους αγώνες του σήμερα. Καλούμε κάθε ένα που διαθέτει υλικό, μαρτυρίες ή ντοκουμέντα για τους αγώνες στα χρόνια του ΔΣΕ να συμβάλει στην προσπάθεια αυτή σε επαφή με το Κόμμα.

Σήμερα, κάτω από τω φώς των συμπερασμάτων του 2ου Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ μπορούμε καλύτερα να κατανοήσουμε το μεγαλείο του Δημοκρατικού Στρατού. Να κατανοήσουμε, ταυτόχρονα, τα λάθη και τις καθυστερήσεις που οδήγησαν στην ήττα.

Η δυνατότητα και η ικανότητα ενός ΚΚ να μελετά την Ιστορία του αποτελεί στοιχείο της ανάπτυξής του, εφόσον η μελέτη της συγκροτεί διαδικασία συνειδητοποίησης λαθών, των παραγόντων που οδήγησαν σε αυτά και εξαγωγής συμπερασμάτων, με σκοπό να γίνει πιο διεισδυτική και αποτελεσματική η δράση του ΚΚ στην οργάνωση της ταξικής πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Με αυτή την έννοια γίνεται διαδικασία έμπνευσης για συνειδητή ηρωική δράση, ιδιαίτερα από τις νέες γενιές των κομμουνιστών.

Η ιστορία του ΔΣΕ αποτελεί κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Κάθε ελάχιστη ιστορική στιγμή φωτίζει πλευρές που εμπνέουν και συσσωρεύουν πολύτιμη πλούσια πείρα. Πρόκειται για την ένοπλη μαζική λαϊκή πάλη ενάντια στην ένοπλη θεσμική κρατική βία. Ταυτόχρονα, πρόκειται για αγώνα αντιιμπεριαλιστικό – διεθνιστικό, αφού η πάλη του ΔΣΕ συνέβαλε στον αγώνα των λαών την περίοδο που ξεκινούσε ο λεγόμενος ψυχρός πόλεμος. Ανέδειξε απλούς ανθρώπους του λαού σε ταλαντούχους καθοδηγητές του ένοπλου αγώνα, που τους θαυμάζουν ακόμη και εκπαιδευόμενοι ανώτεροι στρατιωτικοί. Ανέδειξε σε μικρούς ήρωες και μικρές ηρωίδες αγόρια και κορίτσια. Ποτέ άλλοτε η ελληνίδα δεν καταξιώθηκε σαν ισότιμη απέναντι στον άντρα σύντροφο και συναγωνιστή της όσο την περίοδο του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Και ποτέ προηγούμενα δεν είχε αποκαλυφθεί η ανυπέρβλητη δύναμη που κρύβει η πίστη σε υψηλά πανανθρώπινα ιδανικά.

Οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού στην Ανατολική Κρήτη έδιναν αλλεπάλληλες μάχες, βαδίζοντας νυχτοήμερα με αφάνταστες στερήσεις φαγητού, νερού, ύπνου και με στοιχειώδη οπλισμό, σε μία ένδοξη πολεμική πορεία. Η μαχητική ικανότητα, η ενότητα, η πειθαρχία, η άξια καθοδήγηση της ομάδας, που την αποτελούσαν αγωνιστές δοκιμασμένοι στη φωτιά πολυετών αγώνων, οδήγησαν σε μια πραγματική εποποιία.

Η μελέτη της Ιστορίας του Δημοκρατικού Στρατού επιβάλλεται για κάθε αγωνιστή. Για κάθε άνθρωπο που ασφυκτιά και δεν μπορεί να συμβιβαστεί στο άδικο εγκληματικό σύστημα της εκμετάλλευσης. Είναι η γνώση και η πείρα που καλλιεργεί ανυπότακτες συνειδήσεις. Το λαϊκό κίνημα εκείνων των χρόνων βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: Υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση; Αν και με καθυστέρηση, επέλεξε το δεύτερο δρόμο, όπως κάθε λαός που αρνείται να δεχτεί την εκμετάλλευση, την ταπείνωση και τον εξανδραποδισμό. Δεν ταίριαζαν αυτά σε εκείνους και σε εκείνες που μόλις είχαν αφήσει πίσω τους το σηκωμό του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, της ΟΠΛΑ, της Εθνικής Αλληλεγγύης και τον αγώνα του ΕΛΑΣ κατά των Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων το Δεκέμβρη του 1944.

Το δρόμο της αντίστασης, σε άλλες συνθήκες, επέλεξε το ΚΚΕ και στα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα του ΔΣΕ. Στις φυλακές και στις εξορίες, στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στην παρανομία, στη νομιμότητα αργότερα και μέχρι σήμερα. Μπόρεσε να σταθεί όρθιο στις αρνητικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν διεθνώς και στο ίδιο το ΚΚΕ το 1989-1991.

Σήμερα είναι πλημμύρα τα ιδεολογήματα στήριξης της «κοινωνικής συναίνεσης», του «διαλόγου» ανάμεσα στους λεγόμενους κοινωνικούς εταίρους, της υποταγής. Η ταξική συνεργασία διαφημίζεται ως το μέσον που οδηγεί στην αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης, στην κοινωνική προκοπή και στη διασφάλιση των νέων γενεών.

Συγκαλύπτεται η βία του αστικού κράτους, που εκφράζεται με τη νομοθεσία, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του. Το ίδιο και η πολύμορφη βία που ασκούν οι κεφαλαιοκράτες κατά των εργατών και των εργατριών στους τόπους εργασίας.

Γνωρίζουμε ότι ο δρόμος είναι δύσβατος, όπως και ότι τα πιο δύσκολα βρίσκονται μπροστά. Αλλά έχουμε βαθιά πίστη στην εργατική τάξη, στις ριζοσπαστικές λαϊκές δυνάμεις. Η στρατηγική του ΚΚΕ μπορεί να συνεγείρει πολλές νέες χιλιάδες εργατών, νεολαίων, γυναικών, μικρομεσαίων αγροτών και αυτοαπασχολούμενων, ΕΒΕ, διανοουμένων. Να αφήσουν τα κόμματα του κεφαλαίου, η θέση τους είναι εδώ: Στο ΚΚΕ και μαζί με το ΚΚΕ. Εδώ χτυπά η καρδιά του μέλλοντός μας. Εδώ βρίσκεται η δικαίωση του αγώνα και της θυσίας του ΔΣΕ.

Εδώ γίνονται ένα, το χτες με το σήμερα και το αύριο.»

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->