Του Ιεροδ. Νικηφόρου Κουνάλη

(Εκφωνήθηκε στον Ι. Ν. Α. Ιωάννου Ανωγείων στις 11/01/2013)

Ο Θεός, αδελφοί πατέρες και ευλογημένοι χριστιανοί, είναι δημιουργός της ζωής και όχι του θανάτου, του καλού και όχι του κακού. Γι’ αυτό η παρουσία και η ύπαρξη του θανάτου στο χώρο της δημιουργίας κατά θεία παραχώρηση «αποτελεί μυστήριο της θείας πανσοφίας. Ο ανθρώπινος νους αδυνατεί παντελώς να εισδύσει στο μυστήριο αυτό, να το συλλάβει και να το ερμηνεύσει». Διότι ο θάνατος, ως γεγονός «φρικτόν καί φόβου γέμον πολλού», είναι «τής τού Θεού σοφίας μέγιστον μυστήριον». Διαβάζουμε στη Σοφία Σολομώντος: «Ο θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπεται επ’ απωλείᾳ ζώντων». Σε άλλο πάλι σημείο της Σοφίας Σολομώντος, αναφέρεται ότι «ο Θεός έκτισεν τόν άνθρωπον επ’ αφθαρσία καί εικόνα τής ιδίας αϊδιότητος εποίησεν αυτόν» και στη συνέχεια σημειώνει ότι «φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τόν κόσμον». Ο Απόστολος Παύλος λέει ξεκάθαρα, ότι ο θάνατος δεν προήλθε από το Θεό, αλλά ότι είναι συνέπεια της αμαρτίας «Τά γάρ οψώνια τής αμαρτίας θάνατος».

Ο ψυχικός πόνος του θανάτου προσφιλών προσώπων, οικείων και συγγενών, εκδηλώνεται πολλές φορές με οδυρμό, με θρήνους, με πένθιμη αμφίεση, με κραυγές, με ατέλειωτα δάκρυα, διότι ο θάνατος είναι το πιο συγκλονιστικό γεγονός της ζωής του ανθρώπου. Τι ίδιες εκδηλώσεις, με τις οποίες εκφράζεται ο πόνος του θανάτου σήμερα, συναντούμε και στην Αγία Γραφή. Θρηνούν και οδύρονται στο σπίτι του Ιαείρου για το θάνατο του νεαρού κοριτσιού. Κλαίει η χήρα της Ναϊν για το μονάκριβο αγόρι της. Πενθούν για το θάνατο της Ταβιθά. Οι ευλαβείς άνδρες των Ιεροσολύμων «εποίησαν κοπετόν μέγαν» για το θάνατο του πρωτομάρτυρα Στεφάνου.

Προκαλεί, λοιπόν, μεγάλη θλίψη και έντονο ψυχικό πόνο ο θάνατος. Γι’ αυτό και ο Χριστός προετοιμάζει τους μαθητές του πριν το πάθος και το θάνατό του: «Αλλ’ εγώ τήν αλήθειαν λέγω υμίν. συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. Εάν γάρ  μή απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται πρός υμάς. Εάν δέ πορευθώ, πέμψω αυτόν πρός υμάς». Με τον ίδιο τρόπο και ο Απόστολος Παύλος, προετοιμάζει τον Τιμόθεο για το θάνατό του: «Εγώ γάρ ήδη σπένδομαι, καί ο καιρός τής εμής αναλύσεως εφέστηκε. Τόν αγώνα τόν καλόν ηγώνισμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, τήν πίστιν τετήρηκα. λοιπόν απόκειταί μοι ο τής δικαιοσύνης στέφανος, όν αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνῃ τή ημέρᾳ, ο δίκαιος κριτής».

Τα δάκρυα, η λύπη και ο πόνος του θανάτου αγαπητοί μου είναι αναπόφευκτα. Ωστόσο, όμως, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει, ότι όλα πρέπει να γίνονται με μέτρο, με σύνεση, με χριστιανική σοφία, μέσα από την πίστη και την ελπίδα, μέσα από την προσδοκία και τη χαρά της αναστάσεως: «Καί πώς, λέει ο ιερός πατήρ, είναι δυνατόν να μήν πονάει κανείς, αφού είναι άνθρωπος; Ούτε καί εγώ τό λέω αυτό. όχι τή λύπῃ, αλλά τήν υπερβολική λύπη ανασκευάζω. γιατί τό να λυπάται κανείς είναι φυσικό, τό να υπερβαίνει όμως τό μέτρο, είναι γνώρισμα μανίας καί παραφροσύνης. Πόνεσε, δάκρυσε, αλλὰ μήν απογοητευθείς, μή δυσανασχετήσεις, μήν αγανακτήσεις. ευχαρίστησε τό Θεό που τόν παίρνει, για να τιμήσεις αυτόν που έφυγε, καί θά στείλεις έτσι μαζὶ του λαμπρά εντάφια δώρα. Άν όμως δυσανασχετήσεις, καί εκείνον τόν έβρισες καί τό Θεό που τόν πήρε τόν εξόργισες καί τόν εαυτό σου τόν κατέβλαψες. Αντίθετα, άν Τόν ευχαριστήσεις, καί τό νεκρό τόν ετίμησες καί τό Θεό που τόν πήρε Τόν εδόξασες καί τόν εαυτό σου ωφέλησες».

Ως υπόδειγμα στάσης απέναντι στον ψυχικό πόνο που προκαλεί ο θάνατος, ο ιερός Χρυσόστομος προβάλλει τον ίδιο τον Κύριο μας, ο οποίος δάκρυσε, όταν είδε το φίλο Του το Λάζαρο στον τάφο: «Δάκρυσε, όπως ο Κύριος σου εδάκρυσε τό Λάζαρο, θέτοντας σε μάς τό μέτρο καί τόν κανόνα τής λύπης, που δεν πρέπει να υπερβαίνουμε». Ο σοφός Πατήρ διδάσκει ότι, εκείνος ο οποίος θρηνεί και οδύρεται για το θάνατο προσφιλούς του προσώπου πέρα από το μέτρο, προσβάλλει το θεάνθρωπο Χριστό, ο οποίος με το θάνατό και την ανάστασή Του πάτησε το θάνατο, χαρίζοντας τη ζωή και την ανάσταση σ’ όλους τους ανθρώπους. Επίσης, τονίζει ότι με τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου, ο θάνατος δεν είναι πλέον τίποτε το φοβερό, αλλά είναι ύπνος, ανάπαυση, λιμάνι, ανάβαση στον ουρανό, τιμή και αξίωμα, γι’ αυτό το λόγο όποιος πενθεί δε θα πρέπει να οδηγείται σε ακρότητες και υπερβολές.

 

Η εκκλησία του Αη Γιάννη ορφάνεψε

Με αυτές τις σκέψεις περί θανάτου, θέλησα αγαπητοί μου συγχωριανοί να προπέμψω στην αιωνιότητα έναν άνθρωπο που γνώρισα από μικρός και αγάπησα πολύ. Έναν άνθρωπο που με έμαθε την ψαλτική τέχνη, που με δίδαξε την αγάπη προς την Εκκλησία, που με παρότρυνε να ακολουθήσω την ιερωσύνη. Έναν άνθρωπο με χριστιανικός ήθος, γνήσια φιλόξενο, τίμιο, φιλότιμο, εργατικό, αξιοπρεπή, ευλαβή και καλλίφωνο. Σήμερα, το σκήνωμα του μεγάλου αυτού ανδρός, βρίσκεται ενώπιόν μας. Σήμερα, η ιστορική εκκλησία του Άη Γιάννη ορφάνεψε. Το φιλάγιο πλήρωμα της ενορίας μας στερείται τον καλό διάκονο και τον ακάματο εργάτη. Γι’ αυτούς τους λόγους ανέλαβα, μετά από παράκληση του πατρός Γεωργίου Ανδρεαδάκη, να ιερουργήσω τον λόγο την ώρα αυτή και να σύρω από χρέος αυτές τις ελάχιστες γραμμές. Εξάλλου μ’ αυτά τα λίγα λόγια που είπα, είμαι σίγουρος ότι χαροποίησα πολύ και τον σεβαστό πατέρα Νικόλαο Ανδρεαδάκη, ο οποίος χρημάτισε επιστήθιος φίλος και συνοδοιπόρος του Αναστάση και ο οποίος θα ήθελε πολύ να είναι σήμερα εδώ για να αποδώσει τον τελευταίο ασπασμό στον πολύτιμο συνεργάτη του, αλλά λόγοι υγείας τον έχουν καθηλωμένο στο κρεβάτι του πόνου.

Θρηνώ λοιπόν, και εγώ μαζί σας που χάσαμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο, θρηνώ την ανθρώπινή μας αδυναμία και ματαιότητα. Όμως, το φως του προσώπου του Χριστού μας και η Ανάστασή Του φωτίζει το σκοτάδι της λύπης μου και η μακαρία ελπίδα της αιώνιας βασιλείας Του, γλυκαίνει τον πόνο μου. Γι’ αυτό το λόγο η Εκκλησίας μας πάντοτε, συνοδεύει τους κεκοιμημένους με αναστάσιμες προσδοκίες και ελπίδες και με χαροποιό πένθος. Σας παρακαλώ πολύ να αντιμετωπίσετε το πένθος σας χριστιανικά, διότι το αγαπημένο μας πρόσωπο δεν χάθηκε αλλά κοιμήθηκε άχρι καιρού, και σας εύχομαι από τα βάθη της καρδιά μου, οι παρήγοροι λόγοι της Αγίας μας Εκκλησίας να σας παρηγορούν πάντα και να γίνουν γλυκό και πραϋντικό βάλσαμο στον πόνο σας. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του και η μνήμη των αρετών και προτερημάτων του ας μείνει αχώριστος και ανεξάντλητος από την καρδιά σας. Από όλους εμάς, έχει τον ύστατο ασπασμό της αγάπης, της συγχώρησης και της ευγνωμοσύνης.

Περατώνω τον επικήδειο λόγο μου λίαν αγαπητέ Αναστάση, με την διαβεβαίωση ότι όλοι εμείς θα σε μνημονεύουμε για ό,τι πρόσφερες στην Εκκλησία μας και με την απόλυτη βεβαιότητα και ακράδαντο πίστη, ότι η χαριτωμένη ψυχή σου συνοδεύεται από τους αγγέλους στην ουράνια δόξα του Παραδείσου, στην θέα του Ακτίστου Φωτός, και σε παρακαλώ να προσεύχεσαι σαν πρεσβευτής μας στον ουρανό, μαζί με τις άλλες κεχαριτωμένες ψυχές που θα συναντήσεις δικών μας ανθρώπων, για όλους εμάς, και για τον πιστό λαό της μαρτυρικής γενέτειράς σου που τόσο πολύ αγάπησες.

«Ύπαγε ούν» ευλογημένε αδελφέ μας Αναστάσιε «παράστηθι τή Αγία Τριάδι» και αιωνία εν τώ Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών η μνήμη σου. Καλό Παράδεισο.

Μοιραστείτε το

-

-->