Αυτές  είναι  οι  χαρακτηριστικές  φράσεις  που  ακούγονται  τις  παραμονές των  Χριστουγέννων, της  Πρωτοχρονιάς  και  των  Φώτων. Τις  ημέρες  αυτές  τα  πιτσιρίκια  τριγυρνούν  από  σπίτι  σε  σπίτι, από  μαγαζί  σε  μαγαζί, για  να  πούνε  τα  Κάλαντα. Τα  παιδιά  ντυμένα  με  ρούχα  καθαρά, σε  ομάδες, των  δύο  ή  τριών  ή  και  περισσότερων, τραγουδούν, κτυπώντας  ενίοτε  και  τα  τρίγωνά  τους  ρυθμικά, τα  κάλαντα  που  αναφέρονται  στη  γιορτή  που  φτάνει. Στην  Ήπειρο  κρατάνε  ένα  πορτοκάλι  ή  ένα  μήλο  ή  ένα  στολισμένο  χάρτινο  καραβάκι. Τα  φιλοδωρήματα  που  παίρνουν  τα  καταναλώνουν  συνήθως  σε  αγορά

παιχνιδιών  της  αρεσκείας  τους, που  από  καιρό  έχουν  βάλει  στο  μάτι  να  τα  πάρουν.
Στα  χωριά  της  Κρήτης  τα  παιδιά  ξεκινάνε  και  λένε  τα  κάλαντα  πάντα  την  παραμονή  μετά  το  απόγευμα  που  οι  νοικοκύρηδες  έχουν  επιστρέψει από  τις  αγροτικές  τους  ασχολίες. Οι  νοικοκυράδες  τα  φιλεύουν  ότι  έχουν, καρύδια, φιστίκια, μέλι, κουραμπιέδες, μελομακάρουνα, γλυκίσματα  λογής-λογής, μα  και  λεφτά. Παλαιότερα  κρατούσαν  και  ένα  ντενεκέ  όπου  μέσα  σ’  αυτόν  τους  έβαζαν  τα  καλοχε(ι)ρίδια.

Κάλαντα  ονομάστηκαν  από  μια  γιορτή  των  Ρωμαίων, που  λεγόταν  εορτή  των  Καλενδών  (Calandae)  και  οι  Ρωμαίοι  πολίτεςαντάλλαζαν  ευχές  και  δώρα, καθώς  τις  ημέρες  εκείνες  γιορταζόταν  η  επέτειος  της  Γεννήσεως  τουΧριστού, πριν  αυτή  καθιερωθεί  να  γιορτάζεται  στις  25  Δεκεμβρίου, κατά  τον  Δ΄ αιώνα.

Καλάνδαι  ή  Καλένδαι  λεγόταν  όμως  και  οι  πρώτες  ημέρες  κάθε  μήνα την  Ρωμαική  εποχή  και  στις  οποίες  γινόταν  εξαγγελίες  του  Πάπα, από  το  Καπιτώλιο, για  το  λαό. Τις  ίδιες  ημέρες  γινόταν  και  θυσίες  προς  τιμήν  του  Ιανού  και  της  Ήρας.

Παρ’ όλο  που  την  ονομασία  Κάλαντα  την  πήραμε  από  τους  Ρωμαίους, το  έθιμο  είναι  καθαρά  ελληνικό. Η  αρχή  του  ξεκινάει  από  τα  αρχαία  χρόνια, τότε  που  λεγόταν  Ειρεσιώνη  και  συμβόλιζε  την  ευφορία  και  τη  γονιμότητα  της  γης. Τη  γιόρταζαν  δυο  φορές  το  χρόνο, την  άνοιξη  και  το  φθινόπωρο. Το  όνομα  Ειρεσιώνη  προέρχεται  από  τη  λέηγ  είρος=μαλλί, που  αργότερα  έγινε  έριον.

Η  Ειρεσιώνη  ήταν  ένα  κλαδί  δάφνης  ή  ελιάς, όπου  πάνω  της  είχαν  κρεμασμένες  γιρλάντες  άσπρες  και  κόκκινες, από  μαλλί, σύκα, ψωμί, φρούτα  και  τρία  δοχεία, ένα  με  λάδι, ένα  με  κρασί  και  ένα  με  μέλι. Την  Ειρεσιώνη  κρατούσε  ένα  παιδί  που  το  ακολουθούσαν  κι  άλλα  από

πίσω. Η  πομπή  αυτή  γύριζε  από  σπίτι  σε  σπίτι  λέγοντας  τραγούδια  με  ευχές, για  την  ανθοφορία, την  καρποφορία  της  γης  και  την  ευτυχία  των  ανθρώπων.
Ο  Πλούταρχος  μας  διέσωσε  το  ακόλουθο  τραγούδι  σχετικά  με  την

Ειρεσιώνη.

Ειρεσιώνη  σύκα  φέρει
και  πίονας  άρτους
και  μέλι  εν  κοτύλη
και  έλαιον  αναφήσασθαι
και  κύλικ’ εύζωρον
ως  αν  μεθύσασα
καθεύδει.

Υπάρχουν  διαφόρων  ειδών  Κάλαντα. Κάλαντα  λόγια  και  Κάλαντα  δημώδη. Κάλαντα  παλιά  και  Κάλαντα  νέα. Κάλαντα  που  διαφέρουν, παραλλάσσονται, από  νομό  σε  νομό, από  επαρχία  σε  επαρχία, αλλά  και  από  χωριό  σε  χωριό.
Στα  νησιά, στα  Κάλαντα, κυριαρχεί  το  θαλασσινό  στοιχείο. Στην  Ήπειρο  λέγονται  παινέματα  για  τον  νοικοκύρη, για  τους  ξενιτεμένους, για  τους  ιερείς, ενώ  έχουν  γραφτεί  και  Κάλαντα  για  τις  έγκυες, τους  τσιγκούνηδες, την  παλληκαριά, κ.α. Τα  Κάλαντα  είναι  με  λίγα  λόγια  τραγούδια  ευχετικά.
Τα  πρώτα  κάλαντα  των  Φώτων, στην  αρχή  ήταν  ψαλμωδίες, που  έψελναν  τα  παιδιά  ντυμένα  στα  λευκά  και  κρατώντας  αναμμένες λαμπάδες. Τα  λέγανε  όλο  το  βράδυ  και  τα  χαράματα  κατέληγαν  στην  εκκλησία. Κάποιες  φορές  τα  παιδιά  ακούσαν  και  έντονη  κριτική  με  τα  κάλαντά τους, όπως:

Αυτό  το  σπίτι  το  ψηλό
να  πέσει  απ’ τον  πάτο,
κι  ο  νοικοκύρης  του  σπιτιού
να  σκάσει  σαν  το  γάτο.

Εδώ  έχεις  κόρη  όμορφη
και  βάλ’ την  στο  ζεμπίλι
και  κρέμασε  τήν-ε  ψηλά
να  μην  την  τρώνε  οι  ψύλλοι.

Μη  ξεχνάμε  ότι  όταν  έμαθαν  για  την  Επανάσταση της  Κρήτης, οι  Ίμβριοι  έγραψαν  και  τραγούδησαν  κάλαντα  σχετικά  με  το  θέμα, τα  οποία  ήταν  θρηνητικά. Επίσης, η  Ρεθυμνιώτικη  εφημερίδα  “Αναγέννησις”, του  δικηγόρου  Θεμιστοκλή  Γ.  Παπαδάκη, η  οποία  εκδόθηκε  μια  εβδομάδα  πριν  έρθει  στην  Κρήτη  ο  Πρίγκιπας  Γεώργιος, σαν  Ύπατος  Αρμοστής  της  Κρήτης, 1η  Δεκεμβρίου  1899, κυκλοφόρησε  μέσα  στις  γιορτές  του  ίδιου  χρόνου  ένα  μονόφυλλο  με κάλαντα  σχετικά  με  την  Αυτονομία  της  Κρήτης.

Εκτός  από  το  τρίγωνο, χρησιμοποιούν  και  άλλα  μουσικά  έργανα  για  συνοδεία, όπως  τη  φυσαρμόνικα, το  τύμπανο, το  τουμπελέκι, άλλα  έγχρονα  και  πνευστά, αλλά  και  τη  λύρα  με  το  λαγούτο  στην  Κρήτη.
Στην  αρχή  τα  Κάλαντα  λέγονταν  μόνο  το  διάστημα  του  Δωδεκαημέρου των  γιορτών, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά  και  Φώτα. Αργότερα  καθιερώθηκαν  και  τα  κάλαντα  που  λέγονται  την  διάρκεια  των  ημερών  του  Πάσχα, όπως  τα  κάλαντα  του  Λαζάρου, τα  κάλαντα  της  Μεγάλης  Παρασκευής, κ.α.

Τα  Κάλαντα  είναι  και  παραμένουν  ένα  από  τα  λίγα  εναπομείναντα στοιχεία  της  λαϊκής παράδοσης  και  του  πολιτισμού  μας, αντέχοντας  μέχρι  τις  ημέρες  μας.

 

Παπαδάκης  Μιχάλης  (Δάνδολος)

Μοιραστείτε το

-

-->