
Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τον θάνατο ενός αγαπητού Ανωγειανού, με τους απογόνους, τα παιδιά και τα εγγόνια του να μην ξεχνάνε τον αγαπημένο τους Εμμανουήλ Καλέντη ή “Καβλεντομανώλη”, που έζησε μια ήρεμη ζωή αλλά άφησε πίσω του μια μεγάλη παρακαταθήκη αξιών και αρχών.
Ο Εμμανουήλ Καλέντης γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1927 και έζησε ως έφηβος νέος την δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου που τόσα δεινά έφερε σε όλο τον κόσμο και φυσικά και στον τόπο μας που ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά όταν ο ίδιος ήταν 17 ετών! Μετά την καταστροφή και το Ολοκαύτωμα μετακόμισε με την πολυμελή οικογένεια του στα Σείσαρχα και έζησε εκεί όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Εργάστηκε σκληρά ως αγρότης, με σεβασμό στην Ανωγειανή γη και με πολύ ιδρώτα, για να μεγαλώσει την οικογένεια που δημιούργησε εκεί μετά το 1953 όταν και παντρεύτηκε την αγαπημένη του Πηνελόπη Χαρωνίτη.
Παρά τη σκληρή εργασία, υπήρξε ιδιαίτερα κοινωνικός άνθρωπος, φιλήσυχος και καλοσυνάτος που εκτιμούσε ολόκληρη η τοπική κοινωνία.
Απεβίωσε σχετικά νέος, στην ηλικία των 72 ετών, στις 18 Φεβρουαρίου 2001 και κηδεύτηκε στα Σείσαρχα που αγάπησε και τίμησε με την παρουσία του για περισσότερο από μισό αιώνα. Τα Ανώγεια και τα Σείσαρχα αποχαιρέτησαν εκείνη την ημέρα ένα άξιο και σεβαστό άνθρωπο, που άφησε πίσω του ένα όνομα καθάριο και μια ανάμνηση γλυκιά σε όλους όσοι τον είχαν γνωρίσει και εκτιμήσει για τα χαρίσματα και την ακεραιότητα του.
Τα παιδιά και τα εγγόνια του, θέλοντας να τιμήσουν τη μνήμη του, κατέθεσαν στην ΑΝΩΓΗ το ποσό των 100 ευρώ για τις ανάγκες της ηλεκτρονικής μας έκδοσης, θυμίζοντας και σε μας ότι το πέρασμα του χρόνου δεν μπορεί να σβήσει την αγάπη που νιώθουμε για τους αγαπημένους που έχουμε χάσει.
Όπως έγραφε ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημα του “Φωνές”:
“Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας –
σα μουσική, την νύχτα, μακρινή, που σβήνει.”
Ας είναι αιωνία η μνήμη του και ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.