
Του Κώστα Ξυλούρη- Εκδότη εφημερίδας «Πατρίς»
Κάθε χρόνο, σαν σήμερα, στη γιορτή του Αγίου Φανουρίου -στον Ψηλορείτη- ο νους μας ταξιδεύει πίσω, γιατί εκεί, στα Πετραδολάκια, στις αποστροφές που είναι τα μιτάτα των Ξυλούρηδων, που έγιναν καταφύγια και μνήμες για τους παλιούς αγωνιστές, δηλαδή ανθρώπους απλούς, βοσκούς στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, που με στερήσεις και κακουχίες, αλλά με ψυχή, με σεμνότητα και αληθινό ήθος έδωσαν τον αγώνα τους. Όπως ο (Τζιτζής) Ξυλούρης Μανώλης, που στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σήκωσε το ανάστημά του με θάρρος και ανδριοσύνη, περπατώντας όλη την Κρήτη, πολεμώντας με πάθος απέναντι στον κατακτητή.

Και μετά, στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, ο Καπετάν Μιχάλης Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης, αρχηγός της Εθνικής Αντίστασης του Ψηλορείτη, αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για την πατρίδα και μάλιστα, όταν του πρότειναν τιμές και χρήματα οι Άγγλοι και οι Αρχές, εκείνος έδωσε μια απάντηση που έμεινε στην ιστορία: «Εγώ δωρεάν μπήκα στον αγώνα και δωρεάν βγήκα». Δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του. Όλη του η ζωή, ένας αγώνας για την πατρίδα, μια βαλίτσα γεμάτη με το αρχείο της Κατοχής. Έγγραφα, μαρτυρίες, αποδείξεις του αγώνα του· αυτό ήταν το κληροδότημά του σε εμάς. Μια παρακαταθήκη τιμής και ανιδιοτέλειας. Στα ίδια μέρη έζησαν κι άλλοι αγωνιστές, που θυσιάστηκαν και έγραψαν τη δική τους ιστορία. Όχι μόνο στα Ανώγεια, αλλά σ’ ολόκληρη την Κρήτη.
Όσο για την ιστορία του Αγίου Φανουρίου, αυτός που ονειρεύτηκε την εικόνα του Αγίου και οραματίστηκε να χτιστεί η εκκλησία, ήταν ο Γιώργος Ξυλούρης ή Ζωνός, μαζί με όλους τους βοσκούς και με την επίβλεψη και συνδρομή του Καπετάν Μιχάλη. Το σημείο, όπου χτίστηκε η εκκλησία, ονομαζόταν «Εμπρίσκοι». Εκεί, από τότε έως και σήμερα, υπάρχει πηγή με τρεχούμενο νερό. Και βέβαια, στα Πετραδολάκια, έζησε μια εποχή και ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, ο θρύλος της μουσικής, που με τη φωνή του μίλησε για την ελευθερία και την ψυχή του λαού μας.
Εμείς δεν μπορούμε να φτάσουμε ποτέ το ύψος τους· μα έχουμε χρέος και μπορούμε -τουλάχιστον- να τους θυμόμαστε, να τους σεβόμαστε, κρατώντας την παρακαταθήκη τους ζωντανή. Η μνήμη δεν είναι βάρος. Είναι φως και αυτό το φως πρέπει να το μεταλαμπαδεύσουμε στους νεότερους, για να τους οδηγεί σαν πυξίδα στο μέλλον της τιμής και της αξιοπρέπειας. Η μνήμη είναι η ρίζα που δίνει δύναμη να προχωρήσουμε μπροστά.
Να ακουμπάμε το παρελθόν, να το σεβόμαστε. Όλοι αυτοί, αλλά και άλλοι με το όπλο, άλλοι με την πέτρα, άλλοι με το τραγούδι, έδωσαν το ίδιο μήνυμα: πως η αληθινή λεβεντιά δεν φαίνεται στα λόγια και στη φωνή όταν υψώνεται, αλλά στην σιωπή που στέκει σεμνή με ήθος, με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια.