-Έρευνα, Σκουλάς Γιώργης του Μιλτιαδαντρέα

ΜΙΧΑΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ -ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΡΑΙΔΑΣ

-Εφημερίδα “ΗΔΗ” Ηρακλείου ΕΤ.ΙΖ.ΠΕΡ.Β.-10-5-1923 εως 31-5-1923.

Ολίγον παραπάνω από τα θρυλικά Ανώγεια και είς απόστασιν μιας περίπου ώρας από το χωριό, σχηματίζεται από τα ύδατα των βροχων και εν μέσω χλοερών λειμώνων,πλαισιουμένη δε υπό πέντε γραφικων λόφων,μικρά τις λίμνη,η οποία σήμερον,όπως είνε παρημελημένη,αποξηραίνεται τους τελευταίους μηνας του καλοκαιριου.

Η λίμνη αύτη,η τόσον τώρα ασήμαντος,είχεν άλλοτε την ιστορίαν της.Διηγούνται ακόμη και σήμερον,ότι εκει ήρχοντο οι ορεινοί πολεμισταί και έκαμνον το λουτρόν των,πριν να ξεκινήσουν γιά τον πόλεμον,και εκει ήρχοντο μετά τας μάχας να ξεκουράσουν τα μέλη των και να μοιράσουν τα λάφυρα των.

Εκεί πρό του γάμου των ελούοντο και οι νεόνυμφοι του χωριού,και εκει,μετά τας εορτάς των γάμων των,επεδίδοντο είς τας πρώτας τρυφερότητας,κάτω από τας αιωνοβίους δρυς και τας πλατυφύλλους καρυδέας.

Αλλ η λίμνη έξω από την ιστορίαν της και την ευμορφιά της,είχε και την ποίησιν της την οποίαν όμως κατέστρεψεν-είναι τώρα χρόνια πολλά-το περιστατικόν το οποίον πρόκειται να διηγηθωμεν τώρα.

Κατά πολύ αρχαίαν παράδοσιν,η λίμνη αύτη ητο το τερπνόν ενδιαίτημα εννέα ξανθων και χαριτωμένων παρθένων,αι οποίαι κάθε νύκτα,μετά τα μεσάνυκτα,έβγαιναν απο τα βάθη της λίμνης,ελούοντο και εκαθρεπτίζοντο είς τα καθαρά,σαν κρύσταλλα νερά της,ετραγουδούσαν μελωδικά,εχόρευον με χάριν λυγίζοντας τα ώμορφα κορμιά των,αλαφρά,απάλαφρα σαν πνοές,σαν ψυχές ασπροντυμένες,γύρω εις το γλυκύ άκουσμα μιας λύρας αοράτου,η είς άλλα επεδίδοντο αγωνίσματα,οσάκις δέν ελεύκαιναν με τα ίδια των τα χέρια είς τα νερά της λίμνης τους λεπτούς,τους αραχνούφαντους και αραχνοειδείς πέπλους των.

Είχαν ιδή και αλλου Νεράιδες,εξακολουθει η παράδοσις,Νεράιδες με περίσια κάλλη και με χάρες ζηλευτές,μα σαν ταις ξανθαις Νεράιδες των Ανωγείων,δεν υπηρχαν άλλαις,τόσον ώμορφες,τόσον καλοκαμωμένες.Η πρώτη προ πάντων που έσυρε τον χορό,με μεγάλα,σαν του ουρανου,το χρωμα,γαλανά μάτια,με φρύδια επιχαρίτως καμπυλωτά,με καστανά,ξεχυμένα στίς κάτασπρες πλάτες μαλλιά,και με το υψηλό και λυγερό κορμί της η ψιλόλιγνη και αφρόπλαστη βασίλισσα,ως την έλεγαν οι άλλες,δεν είχε το ταιρι της στην οικουμένην.

Ο άνδρας που στην ώραν της νεανικης του μέθης ερριψικινδίνευε να πλησιάση μετά τα μεσάνυκτα στην λίμνην και ήκουε τα αγγελικά και παρθενικά τραγούδια των,η έβλεπε τα ευλύγιστα κορμιά των στο χορό η το τραγούδι,η αντελαμβάνετο τα τρελλά και χαριτωμένα γέλια των,ησθάνετο μιά ακατανίκητον ηδονήν και επιθυμίαν να τας πλησιάση.Και τόσον ισχυρά ήτον η έλξις των,ώστε εις το τράνταγμα που έκαμνε διά να τας προφθάση,έχανε τα λογικά του.Διά τούτο οι κάτοικοι του χωρίου δεν άφηναν ποτέ τα παιδιά των να περνουν την νύκτα,πριν να κράξη ο τερματίζων τας διασκεδάσεις των πετεινός από την φαντασμένην λίμνην.Αλλά και κανείς δεν εσκέφθη ποτέ να κακολογήση τες ώμορφες παρθένες.Τόσον πολύ εγοήτευον την φαντασίαν των τα χαριτωμένα αυτά πλάσματα.

Επειτα ήξευραν από τους παλαιούς των,ότι μίαν ημέραν θα ευρίσκετο κάποιος χωριανός,ο οποίος με τις χάρες του και με την λεβενδιά του,θα έκαμνε την βασίλισσαν να τον αγαπήση και ο τρανός αυτός θα την έπαιρνε γυναίκα του και τότε και οι άλλες Νεράιδες θα επαντευόνταν με νέους του χωριου,το οποιον έτσι θα γινότανε μεγάλο και τρανό και ξακουστό στην Κρήτη,διά τους λεβεντόκορμους νέους του,διά τες λυγερές κοπέλες του,διά τα ατρόμητα παλληκάρια του και διά τες τιμημένες νοικοκυράδες του.

Η κρυφή λοιπόν ελπίδα που είχε κάθε νέος του χωριου μήπως αυτός θα ήτο ο ποιό ευνοούμενος της μοίρας και ο φυσικός πόθος κάθε παλληκαριου να κατακτήση την βασίλισσαν,και με το να φανη χρήσιμος εις το χωριό,να γίνη έτσι και ο ήρωας του,έκαμνε πολλους να ριψοκινδυνεύουν την τύχην των είς το αβέβαιον κονταροκτύπημα.Αλλ ένας μόνον ειχε το ευτύχημα να αγαπηθη τρελλά και να αγαπήση παραφώρως.Ηταν ο Γιάννης…..

Ποίον ητο το άλλο του όνομα;Το οικογενειακόν ελησμονήθη έκτοτε.Τόσες ησαν αι χάρες του και η λεβεντία του και οι παλληκαριές του,ώστε όλοι οι άλλοι Γιάννηδες ειχον εξαλειφθη μπροστά του.Και όταν έλεγαν εις το χωριό και στα περίχωρα,και στες χώρες ακόμη,ο Γιάννης ή ο Γιάννης μας,εννοούσαν τον Γιάννην,τον πάντοτε χαρούμενον και γελαστόν,τον λατευτόν των κοριτσιων,τον αγαπημένον από όλους,τον Γιάννη που μασουσε τα σίδερα.που η καρδιά του δεν εδειλίασε ποτέ και στη ζωή του δεν ένοιωσε το φόβο.Ετσι λοιπόν σιγά-σιγά,με μονάχα Γιάννης πάνω,με μονάχα Γιάννης κάτω,ελησμονήθη το οικογενειακόν του όνομα.Αλλ αυτό δεν έχει να κάμη τίποτε.Ο Γιάννης εδημιούργησε νέον όνομα διά τους απογόνους του από το τιμημένο όνομα του.

Ο Γιάννης λοιπόν ειχε περίσαις χάρες.Σε κάθε ανάγκη του χωριού ητο πρωτος και καλύτερος.Αν γινότενε καυγάς,ξεχώριζε τους καυγατζήδες και τους εφίλιωνε.Αν εγεννάτο άλλη δυσαρέσκεια και φιλονεικία,ελάμβανε το μέρος του αδικουμένου πάντοτε και του απέδιδε το δίκηο του.Αν πηγαίνανε στον πόλεμο,πρωτος αυτός τραβουσε και τους άλλους,και ο κάθε ένας θεωρούσε τιμή του να βρίσκεται κοντά στον Γιάννη,προ πάντων όταν έκανε τα ξακουστά εκεινα γιουρουσια,τα οποία διηγούνται ακόμη σήμερον εις το χωριό με θαυμασμόν και υπερηφάνιαν.

Ητο τότε 17 έως 18 ετων,υψηλός,ευσταλής,με μάτια καστανά,με μέση δακτυλίδι,με πλάτες ανοικτές,με μπράτσα στρογγυλά,λεβέντης,μ άλλους λόγους από εκείνους που ο Θεός πλάσσει ως αγγέλους διά τον ουρανόν,και από λησμοσύνην τους αφήνει και έρχονται στην γην,διά να αφήσουν αλησμόντον την εποχήν των.

Και πριν ακόμη μεγαλώση,και πριν να πλήξη τα στήθη του ο τρελός της Αφροδίτης υιός,όλοι στο χωριό βλέποντες τα τόσα κάλλη του και την τόσην λεβεντιά του,προησθάνοντο και εκρυφομιλούσαν,ότι αυτός αληθινά θα ήτο που θα επλήγωνε με τις σιδερές σαίτες του την βασίλισσα Νεράιδα.

Οι ψιθυρισμοί αυτοί που έφταναν στ αυτιά του,τον εκολάκευον βεβαίως και εχαμογελαουσε στο άκουσμα των.Αλλά παιδί που ητο ακόμη,αναίσθητο στον έρωτα,και αστόχαστο στην κρίσιν,δεν μπορουσε να νοιώση πως θ αναμετρούσε τας δυνάμεις του με ένα άγνωστο,και μάλιστα με μιά γυναικα,πως θα εξετίθετο στον κίνδυνον να λωλαθή πριν καν να αισθανθη εις την καρδιά του κάποιαν κλίσιν διά την άγνωστον αυτήν παρθένον,αυτός που και καμμιά άλλη γυναικα ως τότε δεν ειχεν ελκύση την ιδιαιτέραν αγάπην και συμπάθειαν του.Δεν έπαιρνε λοιπόν τα πράγματα στα σοβαρά,αλλ αμέριμνος και χαρούμενος ως πάντα,εξακολουθούσε τα καθημερινά του γλέντια με τους φίλους του.

Τρία χρόνια πέρασαν έτσι που είχεν ως τον καλύτερον σύντροφον την χαράν,και ως τον καλύτερον φίλον την αμεριμνησίαν.Αλλ επί τέλους έπασε και αυτός στα δίκτυα του μοιραίου.

Κατέβαινε μιά νύκτα του Μαρτίου βιαστικά για το χωριό,όπου οι φίλοι του τον εκαλούσαν επειγόντως διά σπουδαίαν υπόθεσιν,και επερνουσεν από την στοιχειωμένην λίμνην.Ηταν απ εκεί ο δρόμος του,που δεν εστοχάζετο να τον αναγυρίση.Εφτασε δε εκει ακριβως την ώραν που έκραζε τρίτην φοράν ο πετεινός,δηλαδή την στιγμήν που οι Νεράιδες,τρελλές από τα γέλοια και από τα παιγνίδια,εξηφανίζιντο στα κρυσταλλένια της λίμνης νερά.

Κάτι φάνηκε τότε στον Γιάννη πως ειδε να χάνεται σαν αστραπή στα βάθη της λίμνης.Και ακόμη μάλιστα νόμισε πως είδε κάποιο διαμαντένιο χέρι να του στέλλλη φίλημα με τα ροδίζοντα και λάμποντα δάκτυλα του.Εστάθη απολιθωμένος εκει που βρέθηκε.Τι ειδε;Είδε στα αληθινά Νεράιδες;Η η φαντασία του τον απατούσε;Οσον όμως η ώρα περνουσε,τόσον το όνειρον που νόμιζε στην αρχή πως ειδε,παρουσιάζετο στην φαντασίαν του,όχι ως πονηρόν ταύτης γένημα,όχι ως οπτασία,άλλ ως πραγματικότης.Του κάκου έτρεξε χωρίς καλά να το συλογισθη τι έκανε,σαν μεθυσμένος η τρελλός μέσα στην λίμνην,εκολύμπησε και εβούτηξεν εις τον πάτον και την ανέγυρεν όλην.Αλλα ματαίως.Ούτε ηυρεν,ούτε ειδε τίποτε.

-Συνεχίζεται.

 

Μοιραστείτε το

-

-->