Του Ανωγειανού Μανόλη Δακανάλη πρώην αγρονόμου

Ο ΜΕΡΤΖΑΝΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Στις 13 Αυγούστου του 1934 μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα ξεκίνησε το λεωφορείο γεμάτο επιβάτες από τ’ Ανώγεια για το Ηράκλειο.

Στα μέσα του Γωνιανού Φαραγγιού στη θέση «Σπηλιάρα» ο χάροντας καραδοκούσε να πάρει μαζί του τέσσερις επιβάτες.

Κατά μια πληροφορία που έχει αναφερθεί από παλιούς Ανωγειανούς το λεωφορείο πήγε αριστερά του δρόμου και οι αριστεροί τροχοί του μπήκαν στη βάγκα. Ο οδηγός Κώστας Σταυρακάκης ή Κωστάκης έκανε πολλές προσπάθειες, να επαναφέρει το αυτοκίνητο στο δρόμο πατώντας το γκάζι, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ο Σταυρακάκης Λευτέρης από τα Ανώγεια κάθονταν στο πρώτο κάθισμα, φοβήθηκε ότι θα συμβεί κάτι κακό, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω κρατώντας στα χέρια του ένα καλάθι γεμάτο αυγά. Ο οδηγός στη συνέχεια σε μια ύστατη προσπάθεια πάτησε πολύ γκάζι, το αυτοκίνητο βγήκε απότομα στο δρόμο, δεν μπόρεσε να το ελέγξει και καρφώθηκε στον απότομο γκρεμό βάθους εκατό και πλέον μέτρων.

Το αυτοκίνητο έφτασε μέχρι το ποτάμι με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 4 επιβάτες. Οι 3 ήταν Ανωγειανοί. Οι: Σταυρακάκης Μανώλης ή Μερτζανοζαχαράκης, Κεφαλογιάννης Γιάννης ή Τσουρογιαννάκης, Σαλούστρος Γιώργης ή Κεχρής και από το χωριό Καμαριώτης ο Κώστας Στρατήγης ή Λιόντας, ενώ το επτά μηνών παιδί του βρέθηκε πάνω σε ένα χαράκι (βράχο) ζωντανό. Είχε τάξει να βαφτίσει το παιδί του στην Παναγία στο χωριό Γάζι. Ο οδηγός του λεωφορείου κτύπησε στο πόδι και στο χέρι, ενώ ο Ανωγειανός Μανούσος Νέαρχος ή Γιανεράκης έσπασε το χέρι του, οι λοιποί έπαθαν μικροτραυματισμούς.

Το κακό μαντάτο έφτασε στα Ανώγεια και αρκετοί Ανωγειανοί πήγαν στον Κυλιστό και περίμεναν να μάθουν νέα για τους ανθρώπους τους. Η Κρυστάλλη η σύζυγος του Μερτζανοζαχαράκη έμαθε το κακό μαντάτο για το σύζυγο της και αγωνιούσε για το μέλλον της οικογένειάς της και ένα αγωγιάτης της είπε: « Είντα στενοχωράσαι μπρε. Το κοπέλι μαντρατζάκι*, ο Ζαχάρης αγωγιάτης στο τέρμα. Σπάγος* (σπάγκος) η δουλειά !» Τα λόγια αυτά έμειναν παροιμία και τα έλεγαν οι Ανωγειανοί, όταν ήθελαν να δηλώσουν τη σιγουριά για τη δουλειά τους.

* μαντρατζάκι = παιδί που μεταφέρει το φαγητό και τα εφόδια στο μητάτο.

*Σπάγος= σπάγκος η δουλειά, τα πράγματα πάνε καλά.

Ποιος ήταν όμως ο Μανώλης Σταυρακάκης ή Μερτζανοζαχαράκης; Ας δούμε την ιστορία αυτού του Ανωγειανού ήρωα.

Ο Μανόλης Σταυρακάκης ή Μερτζανοζαχαράκης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1899. Ο πατέρας του Ζαχαρίας παντρεύτηκε τη Μαριγώ Σκουλά και μετά από τρεις μήνες έφυγε από τα Ανώγεια για να πάει να δουλέψει βοσκός στο χωριό Στέρνες Μονοφατσίου. Εν τω μεταξύ η Μαριγώ ήταν ήδη έγκυος τριών μηνών. Ο Ζαχαρίας στις Στέρνες ήλθε σε προστριβές με έναν Τούρκο με αποτέλεσμα να συνωμοτήσουν οι Τούρκοι εναντίον του και να τον σκοτώσουν. Έτσι, δυστυχώς ο Μερτζανοζαχαράκης δεν είχε την τύχη να γνωρίσει τον πατέρα του. Την ανατροφή του έκτοτε ανέλαβε ο αδελφός της μάνας του και θείος του Μιχάλης Σκουλάς ή Καλκούνης στο χωριό Αρκάδι Μονοφατσίου, ο οποίος του έμαθε γράμματα, τον εμψύχωσε, τον έκαμε πολύ γερό και άφοβο άντρα. Όταν μεγάλωσε έγινε κι εκείνος βοσκός ακολουθώντας την παράδοση του χωριού.

Από το χωριό Αρκάδι Μονοφατσίου έφυγε, όταν τον κάλεσε η πατρίδα το 1919 να καταταγεί στο στρατό. Στη συνέχεια υπηρέτησε στη Μικρά Ασία στη δύναμη της 5ης Μεραρχίας (8ο Σύνταγμα Κρητών) με ειδικότητα χειριστής πολυβόλου. Σε όλη τη διάρκεια της θητείας του πολέμησε γενναία, με θάρρος και πάντα προσφέρονταν ως εθελοντής στις δύσκολες αποστολές. Πιάστηκε αιχμάλωτος στις 20 Αυγούστου 1922 μετά τη φοβερή μάχη του Αλή Βεράν μαζί με χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες. Ο Μερτζανοζαχαράκης μαζί με πολλούς Έλληνες στρατιώτες φυλακίστηκαν από τους Τούρκους στο κάστρο του Αφιόν Καραχισάρ.

Ο χρόνος κυλούσε πολύ αργά και μέσα στο κάστρο πέρασαν αμέτρητα βασανιστήρια, πάνδεινους εξευτελισμούς, πείνα, και ξυλοδαρμούς. Ήταν γυμνοί, ξυπόλητοι, δούλευαν ασταμάτητα κάθε μέρα σε βαριές εργασίες και είδαν πολλές φορές συντρόφους και φίλους να δέρνονται μέχρι θανάτου. Πόσο άραγε μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος σε τέτοιες απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης;

Ένα βράδυ ξέπνοοι οι αιχμάλωτοι Έλληνες στρατιώτες επέστρεψαν από την τυραννική δουλεία στο κάστρο. Ο καθένας τραβούσε το δρόμο του, να βρει μια γωνιά να κοιμηθεί κάτω στο χώμα, νηστικός και απογοητευμένος. Ξαφνικά στη σιωπή της νύχτας ακούγονται δυνατές φωνές και βρισιές των Τούρκων. Οι Έλληνες τρέχουν γεμάτοι περιέργεια να δουν τι συμβαίνει και βλέπουν αιμόφυρτο τον συγχωριανό τους Οδυσσέα Σκουλά κάτω στο προαύλιο του κάστρου, να τον κτυπούν ανελέητα με λύσσα και απύθμενο μίσος οι Τούρκοι σε όλο το σώμα, με ξύλα, με όπλα, με τα πόδια και ό, τι άλλο είχαν. Ο Μερτζανοζαχαράκης ένιωσε το αίμα του ν΄ ανεβαίνει στο κεφάλι, πετάχτηκε πάνω μονομιάς και χίμηξε στους Τούρκους. Οι σύντροφοι του και κυρίως ο χωριανός του Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης τον συγκράτησαν με δυσκολία θέλοντας να τον προστατέψουν.

Σε λίγο τόσο οι φωνές των Τούρκων, όσο και του Οδυσσέα λιγόστευαν. Οι αιχμάλωτοι πλησιάζουν και διαπιστώνουν, ότι δυστυχώς ο Οδυσσέας ήταν νεκρός μέσα σε μια λίμνη αίματος.

Ο Μερτζανοζαχαράκης συγκλονίστηκε από τον αδόκητο θάνατο του φίλου του και όπως είπε στο ξάδελφο του Γιώργη Σταυρακάκη ή Τσάκαλο, η σκηνή του θανάτου του Οδυσσέα, του έβαλε στο μυαλό την ιδέα της δραπέτευσις.

Το ίδιο κιόλας βράδυ είπε στους συντρόφους του, ότι θα δραπετεύσει «και σας το λέω για να μην πείτε πως δε σας το’ πα. Η ζωή μας θα κρεμαστεί σε μια κλωστή». Αποφάσισαν τελικά να τον ακολουθήσουν άλλοι δέκα αιχμάλωτοι.

Η απόφαση της απόδρασης ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα γιατί το τείχος του κάστρου είχε ύψος περίπου δώδεκα μέτρα και υπήρχαν συνεχείς σκοπιές μέρα και νύχτα. Κάτω όμως από ένα σημείο του τείχους υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο με αρκετούς κλάδους που θα μπορούσαν να γαντζωθούν. Αποφάσισαν ότι μοναδική έξοδος διαφυγής θα ήταν από την πλευρά του δέντρου. Βρήκαν ευκαιρία να δραπετεύσουν μετά τα μεσάνυχτα και άρχισαν να πηδούν με προφυλάξεις πάνω στο δέντρο τη μοναδική σανίδα σωτηρία τους. Όσοι τα κατάφεραν πιάνονταν σφικτά πάνω του, όπως γαντζώνει το χταπόδι πάνω στο βράχο και κατέβαιναν στο έδαφος ελεύθεροι πια. Δυο αιχμάλωτοι δυστυχώς δεν κατάφεραν να πιαστούν στο δέντρο και άφησαν έξω από το κάστρο την τελευταία τους πνοή. Οι υπόλοιποι δεν έχασαν χρόνο απομακρύνθηκαν αστραπιαία από το κάστρο με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη, που βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα μακριά.

Οι εννιά πλέον ονομάστηκαν έκτοτε αδέλφια μετά την επιτυχή απόδραση τους και έδωσαν όρκο για κατοπινή αλληλοβοήθεια σε κάθε δυσκολία που επρόκειτο να συναντήσουν. Η κατάσταση τους παρέμενε τραγική καθώς ήταν ξυπόλυτοι, ημίγυμνοι, με κουρελιασμένα ρούχα και χωρίς φαγητό. Βρισκόταν στα ενδότερα της Μικράς Ασίας χωρίς καθοδήγηση σ ένα αφιλόξενο και άγνωστο μέρος. Όμως τους ενδυνάμωνε η αγάπη για τη ζωή και ο πόθος να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Ήταν πια Δεκέμβρης με βροχές, τσουχτερό κρύο και στα ορεινά που περνούσαν το χιόνι έφθανε τα 80 εκατοστά. Την πέμπτη νύχτα ο Γιώργης Νιπυράκης από τους Στόλους Μονοφατσίου δεν άντεξε τις κακουχίες, αρρώστησε και λιποθύμησε. Τον σήκωσε στους ώμους του ο Μερτζανοζαχαράκης και βάδιζαν σιγά-σιγά οι άλλοι τον συμβούλεψαν να τον αφήσει, αυτός όμως τους είπε, ότι είναι ανανδρία να τον αφήσουν ζωντανό να παίζει το λακί του. Μετά από δυο βράδια ο Νιπυράκης αποκαμωμένος από την εξάντληση και τον πυρετό κατέληξε στα χέρια του Μερτζανοζαχαράκη και εκείνος τον έθαψε μέσα στα χιόνια καρφώνοντας δυο ξύλα σε σχήμα σταυρού.

Η πορεία δεν είχε τέλος και με μπροστάρη το Μερτζανοζαχαράκη βάδιζαν βόρεια με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Τις περισσότερες φορές άφηνε έξω από τα χωριά τους συντρόφους του και πήγαινε μόνος του μέσα σε αυτά, για να βρει κάτι να φάνε έτσι ώστε να επιβιώσουν.

Ένα βράδυ μπήκε σε ένα χωριό και άφησε «τους αδελφούς του» στη σιδηροδρομική γραμμή. Σε ένα φούρνο βρήκε κουλούρες κρίθινες, τις πήρε και δείπνησαν με την παρέα του. Το φεγγάρι έκανε τη νύχτα μέρα, γιατί ήταν πανσέληνος και τους είδε μια περίπολος από τρεις αστυνομικούς. Τους μίλησε τούρκικα ο Μερτζανοζαχαράκης για να τους παραπλανήσει. Έτσι όπως τους είδαν οι αστυνομικοί ξυπόλητους, ρακένδυτους, τους υποψιάστηκαν και πήγαν κατά πάνω τους. Τότε λέει στην παρέα του να προχωρούν πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και αυτός θα τους αντιμετωπίσει. Πήρε μια πέτρα στο χέρι του και μόλις τον πλησίασαν, ωσάν αστραπή τους έδωσε από μια στο κεφάλι του καθενός και τους έριξε κάτω. Ο τελευταίος όμως πρόλαβε και φώναξε και ξεσηκώθηκε το χωριό. Τον κυνήγησαν ενώ αυτός έτρεχε προς τη σιδηροδρομική γραμμή, για να φτάσει τους συντρόφους του. Οι αδελφοί του, όμως, άκουσαν τις φωνές των Τούρκων, νόμισαν ότι τον έπιασαν και απομακρύνθηκαν από τη γραμμή του τραίνου, έτσι τους έχασε.

Με το πρώτο φως της ημέρας οι Τούρκοι έπιασαν τους εφτά δραπέτες, σκότωσαν τους πέντε και επέστρεψαν στο κάστρο του Αφιόν Καραχισάρ τους δύο. Αυτοί οι δυο επέζησαν και επέστρεψαν αργότερα στην Κρήτη. Ο ένας λέγονταν Χουμαδογιάννης από τον Κρουσώνα και ο άλλος Γιάννης Μπρίνταλος από τα Ανώγεια. Ο αιχμάλωτος Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης που τους είδε στο κάστρο, είπε, ότι τα κρέατα τους, ήταν μαύρα από το ξύλο που έφαγαν.

Μόνος του πλέον ο Μερτζανοζαχαράκης κρύβονταν γύρω από το χωριό δυο βράδια, για να δει μήπως ζούσε κανένας από τους συντρόφους του. Αφού είδε και αποείδε τράβηξε μόνος του το δρόμο του μαρτυρίου. Κατά την πορεία βρήκε ένα τσέρκουλο (λεπτή στενόμακρη λαμαρίνα από ξύλινο βαρέλι) ακονισμένο και το κράτησε ως όπλο. Τις μέρες κρύβονταν με προφυλάξεις, για να μην τον δουν οι Τούρκοι και τα βράδια βάδιζε. Μια νύχτα εκεί που έτρεχε είδε ένα βόδι δεμένο, του έδεσε τα πόδια και με το τσέρκουλο έκοψε κρέας από τα μεριά και το έφαγε άψητο. Πήρε ακόμη και το δέρμα του ζώου και έφτιαξε πρόχειρα τσαρούχια για να τα φορέσει, γιατί για πολλές μέρες ήταν ξυπόλυτος.

Η πορεία ήταν δύσβατη και ατέλειωτη, κάποτε έφθασε στον Σαγγάριο ποταμό, συνάντησε μια γέφυρα και έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά κάτω από αυτή, την φύλαγε, όμως, ένας σκοπός. Πήρε φόρα έπεσε πάνω του με δύναμη, τον έριξε κάτω, τον δάγκασε στο λαιμό και τον έπνιξε. Για να επιβιώσει ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο λιοντάρι.

Ο Μερτζανοζαχαράκης βάδιζε χωρίς πυξίδα, άλλοτε σε δάση, άλλοτε σε πεδινά και άλλοτε στα βουνά με χιόνια παρέα με τα άγρια θηρία. Μετά από μερικές μέρες σκληρής και επικίνδυνης πορείας, έφθασε σε μια άλλη γέφυρα. Πιάστηκε στα χέρια με το σκοπό, ο οποίος ήταν πολύ δυνατός και τον έβαλε κάτω, χωρίς να μπορεί να του ξεφύγει. Μόλις ο σκοπός πήγε να βγάλει το ξίφος να τον καρφώσει, βλέπει σαν όραμα το Γιώργη Νιπυράκη που είχε θάψει στα χιόνια. Του δημιουργήθηκε αυτομάτως μια μεγάλη δύναμη, πήρε από τα χέρια του σκοπού το ξίφος και τον έσφαξε. Μόλις σηκώθηκε βλέπει πάλι το Γιώργη Νιπυράκη μπροστά του και του λέει:

-Εσύ μπρε δεν είσαι ο αδελφός μου ο Γιώργης;

-Ναι, του λέει ο Γιώργης.

-Πες μου ήντα θα γενώ και πως θα σωθώ;

-Μη φοβάσαι, σε ακολουθώ και θα βαδίσεις αυτή τη κορυφογραμμή! Και αμέσως χάθηκε από μπροστά του.

Ο Μερτζανοζαχαράκης φωνάζει: Γιώργη! Γιώργη! Γιώργη! Αλλά ο Γιώργης δεν εμφανίζεται.

Ο Μερζανοζαχαράκης τρομαγμένος συνέχισε την πορεία, που του υπέδειξε ο Γιώργης. Ήταν πεπεισμένος ότι το όραμα που είδε ήταν ο Αϊ Γιώργης. Τότε του έκανε ένα τάμα, εάν βρει ζωντανό στο κοπάδι του τον ασπρομάλλη κριό του, να τον πάει στον Αϊ Γιώργη τον Επανωσήφη και συνέχισε το δρόμο του γεμάτος κουράγιο.

Μετά από μερικές νύχτες δύσκολες και ατέλειωτης πορείας πάνω στην κορυφογραμμή που του έδειξε ο Γιώργης, έφθασε κοντά σε ένα χωριό. Από εκεί που είχε κρυφτεί, βλέπει ένα άνθρωπο μαζί με ένα κορίτσι περίπου οκτώ χρονών, το οποίο μιλούσε ελληνικά. Ο άνθρωπος αυτός φοβήθηκε έτσι όπως τον είδε μαλλιαρό και ρακένδυτο και ο Μερτζανοζαχαράκης του είπε:

-Μη φοβάσαι, είμαι Έλληνας αιχμάλωτος και δραπέτευσα από το Αφιόν Καραχισάρ. Ο άνθρωπος του απαντά:

-Είμαι Έλληνας υπήκοος της Τουρκίας.

-Αν έχεις ελληνικό αίμα πέφτω στα χέρια σου και σώσε με.

Ο άνθρωπος του λέει:

– Κρύψου μέχρι να σου φέρω ρούχα να αλλάξεις.

Πράγματι ο Μερζανοζαχαράκης αποσύρθηκε στο πλησίον βουνό, μπήκε μέσα στους θάμνους και κοίταζε μήπως επιστρέψει μαζί με την αστυνομία.

Κάποτε είδε τον άνθρωπο να έρχεται προς το βουνό κρατώντας στα χέρια του μια τσάντα. Άρχισε να του φωνάζει, αλλά ο Μερτζανοζαχαράκης δεν του απαντούσε, γιατί φοβόταν την προδοσία. Μετά από αρκετή ώρα απελπίστηκε ο άνθρωπος και πήγε να φύγει. Τότε του φώναξε, σμίξανε, του έδωσε να φορέσει μια τούρκικη στολή και μια ρεπούμπλικα. Του είπε να τον ακολουθεί από μεγάλη απόσταση και στο σπίτι που θα έμπαινε ο καλός Σαμαρείτης, θα έμπαινε και αυτός.

Στο σπίτι του χριστιανού φίλου του έμεινε πέντε μέρες, έφαγε πολύ καλά και ξεθαμπώθηκε από την πείνα. Για να μην κινήσει υποψίες, του είπε ο φίλος του, ότι έπρεπε να φύγει. Τον πήγε στο τραίνο και τον συμβούλεψε να κάνει το βουβό και τον κουφό για να γλιτώσει. Του έδωσε τούρκικα χρήματα και τον προειδοποίησε ότι στη μέση της μεγάλης γέφυρας που θα περάσει γίνεται αυστηρός έλεγχος. Αν τον πιάσουν θα τον γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο και ο αγώνας του δεν θα δικαιωθεί. Αφού τον κατατόπισε με κάθε λεπτομέρεια χαιρετίστηκαν, φιλήθηκαν και χώρισαν.

Στο τρένο μέσα πήγε πολλές φορές ο εισπράκτορας και τον ρωτούσε, αλλά αυτός έκανε τον κουφό. Πράγματι στη γέφυρα γίνονταν έλεγχος διαβατηρίων και ταυτοτήτων. Πριν έλθει η σειρά του, όπως τον είχε κατατοπίσει καλά ο φίλος του, έκανε ένα δυνατό άλμα και πέρασε τη μέση της γέφυρας. Οι Τούρκοι στο σημείο αυτό δεν είχαν το δικαίωμα να τον πιάσουν και να τον γυρίσουν πίσω.

Ο Μερτζανοζαχαράκης πέρασε στην Κωνσταντινούπολη και πήγε στο Αγγλικό προξενείο. Τους αποκάλυψε, ότι το σύνταγμα του είναι σώο στο Αφιόν Καραχισάρ και ότι αυτός δραπέτευσε από το κάστρο και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη μετά από ενενήντα δυο μέρες κοπιώδους και επικίνδυνης πορείας. Οι Άγγλοι αδυνατούσαν να πιστέψουν αυτά που τους έλεγε, ότι διάσχισε τόσες μεγάλες αποστάσεις, ότι πέρασε τόσους κινδύνους, πως μπόρεσε και άντεξε τόσες κακουχίες, τι τροφές έτρωγε και πως γλίτωσε από τους Τούρκους. Κάποτε όμως τον πίστεψαν και έστειλαν στο κάστρο τον Ερυθρό Σταυρό για να σώσουν τους αιχμαλώτους. Οι Τούρκοι δεν παραδέχονταν, ότι υπήρχαν στο Αφιόν Καραχισάρ Έλληνες αιχμάλωτοι.

Ο Άγγλος Πρόξενος πέρασε από ιατρικές εξετάσεις το Μετρζανοζαχαράκη και οι γιατροί αποφάνθηκαν, ότι ήταν υγιέστατος, αλλά εξαντλημένος και υποσιτισμένος. Τον πήγε σε ένα εστιατόριο και κατά την εντολή του γιατρού του έδιναν ζουμερά φαγητά. Την πρώτη μέρα έφαγε εφτά πιάτα φαί και τις επόμενες μέρες έτρωγε αχόρταγα. Στην Κωνσταντινούπολη έμεινε οχτώ μέρες και στάθηκε στα πόδια του για τα καλά. Τελικά ο Πρόξενος τον επιβίβασε σε ένα εγγλέζικο καράβι και τον έστειλε στην Αθήνα.

Με την επιστροφή του στα Ανώγεια έγινε τρικούβερτο γλέντι που κράτησε τρεις μέρες. Ο Μερτζανοζαχαράκης είχε πολλά πρόβατα στο μαγευτικό οροπέδιο της Νίδας, δεν ζούσε, όμως, ο ασπρομάλλης κριός που είχε τάξη στον Αι Γιώργη τον Επανωσήφη. Έτσι, πήρε το μαύρο κριό που ζούσε και τον πήγε στο μοναστήρι του Αι Γιώργη ανήμερα της γιορτής του για να εκπληρώσει το τάμα του.

Ο Μανόλης Σταυρακάκης παντρεύτηκε τη συγχωριανή του την Κρυστάλλη Σκουλά το 1924 και απέκτησαν έξι παιδιά.

Στο μοναδικό άνθρωπο που εμπιστεύθηκε την απίστευτη ιστορία και την περιπέτειά του, ήταν ο ξάδελφος του Γιώργης Σταυρακάκης ή Τσάκαλος και τον όρκισε να μην πει τίποτα σε κανένα, γιατί δεν ήθελε η ιστορία του να γίνει γνωστή. Φοβόταν ότι ορισμένοι συγχωριανοί του μπορεί να την αμφισβητούσαν και αυτό θα τον εξόργιζε πολύ.

Ο Μερτζανοζαχαράκης γλίτωσε από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, πάλεψε με τα στοιχεία της φύσης και υπέστη τα πάνδεινα τις ενενήντα δύο μέρες του σκληρού αγώνα μέχρι να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν μπόρεσε, όμως, να ξεφύγει του χάροντα, όταν στις 13 Αυγούστου 1934 έπεσε θύμα πολύνεκρου τροχαίου ατυχήματος στη θέση «Σπηλιάρα» στο Γωνιανό φαράγγι. Το λεωφορείο που εκτελούσε τη γραμμή Κυλιστός – Ηράκλειο, έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκαν τρεις Ανωγειανοί, ένας από το χωριό Καμαριώτης και αρκετοί τραυματίες.

Μετά τον αδόκητο θάνατο του Μανόλη Μετρζανοζαχαράκη, ο Τσάκαλος κάλεσε τον πρώτο γιό του, Βασίλη και του διηγήθηκε όλη την ιστορία του πατέρα του. Αδιάψευστοι μάρτυρες της παραπάνω ιστορίας ήταν ο Γιώργης Σταυρακάκης ή Τσάκαλος και ο αιχμάλωτος πρώην σύντροφός του Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης.

Για το τροχαίο που στοίχισε τη ζωή τριών ανθρώπων κι ενός μεγάλου ήρωα έγραψε ποίημα η Ανωγειανή λαϊκή ριμαδόρος Ευαγγελία Εμμ. Σαλούστρου ή Φραγκιαδοβαγγελιά.

Ακούσετέ με να σας πω τι έγινε στ΄Ανώγεια,

τέθοιο βαρύ δυστύχημα δεν έγινε ακόμα.

Ανωγειανοί εφύγανε δια να παν στη Χώρα,

στ΄αμάξι μέσα μπήκανε το δρόμο,

άραγες εσκεφτήκανε, πως χάνουνε τον κόσμο?

Όταν επλησιάζανε΄στην έρημη Σπηλιάρα,

Ο χάροντας εφάνηκε, τους έπιασε τρομάρα.

Όσον επλησιάζανε , ο χάροντας σιμώνει,

Τ΄ αμάξι τους εγκρέμισε, ευθύς τους θανατώνει.

Τ΄ αμάξι εγκρεμίστηκε άθελα του σοφέρη

Κι αυτός ετραματίστηκε στο πόδι και στο χέρι.

Τέσσερις σκοτωθήκανε, ο κόσμος αποθαίνει,

Το τέλος που εκάμανε, όλος ο κόσμος κλαίει.

Κορμιά κομμάθια έγιναν και πιάσανε τα πλάγια

και τα τσουβάλια γέμιζαν σάρκες, οστά κεφάλια.

Αυτά τα έρημα βάσανα τους ήσανιε γραμμένα,

Βαστούσαν εκατό αυγά δεν έσπασε κανένα.

Μέσα στ΄ αμάξι ήτανε εφτά μηνών παιδάκι,

Αζωντανό ευρέθηκε μέσα σ΄ ένα χαράκι.

Του Λιόντα ήταν το παιδί και το χε μελετήσει

στην Παναγία επήγαινε να πα΄ να το βαφτίσει.

Κι αυτός δεν αξιώθηκε, σκοτώθη στη Σπηλιάρα

Και το παιδί αβάφτιστο επόμεινε στη μάνα.

΄Πο ΄κει θα καταλάβετε, πως ήτανε γραφτό του

Σ΄ αυτό το έρημο βουνό να γίνει ο θάνατός του.

Απής τους τσουβαλιάσανε και βγάλα ντζι στο δρόμο

σ΄ άλλο αμάξι μπήκανε, με φόβο και με τρόμο.

Οπίσω τους γυρίσανε με μάθια δρακρυσμένα

άντρες, γυναίκες και παιδιά στο Τέρμα περιμέναν.

Ο Λιόντας ξενοχωριανός από τον Καμαριώτη

και άλλοι τρεις Ανωγειανοί που χάσανε τη νιότη.

΄Ηταν ο Γιώργης του Κεχρή και ο Τσουρογιαννάκης

κι ο τρίτος ονομάζονταν Μετρτζανοζαχαράκης.

Από εκεί τσι πήρανε στα τρία τα φορεία,

στ΄ Ανώγεια μέσα ήτανε πολύ στενοχωρία.

Στην εκκλησιά τους βάλανε, μέσα στον ΄Αι – Γιάννη

και το κοινό του έκαμε το νεκρικό στεφάνι.

Στην εκκλησιά τους βάλανε για να τους μονοψάλλουν

σαν αδελφούς τσι τρεις μαζί στον τάφο να τους βάλουν.

Τρεις λόγους των εβγάλανε που ήσαν δοξασμένοι,

γιατί κι οι τρεις στον πόλεμο ήταν αγωνισμένοι.

Και από κει τους πήρανε να πάνε να τους θάψουν

και στην Αγία Παρασκευή να παν να τους ΄ποκλάψουν.

Να κλαίτε όλ΄ οι χωριανοί και συγγενείς και φίλοι

γιατί τους μονοθάψανε με μαραμένα χείλη.

Να κλαίτε όλ΄ οι χωριανοί, όσοι κι αν τους θυμάστε

Ωστόσο να είστ΄ αζωντανοί πρέπει να το διγάστε.

–Στις φωτογραφίες ο Μερτζανοζαχαράκης καιτο περιβόητο λεωφορείο με οδηγό τον Κώστα Σταυρακάκη ή Κωστάκη.

 

Μοιραστείτε το

-

-->