
Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες.
Όπως ίσως πολλοί να γνωρίζετε, ένας από τους στενότερους συνεργάτες αλλά ταυτόχρονα και αφοσιωμένος φίλος του Ελ. Βενιζέλου, κατά την διάρκεια της μακρόχρονης πολιτικής του καριέρας, σε Κρήτη και Ελλάδα, υπήρξε ο γιατρός Βασίλειος Ιωάννου Σκουλάς, από τα Ανώγεια.
Ήταν ο άνθρωπος που του «έκλεισε», όπως λέμε στην Κρήτη τα μάτια, σαν γιατρός στην οδό Μποζόν στο Παρίσι, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Μαρτίου 1936.
Οι περισσότεροι όμως πιθανότατα δεν γνωρίζουν το «βάθος» των σχέσεων αυτών. Δεν γνωρίζουν επίσης, ότι η σχέση αυτή υπήρξε με ολόκληρη την οικογένεια Σκουλά και όχι μόνο με τον Βασίλη Σκουλά. Ίσως επίσης δεν γνωρίζουν, ότι τα παιδιά του Ελ. Βενιζέλου, αναγνώρισαν έμπρακτα την προσφορά του Β. Σκουλά προς τον πατέρα τους, όπως και το Ίδρυμα Ελ. Βενιζέλου στα Χανιά, το οποίο έχει αναθέσει τα τελευταία χρόνια ειδική μελέτη, με σκοπό να αποτυπωθεί σε βιβλίο η σχέση αυτή.
Την εργασία μου όμως αυτή την δίνω εμπλουτισμένη με σωρεία εγγράφων από το προσωπικό μου αρχείο, που αφορούν κυρίως τον άνθρωπο Ελ. Βενιζέλο, από παιδάκι 4 ετών έως και την στιγμή του θανάτου του. Μέσω της εργασίας μου αυτής, οι φίλοι μου θα γνωρίσουν κάποιες από τις πτυχές της μεγάλης αυτής προσωπικότητας, θα δουν κάποιες από τις συνήθειές του, τον τρόπο σκέψης και δράσης του. Θα δουν στιγμές του Ελ. Βενιζέλου, όπως την επίσκεψή του μέσα στο λιμάνι της Σμύρνης, ποιούς συνάντησε και γιατί, θα δουν και θα διαβάσουν τι λένε ξένοι που έζησαν τον Ελ. Βενιζέλο, αλλά και άρθρα που γράφτηκαν για εκείνον και θα δουν επίσης και τις τελευταίες του στιγμές στο Παρίσι, ποιοί ήταν στο πλάι του εκείνες τις δύσκολες ώρες.
Θα μάθει επίσης ο αναγνώστης, ότι το τότε ελληνικό κράτος είχε κατασχέσει την περιουσία του Ελ. Βενιζέλου, την περίοδο της εξορίας του στο Παρίσι, και κατά συνέπεια και το σπίτι του στην Χαλέπα, και ότι μόνο μετά τον θάνατό του και κατόπιν αιτήσεως της συζύγου του Έλενας, ήρθη η κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων.
Κατά την διάρκεια των 12 συνολικά αναρτήσεων για το θέμα αυτό, δεν θα κατονομάσω τις πηγές μου. Ο λόγος είναι, ότι εάν οι φίλοι μου στη σελίδα θεωρήσουν άξια λόγου την εργασία μου αυτή, και θελήσουν να την έχουν στην βιβλιοθήκη τους, ίσως την εκδόσω σε βιβλίο. Η απόφασή μου θα εξαρτηθεί από τα μηνύματα που θα εισπράξω, κατά πόσο δηλαδή, αξίζει να γίνει πράξη η σκέψη μου αυτή.
Ο ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚ. ΣΚΟΥΛΑ
O Eλ. Βενιζέλος γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου του 1864 στις Μουρνιές Χανίων. Γονείς του ήταν ο Κυριάκος και η Στυλιανή Βενιζέλου. Για την καταγωγή της οικογένειας Βενιζέλου, ο Δημήτρης Μαυριδερός στο βιβλίο του «ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΌ ΑΡΡΕΝΑΓΟΝΙΑΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ», αναφέρει ότι ως κοιτίδα της οικογένειας θεωρείται η περιοχή του Μυστρά στην Λακωνία και το αρχικό επίθετο ήταν, «Κρεβατάς». Το «Βενιζέλος» ως επίθετο, πιθανότατα να προέκυψε από το κύριο όνομα «Βενιζέλος ή Μπενιζέλος», που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.
Το 1867 και λόγω της επανάστασης στην Κρήτη, η οικογένεια αναγκάζεται να προσφυγοποιηθεί και να καταφύγει στην Σύρο, όπου υπήρχε ακμάζουσα Κρητική παροικία. Εκεί έμενε επί πολλά χρόνια και ο παλαίμαχος αγωνιστής της επανάστασης του 1821, ναυτικός στο επάγγελμα, ο καπετάν Χατζή Ανδρέας Κριαράς, από την Ανώπολη Σφακίων.
Ένα απόγευμα, ο καθηγητής τότε στο Γυμνάσιο Σύρου και ιστορικός, Βασίλειος Ψιλάκης, παίρνει μαζί του τον μικρό «Λευτεράκη», στην επίσκεψη που πραγματοποιεί στο σπίτι του Χατζή Ανδρέα Κριαρά. Χρόνια αργότερα, ο Β. Ψιλάκης κατέγραψε την πρώτη αυτή συνάντηση και γνωριμία του Κριαρά με τον μικρό «Λευτεράκη».
ΟΤΑΝ Ο ΜΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΗΤΟ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΛΕΥΤΕΡΑΚΗΣ ΣΤΗ ΣΥΡΑ.
– Πώς επεσκέφθη τον αγωνιστήν Χαντζηανδρέα Κριαρά συνοδευόμενος από τον αείμνηστον γυμνασιάρχην και διάσημον ιστορικόν Βασίλειον Ψιλάκην εις τον οποίον οφείλετε η ανέκδοτος αυτή μονογραφία.
*Ο εκλεκτός μας φίλος και διαπρεπής καθηγητής της φιλολογίας, κ. Ιωάν. Δ. Τζαρτζάνος του οποίου η «Κρητική Ενότης», εδημοσίευσεν εσχάτως ένα υπέροχον ιστορικόν σημείωμα αναφερόμενον εις τους απογόνους του Δασκαλογιάννη είχε την ευγενή καλωσύνην να μας αποστείλη την κάτωθι ανέκδοτον μονογραφίαν του ιστορικού της Κρήτης και γυμνασιάρχου αειμνήστου Βασιλείου Ψιλάκη.
Το εν λόγω λίαν ενδιαφέρον ιστόρημα ευρίσκετο εις το αρχείον του κ. Τζαρτζάνου μετ’ άλλων περί Κρήτης σημειωμάτων περιελθόντων εκ κληρονομίας του καθηγητού πατρός του ότε ούτος εσπούδαζεν εις Γερμανίαν μετά του μακαρίτου Ψιλάκη.
Η «………..», ευχαρίστως δημοσιεύει σήμερον την ανέκδοτον αυτήν μονογραφίαν του Β. Ψιλάκη, εις την οποίαν ο Κρής ιστορικός περιγράφει με το ύφος και το γλωσσικόν της εποχής μίαν επίσκεψίν του μετά του μικρού Λευτεράκη Βενιζέλου, εις την οικίαν του Κρητός αγωνιστού, Κριαρά.
«ΔΙΗΝΥΕΤΟ τό σωτήριον έτος 1867, ότε εσπέραν τινά του Απριλίου, από εκείνας τάς γλυκείας εσπέρας τάς οποίας γνωρίζει μόνον η Συριανή φύσις, εκτυπήσαμεν εγώ και ο τετραετής συνοδός μου, τήν σιδηράν εξώθυραν του αρχοντικού του Χαντζή Ανδρέα Κριαρά. Τό σπίτι ήτο εκεί κοντά στά «βαπόρια» κατά τήν οδόν Απόλλωνος.
Πελώριον αλήθεια κτίριον, με πολλούς ορόφους και με δύο όψεις, τήν μεν επί της οδού, τήν δε επί της θαλάσσης. Πολλάκις είχον επισκεφθή τήν οικίαν του γέροντος αγωνιστού του 21, είτε διά να συζητήσωμεν περί των ζητημάτων της Κρήτης είτε διά να πίνωμεν τόν ωραίον «βαρύν γλυκό» που με καταφανή τέχνην παρεσκεύαζε πάντοτε ο καπετάν Παυλής, ο Σφακιανός ψυχογιός του Κριαρά.
Από τήν όψιν της θαλάσσης η ματιά σου εξετείνετο εις ολόκληρον τό κατέναντι πέλαγος, απ’ όπου αντίκρυζες τα καράβια που πηγαινοήρχοντο συνεχώς διά να εισέλθουν ή εξέλθουν του λιμένος, όστις ευρίσκετο κατά τήν δεξιάν πλευράν. Απέναντί σου έβλεπες τήν Τήνον, τήν πόλιν της Ευαγγελιστρίας, ως μέσα εις φανταχτερά πετράδια, με τό πανήψυλον καμπαναριό, κατάφωτην, λάμπουσαν…
Εκεί, από τήν μεγάλην βεράνταν του σπιτιού, ο Γέρων Κριαράς, ο οποίος δεν εξήρχετο καν της οικίας του λόγω των ετών, παρετήρει με βλέμμα νοσταλγικόν τήν θάλασσαν, ενθυμούμενος προφανώς τά παληά χρόνια, όταν ως θαλασσόλυκος περιέτρεχε με τό μπάρκο του τίς άγριες θάλασσες.
-«Βλέπεις εκεί κάτω» μου έλεγε συχνά. «Πίσω από τήν Τήνο είναι η Κρήτη μας…».
Βεβαίως, εις τήν πραγματικότητα η Κρήτη ήτο πολύ μακράν, αλλά τά νοσταλγικά μάτια του γέροντος που είχον οραματισθή τήν απελευθέρωσιν της νήσου από το 1821, όταν διηύθυνεν ο ίδιος εκεί κάτω τόν Αγώνα, έβλεπαν οπίσω από κάθε βράχον τήν Κρήτη του, που είχε να ιδή σαράντα ολόκληρα χρόνια…
Ωστόσον εκτυπήσαμεν τήν πόρτα του αρχοντικού. Ο ηλιοκαής και πανύψηλος Μανωλιός Κουμής, άντρακλας ως εκεί επάνω και μεστωμένος διατελεί από χρόνια εις τήν υπηρεσίαν του Κριαρά, μισάνοιξε το παραθυρόφυλλον, και βλέποντάς με μαζύ με τόν μικρόν συνοδό μου, είπεν ανοίγοντας διάπλατα τήν θύρα.
-«Ελόγου σου είσαι κύριε δάσκαλε! Κόπιασε μέσα». Και βλέποντας εκ νέου προσεκτικά τόν μικρόν, ο οποίος εις μάτην προσεπάθη να σηκώση τούς οφθαλμούς ίνα συλλάβη ολόκληρον τόν «όγκον» του Κουμή, προσέθεσε:
-«Και ποιανού είναι τούτο τό κοπέλλι;…».
Μετά τάς αναγκαίας εξηγήσεις, εισήλθομεν εις τό αρχοντικόν και προπορευομένου του Μανωλιού κατηυθύνθημεν εις τό σαλόνι. Ήτο ένα μεγάλο δωμάτιον, εστρωμένον με πολυτελή παχύτατον ερυθρόν τάπητα. Γύρωθεν, δύο – τρία ντιβάνια με σφακιανά χρυσοκεντήματα και εις τό βάθος του τοίχου ένα μεγάλο ομοίωμα καραβιού από εκείνα της Επαναστάσεως.
Έμπροσθεν του μεγάλου ντιβανιού, όπου συνήθως εκάθητο ο γέρων Κριαράς, υπήρχε μικρά τράπεζα τουρκικού ρυθμού, με ωραία γλυπτά, επάνω δε, εις αυτήν ανεπαύετο ο αργυρούς ναργιλές και τό μακρύ τσιμπούκι του γέροντος. Παρέκει επί ετέρας ομοίας αλλά μικροτέρας τραπέζης, ευρίσκοντο τά αργυρά όπλα του Κριαρά επιμελώς τοποθετημένα σταυροειδώς.
Ο τετραετής συνοδός μου είχεν ήδη ανοίξει από της πρώτης στιγμής της εισόδου μας τά ωραία γαλανά μάτια του και παρετήρη εκστατικός γύρωθεν τό σοβαρόν και πλούσιον περιβάλον. Συμπαθέστατος δε με τήν καλοκτενισμένη του χωρίστρα, εφαίνετο αρκούντως θορυβημένος, προφανώς δε και ολίγον φοβισμένος, διότι με εκράτει σφικτά από τήν άκραν της βελάδας μου, πορ’ όλας δε τάς προσπαθείας μου όπως απαλλαγώ, ουχί δι’ άλλου λόγου αλλά κυρίως εκ του φόβου μήπως το ύφασμα παραμείνη τελικώς, εις τάς χείρας του μικρού, τούτο κατέστη αδύνατον…
Εντός ολίγου η προσοχή ημών εστράφη πρός ήχους μουσικής αναδιδομένους από άλλο παρακείμενον δωμάτιον της οικίας.
Ήτο η νύμφη του γέροντος Κριαρά, η Ανέτα Νάζου, κόρη του δημάρχου Τήνου, ήτις έπαιζεν εις τό κλειδοκύμβαλον… Συχνάκις δε εδίδοντο συναναστροφαί εις τήν οικίαν, εν θα συνηθροίζετο η αφρόκρεμα της Σύρας, και η εμφάνισις της ωραίας Ανέτας απετέλη πραγματικόν γεγονός διά τήν συγκέντρωσιν.
Αίφνης η θύρα άνοιξε και μπήκε μέσα ο Αντρέας Κριαράς.
Ήτο ένας υψηλός, ελαφρώς κύπτων, κατάλευκος και με κατάλευκην γενειάδα, υπερογδοηκοντούτης γέρων. Εφόρει πάντοτε στή Σύρα τήν Σφακιανήν στολήν του αγωνιστού του 21, ακόμα δε και στό σπίτι δεν τήν απεχωρίζετο ουδέποτε. Τά μάτια του, καλυπτόμενα από χονδρά λευκά φρύδια, ήσαν καταγάλανα.
Εισελθών, εφάνη ως να μήν επρόσεξε τήν παρουσίαν μας. Με αργόν βήμα εκάθησεν εις τό ντιβάνι, έλαβε το κομβολόγιόν του, εκκοκίζων δε τούτο έστρεψε τό βλέμμα προς εμέ:
-«Καλώς ώρισες δάσκαλε! Είμαι και λιγάκι άρρωστος σήμερα… και τίνος είναι τό κοπέλι που κρατείς;…»
-«Άρχοντά μου καπετάνιο», είπα πλησιάζοντας τόν σεβάσμιον γέροντα, «σου φέρνω ένα προσφυγόπουλο από τα Χανιά, είναι ο γιος του Κυριάκου Βενιζέλου, που γνώρισες προχθές εις του Ρενιέρη. Καλό κι’ έξυπνο κοπέλι· λέω να τό κάμω μαθητή μου!
Ο πρεσβύτης χωρίς να απαντήση εκύτταξε καλά καλά τόν συνοδόν μου, ο οποίος ασφαλώς θα παρεκάλει τήν στιγμήν εκείνην να τόν καταπιή η γη, και ύστερα κυττάζοντας εμέ ολίγον λοξώς είπε:
-«Κάθησε δάσκαλε και πες μου τά νέα σου· τί γράφει η Επιτροπή; Ίντα’ ναι τούτα πάλι που μαθαίνω με τόν Δημακόπουλο;».
Πράγματι, τάς ημέρας εκείνας μεγάλη αναταραχή διέτρεχε τήν Κρήτην, και ολόκληρον τήν Ελλάδα. Διώξεις και σφαγαί αλλά και προδοσίαι και παλινωδίαι και διαιρέσεις πολιτικαί, εξ’ αιτίας της επαναστάσεως του 1866.
Μετά συζήτησιν ολιγόωρον, καθ’ ήν η ομιλία εστράφη εις όλα τά φλέγοντα ζητήματα της μεγαλονήσου και διά τά οποία ο γέρων Κριαράς εξηκολούθει να ενδιαφέρεται παρά τήν μεγάλην ηλικίαν του, ως πρόεδρος της Μεγάλης Κρητικής Επιτροπής Σύρου, ο πρεσβύτης εστράφη και προσβλέψας πρός τόν μικρόν συνοδόν μου, όστις εξηκολούθει να με κρατά σφικτά από τό σουρτούκο, ακίνητος ως στήλη άλατος, ότε μεν ατενίζων πρός τόν κατάλευκον γέροντα, ότε δε θαυμάζων τό κατέναντί μας ομοίωμα του καραβιού:
-«Ίντα κάνει ο κύρης σου, κοπέλι;…» ηρώτησεν. Ο μικρός κατεβίβασε τούς οφθαλμούς και εσιώπησεν. Ολίγου δείν θα εξερυγνύετο εις κλάμματα, από φόβον προφανώς, πρός τόν πανύψηλον και κατάλευκον γέροντα, όστις του απηύθυνε τήν ομιλίαν. Και τότε ο Κριαράς συγκινηθής καταφανώς, εκινήθη και πλησιάζων τόν μικρόν τόν εχάϊδευσεν εις τήν παρειάν και του είπε γελών:
-«Κρητικόπουλο και φοβάσαι; Πώς είναι τ’ όνομά σου…». Ο μικρός αναθαρρήσας ολίγον απήντησε χαμηλοβλεπώς:
-«Λευτεράκη…Λευτεράκη του Βενιζέλου…».
-«Λοιπόν Λευτεράκη» επανείπεν ο γέρων Κριαράς, κρατών τώρα εις τήν αγκάλην του τόν μικρόν και φιλά αυτόν. «Πότε θα ξαναπάμε στήν Κρήτη;»
Και χωρίς νά αναμένη τήν απάντησιν του μικρού, ήν άλλωστε θα εδυσκολεύετο πολύ ούτος να δώση την στιγμήν εκείνην, ο γέρων εκτύπησε τάς χείρας του και εμφανισθέντος του Μανωλιού επρόσταξε:
-«Κερασέ μας, Μανωλιό μου!»
Μετ’ ολίγον δε κομισθέντος εντός αργυρού δίσκου του εκλεκτού ερατεινού και προφυρού αρωματικωτάτου μπελτέ, ο γέρων αγωνιστής έλαβε μόνος του τό κοκλιάριον, εβύθισε τούτο εις τό υάλινον δοχείον του γλυκού και πληρώσας διά μπελτέ τρίς ή τετράκις προσέφερε κατ’ επανάληψιν εις τόν μικρόν, τούτου μεν θαυμάζοντος διά τό πράγμα, εκείνου δε γελώντος πλατύτατον γέλωτα διά τήν απορίαν του μικρού!
-«Τρώγε, και κατέω’ γω πως τά κοπέλια αγαπάνε τά γλυκά…» προσέθεσεν ο γέρων.
Όταν έληξε τό κέρασμα τό βάζο του γλυκού είχε σχεδόν κενωθή. Ο Κριαράς γελών ακόμη, εσηκώθη και μεταβάς εις τί ερμάριον ήνοιξε τούτο, ανέσυρε μικρόν σακκούλιον πλήρες νομισμάτων και δίδων τούτο εις εμέ είπεν:
-«Αυτά, δάσκαλε, είναι για τό Λευτεράκη… Να του πάρης καινούργια φορεσιά και παπουτσάκια. Και νά πης στόν Κυριάκο αύριον νά είναι εδώ ενωρίς, για νά ιδή τόν Βουρδουμπά για τή δουλειά του…
Στραφείς δε είτα προς τόν μικρόν και λαμβάνων τούτον από της χειρός, του είπε:
-«Μπρε Λευτεράκη, μη ξεχνάς επαδά στή Σύρα πώς είσαι Κρητικόπουλο!…Και νά τό λες σ’ όλους πώς είσαι από τήν Κρήτη και πώς θα ξαναπάμε στήν Κρήτη μια μέρα…Κι’ απέ να μη φοβάσαι μπλειό! Τ’ ακούς;»
Και όταν ο γέρων ανέφερε τήν Κρήτην, ένα δάκρυ διέκρινον εις τήν παρειάν του, τό οποίον όμως εκείνος έσπευσε νά σκουπίση τάχιστα διά νά μη τό αντιληφθώμεν.
Η συνομιλία μας διεκόπη, διότι τήν στιγμήν εκείνη εισήλθαν εις τό σαλόνι οδηγούμενοι υπό του Παυλή, ο κύριος Φίντλεϋ και ο κ. Βούρρος και ο κ. Ναύτης, άπαντες φιλογενείς και μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Κρήτης στή Σύρα διά νά συσκεφθώμεν…
Όταν ανεχωρήσαμεν από τό αρχοντικό του Κριαρά, ο μικρός συνοδός μου εφαίνετο αμίλητος καθ’ όλην τήν διαδρομήν και εξηκολούθη να με κρατά σφιχτά από τό σουρτούκον μου. Ήτο η εντύπωσις ήν τω είχε προξενήσει η εμφάνισις του πανυψήλου λευκού πρεσβυτέρου, ήσαν τά λόγια του γέροντος διά τήν πατρίδα του που αντηχούσαν εισέτι εις τα ώτα του μικρού; Ποιός ξεύρει!
Τήν επαύριον, όταν επρόκειτο να μεταβώμεν εκ νέου εις τόν Κριαρά μετά του Κυριάκου Βενιζέλου ίνα συναντήσωμεν τόν γαμβρόν του γέροντος, Χαράλαμπον Βουρδουμπάκην, ίνα εξεύρη εις αυτόν απασχόλησιν τινά εις τήν ασφαλιστικήν εταιρίαν ήν, ο Βουρδουμπάκης διετήρει, ο μικρός ανακτήσας τό θάρρος του, με εξελιπάρει να τόν πάρωμεν μαζύ. Ο πόθος του όμως εκείνος δεν εξεπληρώθη, εναντιωθέντος εις τούτο του πατρός του. Ούτω ο μικρός Λευτεράκης δεν επανείδε τόν γέροντα Κριαράν, αποθανόντα μετά τινά χρόνον εις ηλικίαν υπερεκατόν ετών…
Ποίος να τό έλεγεν ότι τό μικρόν αυτό προσφυγόπουλον της Σύρας του 1867 θα εγίνετο ο μεγάλος Ελευθέριος Βενιζέλος…
Συχνάκις δε ενθυμούμαι, ότι επί πολλά έτη ακόμη, ανεμιμνήσκετο ο Βενιζέλος του αγωνιστού του 21 και του βάζου με τόν μπελτέ, τό οποίον εκένωσε τετραετής ών, εντός ολίγων λεπτών, τήν ωραίαν εκείνην εσπέραν του Απριλίου εις τήν φιλόξενην Σύρα…
Βασ. Ψιλάκης
Μετά τό τέλος της επανάστασης του 1866 – 69, η οικογένεια επέστρεψε στήν Κρήτη, όπου και ο Ελ. Βενιζέλος άρχισε να λαμβάνει τήν σχολική μόρφωσή του. Ο πατέρας όμως, τόν ξαναέστειλε δεύτερη φορά στήν Σύρο, όπου και τελείωσε τίς δύο τελευταίες τάξεις του εκεί Γυμνασίου.
Ένα μικρό δείγμα του δυναμικού χαρακτήρα του Ελ. Βενιζέλου από όταν ήταν ακόμη παιδί, μας δίνει σε άρθρο της η εφημερίδα του Ηρακλείου «…………» αναφερόμενη στήν παραμονή του στη Σύρο.
-ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΕΚΕΙΝΟΥ-
-Οι συμμαθηταί του τόν ελάτρευαν και τόν άκουαν. Ο Βενιζέλος εστάλη από τόν πατέρα του να συμπληρώση τάς γυμνασιακάς του σπουδάς στή Σύρα, όπου έκαμε τίς δύο τελευταίες τάξεις. Ήταν η δευτέρα φορά που πήγαινε εκεί. Τήν πρώτη φορά είχε πάει κατά τήν επανάστασιν της Κρήτης του 1866, δύο μόλις ετών, όταν ο πατέρας του ηναγκάσθη να φύγη διά να σωθή από τήν κρεμάλα που τόν είχαν καταδικάσει οι Τούρκοι.
Εις τό γυμνάσιον, επεβάλλετο εις τούς συμμαθητάς του λόγω της ανωτερότητος και του δυνατού χαρακτήρος του. Οι συμμαθηταί του τόν ηγάπων και τόν εξετίμων. Προ εκάστου μαθήματος οι άλλοι μαθηταί συνεκεντρούντο γύρω του και ήκουον τόν Βενιζέλον που ανέπτυσσε τό μάθημα. Οι καθηγηταί του τόν εθαύμαζον.
-«Θα γίνης ή μεγάλος άνθρωπος ή μεγάλος διάβολος»
Από τήν εποχήν που ήτο μαθητής, εξεδηλώθη η αυτοπεποίθησίς του και η φανταστική πίστις εις ό,τι ενόμιζε πώς ήταν σωστό. Τό ίδιο προσόν που αργότερα τόν έκαμε μέγαν κυβερνήτην. Αλοίμονο σε εκείνον που θα τολμούσε να του αντιταχθή.
Ο Βενιζέλος ήταν έτοιμος να υποστηρίξη τίς γνώμες του ακόμη και με τήν βία.
Έτσι ο γυμνασιάρχης του, ένας αγαθός αλλά και σχολαστικός τύπος του παλιού καιρού, του είπε:
-Βρε παιδί μου Βενιζέλε, εσύ θα γίνης ή μεγάλος άνθρωπος ή μεγάλος διάβολος!
Η εφημερίδα, επίσης «……….», σε σειρά άρθρων του συνεργάτη της ………, με τίτλο «Η ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ», αναφέρεται στα χρόνια της νεότητας του μικρού «Λευτεράκη», στις διακοπές του το καλοκαίρι στις Μουρνιές και στα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα.
«Εις τό βιβλίον του ο κ. Μουρέλλος μας διηγείται στήν αρχή, ότι κατά τίς διακοπές των σχολείων, τούς καλοκαιρινούς μήνας, η οικογένεια του Κυριάκου Βενιζέλου από τά Χανιά επήγαινεν στίς Μουρνιές κι’ εκεί έμενε ως τό φθινόπωρο. Ο μικρός Λευτεράκης δεν εννοούσε κι’ εκεί να ησυχάση. Ήθελε να γυμνάζη τά παιδιά του χωριού και να δημιουργή ριψοκίνδυνες εφόδους. Τούς είχε προμηθεύση και μερικά καλάμια, που στήν φαντασία του αντιπροσώπευαν τά τουφέκια.
Τά παιδικά αυτά γυμνάσια τά παρακολουθούσαν και μερικοί γέροι των Μουρνιών και διασκέδαζαν με τόν Χανιώτη αρχηγό. Κατά τήν εκτέλεσιν των γυμνασίων βρέθηκαν κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο. Ο Λευτεράκης, εκύταξε ερευνητικά, έκαμε το σχέδιό του, έλαβε τήν απόφασή του και διέταξε να τόν ακολουθήσουν.
-Όλος ο στρατός είπε, θα μ’ ακολουθήση και θα βγούμε ως τήν κορυφή και ως τούς μεγάλους κλάδους.
-Μα δεν μπορούμε, απάντησαν τά παιδιά.
-Θα βγήτε, επρόσταξε εκείνος.
-Μα θα πέσουμε.
-Δεν θα πέσετε. Κι’ ας πέσετε, αν δεν μπορέσετε να περάσετε τούς πρώτους κλάδους. Μα πρέπει να τούς πιάσετε. Γιατί τό θέλω.
Ένας από τους χωρικούς φοβήθηκε για τήν τύχη των παιδιών και είπε:
-Τούτοδες ο διάολος πούρθε απ’ τά Χανιά θα μάσε σκοτώσει τά κοπέλια μας.
Με τά πολλά, πότε συμβουλευτικά και πότε προστακτικά λόγια, ο Λευτεράκης ανεβαίνει στόν πλάτανο. Μερικά παιδιά τόν ακολουθούν. Αλλά κλαίνε και φοβούνται. Εκείνος φωνάζει αδιάκοπα: «Επάνω – επάνω ως τήν κορυφή», και φθάνουν ως τήν κορυφή του πλατάνου.
Απ’ εκεί φαίνεται η θάλασσα. Και τήν κυττάζουν όλα τα παιδιά με λαχτάρα. Εν τω μεταξύ, ο παππούς ενός παιδιού που είχε χτυπήσει, πετούσε πέτρες εναντίον του αρχηγού και των άλλων που είχαν φθάση στήν κορυφή.
-Πέτρες μας πετούνε.
-Άς τους να πετούνε, απαντάει γελαστά και περιφρονητικά ο αρχηγός.
-Μα θα μας σκοτώσουνε.
-Δεν φθάνουν ως εδώ ψηλά οι πέτρες τους. Μια πέτρα όμως είχε φθάση και είχε χτυπήση ένα παιδί.
Από κάτω οι γέροι φώναζαν.
-Ανάθεμά σε, διάολε, να μας σκοτώσης θές τά κοπέλια μας. Άμε στό διάολο. Κατεβήτε κάτω μικροί.
Τα παιδιά φοβισμένα κατέβηκαν κι’ έμεινε ο αρχηγός των αρκετή ώρα στήν κορυφή. Έπειτα κατέβηκε κι’ αυτός θυμωμένος γιατί τόν άφησαν ολομόναχο. Από τότε οι γέροι των Μουρνιών δεν άφηναν τά παιδιά και τά εγγόνια των να συντροφεύουν τόν Λευτεράκη, γιατί φοβόνταν μην τά γκρεμίσει σε κανένα φαράγγι ή από κανένα μεγάλο πλάτανο.
Μα και ο Λευτεράκης δεν ήθελε να κάμη παρέα με τά παιδιά της ηλικίας του αφού δεν είχαν τό θάρρος να τόν ακολουθήσουν. Τόν άλλο χρόνο ξαναπήγε στίς Μουρνιές. Προτιμούσε να διαβάζη και να κάνη τά γλυκά μάτια στήν κόρη του περβολάρη Μαρκογιώργη, τήν δωδεκάχρονη Ρηνιώ, πού ανέφερα στό πρώτο άρθρο.
Κάποτε γράφει ο Μουρέλλος, οι ματιές των έσμιγαν κι’ αυτή κοκκινίζοντας έτρεχε να φύγη και να κρυφτή πίσω απ’ τίς πυκνές κιτριές. Μια μέρα πούλειπεν ο πατέρας της τήν ακολούθησε ως τίς κιτριές.
-Μα γιατί φεύγεις, της είπε.
-Ε, δεν κάνει, απήντησε εκείνη.
-Τί δεν κάνει;
-Ντρέπομαι.
Και σε λίγο κυτάζοντάς τον στα μάτια, του είπε:
-Θέλεις να σου δώσω ένα πορτοκάλι;
-Τέτοιο καιρό; Δεν έχει τόν Αύγουστο πορτοκάλια.
-Μά τόχω κρυμμένο μέσα στά κλαδιά. Τό διακρίνεις;
Και τούδειξε με τό δάχτυλο ένα πυκνό κλαδί της πορτοκαλιάς.
-Όχι, πούναι;
-Να εκεί, απ’ μέσα στα πυκνά φύλλα.
Και σημώνοντάς τον κοντά τόσο, πού η αναπνοή της έφθασε στο πρόσωπό του, προσπαθούσε να του δείξη τόν κρυψώνα.
-Από πότε τό φυλάσσεις;
-Από τη Λαμπρή. Τόβαλα στό νού μου να σου τό κρατήσω!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..