Σπάνια κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αι.με την υπογραφή των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων
ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΙ: (Ως από μέρους εθελοντού Ελληνος εν Κρήτη κατά τον Μάϊον του 1867)
Εαν ο πόλεμος είναι σκληρά ανάγκη, ήν παρακολουθεί ερήμωσις και σφαγή, έχει όμως, εκτός του φυσικού αυτού μεγαλείου, και επεισόδια και σκηνάς αξίας της γραφίδος του Σύη. Την ώραν ταύτην ίσταμαι παρά την οφρύν των Λευκών Ορέων, κάτωθεν πλατάνου υψινεφούς, τριγύρω μου έχων χιόνα και άνωθέν μου τον αετόν. Εις τον μανδύαν μου τυλιγμένος, μένω παρά την λόγχην μου γρηγορών, εν ώ πληθύς αστέρων συναγρυπνεί μαζή μου εις τον αιθέρα και χιλιάδες πυρών σελαγίζουσι πανταχόθεν εκ του ελληνικού στρατοπέδου. Θέλεις να λάβης ιδέαν τινα του στρατοπέδου τούτου; Ελθέ, θέλω σε ξεναγήσει ασμένως.
Βλέπεις την δεξιόθεν εκτεινομένην φάραγγα, εις ήν μυρία διαλάμπουσι φώτα; Τα φώτα ταύτα έχουν απόρρητόν τι ιδανικόν· δεν είναι ούτε φώτα στερεοτύπως μαρμαίροντα, ως εις τας τελευταίας σας εν ταις Αθήναις, ούτε σκιαύγεια πρωϊνή παρά τας κορυφάς μειδιώσα. Είναι γλυκύ τι κράμα φωτός και σκότους, σύμπλεγμα χιλιάδων πυρών, ποικίλως τεμνομένων, συσταυρουμένων, παιζόντων με τα φύλλα και χανομένων. Είναι παλίρροιά τις φωτός ιδιότροπος, είναι η φιλαρέσκεια χιλίων σπινθηρισμών, ήτις υπό σκιάδας χιλίας τεμνομένη, χιλίους μεταβάλλει χρωματισμούς, ως μυστική τις μοίρα να μειδιά, ή κόσμος τις μυθώδης να σε κυκλόνη! Εκ του γλυκού συνάμα και ανδρικού άσματος·
“Εγώμαι Σφακιανό παιδί,
χαράτσι δεν πλερόνω,
Και σα με παρασφίξουνε
σταις ράχαις μαδαρόνω*”
* Γνήσιοι κρητικοί στίχοι, του συρμού τότε παρά τοις επαναστάταις καταλαμβάνει τις ότι ευρίσκεται εις στράτευμα Σφακιανών, και τα απόρρητα εκείνα πυρά φωτίζουσι τας σκηνάς των, αίτινες είναι σύμπλεγμα μύρτου και ροδοδάφνης, τόσαι ανθοστεφείς φωλεαί, είς άς μονάζουσι λέοντες και σπινθηροβολούν όπλα! Θέλεις να τους ιδώμεν ολίγον;… Ιδέ εις την σκηνήν εκείνην κείνται εξηπλωμένοι ως τόσοι πλάτανοι παραπλεύρως, εδώ οι εύζωνοι των Σφακίων· εκεί οι αθλητές του Σελίνου· ολίγον κατωτέρω το ιππικόν της Κρήτης, όπως τους ονομάζομεν, οι Ανωγειανοί. Αυτοί εκεί κτενίζουν αυταρέσκως την κόμην των, ως νέοι Σπαρτιάται, διότι θέλουν έχει, ως λέγουν, πανήγυριν, θα πολεμήσωσιν αύριον· οι άλλοι καθαρίζουν τα όπλα, προς ά συναμιλλάται το φλογερόν βλέμμα των· εκείνοι προκαλούνται εις άμιλλαν, τίς θα πρωτοπηδήση μέσ’ στα σκυλιά, και κατωτέρω οι άλλοι την λύραν παίζοντες νωχελώς, επαναλέγουν το προσφιλές άσμα των·
“Εδά καλώς μας ώρισε
τ’ Ομέρ πασσά τ’ ασκέρι,
Σπαθιά και άτια τούρκικα
χαράτσι να μας φέρη”.
Ας στρέψωμεν ήδη εις το αντίθετον μέρος· η αυτή θέα, το αυτό φωτογράφημα, αι αυταί από μύρτον και δάφνην σκιάδες, πλήν σιωπή επικρατεί βαθυτέρα, και μόνον διακρίνεις της νυκτοφυλακής το Τις εί! Φωνή τις νεαρά μόνον, ως αργυράς κιθάρας, ηχεί ενίοτε σιγαλή, και διακρίνεις σκοπόν τινα της Τραβιάτας ή το εξ Αθηνών άσμα·
“Ξυπνάτε με την σάλπιγγα, ξυπνάτε με τ’ αηδόνι”.
Ελθέ· το μέρος τούτο έχει τι σχετικόν μετά σου· είσαι εις το στρατόπεδον των εθελοντών! Εδώ θα συναντήσης πολλούς γνωρίμους σου και οικείους, πλην και ματαίως ίσως θέλεις αναζητήσει πολλούς εξ αυτών… Ιδέ τας νεαράς αυτάς φυσιογνωμίας· ωχραί εν μέρει και ασθενείς, έχουν την αστραπήν εις το βλέμμα και το μειδίαμα εις τα χείλη, εις δε τα βάθη των καρδιών πλημμύραν αισθημάτων αγνώστων. Αυτός εκεί, φαιδρός και εύχαρις νεανίας, ζητεί να περιρράψη μανδύαν, και σχολιάζων την θέσιν του κινεί τον γέλωτα των συντρόφων· ο άλλος, εις το φως εστραμμένος, αναγινώσκει επιστολήν τινα· είναιτ ο γράψιμον της μητρός του και την εναποθέτει επί του στήθους ως θώρακα προς τας σφαίρας. Παίζουν εκείνοι εις σπαθασκίαν ή άλλο τι γυμναζόμενοι, και κατωτέρω, εις κύκλον ένδακρυν μαχητών, είς τούτων περιγράφει την μοίραν την πικράν του Πραΐδου, ή την ηρωϊκήν του Χαριλάου μας πτώσιν, εν ώ θολά τα βλέμματα εξαστράπτουν, ως όρκος τις να δίδεται μυστικός… Συνδιαλέγονται εκεί κάτω· άς τους ακούσωμεν επ’ ολίγον.
– Και είναι Ευρωπαίος, ο δείλαιος!
– Αλλά και εξωμότης προ πάντων.
– Πώς! το ηγνόεις; Εκαυσε πάλιν επτά χωρία, Δημήτριε.
– Εδενδροτόμησεν ελαιώνας.
– Εκαυσε ναούς του Υψίστου.
– Διέφθειρε παρθένους.
- Ετύφλωσεν οκτώ γέροντας.
– Εσφαξε βρέφη επί του μητρικού στήθους· έρριψεν άλλα εις την πυράν.
– Και η Ευρώπη ανέχεται θεατής!… και η διπλωματία θέλει σκεφθή… Αλλοίμονον εις τους προσμένοντας από ξένους!
– Εκείνοι έχουν τας πανηγύρεις των, και θέλεις να σκεφθούν δια βρέφη;
– Ναι, έχεις δίκαιον, Λεωνίδα· πλην θα σκεφθώσιν, ελπίζω, εν όσω είς βραχίων κινείται και είς υπάρχει βράχος, υφ’ όν να πέσωμεν πολεμούντες…
Πλην σάλπιγξ αντηχεί αιφνιδίως, και με το λυκαυγές της πρωΐας φαιδροί εγείρονται πανταχόθεν και συνενούνται τα δύω στρατόπεδα, εν ώ ακούεται κάπου, κάπου·
“Ξυπνούν τα εύζωνα παιδιά, και στης αυγής τα φώτα
Την όψι βρέχουν με νερό·
Καλημερίζουν το σταυρό
Και τη σημαία πρώτα”.
Πλην στρέψε δεξιά προς τον σχοίνον! Τρεις τέσσαρες ομού Κρήτες τείνουν την ακοήν προς τα κάτω. Προσέχουν ερωτώντες το έδαφος, και μετ’ ολίγον αναπηδούν, “έρχεται ο Ανωγειανός” εκφωνούντες, και Ανωγειανόν ονομάζουν το ζωηφόρον Αρκάδι, το ταχυπόρον αυτού προς την ωκυποδίαν των Ανωγειανών παραβάλλοντες. Φαιδρότης τότε και ενθουσιασμός ηλεκτρίζει τας ψυχάς όλων, και προς την θάλασσαν σπεύδοντες “ζήτω η μάνα μας!” εκφωνούσι. Και επειδή ο λόγος περί Αρκαδίου, εν παρενθέσει ειρήσω, ότι ευάριθμοί τινες καλοί Τούρκοι, ουχί βεβαίως ως ο ανόσιος εξωμότης, αποκαλούσιν αυτό “Αλλάχ-Βαπόρ” ήτοι Θεόσδοτον ατμόπλουν, ως διατρέφον τους ασθενείς και απηλπισμένους· οι δε λοιποοί “Αρκαντάς σεϊτάν-Πανεληντήν” ήτοι σύντροφον του Διαβολο-πανελληνίου, καθ’ ού φρενητιώσιν εκ λύσσης.
– Αλλ’ ιδέ κατωτέρω εκείνον τον Σφακιανόν, όστις πλησίον μένει της ημιόνου του θωπεύουν ελαφρώς τα πλευρά της.
– Καπετάν Γιάννη, αναβοά προς αυτόν είς εκ των Ανωγείων πετρίτης, εν ω πλησίον ίσταται η καλλιβλέφαρος αυτού κόρη· μ’ αρέσει το μουλάρι σου στο Θεό μου!
– Κ’ εμένα η γλυκειά συντροφιά σου.
– Εδά στοιχηματίζουμε τότε;
– Σαν τί, αν αγαπάς το σταυρό;
– Παίρνει το φύσημα στο λαγκάδι και πέφτεις κατά πόδι της κυνηγώντας. Αν τήνε πιάσης κατά μεσής, δική σου στη ζωή και στ’ αστέρια.
– Αλληώς;
– Το χάνεις το μουλάρι σου, καπετάνιο!
Και ο γενναίος Σφακιανός μειδιά πλήν αποφεύγει το στοίχημα της παρθένου, εν ώ η εύζωνος κόρη ερυθριά ως ρόδον εις το θώπευμα του ηλίου… Τοιαύτη των Ανωγειανών η ταχύτης! Και επειδή ο λόγος περί αυτής, έν επεισόδιον σας προσθέτω. Εις μίαν κατά των εχθρών μάχην, καθ’ ήν οι Ελληνες έφθασαν εκτός των Χανίων, είς των Ανωγειανών μετά των Τούρκων φερόμενος ήγγισεν εις την πύλην του Κάστρου. Κτυπά την πύλην επιφωνών· Ανοιξε, Μουσταφά, στο Θεό σου· άνοιξε, λέγω, για μια στιγμή.
Τρίζουν τα κλείθρα μανιωδώς, και πριν φανώσιν οι Τούρκοι-πώς, πότε, δεν ηξεύρω,-ήτον εκτός βολής ο Ανωγειανός!
Αλλά, κτυπά η σάλπιγξ το προσκλητήριον, και ο εχθρός μας χαιρετά αλαλάζων… Υγίαινε! έν φίλημα εις την μητέρα μας την Ελλάδα… τρέχω να ρίψω την πρώτην κατά του εχθρού σφαίραν.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ
ΠΑΤΡΙΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ