Του συγγραφέα Γιώργου Πύργαρη
Μου ζητήθηκε από την ιστοσελίδα www.anogi.gr να δημοσιεύσω μια αναφορά για τον ρόλο των Ανωγειανών στην Κρήτη και στην επανάσταση του 1821, βασισμένη στα απομνημονεύματα του Ευστρατίου Πίσσα. Αν και η εργασία μου –η μεταφορά δηλαδή των στοιχείων από το χειρόγραφο πρωτότυπο σε αναγνώσιμη μορφή και η μετατροπή της βαριάς καθαρεύουσας που χρησιμοποιεί ο Πίσσας σε δημοτική- δεν έχει τελειώσει ακόμη, δέχτηκα να κάνω αυτήν την μικρή αναφορά για συναισθηματικούς λόγους. Αν και δεν έχω επισκεφθεί ποτέ την Κρήτη, τρέφω μια ιδιαίτερη αγάπη για αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αγαπώ την καθαρότητα και την λεβεντιά τους, αγαπώ τον γήινο αλλά και ουράνιο χαρακτήρα του πολιτισμού τους. Μου είναι δύσκολο λοιπόν να αρνηθώ στην Κρήτη και στους ανθρώπους της μια επιθυμία. Θα προσπαθήσω λοιπόν εδώ, να κάνω σύντομα μια μικρή αναφορά στον ρόλο των Ανωγειανών μέσα στην επανάσταση του 1821, που είναι βασισμένη στα απομνημονεύματα του στρατηγού Πίσσα.
Πριν όμως από αυτήν την αναφορά, θα πρέπει να πω δυο λόγια για τον ίδιο τον Πίσσα. Καταγόταν από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας από εύπορη οικογένεια. Μετά την καταστροφή-αποτέφρωση των Κυδωνιών από τους Τούρκους τον Ιούνιο του 1821, ήρθε μαζί με την οικογένειά του στην Ελλάδα και μαζί με τ’ αδέλφια του, έλαβε μέρος στην ελληνική επανάσταση εναντίον των Τούρκων, σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως στην Πελοπόννησο, στην Στερεά, σε διάφορα νησιά, κυρίως όμως στην Κρήτη, όπου πολέμησε ως καπετάνιος του σώματος των Ελλαδιτών, από τις αρχές περίπου του 1822 έως το 1824. Η αναφορά στον Κρητικό αγώνα κατά την περίοδο της επανάστασης, είναι πολύ σημαντική και ο Πίσσας αφιερώνει μεγάλο μέρος των απομνημονευμάτων του σε αυτόν τον αγώνα. Φωτίζει με ιδιαίτερο τρόπο τις διάφορες μάχες της Κρήτης εναντίον των Οθωμανών και παρέχει καταπληκτικά στοιχεία για τις συνθήκες του πολέμου της εποχής, τις δυσκολίες, τις νίκες και τις ήττες των Κρητών και τον φόρο του αίματος που πλήρωσε η Κρήτη εκείνη την εποχή, στοιχεία που είναι για πολλούς εντελώς άγνωστα σήμερα. Ευελπιστώ όταν με το καλό εκδοθεί το βιβλίο, να γίνει περισσότερο γνωστός αυτός ο μεγάλος αγώνας.
Η πρώτη επαφή του Πίσσα με τους Ανωγειανούς, έγινε από τον πρώτο καιρό που εκείνος πάτησε το πόδι του στην Κρητική γη. Τους παρουσιάζει στην αρχή σαν ορεσίβιους αρχέγονους ποιμένες που τριγυρνούσαν με τα ποίμνιά τους, στα ελληνικά καπετανάτα και τα αντάρτικα, παρέχοντας εκτός από τροφή στους Έλληνες πολεμιστές, σημαντικότατες πληροφορίες για τον τόπο, την μορφολογία του εδάφους, για τις οδούς και τα κρυμμένα μονοπάτια, αλλά κυρίως σημαντικές πληροφορίες για τον εχθρό. Οι Ανωγειανοί ήταν εκείνο τον πρώτο καιρό, τα μάτια και τα αυτιά των Ελλήνων επαναστατών. Επειδή το μοναδικό όπλο που κρατούσαν στα χέρια τους ήταν οι χουρχούδες, κατόρθωναν να μπαίνουν στην περιοχή των εχθρών με τα ποίμνιά τους χωρίς εκείνοι να τους υποψιάζονται και να κλέβουν πληροφορίες για την θέση, την δύναμη και τις προθέσεις του εχθρού, πληροφορίες που μετέδιδαν αμέσως στους Έλληνες πολεμιστές και καπετάνιους. Εντύπωση είχε κάνει στον Πίσσα και η γρηγοράδα των Ανωγειανών. Ας δούμε όμως ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του…
«…να πω λίγα λόγια για τους Ανωγειανούς, οι οποίοι είναι ονομαστοί σε όλο το νησί για την γρηγοράδα τους. Θαύμασα αυτούς πολλές φορές κατά την διάρκεια της παραμονής μου στην Κρήτη, γιατί ήμουν αυτόπτης μάρτυρας σε διάφορες περιστάσεις που αποδείχτηκε αυτή η γρηγοράδα. Λόγου χάρη είδα με τα μάτια μου Ανωγειανό, να συλλαμβάνει αγριοκάτσικα που έτρεχαν σαν αστραπή προς τους βράχους. Έρχονταν αυτοί στα διάφορα στρατόπεδά μας, κρατώντας μόνο τα πολεμικά τους ραβδιά που τα έλεγαν χουρχούδες. Είχαν εξογκωμένη κεφαλή γεμάτη με διάφορες ύλες. Τα ραβδιά αυτά τα μεταχειρίζονταν με μεγάλη μαεστρία την ώρα της καταδίωξης των εχθρών και προξενούσαν μεγάλη ζημιά. Στην αρχή της μετάβασής μου στη Κρήτη, ρώτησα κάποιον Ανωγειανό, πώς μπορούν αυτοί εφόσον είναι εντελώς άοπλοι, να φανούν σε μας χρήσιμοι κατά την ώρα της μάχης και πήρα την απάντηση… «Γιουργάρετέ μας τσι καπετάνιε μου κι αφήσετέ μας τσι!» που σημαίνει περίπου… βγάλτε τους εσείς απ’ τις φωλιές, κάντε τους να τραπούν σε φυγή καπετάνιο κι αφήστε τους μετά σε μας. Τότε θα δείτε!…»
Βέβαια τα Ανώγεια πλήρωσαν και αυτά το τίμημά τους στην ελληνική επανάσταση. Μετά την απόβαση του Αιγυπτιακού στρατού που είχε έρθει για βοήθεια στους Οθωμανούς και τις αιματηρές μάχες που ακολούθησαν, οι εχθροί στρατοπέδευσαν μια νύκτα στα Ανώγεια. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό, αλλά είχαν αφήσει πίσω κάποιους ηλικιωμένους. Αλλά ας αφήσουμε τον Πίσσα να μας τα διηγηθεί…
«… Ακριβώς τότε μάθαμε ότι 3000 Οθωμανοί κατασκήνωσαν στο χωριό Ανώγεια και οι 500 ένοπλοι κάτοικοι χριστιανοί έφυγαν από κει. Ξεκινήσαμε από τα Τηγάνια και φθάσαμε πολύ μετά την δύση στον Ψηλορείτη (που ήταν ο λαβύρινθος). Εκεί διανυκτερεύσαμε με σκοπό να επιτεθούμε την άλλη μέρα κατά των εχθρών. Με την αυγή εφορμήσαμε στο χωριό φωνάζοντας μήπως ήταν κανένας Ανωγέας, αλλά δεν βρήκαμε παρά 5-6 γριές και γέρους σκοτωμένους που είχαν απομείνει στο χωριό και τους βρήκαν οι Τούρκοι. Έξω από τις ανοιχτές πόρτες 500 περίπου σφαγμένα χοιρινά με τα εντόσθια έξω και πολλά πράγματα που παρασκεύαζαν οι κάτοικοι, παστά κρέατα, τουρσιά, σύγκλινα όλα χυμένα κάτω. Εγκαταλείψαμε αμέσως το χωριό και τρέξαμε πίσω από τον εχθρό, την πορεία του οποίου μαθαίναμε από διαφόρους βοσκούς…»
Βλέπουμε πως το χωριό Ανώγεια, είναι πια εχθρικό για τους Οθωμανούς. Παρόλο που δεν βρήκαν εκεί τους κατοίκους παρά μονάχα κάποιους ηλικιωμένους και ίσως άρρωστους και ανάπηρους, τους σκοτώνουν όλους και προκαλούν ζημιές στης περιουσίες τους, γνωρίζοντας πια τον ρόλο και την θέσης τους μέσα στην επανάσταση. Όσο διαρκούσε όμως η επανάσταση, αυτός ο αρχικός ρόλος των Ανωγειανών, μονάχα παρατήρηση δηλαδή των εχθρών και μεταφορά πληροφοριών, αρχίζει να εξελίσσεται. Στην μάχη του Κρουσώνα, οι Ανωγειανοί χρησιμοποιούνται πιο μεθοδικά στην μάχη. Λέει ο Πίσσας…
«…Στον Άγιο Μύρωνα συγκεντρώθηκαν μετά από αυτό όλοι οι Οθωμανοί. Ήρθε ακόμη και ο Αιγύπτιος πασάς και ο φρούραρχος του Ηρακλείου και ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης με 6-7000 στρατιώτες. Στρατοπέδευσε δε αυτός μαζί με τους υπόλοιπους στο χωριό του Αγίου Μύρωνα, αφού έστειλε πρώτα την σωματοφυλακή του -που αποτελούνταν από 360 περίπου αξιωματικούς Αλβανούς από τους εκλεκτότερους- ως εμπροσθοφυλακή στο χωριό Κρουσώνα. Τις δυνάμεις και την τοποθέτηση του εχθρού σε αυτά τα μέρη, πληροφορηθήκαμε εμείς από χωρικούς των χωριών Κρουσώνα και Ανωγείων. Όταν σηκωθήκαμε από τον ύπνο το πρωί της επομένης και αφού μαζευτήκαμε αποφασίσαμε να επιτεθούμε στους εχθρούς με τον εξής τρόπο… Όλη η δύναμή μας ήταν περίπου 2500 άντρες συν τους Ανωγειανούς, οι οποίοι Ανωγειανοί όμως, ήταν εντελώς άοπλοι. Αποφασίσαμε λοιπόν τα μεν 2/3 της δύναμής μας, δηλαδή 1800 άντρες, να φύγουν από τα Λειβάδια, να πάνε στον Άγιο Μύρωνα και να επιτεθούν από πίσω στο σύνολο της δύναμης του Οθωμανικού στρατού. Οι υπόλοιποι 800 –μέρος των οποίων αποτελούσα και εγώ μαζί με το σώμα μου- να επιτεθούμε στην εμπροσθοφυλακή των εχθρών που βρισκόταν στον Κρουσώνα. Γι’ αυτό και στείλαμε 12-15 γρήγορους Ανωγειανούς βοσκούς στον Κρουσώνα, με την εντολή να πλησιάσουν όταν ανατείλει ο ήλιος το χωριό, κρατώντας μόνο τις ποιμενικές τους ράβδους, προσποιούμενοι πως βρίσκονται εκεί για προσωπικές τους ανάγκες. Όταν πλησιάσουν να κατευθύνουν τα ποίμνιά που προς το σημείο που τους είχαμε υποδείξει και θα είχαμε ήδη καταλάβει εμείς τη νύκτα. Μετά από αυτές τις συνεννοήσεις, κατεβήκαμε, κρυφτήκαμε σε κάποιους βράχους κοντά στο χωριό και εκεί διανυκτερεύσαμε.»
Βλέπουμε δηλαδή να έχουν πιο ενεργητικό ρόλο πια. Στέλνονται επίτηδες εκεί, για να παρασύρουν τον εχθρό πάνω στους κρυμμένους Έλληνες. Και συνεχίζει ο Πίσσας…
«…Το πρωί, όπως είχαμε συμφωνήσει, οι μεν σταλμένοι Ανωγειανοί με φωνές και κραυγές άρχισαν να οδηγούν τα κοπάδια τους προς το μέρος μας, οι δε Οθωμανοί που εν τω μεταξύ είχαν ξυπνήσει, έτρεξαν και άρχισαν να τους κατακτυπούν. Όταν αυτοί πλησίασαν κοντά μας, επιτεθήκαμε με μεγάλη ορμή εναντίον τους. Μετά από μια μικρή στην αρχή αντίδραση, εκείνοι τράπηκαν σε φυγή και τους καταδιώξαμε σαν ένα σώμα μέχρι το χωριό. Οι Οθωμανοί καλυπτόμενοι και υποχωρώντας από σπίτι σε σπίτι, κατέφυγαν στο τέλος και συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του χωριού, όπου και οχυρώθηκαν περιμένοντας βοήθεια από το Οθωμανικό στρατόπεδο. Μάταια όμως οι ταλαίπωροι ανέμεναν αυτήν την βοήθεια, καθόσον ο Οθωμανικός στρατός που βρισκόταν στον Άγιο Μύρωνα, βρισκόταν και κείνος ταυτόχρονα σε μάχη με τους εκεί δικούς μας και δεν μπορούσε να φροντίσει γι’ αυτούς. Γι’ αυτό οι υπόλοιποι Αλβανοί γύρω στους 170-200, αφού αντιστάθηκαν στην αρχή, στο τέλος αναγκάστηκαν να κλειστούν ολότελα στο ναό. Νομίζοντας μάλιστα πως αυτό θα θεωρούνταν και άσυλο και δεν θα τους επιτιθόμασταν εκεί, απέκρουσαν κάθε πρότασή μας για παράδοση…»

Κρητικός που κρατάει χουρχούδα ή σπαθόβεργα
Στην συγκεκριμένη μάχη οι Έλληνες καίνε όλους τους Οθωμανούς μέσα στην εκκλησία και όπως είδαμε, η συνεισφορά των Ανωγειανών είναι καθοριστική. Στην συνέχεια όμως, σε μάχη που έγινε στον Άγιο Μύρωνα την ίδια μέρα και έληξε πάλι με νίκη υπέρ των ελληνικών όπλων, παρατηρούμε για πρώτη φορά τους Ανωγειανούς να αφήνουν τις χουρχούδες τον παραδοσιακό δηλαδή τρόπο και να εξοπλίζονται πια με όπλα. Διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του Πίσσα…
«…Η δική μας άφιξή όμως, αποθάρρυνε τόσο τους εχθρούς, ώστε μετά από λίγο άρχισαν βιαστικά να υποχωρούν προς το Ηράκλειο. Ένώ άρχισαν να τρέπονται σε φυγή, τους καταδιώξαμε μέχρι το πρωί επί δυόμισι ώρες και τους φτάσαμε μέχρι τις πύλες του Ηρακλείου. Έπεσαν δε σε αυτή τη μάχη, γύρω στους 1000 Οθωμανούς και 15-20 δικοί μας. Από τους δικούς μας, πάνω από 120 Ανωγειανοί εξοπλίστηκαν με Οθωμανικά όπλα…»
Θα πρέπει βέβαια να πούμε εδώ, πως η λαφυραγωγία των νεκρών, ήταν ο μοναδικός τρόπος εκείνη την εποχή να αποκτήσει κάποιος μη εύπορος ένα όπλο. Γιατί τα όπλα ήταν πανάκριβα. Για παράδειγμα ένα γιαταγάνι κυμαινόταν το φθηνότερο από 150-200 γρόσια και το ακριβότερο μπορούσε να φτάσει και τα 2000 και τα 3000 γρόσια ανάλογα με την διακόσμησή του. Το φθηνότερο πιστόλι έκανε 100 γρόσια και μπορούσε να φτάσει μέχρι 2000 γρόσια. Τα καριοφίλια επίσης πανάκριβα. Την στιγμή που ο μισθός ενός στρατιώτη της εποχής, ήταν 20-25 γρόσια το μήνα. Σημασία όμως εδώ έχει, ότι όσο διαρκεί η επανάσταση, οι Ανωγειανοί αρχίζουν να χάνουν τον παραδοσιακό τους ρόλο και να γίνονται κι αυτοί πολεμιστές. Δεν σταματούν όμως ποτέ, να χρησιμοποιούν άριστα τις χουρχούδες για να πάρουν κανονικά πολεμικά όπλα, όπως θα δούμε στο παρακάτω απόσπασμα του Πίσσα…
«…Πολλά έπαθαν οι Οθωμανοί σε αυτή τη καταδίωξη, χωρίς να βρουν πουθενά σωτηρία. Στην περίπτωση αυτή μου έγινε καταφανής η γρηγοράδα των Ανωγειανών και αποδείχθηκαν αληθινά τα λόγια τους ότι καίτοι άοπλοι, θα μας ήταν χρήσιμοι στο στρατό σε περιπτώσεις που καταδιώκαμε τον εχθρό. Κάποια στιγμή κυνηγούσα έναν Οθωμανό αξιωματικό που είχε πληγωθεί το άλογό του. Ενώ ήμουν έτοιμος να τον συλλάβω ζωντανό και του φώναζα «φίου Τουρκιά φίου!» κοροϊδεύοντας τον ίδιο και το έθνος τους για την αισχρή φυγή τους, ξαφνικά άκουσα πίσω μου μια μαινόμενη φωνή Ανωγειανού. Απείχε αρκετά από μένα και κραύγαζε… «Στάσου αγά πούφαγες τα σύγκληνά μας!» Ταυτόχρονα, είδα την ποιμενική του ράβδο να πέφτει με ορμή πάνω στο κεφάλι του τρισάθλιου γέροντα Οθωμανού, που έπεσε κάτω νεκρός, ενώ ο Ανωγειανός τον αφόπλισε ακαριαία μπροστά μου. Και στην μάχη αυτή εξοπλίσθηκαν από τα λάφυρα των Τούρκων πάνω από 300 Ανωγειανοί, οι οποίοι τελικά δημιούργησαν ένα δικό τους σώμα που αποτελούνταν από 500 άνδρες καλά εξοπλισμένοι, ενώ μέχρι τότε δεν κρατούσαν κανένα όπλο…»
Πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία του Πίσσα. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά οι Ανωγειανοί, όχι μόνο να εξοπλίζονται, αλλά να συγκροτούν πια δικό τους πολεμικό σώμα! Δυστυχώς ο Πίσσας δεν μας αναφέρει τον αρχηγό αυτού του σώματος. Ίσως το δούμε παρακάτω εφόσον η εργασία μου συνεχίζεται.
Θα μου επιτρέψετε όμως να κλείσω εδώ αυτήν την μικρή αναφορά για τους Ανωγειανούς και τον ρόλο τους στην επανάσταση τους 1821, που ήταν πράγματι σημαντικός και καθοριστικός. Οι Ανωγειανοί πρόσφεραν πολλά στον αγώνα, είτε ως παρατηρητές και κατάσκοποι, είτε ως τροφοδότες του ελληνικού στρατού, είτε ως πληροφοριοδότες για τον τόπο και την μορφολογία του, είτε ως πραγματικοί πολεμιστές. Η συνεισφορά τους θα μείνει ανεξίτηλη στην ιστορία του τόπου.
