Για το Μιχάλη Σπιθούρη του Νταμπακομανώλη, έναν καλό Ανωγειανό, που τόσο πρόωρα έφυγε από τη ζωή η οικογένεια του έστειλε το παρακάτω κείμενο στην ΑΝΩΓΗ:
«Αγαπημένε μας Μιχάλη
Αν και νομίζω ότι είναι περιττό να σου γράψω δυο λόγια για το διάβα της σύντομης ζωής σου, γιατί νομίζω ότι όλοι που σε γνώριζαν ,συγγενείς, φίλοι, συγχωριανοί, ήξεραν πολύ καλά τι άνθρωπος ήσουν, εν τούτοις θα προσπαθήσω να γράψω δυο λόγια.
Ήσουν το τρίτο στη σειρά από τα επτά αδέλφια σου και από το δημοτικό ακόμα μπήκες στη βιοπάλη για να βοηθήσεις την πολυμελή οικογένεια μας , τον πατέρα και τη μάνα μας.
Καθημερινά χειμώνα καλοκαίρι ψηνόσουν και ανδρίγευες στις πλαγιές του Ψηλορείτη, στα Βρουλίδια και στο υπόλοιπο αόρι, έχοντας βάλει σκοπό μαζί με το Βασίλη και τον Δημήτρη να συνεχίσετε την παράδοση του πατέρα σαν κτηνοτρόφοι. Εμένα μάλιστα συχνά μου έλεγες ”εσύ Σωκράτη διάβαζε να σπουδάσεις να ξεφύγεις από τα ζά μα οι υπόλοιποι φτάνουμε”. Να βγάλουμε και εμείς ένα γραμματιζούμενο μου ΄λεγες και γέλαγες με αυτό σου το βροντερό γέλιο που θα μας μείνει αξέχαστο.
Είχες την στόφα του παλιού καλού Ανωγειανού άνδρα. Μετρημένος σε όλα σου στην χαρά ,στην λύπη, στην κουβέντα, στο καλαμπούρη , δεν ακολουθούσες τις υπερβολές γιατί δεν σ’ άρεσαν τ’ άσχημα πάσα όπως έλεγες. Σ΄ ένα πράγμα μόνο δεν είχες μέτρο, στην καλοσύνη ,στην συμπόνια και στην βοήθεια στους άλλους.
Αγαπούσες τα Ανώγεια με πάθος και με υπερηφάνεια και πολλές φορές μου έλεγες ότι ο πατέρας μας ήταν τυχερός που με την δράση του δόξασε και δοξάστηκε από τους Ανωγειανούς. Σου άρεσε να ακούς ιστορίες για τους παλιούς Ανωγειανούς και διάβαζες όποιο βιβλίο και να ‘πέφτε στα χέρια σου που ανέφερε για τα Ανώγεια και την δράση των Ανωγειανών δια μέσου των αιώνων.
Από μικρός στο καφενείο έκανες παρέα με μεγαλύτερους ακόμα και ηλικιωμένους για να μαθαίνεις αυτά που ήθελες από πρώτο χέρι.
Περνούσαν τα χρόνια παλεύοντας κάθε χειμώνα με τις χιονιές , να προλάβεις να κατεβάσεις τα ζα από τα Βρουλίδια γεμάτος ενέργεια και δύναμη πάλευες και έδινες κουράγιο και σε μας να αντέξομε τα χιόνια και μάλιστα σε θυμάμαι ανεξίτηλα να ανεβαίνουμε στα όρη ,πολλές φορές με πολύ χιόνι και εσύ πήγαινες πάντα πρώτος για να κάνεις έλεγες κοπαριά να μπορούμε να περνάμε και εμείς και τα ζά.
Παντρεύτηκες με τη Νικολέτα Καράτζη και στήσατε το σπιτικό σας .Ζούσατε ευτυχισμένοι και άρχισαν να έρχονται στον κόσμο τα παιδιά σας.Ο Μανόλης, η Φωτεινή και ο Γιαννιός. Ήσουν στην ευτυχέστερη φάση της ζωής σου ,βλέποντας τα παιδιά σου να μεγαλώνουν και σε αυτή ακριβώς τη φάση της ζωής σου διάλεξε ο χάρος να σε σαϊτέψει
Ακόμα και οι πέτρες του χωριού ράγισαν από το κακό μαντάτο της 6ης Αυγούστου, τα ξημερώματα. Μεγάλο το σοκ της απώλειας για όλους μας και για όλο το χωριό.
Μου έρχεται στο νου το ριζίτικο που σου άρεσε και το έλεγες καμιά φορά. «Ψεύτη ντουνιά γενή ντουνιά σε μένα μην παινιέσαι εγώ μαι που σε γλέντηζα και τώρα μ’ απαρνιέσαι…..» και σκέφτομαι ότι πραγματικά στάθηκες ΑΤΥΧΟΣ για λίγη ώρα να προλάβεις να πήγαινες Ηράκλειο και όλα θα πήγαιναν καλά αλλά δυστυχώς ο χάρος ήθελε πάση θυσία να σε πάρει.
Η μόνη μας παρηγοριά από την αξεπέραστη απώλεια σου είναι τα παιδιά σου και η γυναίκα σου , στα οποία θα συμπαρασταθούμε όλοι μαζί , να τα βλέπουμε να μεγαλώνουν και να σε αναστήσουν με την ζωή τους.
Το μόνο πράγμα που καταπολεμά τον θάνατο είναι η μνήμη και η δική σου θα μας μείνει παντοτινή.
Καλό σου ταξίδι κυπαρίσσι της Καβαλαριάς.
Τα αδέλφια σου -η γυναίκα σου- τα παιδιά σου- η μάνα»
—————————————————————-
Έψαχνε ο χάρος για να βρει άνδρα χωρίς ψεγάδι,
και βγήκε στη Καβαλαριά και πήρε το Μιχάλη.
—————————————————————-
Εσκοτεινιάσαν τα βουνά κι ο Ψηλορείτης κλαίει,
γιατί του ‘κλέψαν το βοσκό απού δεν είχε ταίρι.
—————————————————————-
Σκοτίνιασε η Καβαλαριά από το μισεμό σου,
γιατί το φως της το ‘παίρνε από το πρόσωπο σου.
Σωκράτης
—————————————————————————
Η σύζυγος του Μιχάλη Σπιθούρη, Νικολέτα λέει τις παρακάτω μαντινάδες:
Τα Ανώγεια ορφανέψανε από τη λεβεδιά σου,
την ομορφιά, τα κάλλη σου και τα αισθήματα σου.
————————————————————————–
Την ομορφιά , την ανθρωπιά που είχενες Μιχάλη,
δε θα ξεχάσω ώστε να ζω ,θα τη ‘χω προσκεφάλι.
—————————————————————————-
Στα ξαφνικά εχάθηκε για πάντα η ζωή σου ,
μα στο μυαλό θα βρίσκεται για πάντα η στόρηση σου.
——————————————————————————
Ψηλά τους είπα στο θεό πως είναι ο μπαμπάς τους,
κι η θλίψη εζωγραφίστηκε πάνω στα πρόσωπα τους.
—————————————————————————-
Κι ίντα θεός είναι αυτός που πήρε το μπαμπά μας,
παντοτινά μας έβαλε τη θλίψη στη καρδιά μας.
——————————————————————————-
Άρχοντας ήσουν στη ζωή ,θα είσαι και στον Άδη,
όνομα άφησες καλό και ξακουστό Μιχάλη.
—————————————————————————-
Ο Γιώργης Καράτζης είπε:
Δε σβήνουν τα αισθήματα κι η λεβεδιά Μιχάλη,
μέσα από τα κοπέλια σου θα ζωντανέψουν πάλι.
—————————————————————————
Ο Αριστείδης Χαιρέτης (Γιαλάφτης) λέει τις εξής:
Πο ‘σπέρας μέχρι το πρωί γκρεμίζονται τα πάντα,
και γράφει ο πόνος γράμματα που έφταιξα και γιάντα.
Ήτονε η μοίρα σου σκληρή και άδικη Μιχάλη,
που αφήνει μάνα και παιδιά στου πόνου την αγκάλη.
Δεν έχει αρχή το πένθος σου και άκρια Μιχάλη,
γιατί ορφανεύγει το χωριό από ανθρωπιά και κάλλη.
——————————————————————–
Ο Βαγγέλης Πλουσής λέει :
Εχάθηκες Μιχάλη μας που ήσουν το στολίδι,
κι ο ήλιος στα Σπιθουριανά εδά δε ξαναδίδει.
Η Στελίνα αναφέρει την εξής μαντινάδα:
Του Ψηλορείτη αετέ άνοιξες τα φτερά σου,
και έφυγες δίχως να το θες κι ορφάνεψε η φωλιά σου.
————————————————————————–
Η Μαρία Καράτζη- Βρέντζου λέει τις εξής:
Ποτέ δεν επερίμενα τον άδικο χαμό σου,
κι οι πέτρες εραγίσανε στον απομισεμό σου.
Δεν είναι εύκολο κιανείς Μιχάλη να πιστέψει,
πως έφυγες και πόμεινες αμοναχά στη σκέψη.
Μιχάλη η γυναίκα σου πως θα το συνηθίσει ,
χωρίς εσένα στη ζωή να τηνε συνεχίσει.
Η μόνη μας παρηγοριά που έχομε Μιχάλη,
είναι πως ήσουν άνθρωπος με αισθήματα και κάλλη.
Καλό ταξίδι και κανείς ποτέ δε θα σε βγάλει,
από τη μνήμη του γιατί ‘σουνε αγαπητός Μιχάλη
Η σύζυγος του Νικολέτα προσέφερε στην μνήμη του Μιχάλη Σπιθούρη το ποσό των 50 ευρώ για τις ανάγκες του «Εργαστηρίου Γνώσης» της ενορίας του Αγίου Γεωργίου.
Post Views: 233