Archive for Φεβρουαρίου 2011

Το απόγευμα της Κυριακής 06 Φεβρουαρίου 2011  πραγματοποιήθηκε η Γενική Συνέλευση της Λέσχης  Φίλων Π.Α.Ο.Κ. Ρεθύμνου στην οποία έγινε ο  ετήσιος απολογισμός για τη χρονιά που πέρασε.  Έγινε αναφορά, από το Δ.Σ. της Λέσχης,  σε  οικονομικά θέματα, στις δράσεις που έγιναν το  2010, στην ενίσχυση της Τράπεζας Αίματος, στα  κρούσματα βίας και σε διάφορα άλλα θέματα που  απασχολούν τα Μέλη της. Έγινε συζήτηση σε πολύ καλό κλίμα και προτάθηκε η προσπάθεια για σύναψη συνεργασίας με την ομάδα του Αετού Ανωγείων. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η κοπή βασιλοπίτας, παρουσία και οικογενειών των Μελών, όπου ένας τυχερός κέρδισε επίσημη φανέλα του Pablo Contreras

Έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών η Ειρήνη Ξυλούρη του Πετυχεμένου, γεννηθείσα το 1955. Αφήνει πίσω της δυο παιδιά το Χαράλαμπο και τη Μαρία.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί αύριο στη 1 μ.μ. από τον ιερό ναό της Παναγίας στο Περαχώρι.

Η ΑΝΩΓΗ εκφράζει τα θερμά της συλλυπητήρια στους οικείους της.

Ο Κώστας Ξυλούρης ή Καντρόκωστας

Μια εξαιρετική μαντινάδα αφιέρωσε στον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, που σήμερα συμπληρώνονται 31 χρόνια από το θάνατο του, ο Κώστας Ξυλούρης ή Καντρόκωστας που ήταν καλεσμένος στην εκπομπή της ΝΕΤ «Συμβαίνει Τώρα»

Ένας αητός περήφανος στα χαμηλά δεν πέφτει

Θέλει να βλέπει από ψηλά τον κόσμο αυτό το ψεύτη

Με το Γιάννη Μαρκόπουλο...

Στο στούντιο της Κολούμπια

Στο Πολυτεχνείο

O Νίκος στο ξεκίνημα της μεγάλης καριέρας του

Του Γιώργη Αεράκη*

(Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι ο απολογισμός της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του Νίκου Ξυλούρη (το έχουν κάνει άλλοι με επιτυχία), αλλά να δώσω την προσωπική μου μαρτυρία για τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στο Ηράκλειο και να ανασυνθέσω, όσο αυτό είναι εφικτό σε ένα άρθρο, το κλίμα μιας εποχής)

Τη δεκαετία του 60 οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Κρήτης μην αντέχοντας άλλο τη φτώχεια που είχε καταντήσει ενδημική, άρχισαν να εγκαταλείπουν υπό το κράτος του πανικού τα χωριά τους και συσσωρεύονται στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και ορισμένοι από αυτούς να μεταναστεύουν για ξένους τόπους όπως η Γερμανία το Βέλγιο ο Καναδάς και η Αμερική. Όσοι από αυτούς επέλεξαν να κάνουν καταδιά στο Ηράκλειο θα διαπιστώσουν με μεγάλη έκπληξη ότι οι ντόπιοι, οι γηγενείς δηλ. κάτοικοι του Ηρακλείου – το οποίο ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη – διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά τραγούδια, βαλς, γιάγκα, τσα-τσα κ.λπ. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα εκπλήσσομαι που το γεγονός αυτό, δεν έχει αποτελέσει θέμα κοινωνιολογικής μελέτης από το πανεπιστήμιο της Κρήτης. Μα τι λέω τώρα! Σημαντικότερα ζητήματα που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα της Κρήτης όπως η οπλοκατοχή, η βεντέτα και η ζωοκλοπή, μένουν στα αζήτητα των διδακτορικών διατριβών και θα ασχοληθούμε τώρα με το πώς διασκέδαζαν οι Ηρακλειώτες;

Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στα χωριά του Μυλοποτάμου, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολειό όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμος Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γι αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας και – γιατί να το κρύψομε άλλωστε – παίζοντας χαρτιά!

Στα τέλη της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμο, θα τον βοηθώ στο καφενείο και θα έχω την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και παγκοσμίως άγνωστους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς καλλιτέχνες, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη (Ψαράκηδες), Γιώργη Καλομοίρη (Γιωργαντό), Βασίλη Σκουλά (Καλαθά), Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη (Ακάκιο), Νίκο Σταυρακάκη, Νικηφόρο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.

Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες θα αναφέρονται με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα ακούσω για το Φουσταλιέρη, το Λαγό, το Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, το Ναύτη, για τον Τσέγκα στην Κίσσαμο και την μπουκόλυρα που λέγεται ότι έπαιζε και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του. Στους γάμους πάντα δίπλα του όρθιος ένας από τους γιούς του – συνήθως ο Γιώργης – να του κρατάει το τσιγάρο και να του δίνει πότε-πότε μια ρουφιά. Εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την τύχη να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν μια μαντινάδα τον έκανε να ανατριχιάσει ή όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να λύνει τα φρένα, να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα σαν αλλοπαρμένος. “Γεια σου Μανόλη!” κραύγαζε εκστασιασμένη η παρέα, παροτρύνοντάς τον για ακόμη περισσότερες όρτσες. Πιστέψτε με είναι η πιο ρόκ σκηνή που έχω δει ποτέ μου! (και έχω δει τους Rolling stones ζωντανά στο Ρότερνταμ!). Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, μια μεγάλη πρόκα και στη πρόκα κρεμασμένο με σπάγκο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμος ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, πράγμα που συνέβαινε συχνά, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας. Στις καντάδες αυτές οι Ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να τρατάρουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, τα μεγάλα δηλαδή θέματα της ζωής και όχι ψεφιές. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμος, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι Ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή μου γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.

Διαβάστε την συνέχεια... »

Το Γενικό Λύκειο Ανωγείων ευχαριστεί τον Αντιδήμαρχο Δήμου Ηρακλείου κ. Αεράκη Γεώργιο για την προσφορά του έντυπου υλικού που απέστειλε στο σχολείο μας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Διευθύντρια του Γενικού
Λυκείου Ανωγείων
Πρίμπου Δέσποινα

O Ζαχαρίας Φασουλάς

Ο πιο στενός συνεργάτης του Νίκου Ξυλούρη αποκαλύπτει,
για πρώτη φορά, στην «ΑΝΩ-ΓΗ» όλα όσα έζησε
με τον Αρχάγγελο της Κρήτης, από την ημέρα που ο Ψαρονίκος ξεκίνησε
τη μεγαλειώδη πορεία του, μέχρι την ημέρα που έφυγε από τη ζωή.

Συνέντευξη στο Γιώργο Καλογεράκη, Δάσκαλο – Ερευνητή

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς, ο πιο στενός συνεργάτης του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη, ο άνθρωπος που πορεύτηκαν μαζί από την πρώτη στιγμή που ο Ψαρονίκος έπιασε τη λύρα στα χέρια του, μέχρι την ημέρα που έφυγε από τη ζωή, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του και περιγράφει όλα όσα έζησε με τον μεγάλο Ανωγειανό δημιουργό.
Ο σταθερός «πασαδόρος» του Ξυλούρη, μιλάει για το ξεκίνημα του Νίκου Ξυλούρη στο χώρο της κρητικής μουσικής, για τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’50 και ΄60, τότε που, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «υπήρχε φτώχεια και το περισσότερο που θέλαμε ήταν να βρίσκομε πράμα να τρώμε. Λεφτά βγάζαμε ελάχιστα».
Εξηγεί πως έγιναν τα πρώτα βήματα του Νίκου στην Αθήνα, τονίζοντας ότι αυτός που τους βοήθησε ήταν ο Παύλος Βαρδινογιάννης που τους έφερε σε πρώτη επαφή, με τον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρείας Μίνω Μάτσα, ενώ ταυτόχρονα διηγείται την οδυνηρή εμπειρία που είχαν, όταν πήγαν να δουλέψουν για το μεροκάματο στο εργοστάσιο του Φίξ, κουβαλώντας πάγους.
Σύμφωνα με το Ζαχαρία Φασουλά ο άνθρωπος που «γνώρισε» τον Ξυλούρη με τον Μαρκόπουλο, μέσω της… «Ανυφαντούς» ήταν ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος. «Ο Μαρκόπουλος έχει πάει στην Κύπρο κι έχει ακούσει την «ανυφαντού» ένα τραγούδι σε μικρό δίσκο που είχαμε βγάλει τότε με το Ξυλούρη. Το δισκάκι το’ χε πάρει ο Μακάριος. Του’ χει πει ο Μακάριος ποιος είναι αυτός ο τραγουδιστής που τραγουδεί αυτό το τραγούδι; Και του βάνει το δίσκο και το ακούει ο Μαρκόπουλος. Μαθαίνει ο Μαρκόπουλος που παίζομε και σηκώνεται κι έρχεται στο Ηράκλειο στην Όαση και μας βρίσκει».
Ο Ζαχαρίας Φασουλάς μιλάει ακόμα για τις μεγάλες στιγμές του Ξυλούρη στο Πολυτεχνείο τις ημέρες της αντίστασης κατά της Χούντας, για τη θεατρική επιτυχία το «Μεγάλο μας Τσίρκο», για τα ταξίδια στην Αμερική και βέβαια για όλη την θριαμβευτική πορεία του Ανωγειανού Αρχάγγελου μέχρι την ώρα που τον χτύπησε η επάρατος νόσος.


Λύρα, φτώχεια και φιλότιμο…

Ζαχαρία, με τον Νίκο το Ξυλούρη δεν χωρίσατε ποτέ μουσικά. Πάντα ήσουνα δίπλα του, το λαούτο του Νίκου ήσουν εσύ. Στα πανηγύρια στην αρχή, στην Αθήνα, στους δίσκους που βγάλατε, στις συναυλίες, στο εξωτερικό, παντού μαζί. Θυμάσαι πως ξεκινήσατε;
-Στα Ανώγεια γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, τι μεγάλωσα δηλαδή, δεκαπέντε χρονών έφυγα. Στη μουσική ξεκινήσαμε μαζί, εγώ, ο Νίκος ο Ξυλούρης και ο Καλομοίρης ο Γιώργης. Εξεκινήσαμε μαζί και παίζαμε κι οι τρεις λύρα. Εν τω μεταξύ λέμε κι οι τρεις θα παίζομε λύρα; Λέμε να πάρει ένας λαούτο να κάνομε συγκρότημα. Και μου ’πεσε ο κλήρος να πάρω εγώ το λαούτο. Ο Καλομοίρης ήταν πιο μεγάλος κι είχε ένα γαμπρό και του είχε δείξει και έπαιζε πιο καλή λύρα από μας. Δε μπορούσε να πάρει το λαούτο αυτός. Το αποτέλεσμα ήταν να μου πέσει ο κλήρος και πήρα ένα λαούτο και κάναμε ζευγάρι με το Νίκο. Στο μεταξύ μπήκαμε στο Ηράκλειο μόλις τελειώσαμε το Δημοτικό. Εμείς γεννηθήκαμε το 1936, το χωριό κάηκε το ΄44 εμείς θα μπήκαμε στο Ηράκλειο το ΄46-47. Είμαστε από φτωχές οικογένειες. Στο σχολειό δεν είμαστε και καλοί μαθητές, στη γυμναστική και στην ωδική είμαστε οι καλύτεροι, στα άλλα μαθήματα δεν είμαστε και τόσο καλοί. Εξεκινήσαμε μετά που εμείναμε στο Ηράκλειο να πάμε να πιάσουμε γλέντια. Και παίρνομε τα όργανα και με τα πόδια πιάναμε τα χωριά από τη μεριά του Μαλεβιζίου. Δεκαπέντε χωριά ήσανε εκεί. Καμάρι, Πυργού Σάρχος, Καλού, Ρουκάνι, Καρκαδιώτισσα, Πλακιώτισσα, Αρκάδι. Στο Αρκάδι είχε ένα μπάρμπα ο Νίκος και ήτανε νοικοκύρης. Επηγαίναμε και μέναμε εκεί, κι από κει γυρίζαμε όλα τ’ άλλα χωριά. Τον μπάρμπα του τον λέγανε Γιάννη Σκουλά ή Πιτοπούλιο. Πρώτος μπάρμπας του ήτανε. Στο σπίτι του Πιτοπούλιου καθόμαστε είκοσι μέρες, ένα μήνα, το καλοκαίρι. Επιάναμε γλέντια κι ύστερα γυρίζαμε στο χωριό. Την εποχή αυτή υπήρχε φτώχεια και το περισσότερο που θέλαμε ήτανε να βρίσκομε πράμα να τρώμε. Λεφτά βγάζαμε ελάχιστα. Δεν υπήρχανε λεφτά τότε. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά αλλά από φαγητό περνούσαμε καλά και εγλεντίζαμε κιόλας. Εμάς το γλέντι ήτανε στο αίμα μας.

Στο Ηράκλειο πότε έρχεστε για μόνιμη εγκατάσταση;

-Μου λέει μια ημέρα ο Νίκος δεν πάμε να μείνουμε στο Ηράκλειο; Στο Ηράκλειο; Ναι στο Ηράκλειο! Πάμε! Το 1947-1948. Και κατεβαίνομε εδώ στο Ηράκλειο και βρίχνομε ένα δωματιάκι, το νοικιάζομε και καθόμαστε οι δυο μας. Στην αρχή πιάσαμε δωμάτιο στη Θέρισσο κι ύστερα στο Καμαράκι. Στο Καμαράκι είχε ένα καφενείο ένας Μανουράς κι εσυχνάζαμε εκεί πέρα. Κι ερχόντανε από κει και μας εγυρεύγανε για τα πανηγύρια. Να μας πούνε στο τάδε χωριό έχομε την τάδε γιορτή. Να πούμε πόσο θα μας δώσεις, να μας πει διακόσες δραχμές. Διακόσες, τρακόσες, πεντακόσες δραχμές, εκεί ήτανε όλο το παζάρι. Πηγαίναμε και κάναμε το γλέντι.

Ποια ήτανε τότε η σχέση του κόσμου με την κρητική μουσική;
-Στο Ηράκλειο δε τα γνωρίζανε τα Κρητικά, δεν εθέλανε τα κρητικά, ήτανε τα ευρωπαϊκά τότε που τα ’θελε ο κόσμος. Στο Καμαράκι ήτανε ένα ξενοδοχείο και το’χε ένας Σκουλάς, το καφενείο δίπλα το’κανε ο Μανουράς και μας έβαζε και παίζαμε στη τζαμαρία Κρητικά και μαζευότανε ο κόσμος και μας έβλεπε και λέγανε τι ’ναι αυτοί; Σε τέτοιο σημείο δεν εγνωρίζανε τα κρητικά. Να ’ρθούνε να μας πάρουνε να πάμε σε κανένα πάρτι. Στο πάρτι τι να παίξομε; Είχαμε μάθει με το Νίκο και παίζαμε τα Ευρωπαϊκά. Ήτανε τέτοια η εποχή. Αρχίσαμε σιγά σιγά και πιάναμε το Μεραμπέλλο, τη Πεδιάδα, τση Αποστόλους, το Καστέλλι τση Πεδιάδας. Στο Καστέλλι μόλις μπαίνομε στο χωριό που κάνει μια πλατεία ήτανε αριστερά ένα καφενείο. Εκεί παίζαμε. Τση Αποστόλους θυμάμαι ένα γλέντι καλό, εβγάλαμε και λεφτά. Στο γλέντι δε παίζαμε πέντε κρητικά όλη νύχτα και ύστερα όλο ευρωπαϊκά. Χόρευε ο κόσμος και λέγανε ντάμα λυράρη ! Και έπαιρνε τη ντάμα του ο καβαλιέρος και ερχότανε και έβαζε στα όργανα ένα πενηνταράκι, ένα φράγκο, ένα δίφραγκο. Το πρωί σηκωνόμαστε, μαζεύαμε τα ψιλά, όλο ψιλά ήσανε, και τα βάζαμε σε μια πετσέτα. Και όλη η είσπραξη δε μας έφτανε στα εισιτήρια να πάμε πάλι στο Ηράκλειο. Έτσι ήτονε η αρχή μας.

Από την εποχή αυτή, θα έχετε κρατήσει οπωσδήποτε στη μνήμη σας ωραία περιστατικά, που θα σας τύχαιναν στα γλέντια. Ο κόσμος τότε ήταν αγνός. Οι σχέσεις των ανθρώπων ζεστές. Θυμάστε κάποιο περιστατικό;

-Μας καλεί ένας Καράτζης στο Χαράκι, δεκάξι δεκαεφτά χρονών είμαστε, συγγενής μας και του Νίκου και μένα. Παντρευότανε ένας Καράτζης Κώστας ή Καλός. Και σηκωνόμαστε και πάμε στο γάμο. Αλλά έπρεπε να πάμε από τη Πέμπτη για να παίξομε την Παρασκευή στα κουλούρια. Την Παρασκευή κάνανε κουλούρια, το Σαββάτο μαζευότανε από τα χωριά οι συγγενείς και την Κυριακή ήτανε ο γάμος, Έτσι ήτανε η σειρά τότε. Δεν υπήρχανε λεωφορεία μόνο φορτηγά. Το μισό φορτηγό είχε πάγκους και στο υπόλοιπο βάνανε πράματα. Πάμε από τη Καινούρια Πόρτα και παίρνομε ένα φορτηγό και κατεβαίνομε στο Παρθένι, στον Αη Γιώργη τον Απανωσήφη. Εβάλαμε τα όργανα στην πλάτη με τα πόδια και ξετρυπούμε στο Χαράκι. Την ώρα που εβράδιαζε είχαμε φτάσει. Μπήκαμε σ’ένα καφενεδάκι κι είχε βάλει το λουξ ο καφετζής ο Πατραμάνης να τ’ανάψει. Καλώς τση λυράρηδες! Κέρασέ τση! Μαζεύουνται καμιά κοσαριά άτομα. Νεαροί. Λένε μας να βγάλετε να παίξετε να σας ακούσομε. Ήντα να κάνομε. Πήγαμε γι’αυτή τη δουλειά. Βγάνομε τα όργανα κι αρχίζομε να παίζομε. Μαζεύουνται κι άλλοι, φέρε και φέρε λέγανε του καφετζή, πίνουνε και ξαναπίνουνε, μεθούνε, ξημερωνόμαστε. Άμα ξημέρωσε λέει κάποιος, αφήτε τση να πα θέσουνε να κοιμηθούνε, γιατί θα σηκωθούνε σε λίγο να παίξουνε στση κουλουρίστες. Στις γυναίκες που ’θελα κάνουνε τα κουλούρια του γάμου. Μας πάει ο γαμπρός στο σπίτι του σ’ ένα οντά. Μας είχανε στρώσει να κοιμηθούμε. Την ώρα που κάτσαμε να ξεντυθούμε εγλάκα ένας άλλος και λέει να μη κοιμηθούνε οι λυράρηδες γιατί ετελειώσανε τα κουλούρια. Οι γυναίκες εκάνανε όλη τη νύχτα τα κουλούρια και την ώρα που ξημέρωσε ήσανε έτοιμα. Γυρίζομε πίσω και συνεχίζει το γλέντι Παρασκευή όλη μέρα. Στο μεταξύ ήρθανε κι άλλοι, μερικοί πηγαίνανε κι εθέτανε και ξαναγυρίζανε, εμείς με το Ξυλούρη επαίζαμε όλη μέρα. Παίζαμε την Παρασκευή όλη νύχτα το Σαββάτο που ξημέρωσε ήθελα να κοιμηθούμε που ’θελα ’ρθούνε από τα χωριά οι καλεσμένοι; Όλο το Μονοφάτσι είχε έρθει στο γάμο. Ο γαμπρός καλός, είχε καλέσει πολύ κόσμο. Παίζομε τη Κυριακή στο γάμο. Τση δέκα η ώρα το βράδυ έχουνε τρυπήσει δυο νύχια του Νίκου από τση χορδές τση λύρας, από το κούρντισμα. Αν ακούσεις τση δίσκους που’χομε βγάλει με το Νίκο είναι τρεις τόνους από το διαπασών και πάνω. Εμένα έχουνε τρυπήσει τα χέρια μου και τρέχουνε αίμα. Κι είναι ένας Καράτζης, Πατρώνη τονε λέγανε κι έχει μεθύσει κι έχει κόψει ολονών τση φούσκες από τση κυλόττες και τονε έχει σκίσει τα ποκάμισα και μας ε βάνει ρακί και μας ε τρίβει στο κεφάλι και μας ε λέει λιποτάκτες, νεκροθάφτες του Αγίου Κωνσταντίνου. Εμείς είχαμε πεθάνει από την κούραση και την αϋπνία. Ξημερώνει η Δευτέρα. Δευτέρα ήθελε να θέσομε; Τη Δευτέρα λέει ήπρεπε να γυρίσομε το χωριό τση συγγενείς όλους. Παίζομε Δευτέρα όλη μέρα από το ένα σπίτι στ’ άλλο. Σ’ όλο το χωριό. Τα ξημερώματα την Τρίτη λέει ένας αφήτε τση να πάνε να θέσουνε για θα πεθάνουνε. Εμείς επαίζαμε από τη Πέμπτη το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα τση Τρίτης χωρίς διακοπή. Και μας παίρνει πάλι ο γαμπρός και μας πάει στο ίδιο μέρος στον οντά. Μόλις φεύγει ο γαμπρός λέω του Νίκο πάμε να φύγομε γιατί επαδέ θα πεθάνομε. Κι έχει μια πόρτα από την οπίσω μεριά και χωράφια. Ανοίγομε τη πόρτα και φεύγομε και φτάνομε στο Τεφέλι. Περνά ένα φορτηγό και μπαίνομε μέσα κι ερχόμαστε στο Ηράκλειο. Φτάνομε στο Καμαράκι κι είναι ένα ξενοδοχείο που το’χε ένας Μελιδονιώτης, ακόμη υπάρχει. Του λέμε δώσε μας ένα κρεβάτι να κοιμηθούμε. Λεφτά στο γάμο στο Χαράκι μας είχαμε βάλει που δεν τα’χαμε δει ποτέ μας όσο καιρό παίζαμε μέχρι τότε. Μας λέει πάρτε τούτο το κλειδί και το δωμάτιο είναι στον πρώτο όροφο να πα θέσετε. Πάμε και κοιμούμαστε. Τρίτη όλη μέρα. Τετάρτη όλη μέρα. Την Πέμπτη το απόγευμα μας έκοψε η πείνα και σηκωνόμαστε. Εμείς νομίζομε ότι είναι η ίδια μέρα που έχομε θέσει. Ακριβώς απέναντι ήτανε ένα μαγειρείο και κατεβαίνομε και πάμε και τρώμε. Και μετά λέμε πού να πάμε ; Να πάμε να θέσομε πάλι. Γυρίζομε πάλι στο ξενοδοχείο και κοιμούμαστε. Την άλλη μέρα σηκωνόμαστε κι είχαμε χορτάσει ύπνο. Λέμε στο ξενοδόχο ήντα χρωστούμε. Λέει εβδομήντα πέντε φράγκα έκαστος. Εβδομήντα πέντε φράγκα; Μα που είμαστε στο Χίλτον; Ξέρετε μας λέει πόσες μέρες κοιμάστε; Τρεις μέρες κοιμάστε! μα τρελός του λέμε είσαι; Μας λέει πηγαίνετε κάτω να ρωτήξετε ήντα μέρα είναι και μετά να ρθείτε. Πάμε και ρωτούμε και μας λένε πως ήτανε Παρασκευή.

Τότε είναι που γίνεστε πλέον γνωστοί στον κόσμο, αρχίζετε και αποκτάτε όνομα;
-Αρχίσαμε τα γλέντια στο Μονοφάτσι και παντού. Ακουστήκαμε τ’ Ανωγειανάκια, τ’ Ανωγειανάκια ελέγανε, είχαμε φήμη δυνατή.
Πάμε στσ’Αρχάνες, Απόκριες ήτανε. Τότε οι Απόκριες γινότανε οι περισσότερες στσ’Αρχάνες. Έφευγε όλο το Ηράκλειο κάθε βράδυ και πήγαινε στσ’Αρχάνες. Μια φορά επήγαμε και παίζαμε δώδεκα μέρες. Θυμάμαι που είχανε φέρει μπουζούκια σε μια αποθήκη δίπλα μας και δεν έπαινε μπάζα καθόλου.


Ο Μακάριος… γνωρίζει τον Ξυλούρη στον Μαρκόπουλο

Στην Αθήνα πότε πηγαίνετε;
-Λέει ο Νίκος να σηκωθούμε να πάμε στην Αθήνα. Τι να πα κάνομε στην Αθήνα; Να πάμε να γράψομε δίσκο. Να πάμε. Σηκωνόμαστε και πάμε στην Αθήνα. Πάμε στου Παύλου του Βαρδινογιάννη, βουλευτής ήτανε, μας ήξερε. Ξωμέναμε στο σπίτι του. Μας γνωρίζει ένα Μάτσα που’χε μια εταιρεία, την Οντεόν. Λέει ο Μάτσας να πάτε να περάσετε από ακρόαση και αν σας εγκρίνουνε θα βγάλετε το δίσκο. Αυτοί δεν τα θέλανε τα Κρητικά. Αναβολή τσ’αναβολής λέμε ήντα θα γίνομε επαδέ, πώς θα ζήσομε; Μας λένε δεν έχει τώρα η εταιρεία για να βγάλετε δίσκο μόνο θα ξαναρθείτε άλλη φορά. Στο μεταξύ δεν είχαμε ήντα γενούμε και πάμε και πιάνομε δουλειά στου Φιξ. Εργάτες στση μπύρες. Και τόνε βάνουνε το Νίκο στο πάγο και μένα εκεί που κατεβαίνανε τα τελάρα με τση μπύρες. Κατεβαίνει η πρώτη παγοκολώνα του παίζει και τονε πετά πέρα. Σηκωνόμαστε και φεύγομε και κατεβαίνομε πάλι στη Κρήτη.

Η επιστροφή σας στην Κρήτη μετά την πρώτη ατυχία που συναντήσατε στην Αθήνα πώς είναι;
-Πάμε στα Πρωτόρια για ένα πανηγύρι. Εμείς τώρα οργανοπαίχτες. Τσ’οργανοπαίχτες τότες δε θέλανε να τση βλέπουνε. Στο μεταξύ το Ηράκλειο το’χαμε κάνει χωριό. Ήτονε ένας Κεφαλογιάννης Βαγγέλης, ένας Μανουράς, εμείς οι δυο, ένας Χαιρέτης κι ένας Τζαμπουράκης. Κάθε βράδυ καντάδα στο Ηράκλειο. Στση γειτονιές. Κάθε βράδυ αυτή η δουλειά. Να περνούμε από τα σοκάκια να ανοίγουνε τα παραθύρια να μας πετούνε βιόλες. Ένα κακό στο Ηράκλειο και δεν μας ενοχλούσε η αστυνομία. Να μας κλουθά η αστυνομία από απόσταση και να μας ακούνε κι αυτοί. Το Ηράκλειο το’χαμε κάνει χωριό. Αν περνούσε μια βραδιά, δυο να μη πάμε, μας παίρνανε τηλέφωνο στο καφενείο και μας ρωτούσανε γιατί δεν περάσετε, τι συμβαίνει;
Πάμε στο Βενεράτο που ήτανε το χωριό τση γυναίκας του και παίζομε δώδεκα μέρες σε ένα πανηγύρι, Απόκριες ήτανε. Εκεί γνωρίζει ο Νίκος τη γυναίκα του την Ουρανία. Αυτή ήτανε μαθήτρια, επήγαινε στο Ηράκλειο στο σχολειό. Είχαμε γίνει γνωστοί και μας καλούσανε συνέχεια στα γλέντια. Μετά ο Ξυλούρης έκλεψε τη γυναίκα του και τη παντρεύτηκε.

Νομίζω ότι εκείνη την εποχή δεν είναι που γνωρίζεστε με το Γιάννη Μαρκόπουλο;

-Επαίζαμε στο Ηράκλειο το χειμώνα στο κέντρο Ερωτόκριτος. Το καλοκαίρι επαίζαμε στην Όαση. Είχε κάνει εκεί ένας Κακουδόκωστας μια πίστα. Επαίζαμε εμείς όλη νύχτα, ερχότανε ο κόσμος και διασκέδαζε κι έπινε πιοτά. Ο Μαρκόπουλος έχει πάει στην Κύπρο κι έχει ακούσει την «ανυφαντού» ένα τραγούδι σε μικρό δίσκο που είχαμε βγάλει τότε με το Ξυλούρη. Το δισκάκι το ’χε πάρει ο Μακάριος. Του ’χει πει ο Μακάριος ποιος είναι αυτός ο τραγουδιστής που τραγουδεί αυτό το τραγούδι; Και του βάνει το δίσκο και το ακούει ο Μαρκόπουλος. Μαθαίνει ο Μαρκόπουλος που παίζομε και σηκώνεται κι έρχεται στο Ηράκλειο στην Όαση και μας βρίχνει. Μόλις σκολούμε έρχεται και λέει του Ξυλούρη:
-Να σε πάρω να σου κάνω ένα δίσκο;
-Ήντα δίσκο να μου κάνεις;
-Να σου δώσω τραγούδια να τα τραγουδήσεις.
-Δε ξέρω τέτοια τραγούδια. του λέει ο Ξυλούρης.
Τότε ανοίγει ο Θανάσης Σταυρακάκης ένα μαγαζί στην Αθήνα, «Κονάκι» το λέγανε. Μας καλεί να πάμε να παίξομε στο «Κονάκι». Το μαγαζί ήτανε υπόγειο και είχε σαράντα σκαλοπάτια να κατεβείς. Στα Πατήσια. Ο Μαρκόπουλος ήρθε στο μαγαζί και μας ξαναβρήκε. Και πάμε να γράψομε το «Χρονικό». Γράφομε το «Χρονικό» στο στούντιο στην Οντεόν και μετά λέει ο Μαρκόπουλος πρέπει να το κάνομε δοκιμαστικό να δούμε αν πιάνει στο κόσμο. Να πάμε το καλοκαίρι όταν κλείσουνε τα μαγαζιά στη Πλάκα σε μια μπουάτ να το τραγουδήσομε στο κόσμο. Το κάναμε πραγματικά στην Πλάκα και γινότανε χαμός. Κόσμο να δούνε τα μάτια σου. Τη Μπουάτ τη λέγανε «Αρχόντισσα». Το μαγαζί κάθε βράδυ εγέμιζε. Μετά καθιερώθηκε ο Ξυλούρης λαϊκός τραγουδιστής. Ο Νίκος ήτανε στην Κολούμπια. Και λέει η εταιρεία στο Μαρκόπουλο θα σου δώσω το τραγουδιστή να τραγουδήσει στην Οντεόν το «Χρονικό» αλλά θα μου κάνεις ένα δίσκο, τα «Ριζίτικα» στη Κολούμπια. Τέτοια ήτανε η συμφωνία. Και έκανε μετά ο Μαρκόπουλος με το Ξυλούρη τα «Ριζίτικα» στη Κολούμπια. Τότε εκάναμε και τη κουμπαριά με το Βασιλέα στα Ανώγεια. Ο Λαμπρόπουλος που’χε τη Κολούμπια έγινε κουμπάρος στο χωριό και πάντρεψε το Ξυλούρη με τη κόρη του Βασιλέα Σταυρακάκη.

Διαβάστε την συνέχεια... »

-->