Σχολή ψαλτικής άνοιξε στα Ανώγεια, μια προσφορά του Ανωγειανού Μιλτιάδη Σαλούστρου, γιου του Χαρκιαδογιάννη, που ζει μόνιμα στην Πάτρα. Ο ίδιος ο Μιλτιάδης αναλαμβάνει όλα τα έξοδα της σχολής, τόσο για τον χώρο που είναι το πατρικό του σπίτι, όσο και για τον καθηγητή μουσικής από το Ηράκλειο κ.Γιακουμάκη που θα κάνει τα μαθήματα.Πριν μερικές ημέρες πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της σχολής, παρουσία του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.κ Ευγένιου και του Δημάρχου Ανωγείων Εμμανουήλ Καλλέργη.Ήδη αρκετές γυναίκες των Ανωγείων έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους και έχουν ξεκινήσει τα μαθήματα.Όποιος άλλος επιθυμεί την εγγραφή του στη σχολή Ψαλτικής μπορεί να απευθυνθεί προσωπικά στους ιερείς των Ανωγείων.
Συγκινημένος κατά τη διάρκεια των εγκαινίων ήταν ο Μιλτιάδης Σαλούστρος που ευχαρίστησε όλο τον κόσμο για την παρουσία του, ενώ με πολύ θερμά λόγια για τη νέα αυτή δράση στα Ανώγεια, τοποθετήθηκε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρεθύμνου.”Η σχολή αυτή θα δώσει τη δυνατότητα να βγάλει ανθρώπους που θα ψάλλουν στις εκκλησίες μας, αλλά να βγάλει και ανθρώπους από τη μοναξιά τους, να βλέπει ο ένας το πρόσωπο του άλλου, να κρατάει το χέρι του άλλου και να γίνονται ένα..” ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ.κ Ευγένιος. Αναλυτικά ανέφερε τα εξής:
“Είμαι πολύ συγκινημένος και ικανοποιημένος για αυτό που γίνεται στα Ανώγεια. Τα Ανώγεια που είναι και θα είναι για πάντα ένας τόπος που παράγει πολιτισμό και διακρατεί τα ζώπυρα της Πίστης και του Γένους μας πολύ υψηλά. Ένας τόπος που δεν έπρεπε να υστερεί και σε αυτό το μετερίζι.
Είμαι ικανοποιημένος που βλέπω να υπάρχει η Πίστη μέσα σας. Χάρηκα όταν διαπίστωσα τον ζήλο που δείχνετε για να βοηθήσετε τον τόπο σας και ακόμα περισσότερο χάρηκα όταν διαπίστωσα ότι απευθυνθήκατε σε πρόσωπο με παρόμοιο ζήλο, και αναφέρομαι στον κύριο Γιακουμάκη. Έτσι δεν είχα κανένα ενδοιασμό για αυτή την όμορφη προσπάθεια ότι θα γίνει εδώ όμορφη παραγωγή αγαθών καρπών που θα ξεπεράσει κάποτε η ακτίνα του και τα Ανώγεια. Δεν είναι βέβαια απλό και εύκολο. Εγώ που σας μιλώ δεν έμαθα ποτέ μου μουσική και αυτή είναι μια από τις μεγάλες μου ελλείψεις.
Αυτό που γίνεται εδώ στα Ανώγεια το χαίρομαι για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι ότι είναι κάτι που ενισχύει την κοινωνική συνοχή, την οποία έχουμε ανάγκη στην εποχή που ζούμε που πολλά μας θέλουν απομονωμένους και διχασμένους. Έχουμε όλοι ανάγκη από δράσεις που μας βγάζουν από το εγώ μας και μας οδηγούν στο εμείς. Και αυτό είναι κάτι σπουδαίο που θα κάνει αυτή η σχολή ψαλτικής. Όχι μόνο να βγάλει ανθρώπους που θα ψάλλουν στις εκκλησίες μας, αλλά να βγάλει ανθρώπους από τη μοναξιά τους, να βλέπει ο ένας το πρόσωπο του άλλου, να κρατάει το χέρι του άλλου και να γίνονται ένα. Μακάρι σε κάθε χωριό και σε κάθε ενορία να γινόταν αυτή η προσπάθεια.
Είμαι πολύ ευχαριστημένος από όλα όσα γίνονται από τις ενορίες στα Ανώγεια. Πριν έρθω εδώ πέρασα από το Εργαστήρι Γνώσης της ενορίας του Αγίου Γεωργίου, είδα ανοιχτή τη πόρτα και σταμάτησα.Μπήκα μέσα και τα παιδιά έκαναν Αγγλικά. Το χάρηκα τόσο πολύ. Σταμάτησα πίσω τους χωρίς να με πάρουν είδηση, κάθισα ένα λεπτό και είδα το τι γίνεται εκεί και αισθάνθηκα μια περηφάνια και ένα δέος και ευχαριστώ και τον π.Ανδρέα Κεφαλογιάννη και την ενορία του για όλο αυτό. Ο καθέ πατήρ σε αυτό τον τόπο κάνει πραγματικά αυτό που πρέπει και αυτό που μπορεί για την κοινωνία των Ανωγείων. Εμείς ως Μητρόπολη τους στηρίζουμε όπως μπορούμε και αυτό θα κάνουμε και στη νέα αυτή προσπάθεια που ξεκινάει σήμερα.Εμείς βάζουμε το “Ευλογητός” και ξεκινούμε, από εκεί και πέρα το έργο είναι του Θεού.
Τούτος ο τόπος η Κρήτη, πέρασε καταστροφές, κατακτητές, ήρθαν Άραβες, Ενετοί, Τούρκοι, αλλά κρατήθηκε η Παράδοση και ο Πολιτισμός μας, η εκκλησία μας. Όλοι αυτοί που ήρθαν δεν τα κατάφεραν να χαλάσουν το οικοδόμημα της Πίστης και της εκκλησίας που ήταν βαθιά ριζωμένα στους ανθρώπους.Σκέφτομαι τώρα με αφορμή την εκκλησιαστική μουσική μας, πως αυτή η μουσική πέρασε μέσα στους αιώνες.Πόσους αιώνες τώρα κρατιέται ζωντανή και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.Οπότε και εμείς οφείλουμε αυτό τον Πολιτισμό και αυτή τη παράδοση να την κρατήσουμε. Αν δεν κρατήσουμε, δεν θα έχουμε από που να κρατηθούμε…”
Το ιστορικό της ημέρας ανέπτυξε στην πλατεία Αρμί, η δασκάλα κα Σταυρούλα Μάγκογλου, στην διάρκεια των εκδηλώσεων τιμής και μνήμης του Δήμου Ανωγείων για την επέτειο του “ΟΧΙ”. Αναλυτικά ολόκληρη η ομιλία της έχει ως εξής:
«Αιδεσιμότατοι, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών,
Κυρίες και κύριοι, αγαπητά μας παιδιά.
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα όλοι μας εδώ για να γιορτάσουμε την επέτειο, να τιμήσουμε τους προγόνους μας, που αγωνίστηκαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Η 28η Οκτωβρίου είναι ηµέρα µνήµης και τιµής για όλες τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Είναι ηµέρα υπερηφάνειας για το σθένος και τη δύναµη ψυχής που επέδειξε ο ελληνισµός. Είναι επέτειος απόδοσης της οφειλόµενης τιµής σε όλους όσους όρθωσαν το ανάστηµά τους, απέναντι στις δυνάµεις της βίας και του φασισµού.
Το καλοκαίρι του 2006, ο Μιχάλης Ρούλιος σε ηλικία 87 ετών, με πλήρη διαύγεια πνεύματος που τον διέκρινε μέχρι και το τέλος της ζωής του, έδωσε μια συγκλονιστική συνέντευξη στον δημοσιογράφο της ΕΡΤ, Γιάννη Φασουλά, στην οποία μίλησε για την συμμετοχή του στο έπος του ’40 αλλά κατέθεσε και την μαρτυρία του για την Μάχη στο Σφακάκι στις 7 Αυγούστου 1944, στην οποία ο εφεδρικός ΕΛΑΣ απελευθέρωσε 98 γυναικόπαιδα, σε μια μάχη που έμεινε στην ιστορία ως μια από τις αρτιότερες επιχειρήσεις στον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Το απόσπασμα της συνέντευξης για την μάχη στο Σφακάκι σας παρουσιάσαμε τον περασμένο Αύγουστο και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:https://www.anogi.gr/p25277
Η ΑΝΩΓΗ σας παρουσιάζει σήμερα το δεύτερο απόσπασμα της συνέντευξης του αυτής, κατά την διάρκεια της οποίας ο ίδιος ο Ρουλομιχάλης εξέφρασε την επιθυμία του να δημοσιευθεί μετά τον θάνατο του. Στο δεύτερο αυτό κομμάτι ο Μιχάλης Ρούλιος αναφέρεται στην δράση του κατά την διάρκεια του έπους της Αλβανίας, τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1940. Η συγκλονιστική αφήγηση του για τη “συνάντηση” του σε ένα ύψωμα στο Πόγραδετς με τέσσερις Ιταλούς όπου σώθηκε εκ θαύματος. Μιλάει ανοιχτά για την φρίκη του πολέμου και τις αποφάσεις στιγμής που κοστίζουν ή σώζουν τη ζωή σου σε τέτοιες δυσμενείς συνθήκες. “Δεν ήθελα εγώ να γενώ δολοφόνος, αλλά πόλεμος ήτανε, ίντα να έκανα;” λέει συγκινημένος στον Γιάννη Φασουλά.. Ο Μιχάλης Ρούλιος “έφυγε” πλήρης ημερών στις 15 Φεβρουαρίου 2017 και κηδεύτηκε στα αγαπημένα του Ανώγεια.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΦΑΣΟΥΛΑ
“Αφού επιμένεις, θα σου πω, για τη Αλβανία. Ήμασταν στην Κομοτηνή, 29ο Σύνταγμα Πεζικού με σωματάρχη τον Κωνσταντίνο Μπακόπουλο. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος νόμιζαν ότι θα χτυπήσουν οι Βούλγαροι μαζί με τσι Ιταλούς. Και έγινε γενική επιστράτευση στη Θράκη. Ο λοχίας μου ήταν ο Γουργουλίτης Νικόλαος, ο ταγματάρχης μου ήταν Μπαρμπαλιάς και το λοχαγό μου Ιωάννη Ζώη, θυμούμαι τα ονόματα τους. Εμάς τσι Κρητικούς μας διασπείρανε σε διάφορους λόχους, ανά δυο και ανά τρεις επειδή ήμασταν και πιο καλά εκπαιδευμένοι και έτυχε να πάω εγώ με ένα Περράκη από του Γάζι. Αυτός είχε καταγωγή από τον Καμαριώτη, αλλά μπορώ να σου πω ήτονε ένα παλικάρι, στα Ανώγεια δεν έχουμε τέτοιους άντρες. Ψυχωμένο κοπέλι. Και μου λέει “Ίντα καημένε Μιχάλη επαέ που ήρθαμε ανέ μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλο”. Στη διμοιρία μας είχαμε και Τούρκους και Αρμένιους και Εβραίους.
Λοιπόν, πρόκειται να κάμουμε μια επίθεση τσι 6 του Δεκέμβρη του 1940. Εκάμαμε την επίθεση, καταλαμβάνουμε τα υψώματα. Είχανε φέρει το ορειβατικό πυροβολικό έκεια που ήμασταν εμείς που θέλα ξεκινήσουμε, πραγματικά αυτό στόχευε με μαθηματική ακρίβεια. Την κάναμε λοιπόν κατάληψη την κορφή, πιάσαμε κάποιους αιχμάλωτους πολλοί ήταν εκεί διαμελισμένοι από τα πυρά. Κάποια στιγμή έρχεται μια εντολή για ένα λόφο που ήταν από κάτω, προς το Πόγραδετς τώρα αυτή. Η λίμνη είναι από κάτω, η μισή είναι Σερβική και έχει μια πόλη εκεί την Οχρίδα.. Διατάσσουν λοιπόν να επελάσουμε και να καταλάβουμε το λόφο που από το λόφο εκειονά εβάναν τα πυρά μας και φτάνανε μέχρι τη λίμνη.
Αλλά από κάτω έχει καστανιές και έχει φύγει ένα οπλοπολυβόλο Ιταλικό και το έχουν στο χαχάλι μιας καστανιάς και μόλις επροβάλλαμε από πάνω αρχινά και μας ε γάζωνε.Ο μαύρος ο Περράκης είχε ένα οπλοπολυβόλο και μου λέει “δε καλοθορρώ μρε..” ενώ εγροίκας τσι σφαίρες που επέφτανε στο χιόνι και έκανανε ένα χαρακτηριστικό θόρυβο στο χιόνι απάνω. Και τονε θορρώ το Περράκη και κάνει ένα ανατίναγμα του ποδιού ντου να πάει μπροστά λίγο. Και με το ανατίναμα του ποδιού ντου τη παίζει η σφαίρα στο στεφάνι του κράνους του στο κέντρο, περνά το κράνος και σφηνώνεται στον εγκέφαλο. Και σκοτώθηκε. Εγώ δεν το κατάλαβα αμέσως. Μονό πλησιάζω προς τα μπρος και του φωνιάζω “γιάντα μρε δε βάνεις πράμα, για δε ρίχνεις σφαίρες;” και μια κοπανιά θορρώ το αίμα ντου και έρχεται και με βρίνει. Σύρνομαι έρποντας οπίσω, τόνε σύρνω και θορρώ δεν ετσίνησε καθόλου. Την έφαγε στο στεφάνι του κράνους και ετελείωσε απευθείας. Και παίρνω το οπλοπολυβόλο του.
Εκείνηνα τη δύσκολη κατάσταση την έσωσε ένας χωριανός μας λοχίας, του Γιαγκάκη του Σαλούστρο ένας γιος. Αριστείδη τόνε λέγανε και ήταν και κοντός. Από τη κορφή να βάλεις πυρά το ίσα κάτω όπως ήμασταν εκεί δεν ήταν εύκολο. και γροικούσαμε τη ταινία που γέμιζε το οπλοπολυβόλο.Και λέει μα δε κρατεί μρε κιανείς κιαμιά οπλοβομβίδα να τη ρίξουμε; Και εκράτουνε ένας Αξικός ένας Αντώνης Πατελάρος και σύρνεται και ρίχτει την οπλοβομβίδα και το κάνει ο διάολος και πάει και πέφτει ίδια εκειά που ήτανε το πολυβόλο. Μου πε ύστερα ένας Σωπασής Δημήτρης από τα Τσαχιανά ότι εσκότωσε τσι δυο στρατιώτες η οπλοβομβίδα και πήρανε οι άλλοι το πολυβόλο και φύγανε.. Και έτσα εξεμπλεξαμε και ήτονε αιτία ο Αριστείδης ο Σαλούστρος που διέταξε τον Πατελάρο να ρίξει προς τα εκεί. Μου ‘λέγε ο Σωπασής πως στο σημείο εκεί έσκαβε με το ξίφος και δεν έβρισκε τον πάτο από τσι τόσουσας κάλυκες που μας είχανε ριγμένους!
Ύστερα δα με τον ανθυπολοχαγό μας, μας επέψανε σε προκεχωρημένο φυλάκιο. Αλλά δεν έχω ένα Κρητικό να στη ριχτώ απάνω του, να πω έτοσες ο άνθρωπος είναι ψύχραιμος. Και πιάνει ενάμιση μέτρο χιόνι.Και είναι μια κορυφογραμμή, το αντέρισμα από τη μέση και κάτω έχουν οι Ιταλοί και εμείς από τη μέση και απάνω αλλά το έδαφος πιο απότομο, πιο ψηλό. Είναι τρεις σκοποί και φυλάγουν απάνω, η πλευρά μας κρατούνταν από τα στρατεύματα μας. Αλλά δεν μπορούσες να αντέξεις και όλη τη νύχτα με τη ψύξη.Και ήτανε εκεί μια καλύβα που είχανε άχυρα μέσα και επηγαίνανε οι Αλβανοί και κάνανε χωράφι το χειμώνα όπως το κάνουμε εμείς στο αόρη. Και επηγαίναμε και εξωμέναμε εκειά και ανά δυο ώρες ανεβαίνανε τρεις απάνω και κατεβαίνανε οι άλλοι τρεις σκοποί.Αλλά και κάθε βράδυ είχαμε και συγκρούσεις με τσι Ιταλούς.
Το μονοπάτι έχει ένα λόφο στη μέση και στα 100 μέτρα έχει ένα αντέρισμα που μπορεί να περάσει ο εχθρός και από μπροστά έχει άλλο ένα παρόμοιο σημείο. Εφυλάγαμε λοιπόν σε δυο σημεία, από πίσω είχενε δέτη. Δεν είχε περάσει μισή ώρα που είχα παραδώσει τη σκοπιά, πάω κάτω και την ώρα που ήμουνε ζεσταμένος ακούω “Στα όπλα”. Ήτανε ο ένας δεκανέας με τσι δυο στρατιώτες στη σκοπιά και του χούνε πετάξει οι Ιταλοί μια χειροβομβίδα. Αυτοί τσι χάνε δει τσι Ιταλούς και λέει να τσι πιάσουμε αιχμάλωτους και τσι φήνει και περνούνε μέσα και τε την ώρα που των είπανε απάνω τα χέρια βγάνει ο άλλος την επιθετική χειροβομβίδα και του τη πετά και φεύγουνε οι 4 Ιταλοί.
Φωνιάζουνε εδά να πάμε να σηκωθούμε να καταλάβουμε το φυλάκιο .Όντεν επόρισα όξω εκαταχτυπούσανε τα δόντια μου γιατί ήμουνε στη ζεστασά και εβγήκα στη παγωνιά και έλεγα στο νου μου “σκίσου μρε γης να πάω κάτω” λόγω τιμής όπως σου το λέω. Αλλά τσι θορρώ και εφοβούντονε. Ένας ανθυπολοχαγός εκειά άχρηστος ντήπι, ήτονε Πολιτικός μηχανικός και εγίνηκε ανθυπολοχαγός και κουράγιο να ‘χες σου το χάνε ντήπι! Και λέω α δε μπω μπροστά εχάθηκα γιατί θα τη φάω και δε θα γατέχω ίντα μου γίνεται! Και πηγαίνω ομπρός και μου κλουθά ένας οπλοπολυβολητής του 1917 από τη Κομοτηνή. Αλλά ήτονε μπουνταλάς, δεν έπαιρνε πολλές στροφές και του λέγα κλούθα μου μένα και μη φοβάσαι. Σωπατίζουμε στο παταράκι εμείς βέβαια ρίχναμε σφαίρες συνέχεια, φέρανε και από ψηλά μια άλλη διμοιρία. Οι Ιταλοί αφήνουν ένα οπλοπολυβόλο στο μονοπάτι μέσα και πάνε και κρύβονται στο χιόνι από πίσω στο λοφίσκο. Εγώ γατέχω πως εκειά από πίσω έχει γκρεμό. Αυτοί αφήσανε το οπλοπολυβόλο για να μας ντολαντίσουνε να σιμώσουμε να μας πετάξουνε χειροβομβίδες, γιατί είχανε ένα κασονάκι με επιθετικές χειροβομβίδες. Και λέω “Κύριε ανθυπολοχαγέ άφησαν το όπλο στο μονοπάτι και εφύγανε” Αλλά μια κοπανιά είδα ένα κεφάλι από πίσω, νύχτα βέβαια με χιόνι. Εγώ γατέχω ότι από πίσω έχει δέτη δε περνά. Ο οπλοπολυβολητής μας είναι δίπλα μου. Και μια κοπανιά θορρώ ένα και σηκώνεται απάνω. Σε απόσταση 3 μέτρα. Αλλά λέω, μρε μην είναι κανείς δικός μας και πάω και τονε σκοτώσω. Και έχω γυρισμένο το τουφέκι και του φωνιάζω και τόνε θορρώ πως κινεί τα χέρια του και πάει να πετάξει τη χειροβομβίδα και του βροντώ και γω ένα μπαλίδι, να τόνε κάτω..Δεν ήθελα εγώ να γενώ δολοφόνος αλλά πόλεμος ήτονε, ίντα να έκανα;. Αυτός σύρνει μια βουτιά και πλακώνει τσι άλλους. Οι άλλοι τα χάσανε. Έσυρα εγώ το όπλο πίσω για να γεμίσω να πετάξει τον κάλυκα αλλά από το ζόρε που είχα και τη κατάσταση τη κρίσιμη, δεν το σύρα μέχρι το τέρμα και δεν επέταξε το κάλυκα όξω και μπλοκάρει το τουφέκι μου. Και φωνιάζω του διπλανού μου από τη Κομοτηνή, ρίξε τόνε μρε γιατί θα μας ε φάνε.Οι άλλοι έχουνε φύγει. Με το πρώτο πυροβολισμό εξαφανίστηκε και ο ανθυπολοχαγός και οι άλλοι. Και ξεκινά και γαζώνει με το οπλοπολυβόλο. Τότεσας που του λέγα ρίξε τόνε, έχω γονατίσει και παίζουνε σε απόσταση ενός μέτρου. Και λάμπει στη μούρη μου η φωθιά του όπλου, σου ορκίζομαι στα παιδιά μου! Η λάμψη του όπλου του εχθρού έλαμψε στη μούρη μου. Και εξάνοιγα να δω, εφρουκάζουμουνε που την έφαγα τη σφαίρα. Μόλις εμπλόκαρε το όπλο και εγονάτισα και επολέμουνα να το φτιάξω είπα και του άλλου ρίξε τόνε μρε μη μας ε φάνε. Ούτε ξίφος είχα ούτε όπλο πως να προχωρήσω μπροστά. Από τη σύγχυση για να είμαι ειλικρινής, θα μπορούσα να πάρω το όπλο που είχανε αφήσει στο μονοπάτι και δεν το θυμήθηκα. Ο Ιταλός δε με σκότωσε γιατί όπως έπεφτε απάνω του ο άλλος και εμούγκριζε επάτησε τη σκανδάλη και όπου επήγε η σφαίρα, από τη σύγχυση κι αυτός και έτσι δε με πέτυχε.Αφού δεν εξάνοιγε ομπρός του! Αυτή ήταν η περίπτωση που μου τύχε στην Αλβανία και δεν την ξεχνώ ποτέ. Το χω πει μόνο σε καλά δικούς μου ανθρώπους, δημοσίως το λέω πρώτη φορά!”




Η πλατεία στο Αρμί ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστη από κόσμο και κάτω από τον λαμπερό Ανωγειανό ήλιο, όλοι τιμήσαμε σήμερα την επέτειο του “ΟΧΙ” που είπαν όλοι οι Έλληνες την 28η Οκτωβρίου 1940, απέναντι στον φασισμό. Επίσημη δοξολογία τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου, παρουσία όλων των τοπικών αρχών και φορέων. Το ιστορικό της ημέρας ανέπτυξε η δασκάλα κα Σταυρούλα Μάγκογλου.
Μπροστά στο μνημείο του Ανωγειανού αγωνιστή, που έχει χαραγμένα όλα τα ονόματα των ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους σε κάθε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας, κατατέθηκαν στεφάνια και ακολούθησε ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος.
Οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης του Δήμου Ανωγείων ολοκληρώθηκαν με την παρέλαση της μαθητιώσας νεολαίας. Πολλοί μαθητές και μαθήτριες ήταν ντυμένες με κρητικές παραδοσιακές φορεσιές και καταχειροκροτήθηκαν κατά το πέρασμα τους από τον κεντρικό δρόμο των Ανωγείων.
Χρόνια πολλά σε όλους τους Έλληνες!
Για την ιστορική σημερινή Εθνική επέτειο μίλησε στο κήρυγμα του ο π.Ανδρέας Κεφαλογιάννης στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.”Στα αληθινά, τα σπουδαία τα δύσκολα τα ουσιαστικά είμαστε όλοι μια γροθιά. Με αυτή τη γροθιά κάνουμε το σταυρό μας, με την ίδια γροθιά ρίχνουμε τείχη για την ελευθερία μας..” ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναλυτικά το κήρυγμα του:
“Αδερφοί μου, Ξημερωθήκαμε και ανταμώσαμε στην εκκλησιά του αγίου μας, λειτουργηθήκαμε και ανάψαμε το κερί μας στη μνήμη και όλων όσων έδωσαν τη ζωή τους στο Ελληνοιταλικό Πόλεμο, μέσα σε κακοπυχίες και βάσανα για να αποκόψουν την επεκτατική διάθεση του Φασισμού και του Φασίστα Μουσολίνι.
«Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. Έκτακτον ανακοινωθέν: Η Ελλάς, από της 6ης πρωινής της σήμερον, ευρίσκεται εις εμπόλεμον κατάστασιν προς την Ιταλίαν! Ο στρατός μας αμύνεται του Πάτριου εδάφους! Ζήτω το Έθνος!». Με αυτό το ανακοινωθέν όλα αλλάξανε για τη χώρα το 1940 σαν σήμερα… Στο διάγγελμα του ο Ιωάννης Μεταξάς, αναφέρει….
«Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημας το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της. θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. Έλληνες, τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τα ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών!»
Και όλα όσα συνέβησαν αδέρφια μου, γράφτηκαν στην ιστορία με χρυσά γράμματα για την αξιοσύνη του Έλληνα, το ηθικό του, το αγόγγυστο σθένος του.
Αντισταθήκαμε, πολεμήσαμε, μέσα στα χιόνια, μέσα στις κακουχίες, δεν λιγύσαμε οι Έλληνες και αποδείξαμε για ακόμη μία φορά πως κανείς δεν μπορεί να μας πάρει την πατρίδα αμαχητή…
Στην αντίσταση αυτή και η εκκλησία μας η ορθοδοξία μας.
Από τις πρώτες κινήσεις σε κάθε ενορία να μαζέψουν τα αφιερώματα και όλα όσα χρήματα είχαν για να τα στείλουν προς ενίσχυση του κράτους μας που έπρεπε να σταθεί όρθιο απέναντι στους εχθρούς.
Δίπλα στην εκκλησιά και η Έλληνίδα μάνα, κόρη, αδερφή.
Που μέσα σε δυσκολίες μπόρεσε να πλέξει, να κουβαλήσει, πολεμοφόδια, να γίνει υποζύγιο και να φτάσει όσο πιο κοντά μπορούσε στον πολεμιστή γιο, άντρα, αδελφό για να τον ενισχύσει.
Και δίπλα Στην Εκκλησιά και τη Μάνα μια ολόκληρη Ελλάδα για την οποία όπως αναφέρθηκε σε όλο τον Κόσμο…
«Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον ενόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς γιατί είσθε Έλληνες… Έλληνες, σας ευγνωμονούμε».
Μπορεί στον Ελληνοιταλικό πόλεμο να νικησαμε αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε ο αγώνας της αντίστασης μιας ολόκληρης χώρας ενάντια στον κατακτητή, Ιταλό και κατόπιν Γερμανό…
Σκεφτείτε αδέρφια μου πως Μία από τις πρώτες πράξεις αντίστασης ήρθε και πάλι από την εκκλησία μας, από τον αρχιεπισκόπο Αθηνών, Χρύσανθο, που είπε ΟΧΙ και δεν όρκισε την δωσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Είπε ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος…. «Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς».
Αμέσως μετά η κατοχική κυβέρνηση τον καθαίρεσε…
Δεν καθαίρεσαν όμως, δεν κατάφεραν να σταματήσουν όλα όσα κυμάτιζαν στις ψυχές των Ελλήνων, και φτερούγιζαν στις καρδιές τους και όλα αφορούσαν τη Λευτεριά.
Αυτούς τιμούμε σήμερα, για όλους αυτούς σκύβουμε το κεφάλι και γονυπετείς ζητάμε η μνήμη τους να μη χαθεί και η ιστορία μας να μην αλλοιωθεί από κανέναν.
Από κανέναν αδέρφια μου.
Και είναι και δικό μας χρέος να μην υπάρξει λήθη, να μην ξεχαστούν ούτε από εμάς ούτε από τους νέους μας, ούτε από τα παιδιά των παιδιών μας.
Σας έχω πει και άλλοτε, σας επαναλαμβάνω σήμερα….
Αντιστεκόμαστε, αγωνιζόμαστε, υπομένουμε όλα όσα μας βασανίζουν σε μία καθημερινότητα η οποία δεν είναι δική μας αλλά μας την επέβαλαν. Θα ρίξουμε τελικά περισσότερο φως στον κόσμο, φως που μοιάζει φωτιά, για να κάψει το ψέμα, την υποκρισία, την απελπισία, την ισοπέδωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τον εμπαιγμό και κάθε πολυβολείο που καραδοκεί να σκοτώσει το συναίσθημα μας, την ψυχή του Έλληνα, τους αγώνες στη δύσκολη καθημερινότητα που μας παιδεύει, που καραδοκεί να σκοτώσει την Ελλάδα μας, την Πατρίδα μου, την πατρίδα σας, την πατρίδα όλων μας.
Θυμηθείτε αδέλφια μου, πως το έπος του 40΄ γράφτηκε για την αξιοπρέπεια μας και για τη σημαία μας, γράφτηκε από απλούς ανθρώπους που είπαν ΟΧΙ σε κάθε μορφή κατοχής.
Αυτή την αξιοπρέπειά και την ίδια σημαία καλούμαστε να υπερασπιστούμε και όλοι εμείς.
, με αγάπη και θυσία να δηλώνουμε σε όλο τον κόσμο,
Σε Ευρώπη και Αμερική παντού από άκρη σε άκρη, ότι
Είμαστε Έλληνες και στηρίζουμε ότι έχει σχέση με τις αξίες και τον άνθρωπο.
Όσοι δεν μας πιστεύουν, όσοι μας πολεμάνε, θα μας βρουν μπροστά τους. Δεν επιθυμούμε τον πόλεμο, τη σύγκρουση. Αλλά είμαστε σε θέση να δώσουμε και τη ζωή μας για αυτά τα χώματα τα ιερά, για το σταυρό μας τον τίμιο για τα παιδιά μας και όλα όσα ονειρεύονται.
Ο θεός μαζί σας και μην ξεχνάτε ότι είμαστε όλοι για τον έναν και ο κάθε ένας για όλους μας.
Πέρα από τα καθημερινά που μπορεί να μας αποπροσανατολίζουν… Στα αληθινά, τα σπουδαία τα δύσκολα τα ουσιαστικά είμαστε όλοι μια γροθιά.
Με αυτή τη γροθιά κάνουμε το σταυρό μας, με την ίδια γροθιά ρίχνουμε τείχη για την ελευθερία μας.
Τιμή στους Ήρωες μας, τιμή την Ελλάδα μας τιμή στη σημαία μας, πίστη στον θεό μας.
Η Παναγιά και ο Χριστός Μαζί σας
Και του χρόνου με υγεία και χαμόγελο”
Το ερχόμενο Σάββατο 27 Οκτωβρίου θα πραγματοποιηθεί στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου στα Ανώγεια το σαρανταήμερο μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του Γεωργίου Φασουλά ή Τροτσέλη, ενός όμορφου, αυθεντικού και με χιούμορ Ανωγειανού. Η ιστοσελίδα μας είχε πολλά μηνύματα από ανθρώπους που θα ήθελαν να διαβάσουν την νουβέλα που έγραψε ο “Τροτσέλης” και η οποία είχε βραβευτεί το 2014 στον λογοτεχνικό διαγωνισμό “Σικελιανά”.Μετά από αναζήτηση μας και με την βοήθεια των παιδιών του, καταφέραμε να βρούμε τη νουβέλα του με τίτλο “Ο Ξάπλας” την οποία και σας παρουσιάζουμε σήμερα, με σεβασμό και τιμή στη μνήμη του εκλιπόντος. Παράλληλη η ΑΝΩΓΗ, θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά τα παιδιά του Γεωργίου Φασουλά, που προσέφεραν στη μνήμη του πατέρα τους 100 ευρώ για τις ανάγκες της ηλεκτρονικής μας έκδοσης, χρήματα που θα διατεθούν για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Γνώσης της ενορίας του Αγίου Γεωργίου και τα δωρεάν φροντιστήρια Αγγλικών σε μαθητές, ενήλικες και πρόσφυγες. Παράλληλα ευχαριστούμε θερμά τα παιδιά του για την προσφορά ενός αντίτυπου του “Ξάπλα”στην εφημερίδα μας, το έργο ζωής του πατέρα τους, που αν και είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό, είχε τη σκέψη, τον λόγο και το κοφτερό μυαλό ενός πραγματικού συγγραφέα. Ας είναι αιωνία η μνήμη του.
Διαβάστε παρακάτω ολόκληρη τη νουβέλα, “Ο Ξάπλας”:
ΣΕΙΡΑ: Ελληνική Λογοτεχνία
ΤΙΤΛΟΣ: O ΞΑΠΛΑΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Γεώργιος Φασουλάς Τροτσέλης
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Φασουλά Ελένη
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Βουλουμπασάκη Φ. Ελένη
28310 53311
ΕΚΤΥΠΩΣΗ: ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗ
Τηλ. 28310 58800 – Fax 28310 50333
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Η εικόνα στο εξώφυλλο απεικονίζει μια ξυλόγλυπτη κορνίζα φτιαγμένη απ’ τον συγγραφέα, και στην φωτογραφία είναι ο ίδιος στην ηλικία των 27 χρόνων σε μια πλατεία του χωριού.
Πρόλογος
Ο Γεώργιος Φασουλάς, Τροτσέλης για τους συγχωριανούς του, γεννήθηκε το 1937 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου. Τη παιδική του ηλικία τη σημαδεύει ο πόλεμος, το ολοκαύτωμα του χωριού από τους Γερμανούς, αλλά και η απώλεια του πατέρα του λίγο μετά τη λήξη του πολέμου. Αναγκάζεται να δουλέψει ως «μαντρατζής» σε ξένα κοπάδια από μικρή ηλικία, ώστε να βοηθήσει την οικογένειά του, η οποία μένει από νωρίς χωρίς τον προστάτη πατέρα και σύζυγο.
Η περιέργειά του για τα πάντα είναι πολύ μεγάλη και η επιθυμία του να μάθει, ακόμα μεγαλύτερη. Δεν καθίσταται όμως δυνατό να ολοκληρώσει ούτε την Τρίτη δημοτικού. Τον βρίσκει ο πόλεμος, το ξεσπίτωμα, η ορφάνια και η επιτακτική ανάγκη να μεγαλώσει πρόωρα και να προσφέρει τα προς το ζειν στην οικογένειά του. Αυτό δεν στέκεται καθόλου εμπόδιο στην επιθυμία του να μάθει. Ακούει τις συζητήσεις των μεγάλων, «κλέβει» γνώσεις από αυτούς, παρατηρεί τη φύση τις ατελείωτες ώρες που βόσκει τα πρόβατα στον Ψηλορείτη, πειραματίζεται μόνος του.
Ασχολείται με την ξυλογλυπτική, με μοναδικό εργαλείο ένα σουγιαδάκι και με ένα πρωτότυπο τρόπο να διαλέγει τα θέματά του. Συνήθως επιλέγει ρίζες σφενδάμου και αφήνει το ξύλο να του μιλήσει. Τις περισσότερες φορές απλά τελειοποιεί την μορφή που ανεπαίσθητα διακρίνει στο ξύλο. Συχνά γύριζε απ’ το βουνό μ’ ένα γλυπτό και μας έβαζε να μαντέψουμε την ιστορία που το ίδιο μας αφηγείται, και με αφορμή αυτό ξεκίναγε μια διήγηση που μπορούσε να κρατήσει μέρες.
Από μικρός είναι παραμυθάς, ταλέντο που διατήρησε και καλλιέργησε μεγαλώνοντας. Από τα χαλάσματα που, μαζί με άλλα παιδιά συγκεντρώνονταν με σκοπό να ψάξουν στα αποκαΐδια για να βρουν κάτι να φάνε, μέχρι τα βράδια στο σπίτι του, μεγάλος πια με παιδιά, προσφέρει με το χάρισμά του και την επιδεξιότητά του στο λόγο, την παραμυθία στο κοινό του. Παραμυθία με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, δηλαδή ανακούφιση και παρηγοριά για την δύσκολη πραγματικότητα.
Θυμάμαι να μαζευόμαστε τα βράδια γύρω του, αυτός ξαπλωμένος στο κρεβάτι της κουζίνας, κι εμείς να κρεμόμαστε απ’ τα χείλη του συνεπαρμένοι από τις αφηγήσεις του. Αφηγήσεις που αφορούσαν σε φανταστικούς χώρους και χρόνους, αλλά και αφηγήσεις που μας ταξίδευαν σε πραγματικά μέρη του κόσμου. Ακόμα τώρα, μεγάλη με παιδιά εγώ, έχω έντονα συναισθήματα και εικόνες στο μυαλό μου από σκηνές και τοπία που μας περιέγραφε. Θυμάμαι την αγωνία και την περιέργεια για το άγνωστο, όταν ο ήρωας ενός παραμυθιού του, κατεβασμένος σε ένα πηγάδι, έπρεπε να διαλέξει τον δρόμο που θα του υποδείξει είτε ο μαύρος είτε ο άσπρος τράγος, οι οποίοι μιλούσαν με ανθρώπινη φωνή. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τοπία της μακρινής Αυστραλίας στην οποία, τάχα, σχεδίαζε να μετοικήσουμε οικογενειακώς, τους απέραντους αγρούς και τις τεράστιες φάρμες, με άλογα και καγκουρό.
Ο ίδιος, πέρα από μια εξορία στην Ελευθερούπολη όταν ήταν 19 χρονών, και την Γερμανία που δούλεψε αργότερα για ένα χρόνο, ώστε να μαζέψει χρήματα και να κάνει το δικό του κοπάδι, δεν είχε πάει πουθενά αλλού. Του άρεσε όμως να μαθαίνει για ξένους τόπους, πληροφορίες τις οποίες μας μετέφερε με γερή δόση φαντασίας. Την Αυστραλία δεν την έχω επισκεφτεί. Έχω δει άπειρες εικόνες κι έχω διαβάσει πολλές περιγραφές της, όμως οι εικόνες που μου αποτυπώθηκαν από τις διηγήσεις του πατέρα μου είναι πολύ πιο έντονες και ζωντανές στη μνήμη μου.
Οι διηγήσεις του ήταν πάντα προφορικές, μέχρι που φεύγει απ’ τα Ανώγεια για να κατοικήσει μόνιμα πια στο χωριό της μητέρας μου. Εκεί έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, αλλά και μικρότερο ακροατήριο, καμιά φορά μάλιστα δεν έχει κανέναν για να τον ακούει. Κάπως έτσι στράφηκε στο γράψιμο.
«Ο Ξάπλας» δεν είναι το πρώτο του έργο. Έχει γράψει και άλλα πριν από αυτό, κυρίως διηγήματα με χιουμοριστικό και διδακτικό χαρακτήρα, με έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο, αλλά και πολλά στιχάκια, είτε σε μορφή μαντινάδας είτε σε άλλο μέτρο. «Ο Ξάπλας» περιέχει, επίσης, αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ένας ήρωας της αφήγησης είναι ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο πατέρας είναι απών, ενώ η παρουσία του παππού είναι έντονη. Η νουθεσία του παππού προς τα παιδιά, για την θετική επίδραση της εργασίας σε αντίθεση με τις αρνητικές επιπτώσεις της αεργίας, ίσως να είναι η νουθεσία που ο ίδιος ο συγγραφέας δέχτηκε από έναν γέροντα που έπαιξε τον ρόλο του παππού του, όταν χάθηκε ο πατέρας του και έπρεπε να αφήσει πίσω του τα παιχνίδια και την ανεμελιά, να δουλέψει και να παράγει έργο.
Όλα του τα γραπτά είναι γραμμένα με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Γράφει συνεχόμενα χωρίς να χωρίζει προτάσεις, λέξεις και άρθρα. Γράφει αποτυπώνοντας τα φωνήματα, χωρίς ορθογραφία και στίξη. Την, ομολογουμένως, δύσκολη δουλειά της μεταγραφής, την ανέλαβαν και την έφεραν εις πέρας η αδελφή μου Ελένη και ο σύζυγός της Γιώργος Οικονομάκης, με πολύ υπομονή, αγάπη και σεβασμό, αφού δεν ήθελαν να παραποιήσουν το γραπτό. Η μόνη επέμβαση είναι, ίσως, η αφαίρεση μερικών «και» εκεί που ήταν απαραίτητο, ώστε η ροή της ανάγνωσης να είναι πιο ομαλή.
Ο ίδιος, αν και διαλεκτόφωνος, δεν γράφει στο ανωγειανό ιδίωμα. «Διορθώνει» λέξεις και φράσεις σε μια «λόγια» γραφή, πιστεύοντας ότι έτσι το κείμενό του θα είναι πιο προσιτό στον μη διαλεκτόφωνο αναγνώστη. Αυτό δε σημαίνει ότι το κείμενο είναι γραμμένο στην επίσημη νεοελληνική. Η γλώσσα του είναι μια νεοελληνική «στολισμένη» με μεγάλο αριθμό ιδιωματικών λέξεων και με ποικιλία φωνολογικών, μορφολογικών και συντακτικών χαρακτηριστικών του κρητικού ιδιώματος.
Φασουλά Κατερίνα, κόρη του
Ο ΞΑΠΛΑΣ
Ήταν και δεν ήτανε οχτώ η ώρα που οι δυνατές βροντές κι αστραπές του βοριά μάς ετρομάξα και μάς ξυπνήσαν όλους, τον πατέρα, τη μάνα μου και τον παππού μου. Και πρώτος ο παππούς μου, άκουσα να λέει.
-Τριανταμιά του Δεκέβρη είναι. Άσκημη πρωτοχρονιά θα έχομε. Όπως βλέπω η χιονιά, που θα κάμει, θα είναι καλά μεγάλη. Βλέπω πως και το κρύο θα φτάσει πολύ κάτω από το μηδέ. Τζάκι χρειάζεται τώρα και μάλλο με πολύ φωθιά, μεζέ στα κάρβουνα, καλό κρασί και μπόλικο για ν’ αντέξουμε τη χιονιά. Όπως ξέρω, τα ’χομε όλα. Και ξύλα και μεζέ και καλό κρασί έχομε. Άρα, λοιπό, έργα και θέληση θέλομε ακόμη. Και άρχισε να κουβαλεί ξύλα.
Ο πατέρας μου έφυγε να πα φιάξει τα ζωντανά στο στάβλο και η μάνα μας έστρωνε τα κρεβάθια μας και συγύριζε το σπίτι. Η γιαγιά εσυνέχισε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γιατί ήτανε κρυωμένη και δε μπόριε να σηκωθεί. Εμείς, ει τα πέντε παιδιά, είμαστε ξετουρτουριασμένα. Χτυπούσα τα δόδια μας από το κρύο το πολύ, που έκανε. Ευτυχώς, όμως, που ο παππούς ήτα γλήγορος. Στο πι-και-φι άναψε τη φωθιά. Αμέσως, άρχισε κιόλας να θερμαίνεται το σπίτι. Εμείς, μόλις είδαμε τη φωθιά, τρέξαμε στο τζάκι με τον παππού.
Εμείς, όμως, τα παιδιά πρέπει να σας πούμε τα ονόματά μας, που να γνωριστούμε. Πιο κάτω μπορεί να χρειαστούμε για κάτι, να τα ξέρετε. Εμένα με λένε Μανώλη. Είμαι ο μεγαλύτερος, γι’ αυτό πήρα και του παππού μου το όνομα. Ύστερα είναι η Ελένη, που της δώσανε τ’ όνομα της γιαγιάς, η Μαρία, ο Κωστής κι η Βαγγελιώ. Πέντε παιδιά, που το μεγαλύτερο ήτα δέκα χρονώ και το μικρότερο τριώ χρονώ.
Ο παππούς, όμως, έφιαξε μια φωθιά τόσο δυνατή, που μας έδιωξε η ζεστασιά από το τζάκι. Πιάσαμε όλα τα παιδιά τους φεγγίτες τω παραθυριώ κοιτάζοντας και χαζεύοντας τις μεγάλες άσπρες νιφάδες του χιονιού, που επέφτα η μια μετά την άλλη σα τροχαλίδες.
Το χιόνι άρχισε να σωριάζεται και να υψώνεται σα να ήθελε να μας-ε κατακλείσει τα πορτοπαράθυρα και να μη μας-ε ξαναφήσει να βγούμε έξω. Εμείς τα παιδιά, όσο το βλέπαμε να πέφτει, μας εξετρέλαινε κι αρχίσαμε να χοροπηδάμε, να γελάμε, να τσακωνόμαστε κιόλας. Κάναμε μια τόσο μεγάλη φασαρία και αναλωμή, που στο τέλος ο παππούς δεν άντεξε. Άρχισε να μας-ε φωνάζει και να μας απειλεί πως, αν δεν εκαθίζαμε φρόνιμα και γύρω από τη φωθιά να πυρωνόμαστε, ει θελα μας-ε δείρει. Εμείς, όμως, που ξέραμε τον παππού πόσο καλός ήτανε, όχι μόνο δεν εσταματούσαμε, μόνο εφωνάζαμε περισσότερο λες και του το κάναμε επίτηδες.