
Γράφει στην ΑΝΩΓΗ η Μαίρη Βουϊδάσκη
Στη μνήμη του συζύγου μου Βασίλη Βουϊδάσκη
Με πολύ μεγάλη συγκίνηση και ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση διάβασα τις τελευταίες μέρες την ανακοίνωση για την ίδρυση του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας στα Ανώγεια. Ο λόγος είναι η συμβολή της επιστημονικής έρευνας που διεξήγαγε ο αείμνηστος σύζυγός μου για τη μαθητική διαρροή στα σχολεία του Νομού Ρεθύμνης και η συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο:
“Δικαίωμα ή υποχρέωση η εννιάχρονη σχολική εκπαίδευση; Η περίπτωση της μαθητικής διαρροής στα Γυμνάσια του νομού Ρεθύμνης” Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1996
Πριν προχωρήσω στην παράθεση ορισμένων αποσπασμάτων από την αυτοβιογραφία του σχετικά με αυτή την έρευνα θα ήθελα να συγχαρώ τον κ. Δήμαρχο και γενικότερα ολόκληρο το δημοτικό συμβούλιο για τις συνεχείς και επιτυχημένες ενέργειές τους στον χώρο της παιδείας, του πολιτισμού και όχι μόνο, ώστε τα Ανώγεια να εξακολουθήσουν να εξελίσσονται και να αποτελούν ένα φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση.
Η παράθεση αυτών των αποσπασμάτων -σε πρώτο πρόσωπο και με ελάχιστες παρεμβάσεις στο κείμενο που ο ίδιος συνέγραψε μόνο για να υπάρχει μια λογική συνέχεια- έχει ως σκοπό να δείξει τον λόγο που οδηγήθηκε στη διενέργεια αυτής της έρευνας, τα αποτελέσματα της ανάλυσης των ευρημάτων και την συμβολή που είχε στη λήψη της σχετικής απόφασης από την Πολιτεία για την ίδρυση των καινοτόμων Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας.
“Μια αναλυτικότερη 12-σέλιδη περίληψη του βιβλίου του, το οποίο εκτείνεται σε 309 σελίδες, υπάρχει στην περιοδική έκδοση του συνδέσμου φιλολόγων Νομού Ρεθύμνου, Φθινόπωρο 1996, Τεύχη 3-4, σελίδες 129 – 140.
Σε μια συνεδρίαση της Επιτροπής Παιδείας του Νομού Ρεθύμνης παραμονές Χριστουγέννων 1994 κλήθηκα ως κοινωνιολόγος και Ρεθεμνιώτης, να εκφράσω την άποψή μου για την αντιμετώπιση ενός σοβαρού και πολύ ανησυχητικού κοινωνικού φαινομένου στο Νομό. Το πρόβλημα ήταν η μαθητική διαρροή, δηλαδή η εγκατάλειψη του γυμνασίου από τους μαθητές πριν ολοκληρώσουν την υποχρεωτική τους εκπαίδευση. Τους απάντησα ότι δεν είχα καμιά γνώμη και αν είχαν λίγη υπομονή, θα ήμουν σε θέση να τους ενημερώσω λεπτομερώς τόσο για τις διαστάσεις όσο και για τα αίτια του προβλήματος μόνο μετά από δυο περίπου χρόνια, αφού θα είχα διενεργήσει και ολοκληρώσει την απαιτούμενη επιστημονική έρευνα.
Συνειδητοποίησα αμέσως ότι είχα αναλάβει ένα πολυδιάστατο και πολύπλοκο κοινωνιολογικό θέμα.
Η αρχή στη μεγάλη και επίπονη προσπάθεια έγινε με την αναζήτηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, των δεδομένων και των υπαρχουσών πληροφοριών στις βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου, της Κρήτης και της Αθήνας σχετικά με την κοινωνικο-ιστορική εξέλιξη του φαινομένου αυτού, το στάδιο της έρευνας στο ίδιο ή σε συναφή αντικείμενα, για την αναγκαία θεωρητική θεμελίωση της έρευνας και επέστρεψα στο Ρέθυμνο, στον φυσικό χώρο της επιτόπιας έρευνας.
Το επόμενο βήμα έγινε με την προσωπική μου επίσκεψη στα δεκαέξι γυμνάσια του Νομού, όπου συνομίλησα με τους καθηγητές σχετικά με το φαινόμενο αυτό μέσα από την εμπειρία που είχαν στο χώρο της εκπαίδευσης. Υπέβαλα μια αίτηση στους γυμνασιάρχες με την παράκληση να μου δώσουν γραφτά τον συνολικό αριθμό των μαθητών, οι οποίοι γράφτηκαν στη δεκαετία 1984-1994. Ζήτησα επίσης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μαθητών που δεν φοίτησαν καθόλου στο γυμνάσιο, αυτών που φοίτησαν αλλά εγκατέλειψαν σε κάποια τάξη και εκείνων που τελικά πήραν το απολυτήριο.
Αφού είχα συγκεντρώσει αυτό πλήθος των στοιχείων μετά από την επεξεργασία των στατιστικών δεδομένων, το τελικό αποτέλεσμα της μαθητικής διαρροής στο Νομό ήταν αποκαρδιωτικό. Σύμφωνα πάντα με στοιχεία που είχα απ’ όλα τα γυμνάσια, από το συνολικό μαθητικό πληθυσμό των 11.526, που είχε γραφτεί σε ολόκληρη την δεκαετία, οι 8.454 μαθητές, ποσοστό 73,35% πήραν το απολυτήριο και οι 3.072 ποσοστό 26,65% διέρρευσαν, διέκοψαν δηλαδή την εννιάχρονη υποχρεωτική τους εκπαίδευση. Δυστυχώς περισσότεροι από ένας στους τέσσερις μαθητές δεν ολοκλήρωσαν τη δωρεάν γυμνασιακή τους εκπαίδευση.
Στη συνέχεια ακολούθησε αναλυτικότερη και πολυεπίπεδη ανάλυση της μαθητικής διαρροής, σύμφωνα με την τριμερή δημογραφική τυπολογία των γυμνασίων, αστικών, πεδινών και ορεινών περιοχών, κατά επαρχιακή σύνθεση, κατά φύλο και τέλος κατά γυμνάσιο ξεχωριστά.
Ασφαλώς η διαπίστωση της διάστασης του προβλήματος της μαθητικής διαρροής στο Νομό Ρεθύμνης αποτελούσε μια αναγκαία σοβαρή όσο και δύσκολη ερευνητική διαδικασία με το ειδικό της βάρος. Η σημαντικότερη όμως και δυσκολότερη αποστολή της ερευνητικής προσπάθειας ήταν η διερεύνηση του προβλήματος και η διαπίστωση των ποιοτικών του στοιχείων. Δηλαδή η σημαντική απάντηση στο ερώτημα αναφορικά με τα αίτια που το προκαλούσαν και τις συνέπειές του.
Αναμφίβολα οι μόνοι αρμόδιοι για να απαντήσουν σ’ αυτό το σημαντικό ερώτημα ήταν οι ίδιοι οι 3.072 μαθητές, που μπορούσαν να εξηγήσουν το λόγο ή τους λόγους, που τους οδήγησαν να εγκαταλείψουν το γυμνάσιο πριν την ολοκλήρωσή του. Η προσέγγιση όλων αυτών των πρώην μαθητών άγγιζε τα όρια του αδύνατου, γι’ αυτό αναγκάστηκα να αναζητήσω ένα σοβαρό ‘αντιπροσωπευτικό δείγμα’ από το συνολικό ‘πληθυσμό’. Και επειδή αυτά τα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια βρίσκονταν στη ηλικία από 13-23 ετών και όχι σε συγκεκριμένο προσβάσιμο χώρο, αλλά στα διάφορα χωριά του Νομού ή και της Κρήτης, αποφάσισα να συναντήσω προσωπικά το ικανοποιητικό για την περίπτωση δείγμα των 307 παιδιών, δηλαδή ποσοστό 10%. Ως μέθοδο για την άντληση των πληροφοριών επέλεξα ένα καλά δομημένο ερωτηματολόγιο τριάντα έξι ερωτήσεων με ταυτόχρονη προσωπική συνέντευξη.
Πολλές μέρες και ώρες του φθινοπώρου του 1995 χρειάστηκα για τις περιοδείες σ’ όλες τις επαρχίες, σε πολλά χωριά και την πόλη, για να συναντήσω τους πληροφοριοδότες μου.
Σε πολλές περιπτώσεις έπαιρνα τη συνέντευξη στον χώρο εργασίας του παιδιού, στο μαγαζί, στο ποιμνιοστάσιο, στους αγρούς, στην οικοδομή και κάποιες φορές μπροστά στους συντρόφους τους, κυρίως από τα κορίτσια που είχαν ήδη παντρευτεί.
Στην ερώτηση, γιατί το παιδί εγκατέλειψε το γυμνάσιο, παραθέτοντας ταυτόχρονα πολλαπλές πιθανές αιτίες, ακουμπούσα το πιο ευαίσθητο σημείο, που προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις και απαντήσεις. Και ενώ εγώ απευθυνόμουν στο παιδί, κάποιος από τους γονείς παρενέβαινε, δικαιολογώντας τη φυγή με την κακή οικονομική κατάσταση, την άρνηση του παιδιού και πολλά άλλα.
Για αυτή την ερευνητική διαδικασία χρειάστηκα περισσότερες από σαράντα μέρες στη διάρκεια του φθινοπώρου. Όμως όσο και αν ήταν κουραστική αυτή η πολυήμερη περιοδεία σε ολόκληρο τον Νομό, τα οφέλη ήταν πολλαπλά και ανεκτίμητα.
Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι η μαθητική διαρροή δεν είχε μόνο ένα αίτιο, αλλά ένα τεράστιο σύμπλεγμα ποικίλων αιτίων και κοινωνικών παραγόντων. Ο αλληλοσυσχετισμός όλων αυτών και η αμφίδρομη σχέση της επιρροής τους οδήγησαν στην τελική απόφαση την μαθητών για την εγκατάλειψη του γυμνασίου.
Σοβαροί σχολικοί και οικογενειακοί λόγοι ήταν κυρίως οι βασικότεροι παράγοντες που οδήγησαν τα παιδιά στη μαθητική διαρροή. Παιδιά από πολυμελείς κτηνοτροφικές και γεωργικές οικογένειες με γονείς χαμηλού εκπαιδευτικού κεφαλαίου, με χαμηλό εισόδημα απέδρασαν με την πρώτη δυσκολία από το γυμνάσιο. Παιδιά που είχαν τελειώσει ολιγοθέσια δημοτικά σχολεία, έφερναν μαζί τους μεγάλα γνωστικά κενά. Δεν είχαν καμιά σχολική βοήθεια από την οικογένεια και αντίθετα συνέβαλαν και εκείνα στην οικογενειακή οικονομία ακολουθώντας το επάγγελμα των γονέων τους.
Η απήχηση του βιβλίου και η συμβολή του
H σοβαρότητα και η χρησιμότητα του βιβλίου φάνηκε από την πρώτη στιγμή της έκθεσής του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων της Αθήνας και της επαρχίας. Προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση στους εκπαιδευτικούς κύκλους όλων των βαθμίδων, οι οποίοι γνώριζαν επιφανειακά την ύπαρξη του προβλήματος, αγνοούσαν όμως τη διάστασή του και το πλήθος των κοινωνικών του αιτίων. Το Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, μετά από τις υποδείξεις των εκπαιδευτικών, ασχολήθηκαν με το θέμα. Μου ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες, τις οποίες τους έδωσα σε μια διάλεξη στο Ηράκλειο, στην οποία ήταν παρόντες και μια ομάδα υψηλόβαθμων στελεχών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ακόμα και η πληροφορία που είχα πάρει από ένα όχι ευκαταφρόνητο αριθμό παιδιών, πως ακόμα και σε αυτή την ηλικία θα πήγαιναν σε κάποιο νυχτερινό γυμνάσιο, αν βρισκόταν στην περιοχή τους. Θέλω να πιστεύω ότι και αυτό το βιβλίο, μετά από παρεμβάσεις στην πολιτεία, έδωσε το στίγμα για την ίδρυση, σε μια και μόνο απόφαση, εννιά ‘Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας’ σε όλη τη χώρα τον επόμενο χρόνο.”