Mετά  από  σένα ο θάνατος είναι η μόνη λύση

γιατί δε θα ‘χω στη ζωή πράμα να με κρατήσει..

————————————————————–

Φεύγει η ζωή σιγά σιγά σαν το κερί που λιώνει

κι από το χάρο το φονιά άνθρωπος δε γλιτώνει..

———————————————————-

Φονιά του ονείρου θα σε πω πάλι ζηλιάρη ήλιε

γιατί ήρθες και με ξύπνησες την ώρα που με φίλιε…

————————————————————–

Εβγήκα βόλτα στο χωριό κερά μου μα δε σ’είδα

και μοιάζω μαύρος ουρανός που φέρνει καταιγίδα…

——————————————————————-

Ποτέ σου μην το καυχηθείς πως μ’ είχες του χεριού σου

γιατί θα ‘ρθει μιαν εποχή που δε τη βάνει ο νους σου..

——————————————————————

Εγώ ‘μουνα που σε έβλεπα φύλλο να μη σου πέσει

και εδά μου λες πως κηπουρό να μ’ έχεις δε σ ‘αρέσει..

———————————————————————–

Βιόλα μου εγώ εδίψουνα κι όμως επότιζα σε

και εδά μου λες ένα καλό από μένα δε θυμάσαι…

—————————————————————–

Να ‘μουνε δάκρυ ερωτικό στις λίμνες των μαθιών σου

για να χαϊδεύω οντε θα κλαίς το όμορφο μάγουλο σου…

————————————————————————

Ήρθεν ο Καπετάν Σεβντάς στη γειτονιά μου πάλι

κι είναι ζαέρι  ζάβαλε ρέγγι πως θα μου βγάλει…

Μέσα σε κλίμα συγκίνησης και με πολύ ζωντανή μουσική, απονεμήθηκαν σήμερα στο καφέ του βιβλιοπωλείου Ιανός, οι χρυσοί δίσκοι του τραγουδιστή και λυράρη Βασίλη Σκουλά, “Άσπρο μαντήλι ανέμιζε” σε μουσική του αείμνηστου Μάριου Τόκα και στίχους Κώστα Φασουλά και “Στο ξέσπασμα του φεγγαριού”.

Και οι δύο δίσκοι έγιναν τεράστια επιτυχία. Ο πρώτος είναι η τελευταία έμπνευση του αξέχαστου και πρόωρα χαμένου μουσικοσυνθέτη Μάριου Τόκα. Ο δεύτερος και πιο πρόσφατος δίσκος “Στο ξέσπασμα του φεγγαριού”, είναι μια μουσική ανθολογία του Βασίλη Σκουλά, μια αναδρομή σε παλαιότερες μελοποιημένες εμπνεύσεις του τραγουδιστή, με τις συμμετοχές ερμηνευτών, όπως του Γεράσιμου Ανδρεάτου, του Παντελή Θαλασσινού, της Γιώτας Νέγκα και του Μίλτου Πασχαλίδη.

«Τα τραγούδια του Μάριου, θα μείνουν κλασσικά. Άφησε πίσω του ένα τεράστιο και θαυμάσιο έργο. Για εμένα, η συνεργασία αυτή ήταν πραγματικά υπέροχη», είπε χαρακτηριστικά ο Κρητικός τραγουδιστής Βασίλης Σκουλάς.

Η σύζυγος του αείμνηστου μουσικοσυνθέτη, Αμαλία Τόκα, ιδιαίτερα συγκινημένη ανέφερε: «Ο Μάριος λειτουργούσε πάντα με αγάπη και μεράκι για το τραγούδι και ήθελε πάντα αυτό που είχε στο μυαλό του, να φτάνει και στα αυτιά των ακροατών. Δυστυχώς ο Μάριος δεν πρόλαβε να χαρεί την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, αλλά και άλλων έτοιμων τραγουδιών που βρίσκονται στο συρτάρι. Εμείς- η οικογένεια του- προσπαθούμε πάντα με σεβασμό να διατηρούμε και να προστατεύουμε την κληρονομιά που άφησε ο άνθρωπος αυτός.»

Οι δίσκοι απονεμήθηκαν στον Βασίλη Σκουλά, στον στιχουργό Κώστα Φασουλά, στους τραγουδιστές που συμμετείχαν στον τελευταίο δίσκο, στον μουσικό και επί χρόνια συνεργάτη του τραγουδιστή, Πάρη Περυσινάκη και στη σύζυγο του Μάριου Τόκα, Αμαλία.

Στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Ιανός, “δεν έπεφτε καρφίτσα”, καθώς ο Βασίλης Σκουλάς αλλά και οι αγαπημένοι φίλοι και συνάδελφοί του, Γιώτα Νέγκα, Γεράσιμος Ανδρεάτος και Παντελής Θαλασσινός ερμήνευσαν τραγούδια των δίσκων που έχει αγαπήσει το κοινό.

** Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας

Η σύγχρονη κοινωνία θεωρεί τη φυσική διδασκαλία , αυτή που πραγματοποιείται παντού και πάντοτε , ανεπαρκή για τη καλλιέργεια του ανθρώπου, γι’ αυτο και θεωρεί υποχρεωτική τη σχολική διδασκαλία η οποία θεωρητικα ολοκληρώνει τη παιδεία του. Σε χιλιάδες γλώσσες, σε κάθε χώρα αυτου του πλανήτη,εδω και αιώνες οι άνθρωποι διηγούνται ακούραστα τη ζωή και τις ανθρώπινες καταστάσεις με τρόπο που διαφέρει ως προς την αφήγηση και τη μορφή μα που παντου έχει μια κοινή σταθερή:την διάθεση για εξιστόρηση. Θα ‘λεγε κανείς πως το ανθρώπινο είδος διηγείται ακαταπαυστα την ίδια ιστορία με αμέτρητες παραλλαγές,όσες και ο ρυθμός των παλμών και της ανάσας αυτών που διηγούνται.

Διαβάζοντας αυτες τις μέρες για τη ζωή και το έργο του κορυφαίου πορτογάλου νομπελιστα [Νομπέλ 1998]Ζοζέ Σαραμάγκου θα ήθελα να σταθω και να μοιραστω μαζί με όλους τους αναγνώστες της Ανωγής κάποιες ”στιγμές” απο μια ομιλία του συγγραφέα στην οποία ο Σαραμάγκου υποκλίνεται στη σοφία των αγραμμάτων και δίνει μαθήματα απλότητας και ζωής σ’ενα κόσμο που κυριαρχεί ”το δήθεν” και η υποκρισία.

”Ο σοφότερος άνθρωπος που γνώρισα σ’ όλη μου τη ζωή δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Στις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν η υπόσχεση μιας νέας μέρας πλανιόταν ακόμη πάνω από τα γαλλικά εδάφη, σηκωνόταν από το αχυρόστρωμα κι έφευγε για το χωράφι, παίρνοντας μαζί του για βοσκή μισή ντουζίνα γουρούνια, που με τη γονιμότητά τους έτρεφαν τον ίδιο και τη γυναίκα του. Σ’ αυτήν την ένδεια ζούσαν οι γονείς της μητέρας μου, από ένα μικρό εκτροφείο γουρουνιών που, μόλις απογαλακτίζονταν, τα πουλούσαν στους γείτονες του χωριού μας, της Αζινιάγκα, στην επαρχία Ριμπατέζου. Τους παππούδες μου αυτούς τους έλεγαν Ζερόνιμο Μελρίνιο και Ζοζέφα Καϊσίνια και ήταν αναλφάβητοι κι οι δυο τους. Τον χειμώνα, όταν τη νύχτα το κρύο έσφιγγε τόσο που πάγωνε το νερό στις στάμνες μέσα στο σπίτι, έψαχναν στο χοιροστάσιο για τα πιο αδύναμα γουρουνάκια και τα έπαιρναν μαζί τους στο κρεβάτι. Κάτω από τα χοντρά στρωσίδια η ζεστασιά των ανθρώπων προφύλασσε τα μικρά ζώα απ’ την παγωνιά και τα έσωζε από βέβαιο θάνατο. Παρ’ όλο που ήταν άνθρωποι καλόκαρδοι, δεν ήταν η μεγαλοψυχία κι η συμπόνια που καθοδηγούσε τους δύο γέρους: αυτό που τους απασχολούσε, δίχως συναισθηματισμούς και μεγάλα λόγια, ήταν να προστατέψουν το ψωμί τους, όπως είναι φυσικό για τους ανθρώπους που, για να κρατηθούν στη ζωή, έμαθαν να σκέφτονται ως εκεί που ήταν απαραίτητο.

Βοήθησα πολλές φορές τον παππού μου τον Ζερόνιμο στη βοσκή, πολλές φορές έσκαψα το χώμα του λαχανόκηπου που συνόρευε με το σπίτι και έκοψα καυσόξυλα για τη φωτιά και πολλές φορές, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά τη μεγάλη σιδερένια ρόδα που έβαζε σε λειτουργία την αντλία, έβγαζα νερό από το πηγάδι της κοινότητας και το κουβαλούσα στους ώμους μου. Πολλές φορές, κρυφά από τους φύλακες των σιτοβολώνων, πήγαμε με τη γιαγιά μου και πάλι ξημερώματα, εφοδιασμένοι με τσουγκράνα, τσουβάλι και σκοινί, για να μαζέψουμε τα σκόρπια άχυρα που θα χρησίμευαν κατόπιν για στρωμνή των ζώων. Και κάποιες φορές, κάτι ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, μετά το δείπνο, ο παππούς μου έλεγε: «Ζοζέ, απόψε θα κοιμηθούμε οι δυο μας κάτω από τη συκιά». Υπήρχαν δύο ακόμη συκιές, όμως εκείνη, σίγουρα επειδή ήταν η ψηλότερη και η αρχαιότερη, υπήρχε πάντα, ήταν για όλους μας μέσα στο σπίτι η συκιά. Κατ’ αντονομασία, θα μπορούσαμε να πούμε, μια λέξη λόγια που τη σημασία της θα μάθαινα μετά από πολλά πολλά χρόνια… Μέσα στη γαλήνη της νύχτας, ανάμεσα απ’ τα ψηλά κλαριά του δέντρου, εμφανιζόταν μπρος μου ένα αστέρι κι ύστερα, αργά, κρυβόταν πίσω από ένα φύλλο και, όταν κοίταζα απ’ την άλλη πλευρά, σαν ένα ποτάμι που κυλάει σιωπηλά, πάνω στον κοίλο ουρανό πρόβαλλε η ιριδίζουσα φωτεινότητα του Γαλαξία, ο Δρόμος του Σαντιάγο, όπως το λέγαμε ακόμη στο χωριό. Μέχρι ν’ αποκοιμηθούμε, η νύχτα στοίχειωνε από τις ιστορίες και τα περιστατικά που διηγιόταν ο παππούς μου: θρύλοι, οράματα, λαχτάρες, απίστευτα επεισόδια, παλιοί θάνατοι, καβγάδες και μαλλιοτραβήγματα, κουβέντες των προγόνων, ένα ακάματο βουητό αναμνήσεων που με κρατούσε ξύπνιο ενώ ταυτόχρονα με νανούριζε απαλά.

Ποτέ δεν κατάφερα να μάθω αν σώπαινε μόλις καταλάβαινε πως είχα αποκοιμηθεί ή αν συνέχιζε να μιλάει για να μην αφήσει στη μέση την απάντηση στην ερώτηση που του έκανα αδιακρίτως στις παύσεις που τραβούσαν λίγο παραπάνω και που εκείνος έβαζε μέσα στη διήγησή του εσκεμμένα: «Και μετά;». Ισως να επαναλάμβανε τις ιστορίες για λογαριασμό του, για να μην τις ξεχνά, για να τις εμπλουτίζει με καινούργιες περιπέτειες. Στην ηλικία που είχα τότε και την εποχή που ζούσαμε όλοι μας δεν χρειάζεται δα να πω πως εγώ θεωρούσα τον παππού μου Ζερόνιμο κύριο και γνώστη όλης της σοφίας του κόσμου. Οταν, με το πρώτο φως του πρωινού, με ξυπνούσε το κελάηδισμα των πουλιών, εκείνος δεν βρισκόταν πια εκεί, είχε φύγει με τα ζώα του για το χωράφι και μ’ είχε αφήσει να κοιμάμαι….

Η γιαγιά μου που ήταν στο πόδι πριν ακόμη από τον παππού, έβαζε μπρος μου μια μεγάλη κούπα με καφέ, με κομμάτια ψωμί μέσα, και με ρωτούσε αν είχα κοιμηθεί καλά. Οταν της διηγιόμουν κάποιο κακό όνειρο που γέννησαν οι ιστορίες του παππού, εκείνη πάντα με καθησύχαζε: «Μη σκιάζεσαι. Τα όνειρα είναι φευγάτα». Σκεπτόμουν τότε πως η γιαγιά μου, παρ’ όλο που ήταν κι εκείνη σοφή γυναίκα, δεν έφτανε τον παππού μου, εκείνον που όταν ήταν ξαπλωμένος κάτω από τη συκιά, έχοντας στο πλάι του τον εγγονό του Ζοζέ, ήξερε να κινεί το σύμπαν μοναχά με δυο λέξεις. Πέρασε πολύς καιρός, ο παππούς μου είχε φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο κι εγώ ήμουν άνδρας μεγάλος, όταν πια κατάλαβα πως η γιαγιά μου εν τέλει κι αυτή πίστευε στα όνειρα. Για ποιον λόγο εξάλλου, καθισμένη μια νύχτα στην πόρτα του φτωχικού της, όπου ζούσε πια μονάχη, κοιτάζοντας τα μικρά και τα μεγάλα αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της, είπε αυτές τις κουβέντες: «Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος κι εγώ λυπάμαι να πεθάνω». Δεν είπε φοβάμαι, είπε λυπάμαι να πεθάνω, λες κι εκείνη η ζωή ατέρμονης και βαριάς δουλειάς που είχε ζήσει, στην ύστατη σχεδόν στιγμή της, λάβαινε τη χάρη ενός ύψιστου κι έσχατου αποχαιρετισμού, την παρηγοριά μιας αποκαλυμμένης ομορφιάς. Ηταν καθισμένη στην πόρτα ενός σπιτιού που όμοιό του δεν νομίζω ότι υπήρξε ξανά, γιατί μέσα του έζησαν άνθρωποι που μπορούσαν να κοιμούνται με τα γουρούνια σαν να ‘ταν παιδιά τους, άνθρωποι που λυπούνταν να φύγουν από τη ζωή, μόνο και μόνο γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, άνθρωποι, σαν τον παππού μου τον Ζερόνιμο, βοσκό και αφηγητή ιστοριών, που όταν προαισθάνθηκε πως ο θάνατος ερχόταν να τον πάρει, πήγε και αποχαιρέτησε τα δέντρα του κήπου του, ένα προς ένα, αγκαλιάζοντάς τα και κλαίγοντας, γιατί ήξερε πως δεν θα τα ξανάβλεπε.

……………………………..Και με τέτοιους άνδρες και γυναίκες από τη γη θρεμμένους, πρόσωπα αληθινά αρχικά, μυθιστορηματικές φιγούρες κατόπιν, έμαθα να είμαι υπομονετικός, να εμπιστεύομαι και να παραδίνομαι στον χρόνο, σ’ αυτόν τον χρόνο που ταυτόχρονα μας δημιουργεί και μας καταστρέφει, για να μας ξαναδημιουργήσει και να μας καταστρέψει από την αρχή. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αφομοιώσει αρκετά αυτό που η σκληρή εμπειρία μετέτρεψε σε αρετή σ’ αυτές τις γυναίκες και στους άνδρες: τη φυσική στωικότητα απέναντι στη ζωή. ………………………………………………..

Τυφλοί. Ο μαθητευόμενος σκέφτηκε: «Είμαστε τυφλοί», κι έκατσε να γράψει Το περί τυφλότητος, για να υπενθυμίσει, σε όποιον τυχόν το διαβάσει, πως όταν εξευτελίζουμε τη ζωή χρησιμοποιούμε διεστραμμένα τη λογική, πως η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης προσβάλλεται καθημερινά από τους κραταιούς του κόσμου μας, πως το παγκόσμιο ψέμα πήρε τη θέση της πληθυντικής αλήθειας και πως ο άνθρωπος έπαψε να σέβεται τον εαυτό του όταν έχασε τον σεβασμό του για τον πλησίον. Κατόπιν ο μαθητευόμενος, σαν να ‘θελε να εξορκίσει τα τέρατα που γέννησε η τυφλότητα της λογικής, βάλθηκε να γράψει την πιο απλή απ’ όλες τις ιστορίες του: ένας άνθρωπος αναζητεί έναν άλλον άνθρωπο μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να απαιτήσει η ζωή από μια ανθρώπινη ύπαρξη. Το βιβλίο λέγεται Ολα τα ονόματα. Αγραφα, όλα τα ονόματά μας βρίσκονται εκεί. Τα ονόματα των ζωντανών και τα ονόματα των νεκρών.

Σταματώ εδώ. Η φωνή που διάβασε αυτές τις σελίδες θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν. ”Ζοζέ Σαραμάγκου

Δεν ξέρω αν το χρέος ενός συγγραφέα είναι να βοηθήσει τον αναγνώστη ν’ανακαλύψει τον εαυτό του ή ο ίδιος ο συγγραφέας γράφοντας κάνει ενα ταξίδι στη φαντασία του ή στην ίδια του τη ζωή.Αυτο που μένει στο τέλος είναι προϊόν τεχνης ,γιατί ο λόγος είναι τέχνη και η τέχνη είναι η ίδια η ζωή .Βούτώντας λοιπόν σ’εναν άλλο τεχνίτη του λόγου,το Βιτσεντζο Κορνάρο θα χρησιμοποιήσω τους στίχους του απο τον Ερωτόκριτο,αντι επιλόγου σαν τον απόλυτο ορισμό της τέχνης της αφήγησης που σκόπο έχει την ψυχική ανύψωση του ανθρώπου μέσα απο την ευχαρίστηση της ανάγνωσης .

[….Απ’ Απ’ ότι κάλλη έχει ο άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη

να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγορία να πάρη

κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο

κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω. (Α 887-90)]

Ιωάννα Μπισκιτζή

Λέκτορας Κλασσικής Φιλολογίας

** Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα Γη της αμαρτίας εκδόθηκε ο 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το βραβείο Νόμπελ. Από το 1993 ζούσε με τη γυναίκα του Πιλάρ ντελ Ρίο μεταξύ Λισαβόνας και νήσου Λανθαρότε στα Κανάρια. Πέθανε τον Ιούνιο του 2010

Ο πρόεδρος, τα μέλη και το προσωπικό του ΚΑΠΗ Δήμου Ανωγείων αισθάνονται την υποχρέωση να  ευχαριστήσουν θερμά την οικογένεια του Φρυσάλη Αριστείδη   για το ποσό των 50,00€ που δώρισαν στην μνήμη της Ξυλούρη Μαρίκας (Μαχαιρογιώργενας).

«Από το Βέλγιο, το κέντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων,  ο αναγνώστη μας Ιάσονας Φαίτος, από τη Πεδιάδα Ηρακλείου μας γράφει: «Κάθε καλοκαίρι που κατεβαίνω στην Κρήτη, όποτε μπορώ πηγαίνω στο πανέμορφο χωριό σας. Δεν ξέρω γιατί, κάτι με τραβάει. Τα έθιμα σας, η παράδοση σας,  η παλικαριά σας, ο καθαρός αέρας, η θέα.. Μάλλον όλα αυτά.

Κλείνω με μια μαντινάδα:

Κρήτη συγνώμη σου ζητώ

Για μια φορά ακόμα

Που τα στιβάνια που πατούν

Πάνω σε ξένο χώμα

Καλή συνέχεια και πολλά μπράβο για την ιστοσελίδα σας.»

H ενορία του Αϊ Γιάννη Ανωγείων σε συνεργασία με το γραφείο τουρισμού IPSIPETIS TRAVEL διοργανώνει προσκυνηματική εκδρομή σε Καρπενήσι-Παναγία Προυσιώτισσα-Άγιος Ιωάννης Ρώσος,  από την Κυριακή 7 Αυγούστου μέχρι την Πέμπτη το πρωί στις 11 Αυγούστου.

Η τιμή της εκδρομής είναι 245 ευρώ και περιλαμβάνονται σε αυτήν: Ακτοπλοϊκά εισιτήρια Ηράκλειο-Πειραιάς-Ηράκλειο σε τετράκλινες εσωτερικές καμπίνες. 2 διανυκτερεύσεις στο Καρπενήσι σε κεντρικό ξενοδοχείο με πρωινό. Εκδρομές με πολυτελές κλιματιζόμενο πούλμαν. Ασφάλεια Αστικής Ευθύνης καθώς και έμπειρος συνοδός του γραφείου.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με τον π. Γεώργιο Ανδρεαδάκη στο τηλέφωνο 2834031073 ή στο τουριστικό γραφείο στο 2810224415 – 6976722918.

** Το Εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Ανωγείων ευχαριστεί για την καταβολή χρημάτων στο φιλόπτωχο ταμείο της Εκκλησίας εις μνήμην και αντί στεφάνων, του Γεωργίου Σπιθούρη[Μπουρατζάκος] τις οικογένειες:

Οικ.Εμμ.Τσαχάκη 50ευρω

Οικ.Γεωργίας Κοντογιάννη 50 ευρω

Οικ.Δημητρίου Δροσανάκη 50 ευρω

Οικ.Βασιλείου Σπιθούρη 50ευρω

Ο  εφημέριος

Γεωργιος Ανδρεαδάκης

-->