Ιστορία
Του Ιωάννου Κ. Νεονάκη MD, MSc, PhD.
Ίσως να αναρωτηθεί κανείς «μα καλά, είμαστε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και θα ασχολούμαστε με τη γλώσσα και το κρητικό ιδίωμα» ή «περί τριχών αγγέλων», όπως θα το έλεγαν οι παλαιότεροι; Και όμως πιστεύω ακράδαντα ότι ίσα ίσα τώρα είναι η ώρα για μάς τους Ρωμηούς να αναστοχαστούμε την ταυτότητά μας, την ιδιοπροσωπία μας, να γνωρίσομε και να αγαπήσομε τον πολιτισμό μας και να συνειδητοποιήσομε την τεράστια διαστρέβλωση που υπέστη το πρόσωπό μας τα τελευταία 180 χρόνια, διαστρέβλωση η οποία, κατά τη γνώμη μου, μάς οδήγησε σ’ αυτήν την κρίση που πρωτίστως είναι πολιτισμική. Και όταν, με τη βοήθεια του Θεού, σε λίγο διάστημα, ξεπεράσομε την κρίση, ο δικός μας Ρωμαίικος πολιτισμός θα είναι αυτός που θα μάς δώσει λύσεις και δυναμική ώθηση προς το μέλλον.
Η γλώσσα πέρα από την περιγραφή των πραγμάτων και την απλή χρηστικότητά της, εκφράζει και υπερασπίζεται ένα συγκεκριμένο πολιτισμό και τρόπο ύπαρξης. Και καμιά φορά σε ορισμένους τόπους δίνει και πολιτικές απαντήσεις και ο νοών νοείτω. Τη γλώσσα μας τη σεβόμαστε και την αγαπάμε, και οφείλομε να την προστατεύομε από κάθε αλλοίωση και βαρβαρισμό.
Το Κρητικό ιδίωμα αποτελεί έναν ανεκτίμητο γλωσσικό, αλλά και εν γένει πολιτιστικό, θησαυρό. Εν πολλοίς παραμένει άγνωστο και ανεξερεύνητο ακόμη και από μάς τους ίδιους τους Κρητικούς. Η αστικοποίηση κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου, αλλά και μια ακατανόητη και συμπλεγματική αποστροφή, που διακατέχει πολλούς από μάς, ως προς κάθε στοιχείο της ρωμαίικης παράδοσης και αυτοσυνειδησίας του λαού μας, οδήγησαν στον περιορισμό της χρήσης του ιδιώματος αυτού από την καθημερινή μας βιωτή. Πολλοί από μάς αγνοούν το γεγονός ότι οι περισσότερες λέξεις του Κρητικού μας ιδιώματος προέρχονται απευθείας από τα αρχαία ελληνικά και ενέχουν μια νοηματοδότηση πεποικιλμένη με εμπειρία αιώνων.
Παρότι δεν είμαι φιλόλογος, πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να «επισκεφτούμε» τις λέξεις αυτές και να τις γνωρίσομε εκ νέου τόσο σε επίπεδο ετυμολογίας, ορθογραφίας, αλλά και νοήματος και ορθής χρήσης. Να αγαπήσομε και πάλι τις λέξεις των πατέρων μας και ει δυνατόν να τις επανεντάξομε ή να τις χρησιμοποιήσομε περισσότερο στο λεξιλόγιό μας. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου (το οποίο αποτελεί το πρώτο από μια σειρά ανάλογων άρθρων) θα προσεγγίσουμε ορισμένες λέξεις που αρχίζουν από το άλφα έως το κάπα. Θα αναλύσομε πιο διεξοδικά 30 λέξεις και επίσης θα αναφέρομε περιληπτικά την προέλευση μερικών δεκάδων επιπλέον λέξεων. Το σύνολο σχεδόν των πληροφοριών προέρχεται από το εξαιρετικό πόνημα «Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του Δυτικοκρητικού Γλωσσικού Ιδιώματος» του συγγραφέα Αντωνίου Ξανθινάκη [Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης], το οποίο και προτείνεται ανεπιφύλακτα για τον τεράστιο πλούτο του και τη συστηματική προσέγγιση του θέματος. Για τυχόν παρατηρήσεις, διορθώσεις ή και προτάσεις παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μου στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected].
- Αλισάχνη. Η άχνη της θάλασσας, ράντισμα από άχνη θαλασσινή. Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά για να υποδηλώσει ένα πολύ αλατισμένο φαγητό. Προέρχεται από το αρχ. «αλοσάχνη» εκ της φρ. «της αλός (=θαλάσσης) άχνη»
- Αθιβολή. Η κουβέντα, η συζήτηση. Εκ του «αντιβολή». Πβ. το «τίνες οι λόγοι ούτοι ούς αντιβάλλετε προς αλλήλους περιπατούντες» (Λουκά 17, 24). Ομοίως και τα αναθιβάνω και αναθιβάλλω εκ του «αντιβάνω» και «αντιβάλλω» με επίδραση του «αναθυμούμαι».
- Αμάλαγος. Ο άθικτος, ο ανέπαφος. Από το αρχ. επίθ. «αμάλακτος» (α- στερητικό + μαλάσσω).
- (Α)μπώθω και (α)μπώχνω. Από το ρ. «απωθώ» με ανέβασμα του τόνου και ηχηροποίηση του π σε μπ.
- Αναγαβρώνω. Αναζωογονούμαι, βελτιώνεται η υγεία μου. Ανα- + αρχ. ρ. «γαυριάω – ώ» (επαίρομαι).
- Αναδράμω (συντάσσεται συνήθως με αιτ. προσωπ.). Προκαλώ ερεθισμό (κοκκίσμα, φαγούρα) στο δέρμα κάποιου. Από την υποτ. του αόρ. β΄ «ανέδραμον» του αρχ. ρ. «ανατρέχω»
- Ανάκαρα και νάκαρα. (ακλ.) Οι σωματικές δυνάμεις, η σωματική αντοχή. Πιθανότατα, προέρχεται από το αρχ. επίρρ. «ανάκαρ», το οποίο σημαίνει «προς την κεφαλή (κάρα)».
- Ανα(ε)κέρωση. Ναυτία, τάση προς εμετό. Εκ του αρχ. ρ. «ανακεράννυμι» (ανακατώνω) με παραγωγική κατάληξη –ώση, η οποία υποδηλώνει ασθένεια ή πάθηση.
- Ανα(ε)ντρανίζω. Ανορθώνομαι, ανυψώνομαι, ανασηκώνομαι. Από το ρ. «ανεντρανίζω» [προθ. ανά- + μσν. εντρανίζω (=κοιτάζω επίμονα), εκ του εντρανής (έντονος), εν- + τρανής] με αφομ. του ε από το αρχικό α.
- Αναστουλουχώ και αναστουλουχίζω. Κλαίω με αναφιλητά, κλαίω με λυγμούς. Από το αρχ. ρ. «αναστοναχέω» (=αναστενάζω) με τροπή του ν σε λ από ανομ. δύο έρρινων.
- Ανωνίδα. Μικρός ακανθώδης θάμνος. Από την αιτ. «ονωνίδα» του αρχ. ουσ. «ονωνίς» με τροπή του αρκτικού ο σε α.
- (Α)ξώνω και (α)ξιώνω. Ταλαιπωρώ, βασανίζω. Εκ του αρχ. «αξιώ» εκ του «άξιος».
- Απής. Αφού, αφότου (χρον. σύνδ.). Από την αρχ. φρ. «αφ’ ής» (ενν. «στιγμής» ή «ώρας»)
- Απόι. Η πρωινή ψύχρα, το αγιάζι. Από το ουδ. του επιθ. «απόγειος» (από + γη). Το απόγειον > το απόγει > το απόι με σίγηση του μεσοφ. γ.
- Αποσκύβαλα. Τα απορριπτόμενα από το κοσκίνισμα ως άχρηστα. Από το αρχ. ρ. «αποσκυβαλίζω» (απορρίπτω κάτι ως άχρηστο σκύβαλο)
- (Α)φουνάρα. Μεγάλη φλόγα. Από το ουσ. «φανάρα» μεγεθ. του φανός με προθετ. α- (πβ μαστάρα – μουστάρα).
- Αρφουγκάζομαι, καθώς και οι τύποι, αφουργκάζομαι αφρουκάζομαι, αφουκράζομαι, αφουγκρούμαι και φρουκούμαι. Ακούω με προσοχή, υπακούω. Από το αρχ. ρ. «επακροώμαι» > επακρώμαι > εφακρούμαι > αφουκρούμαι > αφουκράζομαι και με ανάπτ. του ρ > αρφουγκάζομαι.
- Βρούχος. Βρόντος, ρόγχος. Από το ρήμα βρουχούμαι, εκ του αρχ. ρ. «βρυχώμαι».
- Γεις. Ένας. Από το αρχ. «είς» με ανάπτυξη ευφων. γ.
- Γλακώ. Τρέχω. Από το αρχ. «εκλακώ» [εκ + δωρ. λακώ αντί ληκώ (τσακίζομαι)].
- Γούζιομαι ή γούζομαι. Θρηνώ γοερά. Από το αρχ. ρ. «γοάω» > γοΐζω > γοΐζομαι > γούζομαι.
- Διόχνει (απρόσ.) Πάντοτε με γεν. προσ. αντων. Μού διόχνει από το αρχ. «δοκεί μοι» (μου φαίνεται καλό, νομίζω).
- Εγόη και εγούγια (επιφ.). Πάντα με γεν. προσ. αντων πχ. εγόη μου. Αλίμονό μου. Το πλέον πιθανό είναι να προέρχεται από το αρχ. ρ. «γοώ» (θρηνώ) > γόος > γοή > εγόη με προθετ. ε-.
- Επά (τοπ. επίρρ.). Εδώ. Από το αρχ. δωρ. «πά» (αττ. «πή») = κάπου. Το ε από επιδρ. επιρρ. που αρχίζουν από ε (εδώ, εκεί κλ).
- Ζάλο. Εκ του μσν. «ζάλον» εκ του αρχ. «σάλος» (θόρυβος). Πβ τα ρ. σαλ-εύω (περπατώ) και σαλ-αγώ (οδηγώ κοπάδι θορυβωδώς)
- Καμ(ν)ιώ. Μισοκλείνω τα μάτια από νύστα. Εκ του αρχ. ρ. «καμμύω».
- Κάσα. Η λέρα ή ο ρύπος, ο οποίος επικάθεται σταθερά και για μεγάλο χρονικό διάστημα στο δέρμα και δύσκολα βγαίνει. Εκ του αρχ. ουσ. ο «κάσας» που σημαίνει δέρμα ή ύφασμα που ρίχνεται πάνω στην ράχη του αλόγου κάτω από τη σέλα.
- Κατσούνι. είδος καμπυλωτού σουγιά. Εκ του αρχ. «γαμψός» μέσω του βενετσιάνικου ganzone<ganzo. Με μεγέθυνση προέρχεται και η λέξη κατσούνα.
- Κοκκοσάλι. Από τα κόκκος + σάλος, το οποίο όταν έγινε β΄ συνθετικό μετέπεσε σε ουδέτερο γένος
- Κουλάφτης. Αυτός πού έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά. Εκ του αρχ. επιθ. «κυλλός» (κεκαμμένος, γυρτός) + αυτί.
Του Ιωάννη Κ. Νεονάκη MD, MSc, PhD.
Καθώς ο λαός μας βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, πιστεύω ότι είναι πλέον επείγουσα και sine qua non συνθήκη επιβίωσης για μάς, να αναστοχαστούμε την ιστορία μας, να την προσεγγίσομε με κριτικό βλέμμα και εξ αυτού να καταλάβομε ακριβώς που βρισκόμαστε και πάνω από όλα ποίοι είμαστε εμείς, αλλά και ποιοι είναι οι άλλοι με τους οποίους σχετιζόμαστε και από τους οποίους δυστυχώς εξαρτάται πλέον η ζωή μας. Βασική προϋπόθεση στην προσέγγισή μας αυτή θα πρέπει να είναι ο προσδιορισμός του διπόλου Ρωμανίας – Φραγκίας.
Είμαι σίγουρος ότι εάν ερωτηθούν εκατό νεοέλληνες για το τι είναι η Ρωμανία η συντριπτική τους πλειοψηφία είτε θα δηλώσει πλήρη άγνοια, είτε θα αναφερθεί λανθασμένα στο σύγχρονο κράτος της Ρουμανίας. Όλοι έχομε ακούσει και θεωρούμε ότι είμαστε απόγονοι και συνεχιστές του «Βυζαντίου» ή όπως λέμε της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», όμως λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι το πραγματικό όνομα του κράτους μας ήταν Ρωμανία και οι πρόγονοί μας αποκαλούνταν Ρωμηοί και ποτέ «Βυζαντινοί». Οι όροι «Βυζάντιο» και «Βυζαντινοί», όταν αναφέρονται στα μετά το 330 μ.Χ. πράγματα της αυτοκρατορίας είναι ψευδεπίγραφοι, παρελκυστικοί, παραπλανητικοί και καθιερώθηκαν δολίως για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες σκοπιμότητες. «Εφευρέθηκαν» τον 16ο αιώνα και η χρήση τους γενικεύθηκε μόλις τα τελευταία 200 χρόνια. Δεν είναι όμως του παρόντος να ασχοληθούμε με την ονοματολογία.
Διαβάστε την συνέχεια... »
Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Βίκτωρα Ουγκώ ως τον σπουδαιότερο εκφραστή του ρομαντικού κινήματος και συγγραφέα του περίφημου μυθιστορήματος «οι Άθλιοι». Ο Βίκτωρ Ουγκώ όμως ήταν κι ένας από τους μεγαλύτερους φιλέλληνες. Η επανάσταση του 1866-69, το «δεύτερο ’21», όπως ονομάστηκε, αποτελεί την κορυφαία έκφραση του πόθου των Κρητών για ελευθερία και εθνική αποκατάσταση. Το κυρίαρχο σύνθημα «Ένωσις ή Θάνατος», εκφράζει με σαφήνεια και επιγραμματικά τον εθνικό χαρακτήρα του Κρητικού Ζητήματος, που γρήγορα πήρε μεγάλες διαστάσεις και απασχόλησε σοβαρότατα την ελληνική και την ευρωπαϊκή διπλωματία, ως σημαντική πτυχή του όλου Ανατολικού Ζητήματος.
Τον Δεκέμβριο του 1866, έπειτα από πολλές παρακλήσεις των Ελλήνων για να υπερασπισθεί τους εξεγερθέντες Κρήτες, ο Βίκτωρ Ουγκώ γράφει : «Κραυγή τις μοί έρχεται εξ’Αθηνών. Εν τη πόλει του Φειδίου καί του Αισχύλου πρόσκλησίς τις μοί εγένετο, φωναί προφέρουσι τό όνομά μου. Τίς ειμί, ώστε ν’αξίζω τοιαύτης τιμής; ουδέν. ‘Ηττημένος τις. Καί τίνες αποτείνονται πρός μέ; νικηταί. Ναί, ηρωϊκοί Κρήτες, καταδυναστευόμενοι σήμερον, έσεσθε νικηταί εν τω μέλλοντι. Εμμείνατε. Καίτοι πεπνιγμένοι, θέλετε θριαμβεύσει. Η διαμαρτύρησις εν αγωνία είναι ισχύς…».
Κατά τους πρώτους μήνες της επανάστασης διεξάγονταν επικές μάχες σε όλη την Κρήτη. Τα γεγονότα του πρώτου έτους κορυφώθηκαν με την πολιορκία και το ολοκαύτωμα της ιστορικής Μονής Αρκαδίου (8 Νοεμβρίου 1866). Το γεγονός αυτό προκάλεσε ισχυρή συγκίνηση στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Ο Ουγκώ τότε γράφει:
«… Στο μοναστήρι του Αρκαδιού, που το ‘χτισε ο Ηράκλειος, δεκάξι χιλιάδες τούρκοι πολεμάνε εκατόν ενενήντα εφτά άντρες και τριακόσιες σαράντα τρείς γυναίκες και παιδιά. Το τούρκικο ασκέρι έχει είκοσι έξη κανόνια, και δύο οβούζια. Οι έλληνες κρατάνε μονάχα διακόσια σαράντα ντουφέκια. Δυό μερόνυχτα βαστάει ο πόλεμος. Το μοναστήρι έγινε κόσκινο από διακόσιες μπόμπες. Ένα τειχί τινάχτηκε κι΄οι τούρκοι χύνουνται μέσα. Οι έλληνες ξακολουθάνε τη μάχη. Εκατόν πενήντα ντουφέκια έχουν ανάψει, μα παλεύουν ακόμα έξη ώρες από κελλί σε κελλί, κι΄ από σκαλί σε σκαλί. Δυο χιλιάδες κουφάρια είναι στίβα στην αυλή. Η στερνή αντίσταση λυγάει. Μυρμήγκια οι τούρκοι νικητές πλημμυράνε το μοναστήρι. Δεν απομένει παρά ένα δώμα φραγμένο, όπου βρίσκεται η μπαρουταποθήκη και σ΄ αυτό το δώμα, σ΄ αυτήν την παλαίστρα, κοντά στην άγια τράπεζα, τριγυρισμένος απ΄τα γυναικόπαιδα, ένας παπάς, ο ηγούμενος Γαβριήλ, προσεύχεται. Έξω πέφτουνε στη μάχη οι πατεράδες κι΄ οι άντρες. Μα να μή σκοτωθούνε και να ζήσουνε, θάταν η πιό τρανή κακοτυχιά για τις γυναίκες και τα παιδιά, που θα συρθούνε σε δυο χαρέμια. Την πόρτα την πελεκάνε οι τούρκοι με τσεκούρια. Τώρα θα τήνε σκίσουνε και θα πέσει.. Ο γέροντας παίρνει απ΄την άγια τράπεζα ένα κερί που καίει, απλώνει τη ματιά του πάνω στις γυναίκες αυτές και σ΄αυτά τα παιδιά, γέρνει τη φλόγα του κεριού πάνω στο μπαρούτι και τους σώζει. Μια τρομερή επέμβαση, η έκρηξη, στυλώνει τους νικημένους, η αγωνία γίνεται θρίαμβος, κι΄ αυτό το ηρωικό ταπεινό μοναστήρι, που πολέμησε σαν κάστρο, πεθαίνει σαν ένα ηφαίστειο. Δεν είναι μονάχα τα Ψαρά επικά, μήτε το Μεσολόγγι τρανό.
Αυτά είναι τα γεγονότα. Τι κάνουν οι πολιτισμένες κυβερνήσεις; Τι καρτεράνε; Μουρμουρίζουν: Υπομονή, το συζητάμε. Το συζητάτε! Σύγκαιρα όμως ξεριζώνουνε τις ελιές και τις καστανιές, τινάζουνε τα λιοτρίβια, καίνε τα χωριά, καίνε τα γεννήματα, διώχνουνε ολάκερους πληθυσμούς για να πεθάνουν απ΄την πείνα και την παγωνιά στο βουνό, σφάζουνε τους άντρες, κρεμάνε τους γερόντους, κι΄ ένας τούρκος, που βλέπει ένα παιδάκι κοιτάμενο στη γή του χώνει στα ρουθούνια τη φλόγα του λύχνου για να δει αν είναι πεθαμένο ή ζωντανό. Μ΄ αυτόν τον τρόπο στο Αρκάδι πέντε πληγωμένους τους φέρανε στη ζωή για να τους σφάξουν. Υπομονή, λέτε. Σύγκαιρα όμως το τούρκικο ασκέρι μπαίνει στις Μουρνιές, όπου μονάχα γυναικόπαιδα απομείνανε, και σα βγήκε απ΄το χωριό, δε μένει σ΄ αυτό τίποτ΄ άλλο παρά σωρός ερείπια που κυλούσαν απάνω σε σωρό από κουφάρια, μικρά και μεγάλα. Κι΄ η κοινή γνώμη; Τι κάνει αυτή; Τι λέει; Τίποτε. Γύρισε απ΄τ΄αλλο το πλευρό. Τι ζητάτε; Αυτές οι καταστροφές φέρνουνε κακοτυχιά. Είναι παλιά πράματα. Αλλοίμονο! Η υπομονετική πολιτική των κυβερνήσεων έχει δυο αποτελέσματα. Απαρνιέται τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα, απαρνιέται τη συμπόνοια στην ανθρωπότητα. Βασιλιάδες. Μια λέξη θάσωνε το λαό αυτό. Και μια λέξη της η Ευρώπη τη λέει γρήγορα. Πέστε τη. Γιατί πράμα θάσαστε καλοί, αν όχι γι΄αυτό; Μα όχι. Σωπαίνουνε και θέλουνε βουβά νάναι όλα. Απαγορεύεται να μιλάς για την Κρήτη. Αυτό είναι το πρεπούμενο. Ενάντια σ΄ενανε μικρό λαό συνωμοτούνε έξη ή εφτά μεγάλες δυνάμεις. Ποια είναι η συνωμοσία αυτή; Η συνωμοσία της σιωπής. Μα τ΄αστροπελέκι δεν είναι βουβό. Τ΄ αστροπελέκι έρχεται από ψηλά, και, στη γλώσσα της πολιτικής, τ΄ αστροπελέκι το λένε επανάσταση…»
Και στις 17 Φεβρουαρίου 1867 σε άλλη επιστολή του :
«…Η επανάσταση δεν πέθανε. Της πήρανε τον κάμπο, μα κρατάει τα βουνά. Η επανάσταση ζει, βογκάει, κράζει βοήθεια. Γιατί επαναστάτησε η Κρήτη; Γιατί ο Θεός την έφτιασε ομορφότερη απ΄όλες τις χώρες του κόσμου, κι΄ οι τούρκοι πιό δύστυχη απ΄ όλες. Γιατί έχει καρπούς και γεννήματα και δεν έχει εμπόριο. Έχει πολιτείες χωρίς δρόμους, χωριά δίχως στράτες, λιμάνια χωρίς ταρσανάδες, ποτάμια δίχως γεφύρια, παιδιά δίχως σκολειά, έχει δικαιώματα χωρίς νόμους, έχει ήλιο και δε φωτίζεται, μέσα στης τουρκιάς το πηχτό σκοτάδι.Επαναστάτησε γιατί η Κρήτη είναι Ελλάδα κι΄ όχι Τουρκιά, γιατί στην Ελλάδα ο ξένος είναι μισητός, γιατί ο τύραννος άν είναι της ίδιας ράτσας είναι βδελυρός, αλλοιώς είναι φριχτός. Γιατί είναι αδύνατο να σταθεί στην πατρίδα του Ετέαρχου και του Μίνωα ένας αφέντης βαρβαρόφωνος. Γιατί και σύ Γαλλία θα επαναστατούσες.»
Είναι τόσο φιλελληνικός ο λόγος του Ουγκώ και τόσο υποστηρικτικός για τους αγώνες των Κρητών, που αντί επιλόγου θα παραθέσω τους στίχους που του αφιέρωσε ο Παλαμάς, το 1902, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του : «σ’ εσένα ο ύμνος, που έσπειρες και λόγοι ξαναβλάστησαν η Ωδή, το Δράμα, η Σάτιρα κ’ η επική Καλλιόπη. Από βοριά προφητικού και αντάρτικου το φύσημα / τρέμουν ακόμα ολόγιομοι της Φαντασίας οι τόποι. Μα πρώτα απ’ όλα ευλογητός και παινεμένος που έκραξες – Ω Μισολόγγι! Μπότσαρη! Κανάρη! Κρήτη! Ελλάδα!…»
Ιωάννα Μπισκιτζή
λέκτορας κλασικής φιλολογίας
—Σημείωση: Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ο Ανωγειανός δάσκαλος Εμμανουήλ Σκουλάς του Βασιλείου (Αναγνώστου), (1843-1866) είναι αυτός που έβαλε το πυρ στην πυριτιδαποθήκη της Ιεράς Μονής Αρκαδίου.
Βιβλιογραφία:
Βίκτωρος Ουγκώ, Στην εξορία, Εκδ. Ορίζοντες -Αθήνα 1954
Ιωάννα Διαμαντούρου, Η Κρητική Επανάσταση (1866-1869), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΓ′, (1977),σελ.253-277
Ενας χρόνος έντονος και στην Αρχαιολογία, με επεισόδια όχι πάντα θετικά, υπήρξε το 2012. Η μεγάλη κλοπή στην Ολυμπία σημαδεύει τη χρονιά που πέρασε, όσο κι αν τα αρχαία βρέθηκαν τελικώς και επέστρεψαν στη θέση τους. Υπήρξαν πάντως ενδιαφέρουσες εξελίξεις σε διάφορα μέτωπα. Η επαναλειτουργία του Ακρωτηρίου με το νέο στέγαστρο, μεγάλες αρχαιολογικές εκθέσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που βεβαίως συνεχίζονται, συνέδρια χάρη στα οποία δημοσιοποιήθηκαν νέες ανασκαφές και σπουδαία ευρήματα, η καλή πορεία των αναστηλωτικών έργων στην Ακρόπολη και η άριστη πορεία των έργων του ΕΣΠΑ, η εν εξελίξει είσοδος της ψηφιακής τεχνολογίας στην ξενάγηση μουσείων συνιστούν βήματα προς τα εμπρός, παρά τη δεινή θέση στην οποία έχει περιπέσει και ο τομέας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το 2012, έτος μνημονίου – ας μην ξεχνάμε -, καταγράφεται επίσης ως το έτος που το υπουργείο Πολιτισμού υποβιβάστηκε σε Γραμματεία του υπουργείου Παιδείας, κάτι που ως αυτή τη στιγμή μόνο αρνητικά πιστώνεται. Η αλλαγή πολιτικής ηγεσίας, η περικοπή του προϋπολογισμού, η αναμενόμενη πώληση της έδρας του (προκειμένου να καταβάλλει μίσθωμα εν συνεχεία!), ακόμη και η αλλοπρόσαλλη πολιτική μερίδας αρχαιολόγων στην κατάδειξη προβλημάτων προκάλεσαν σύγχυση και απαισιοδοξία.
Σωστικές είναι στην πλειονότητά τους οι μεγάλες ανασκαφές που γίνονται σήμερα στην Ελλάδα – ας είναι καλά τα μεγάλα έργα, όπως το μετρό της Θεσσαλονίκης για παράδειγμα -, και ανάλογα είναι τα ευρήματα. Από αυτά «Το Βήμα» έχει επιλέξει δέκα και τα παρουσιάζει χωρίς σειρά σπουδαιότητας.
ΖΩΜΙΝΘΟΣ
Το μυστήριο αποκαλύπτεται
Στον δρόμο προς την Ιδα και το Ιδαίον Αντρον η Ζώμινθος αποκαλύπτει το μυστικό της. Η πολυτέλεια του κτιρίου που ανασκάπτεται στα 120 μ. πάνω στον Ψηλορείτη από την Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη και το πλήθος των λατρευτικών αντικειμένων που έρχονται στο φως, μεταξύ των οποίων τα χάλκινα ειδώλια, ο μεταλλικός κύλινδρος με τα χαραγμένα φίδια (το σκήπτρο του ιερέα), τα θυμιατήρια, τα χάλκινα εγχειρίδια και κύπελλα, ρυτά και πολλά αναθήματα, δείχνουν ότι σε αυτό το κτίριο υπήρχαν επίσημοι χώροι τελετών και σπουδαίο ιερό. Μετά την τελευταία ανασκαφή η πιθανότητα να επρόκειτο για το κτίριο που χρησιμοποιούσαν οι ιερείς του Ιδαίου Αντρου τον χειμώνα μεταφέροντας εκεί τη δραστηριότητά τους είναι μεγάλη.
Απο ΤΟ ΒΗΜΑ
Του Ιωάννου Κων. Νεονάκη MD, MSc, PhD.
Πριν από δύο χρόνια ο Δήμος Ηρακλείου στις καλοκαιρινές του εκδηλώσεις στο ανοιχτό κηποθέατρο «Όαση» είχε προσκαλέσει τα μέλη του πολιτιστικού συλλόγου “Magna Graecia» («Μεγάλη Ελλάδα») από τα ελληνόφωνα χωριά της Ιταλίας για να δώσουν μια συναυλία με τραγούδια του τόπου τους. Στην αρχή της εκδήλωσης μάς μίλησε ο πρόεδρος του συλλόγου, ένας συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Στάθηκε στη μέση της σκηνής και με σπαστά Ελληνικά και τρεμάμενη από τη συγκίνηση φωνή ξεκίνησε να μιλάει. «Αδέρφια, χαίρομαι που σάς βλέπω και είμαι κοντά σας» ήταν τα πρώτα του λόγια που αργά και με δυσκολία άρθρωσε από την πολλή συγκίνηση και το πνίξιμο στο λαιμό. Όλο του το κορμί έκλαιγε εκείνη την ώρα. Έκλαιγε το κλάμα της μεγάλης χαράς, του πραγματικού οντολογικού συναισθήματος που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής, από την αρχή της ύπαρξης και πυρπολεί. Και εμείς συγκινηθήκαμε. Και εμείς ανταποδώσαμε το χαιρετισμό βουρκωμένοι και όλοι μαζί αγκαλιαστήκαμε νοερά, εκεί στη σιωπή του αχνού φωτός, σε μιαν ενότητα, σε μίαν ύπαρξη, σε ένα σώμα. Σ’ αυτό το αιώνιο, αναλλοίωτο σώμα των Ρωμηών, σ’ αυτήν την κοινότητα, σ’ αυτήν την κοινωνία των συγκαιρινών, των τεθνεώτων και των ερχομένων. Σε αυτό το σώμα, το ρωμαίικο, το ελεύθερο, το συνεχώς διευρυνόμενο, που πορεύεται όρθιο, υπερήφανο και χαρούμενο προς το τέλος, προς την ολοκλήρωση των εσχάτων.
