Ο Στελής Καλομοίρης του Μανόλη γεννήθηκε στ΄ Ανώγεια το 1872. Ηταν αδερφός του Βασίλη Καλομοίρη (προπάππου των Ντουλγκέρηδων).  Το 1888 εγκαταστάθηκε στις κορφές Μαλεβιζίου, σε ηλικία 16 ετών, λόγω ενός ατυχούς γεγονότος, το οποίο δε κατάφερε να ξεπεράσει σ όλη του τη ζωή.

«Ένα μεγάλο φταίξιμο έκαμα του Θεού μου,κι όπου βρεθώ

κι όπου σταθώ δε βγαίνει από το νου μου»,  έλεγε

Στις Κορφές κατάφερε με την προσπάθεια και την εργατικότητα του να μάθει την τέχνη του μάστορα σε οικοδομικές εργασίες και εξελίχθηκε σε ένα από τους καλύτερους στο είδος του στην ευρύτερη περιοχή του Μαλεβιζίοιυ. Θεωρούνταν ιδιαίτερα εξειδικευμένος στις φάμπρικες. Συμμετείχε ενεργά ως εργολάβος στην ανέγερση του περιβόητου μεγάρου «Φυτάκη» ενός πρωτοποριακού κτίσματος για την εποχή εκείνη. Και στ’ Ανώγεια όμως ,ως εργολάβος, συμμετείχε στην κατασκευή  του υδραγωγείου των Ανωγείων , του Ιερού Ναού της Παναγίας στο Περαχώρι, του Ζωνού το μύλο και σε άλλα σημαντικά έργα της περιοχής.
Άνθρωπος ιδιαίτερα σοβαρός και λιγομίλητος, αλλά γεμάτος ευαισθησία, εντάχθηκε στις Κορφιανές παρέες και εξελίχθηκε σε σπουδαίο μαντιναδολόγο.
Παντρεύτηκε τη Μαρία Πατραμάνη και απέκτησαν τρία παιδιά: την Αθανασία, την Ειρήνη, και το Μανόλη ,ο οποίος με τη σειρά του έγινε ένας σπουδαίος μαντιναδολόγος. (Με τη μαντινάδα εκφράζονταν και οι κόρες του όπως δείχνουν τα γραπτά που βρέθηκαν σπίτι τους μετά και το θάνατο της Αθανασίας, τελευταίας επιζώσας αυτού του σπιτιού.) Η γυναίκα του πέθανε νωρίς και έμεινε έτσι μόνος. Στις πιέσεις των φίλων του να ξαναφτιάξει τη ζωή του απαντούσε:
Τ’ άστρο που ξημερώνεται στον τάφο τση από πάνω
εκείνο θα ρωτήξω εγώ κι ότι μου πει θα κάνω.

Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Πέθανε το 1965 στις  Κορφές ,όπου και ετάφη.
Μια μικρή τιμή αλλά και οφειλή στη μνήμη τους αυτό το γραπτό .
Οι παλιοί μερακλήδες γνωρίζουν τις μαντινάδες των Στελή και Μανόλη Καλομοίρη, καλό όμως να τις γνωρίσουν και οι νεώτεροι , ή πιο σωστά, να γνωρίσουν τους δημιουργούς ,γιατί οι μαντινάδες είναι οι περισσότερες γνωστές. Μερικές απ αυτές είναι οι παρακάτω όπως αναγράφονται στο βιβλίο του Μανώλη Παπυράκη «Η Μαντινάδα στις Κορφές» έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Κορφών

Στελής Καλομοίρης

Εκλεισ’ η γι-έρμη μου καρδιά σα-ν τω Χανιών τη μ-πόρτα,
και δεν ανοίγει δε γελά όπως εγέλα πρώτα
———————————————————————
Βρέχει, αστράφτει και βροντά στο χιονιστή γυρίζει,
μ’ άμα τη δουν τα μάθια μου η γης λουλούδια ανθίζει
———————————————————————
Έχω παράξενη καρδιά κανένας δεν την έχει
γιατί γνωρίζει ν’ αγαπά και να μισεί κατέχει
———————————————————————–
Άχερα ρίχνω στο γιαλό βαριά ναι και βουλούνε
κι άλλοι μολύβια ρίχνουνε    φτερά χουν και πετούνε
—————————————————————–
Ήντα να κάμω, τι να πω κι ήντα λογής να διάξω
που μπήκα στην αγάπη σου και δε μπορ’α-βαστάξω
———————————————————————
Δεντρί που δε σου μέλλεται να φας που τον καρπό του
μη κοιμηθείς στον ίσκιο του να πάρεις τον καημό του
—————————————————————–
Αμοναχό ένα δεντρό ποτέ καρπό δε γ-κάνει
γιατί το δέρνει η μοναξά παράπονο το πιάνει
———————————————————-
Και ο πολύς εγωισμός την ομορφιά ασκημίζει
τον άνθρωπο απ’ τα ψηλά στα χαμηλά γκρεμίζει
————————————————————–
Χτυπώ τη μ- πόρτα τση χαράς, προβέρνει και μου λέει
μη μ’ ενοχλείς παρακαλώ η μοίρα σου τα φταίει

Μαντινάδες του Μανόλη Καλομοίρη του Στυλιανού

Δε θέλω να μ’ ανάψουνε καντήλια σα μ-ποθάνω
φτάν’ η φωθιά που μ΄ έκαιγε στο γ-κόσμο τον απάνω

Σκληρός ο δρόμος της ζωής , ατέλειωτη ανηφόρα
λίγη χαρά αν είχα χτες βάσανα έχω τώρα.
————————————————————
Να ‘χαν οι δυστυχείς Θεό αλλιώς θελα τα φέρνει
μα φαίνεται κι αυτός ο Θιος με τσ’ ευτυχείς πηγαίνει
————————————————————-
Μέσα σε μια σκληρή ζωή περνούν και πάν’ οι χρόνοι
χαρά σ’ εκείνες τις καρδιές που δε τσι τρων’ οι πόνοι
————————————————————-
Μεσ’ την ελπίδα είχα το νου και πέρασε ο χρόνος
Κι αλύπητα με χτύπησε στην αγκαλιά του ο πόνος
———————————————————-
Σ’ αναστενάξει ο μερακλής ώρα π’ ο ήλιος δίδει,
σύννεφα βγάνει ο βοριάς και γίνεται σκοτίδι
————————————————————-
Καρδιές που η μοίρα τσι χτυπά κι ο Θιός τσι κατατρέχει,
μοιάζουνε με ασφεντυλιές στο βορεινό όντε βρεχει

Ας είναι αιώνια η μνήμη τους και τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω μια μαντινάδα που η Ειρήνη , κόρη του Στελή, γράφει σε γράμμα στην ξαδέρφη της στην Αθήνα πριν πενήντα  και ,χρόνια

Στη γλάστρα της υπομονής φύτεψα την ελπίδα
και την ποτίζω δάκρυα μέχρι να βγάλει φύλλα

Αγάπη Καλομοίρη

Μοιραστείτε το

-

-->