Όσο μικρός ο άνθρωπος και αν είναι αν σηκώσει,
ανάστημα στη λευτεριά που θέλει θα σιμώσει.
Κι όσο κι αν θένε οι δυνατοί σκλάβο να τον κρατούνε,
και με φοβέρες κι απειλές να τον περιφρονούνε,
και να του λένε ειρωνικά κουράγιο κακομοίρη,
θα ‘ρθει μια μέρα στση χαράς να ‘χεις αδερφομοίρη.
Κι ωσάν το καθαρό ουρανό που συννεφιά δεν έχει,
κι ο ήλιος βγαίνει ξέγνοιαστος το κόσμο να προσέχει,
δίχως να βλέπει του βοριά τη μπάντα πως μανίζει
και σύννεφα τον ουρανό σιγά σιγά γεμίζει.
Έκεια που λέει πως είναι ευγιά στο χιονιστή γυρίζει
και με βροντές και αστραπές την πλάση πλημμυρίζει
Η στούπα πέφτει χαχαλιές με κοκοσάλι ομάδι
και παίρνει ο κόσμος τη μορφή του μαυρισμένου Άδη.
Άνθρωποι,ζώα και πουλιά τόπο να βρουν γυρένε,
απ’ του καιρού τη μάνητα για να γλιτώσουν θένε.
Έτσα του σκλάβου τη ψυχή που η σπίθα τηνε καίει,
γίνεται φλόγα και φωθιά και λευτεριά γυρεύει.
Τα κόκαλα ντου αδιαφορεί στο μπέτη τζη αν ‘φήσει,
αρκεί η γενιά που έρχεται ελεύθερη να ζήσει.
Χωρίς θυσίες λευτεριά ποτέ δεν αποχτάται,
δίχως αξίες άνθρωπος καθόλου δε λογάται.
—Ένα ποίημα από τον Βασίλη Σμπώκο (Λουκά) του Ατζαρομάνωλα για τους αναγνώστες της ΑΝΩΓΗ.