ΕΡΕΥΝΑ-Σκουλάς Γιώργης του Μιλτιαδανρέα.

-Συνέχεια εκ του προηγουμένου

-Ω! Σε ξέρω, και σ αγάπησα γιατί σε ξέρω.Μα η παληκαριά σου και η σβελτοσύνη σου.γιά τον κόσμον εδώ κάτω μόνον ειναι.Τα γραμμένα όμως εις τον ουρανόν μηδ ο Θεός αυτός μπορει να τα αλλάξη. Γιά με λοιπόν,ως και διά τες άλλες Νύμφες των νερων,ειναι γραμμένο να αγαπω και ν αγαπωμαι απεριόριστα,χωρίς να χάσω τίποτ απ τη θεότητα και την αθανασίαν μου.Αρκει να μένω σταθερά στην παρθενίαν και αγνότητα μου. Αν όμως λησμονήσωμεν την θείαν μας καταγωγήν,και την στιγμήν της μέθης και της ηδονής,παραδοθωμεν εις άνδρα,μη Θεόν όπως ημεις,απογοήτευσις και συμφορά μας περιμένει.Και στας πικρίας ταυτας έχει ατυχως το μέρος του-μεγάλο μέρος-και ο άνδρας όστις εκυνήγησε την ευτυχίαν του μαζύ μας.Ελπίζω νασαι φρόνιμος και σοβαρός μαζύ μου.Δεν θα σου λείψη τίποτε εις το βασίλειον μου.Ότι δήποτε επιθυμήσης θάναι εδω,αγάπη μου,δική σου όλη,να το προμηθεύω.

Ηκουεν ο Γιάννης ή ησθάνετο τους λόγους της,αλλά μέσα εις την ηδονήν,την μέθην που από το στόμα της ερρόφα,δεν αντελαμβάνετο φαίνεται όλην την δύναμιν και έκτασιν των.Και εξηκολούθουν αγκαλιασμένοι όπως ησαν να τετερίζουν,λόγια ανόητα,λόγια τρελλά,όπως ειναι τα λόγια αγάπης.

Ο κατεργάρης όμως ήλιος,ο οποίος με το να ζηλεύη τους ερωτευμένους,βιάζεται να ξημερώση ή αργει να βραδυάση,όταν η παρουσία του ειναι ενοχλητική,εκυλουσε τουναντίον τότε βιαστικά-βιαστικά να χωθη πίσω από τον ψηλορείτην,δια να μη βλέπη τάχα το θείον ανοσιούργημα.Η ποιός ξέρει;Ισως και διά να τρέξη να καταγγείλη εις τον Πατέρα των Θεων και των ανθρώπων,ότι δύο ανομοιογενή πλάσματα του,τον έβαλαν,τα αθεόφοβα και τους κρατουσε το λιχνάρι.

Είχε μάλιστα ουρλιάσει μόλις τους αντελήφθη ζητωντας επιμόνως να του στείλουν τον βαρύν του πέπλον,διά να σκεπάση το πρόσωπον του και να μην βλέπη τ άνοσια και αφύσικα καμώματα.

Αλλα μόνον όταν έφθανε κυλών αδιάκοπα και θυμωμένα στην ρικνήν του Ψηλορείτη ράχιν,έλαβεν τον πέπλον και τον εξεδίπλωσε μπροστά του,σαν μιά μεγάλη και σκοτεινή νεφέλη.Η Νεράιδα σαν ειδε την σκιάν να τους πλακώνη,σημειον της ταραχης του ήλιου και τους σκοπούς του ένοιωσε,εσηκώθηκε σαν τρομαγμένη από το πέρασμα της ώρας,παρέσυρε στο σήκωμα της και τον Γιάννη,τον αγκάλιασε σφιγκτότερα,σαν διά να τον πάρη μαζύ της,του έδωκεν ένα πλειό γλυκύ ακόμη και πλειό δυνατό φίλημα,τον εκύταξε πλειό τρυφερά στα μάτια,ως διά να ίδη ποίαν θα του έκαμνον εντύπωσιν τα λόγια της,και ειπε σαν κάπως λυπημένα.

-Ειναι καιρός τρελλόπαιδο να φύγω.Αρχίζουν τώρα να ξυπνουν και οι αδελφές μου και δεν πρέπει ακόμη απιστούσα να με ιδουν ή να με νοιώσουν.

Ο Γιάννης μόλις ήκουσεν πως σκέπτεται να φύγη την έσφιγξε πλειό δυνατά,σαν διά να βεβαιωθη και να την βεβαιώση,ότι αδύνατα εσκέπτετο,την διέκοψεν αποτόμως και ειπε.

-Να φύγης; Ω! Αυτό δεν ειναι δυνατόν να γίνη.Ω! Δεν ειναι δυνατόν ποτέ ν αποφασίσης από τον ουρανόν που μ έβαλες στην γην να με γκρεμίσης.Και με την απόφασιν να την κρατήση έστω διά της βίας,την περιεπτύσσεντο παραφώρως ακόμη δυνατότερα και την εφυλούσε.Αλλ αλλοίμονον! Περιεπτύσσετο και εφυλούσε τον αέρα.Εκείνη,ως πνοή ασύλληπτος ευρίσκετο ήδη εις τα βάθη της λίμνης.

Ο Γιάννης κτυπουσε το κεφάλι του,έτριβε τα μάτια του,εκύτταζε δεξία και αριστερά,έτρεχε πότε εδω πότε εκει,όπου ενόμιζε πως έβλεπε το γελαστό της πρόσωπον,τώρα με δάκρυα στα μάτια,και τώρα με γέλοιο στο στόμα,ανέγυρε το νερό της λίμνης,και τόσον ητο συγχυσμένο το πνεύμα του,που δεν μπορουσε να βεβαιώση άν ονειρεύετο ή πραγματικως τρελλός ητο.Επί τέλους σωριάστηκε στα πόδια του σαν αποθαμένος από την εξάντλησιν και του σώματος και του νοός.

Απεκοιμήθη;Δεν ήξευρε να πη ούτε ο ίδιος.Μαλλον ευρίσκετο εις μίαν μέσην κατάστασιν,μεταξύ ύπνου και ξύπνου,ματαίως αγω νιζόμενος να επιτύχη την εκμηδένισιν του πνεύματος του εις την γλυκείαν άβυσσον του ύπνου.Ενθυμείτο μόνον,και το διηγειτο κατόπιν,ότι περασμένα ολίγον τα μεσάνυκτα, ήκουσε γλυκά τραγούδια και αρμονικούς

χορούς.Αλλά συγχυσμένος και εξηντλημένος ως ητο,έστριψε λοιπόν εκ νέου τα μάτια του,και έβλεπε μπροστά του.Και τι έβλεπε;Παρθένους γελαστάς με άσπρους μεταξεδένιους πέπλους,τους οποίους πότε-πότε εσήκωνεν η αύρα,και άφηνε να φαίνονται τα χιονόλευκα και ροδίζοντα κορμιά των.Ετραγουδουσαν αγγελικά, και εχόρευαν ακατάπαυστα,ακολουθουσα χειροπιαστά η μιά την άλλην,και προσέχουσες εις τα τσακίσματα της λυρας,της πάντοτε αόρατης,αλλα και πάντοτε αρμονικως.

Αι όμορφες αυτές κοπέλες δεν ητο δυνατόν να ειναι του χωριου,δεν τες εγνώριζε.Αλλά που λοιπόν ευρίσκετο;Εμεινεν έτσι κάμποσιν ώραν σαν μαγεμένος,και σαν αποσβολωμένος τες παρατηρουσε,ότι μίαν στιγμή έπεσαν τα μάτια του εις τα νερά της λίμνης,τότε συνηλθεν ολίγον από την ταραχήν του και θυμήθηκε που ητο.Ορθάνοιξε λοιπόν τα μάτια του και εκύτταξε.Αλλά δεν έβλεπεν εκείνην που περίμενεν.Εκείνην,που του ειχε πάρη τα λογικά του,και που μόνη εμπορουσε να του τ αποδώση.Αυτό τον απεκαρδίωνεν ακόμη περισσότερον,και ήκουσε την κεφαλήν του ν ανοίγη στα τέσσαρα,και τας δυνάμεις του ολοέν να παραλύουν.

Εφοβήθη μήπως αι κακές εκεινες και ξεμυαλίστρες γυναικες,του την ξέβγαλαν από την ζήλεια των.Διότι όσον και αν ήσαν όμορφες και αυτές,δεν την παράβγαιναν καθόλου.Σαστισμένος όπως ητο δεν ήξευρε τι να κάμη.Να τες φωνάξη;Να τες παρακαλέση να του πουν;Να τες μαλώση;

Ολα αυτα μαζύ ητοιμάζετο να κάμη,αφ ου δεν ήξευρε σε ποιά απόφασιν να δώση την προτίμησιν,ότε του φάνηκε πως ειδε σαν αστραπή,να βγαίνη από την λίμνη,κάτι σαν άγγελος.Και ενω έκαμνε να σηκωθη και να πηδήση πάλιν προς το φάντασμα,δύο μαλακά μικρά χεράκια,τόσο δα, του έκλεισαν τα μάτια εκ των όπισθεν,και συγχρόνως φίλημα ηδονικώτερον ησθάνετο στο μέτωπο του.Αυτά τον έφεραν εις τα σύγκαλα του και γεματος τώρα απο ζωήν και αγαλλίασιν,ευρέθη όρθιος μέσα στην αγγαλιά της,ο ένας τρυφερά χαιδεύοντας τον άλλον,σαν να μη συνέβη τίποε από τα χθες το βράδυ.

Εις το πιπίλημα των τρυφερων φιλιων των,τον χορόν σταμάτησαν απότομα αι άλλες Νεράιδες.Ετριψαν καλά τα μάτια των,σαν να μην επίστευον καλά ό,τι έβλεπον,παρετήρουν θαμπωμένες και εκστατικές,και σε μιά στιγμή,με μιά κίνησην όλες,αλλά κίνησιν διστακτικήν,έτρεξαν όλες ολοφυρόμεναι να χωθουν στη λίμνη.

Ταε ένοιωσ η βασίλισσα και πικρογέλασε και ειπε.

-Πολύ στ αληθινά η οργή και ο θυμός σας μου κοστίζουν.Ξέρετε πως σας αγαπω και ξέρω την αγάπην σας.Αλλά κοντά στον Γιάννη μου,εσας δεν λογαριάζω.Στον έρωτα του πρόσφερα θυσία και σας και την αγάπην σας.Στον έρωτα αυτόν ποδοπατω και την αθανασίαν και την θεότητα μου.Και τον Θεον-Πατέρα μου,αυτόν που όντως με ηγάπησεν από τα κορίτσια του καλλίτερα,τον λησμονω και εκεινον για μιας στιγμης αγάπην με τον Γιάννην μου.

Και έπειτα στραφεισα προς αυτον…

-Καθισε τρελλέ,να κουβεντιάσουμε σαν φρόνιμοι του ειπεν.Ολα αυτά που ειδες η που ένοιωσες,ποτέ δεν θα με κάμουν να σ αγαπω λιγώτερο.Νοιώθω πως και η αγάπη σου ειναι τρελλή σαν και την δικήν μου.Και τέτοιον έρωτα,αξίζει μα την πίστιν μου να χλευάση και περιφρονήση τις όλα του κόσμου τ αγαθά και τ ουρανου τας τέρψεις.Δεν ξέρω ποίαν θα τηρήσουν στάσιν προς εμέ αι αδελφαί μου ύστερα από ό.τι ήκουσαν και ειδαν.Ελπίζω μ όλα ταυτα την προτίμησιν των εις εμέ να δώσουν ακολουθούσαι με στην αμαρτίαν πούκαμα παρά στερουσαι με της συντροφιάς των,στον άγνωστον που μπαίνω δρόμον.Ηξεύρω ότι μ αγαπουν αι δύσμοιραι.Και εγώ την ίδια προς αυτάς αισθάνομαι αγάπην.Μου ειναι όμως αδιάφορον ό,τι και αν αποφασίσουν.Με φθάνει νάχω εσένα πάντοτε,να ειμαι μόνη μου μαζύ σου και μαζύ μου συ τρελλόπαιδο.Ειναι αρκετό γιά με να εισαι ιδικός μου,όπως και εγώ γιά σε να ειμαι ιδική σου.

Μέσα σε τέτοιες τρυφερότητες επέρασε και εκείνη η νύκτα.Το απρόοπτον κράξιμο του πετεινου τους χώρισεν απότομα.Αλλ ειχον ήδη συνεννοηθη στο ίδιο μέρος ν ανταμώσουν τα μεσάνυκτα.

Ο Γιάννης μόλις νύκτωσε την άλλην ημέρα,ευρέθηκε στη λίμνη κι επερίμενε ανυπόμονα.Πρώτη η βασίλισσα εβγηκεν από την λίμνη κι έτρεξε χαρούμενη στου Γιάννη.

Σιωπηλές και σοβαρές,η μία μετά την άλλην,έβγαιναν σαν διστακτικές και οι άλλες Νεράιδες κ εστάθηκαν εις κάποιαν απ αυτων απόστασιν παρατηρούσαι.

Δεν μπορουσαν να συνηθίσουν στην ιδέαν του αποχωρισμου από την αγαπητήν και λατρευτήν βασίλισσαν,και η ψυχή των δεν εβάσταξε να την αφήσουν μόνην στον δρομον

τον αβέβαιον πουχε την απόφασιν να πάρη.Επειτα δεν ησαν βέβαιαι σχεδόν ότι δεν ειχε κάμει και δεν θα έκαμνε ποτέ ολόκληρον την αμαρτίαν,ως ειχαν φοβηθη την πρώτην φοράν που την ειδαν να ξεγλυστρά από το αυστηρόν καθηκον.

-Συνεχίζεται.

 

Μοιραστείτε το

-

-->