Έρευνα- Γιώργης Σκουλάς του Μιλτιαδαντρέα

Συνέχεια εκ του προηγουμένου.
-Εχάραξεν ήδη η ημέρα μακρυά από το μέρος της Δίας,όταν τουρτουρίζων,από το ψύχος του απρόσμενου λουτρού του,και τον θυμόν που του προξενουσεν η αβεβαιότης,αν είδε η δεν είδε τίποτε,εβγήκεν τρομερά συγχυσμένος από την λίμνην,και εκάθησε συλλογισμένος επάνω εις μίαν πέτραν διά να στεγνώση.
Και έτσι το αμέριμνο παλλικάρι,αυτό που δεν εγνώριζε σκοτούρες στην ζωή του,ευρέθη έξαφνα με το κεφάλι έτοιμον να ξεκαυκαλώση και με την καρδιάν χωρίς αντοχήν και έτοιμην να σπάση από τους δυνατούς της κτύπους.Τόσον τον εβασάνιζε το πρόβλημα αν είδεν η δεν είδε τίποτε.
Πόσον ητο δυστυχής εις την αγωνιώδη αυτήν αμφιβολίαν! Του εφαίνετο ότι ευρίσκετο μέσα εις μίαν βάρκα,η οποία χωρίς τιμόνι εχόρευεν επάνω είς άγρια κύματα στεφομένη πότε δεξιά,πότε αριστερά,πότε πηγαίνουσα μπροστά και πότε γυρίζουσα οπίσω,πότε στα ύψη και πότε στα βάθη της θαλάσσης,και κρύος ιδρώς τον περιέβρεχε.
Με την επίμονον αυτήν αμφιβολίαν στο κεφάλι την οποίαν του κάκου προσεπάθει ν απαμακρύνη από τον λογισμόν του,ηλθε το μεσημέρι χωρίς να νοιώση ούτε που ητο,ούτε τι έκαμνε,και χωρίς καθόλου να θυμηθη τους φίλους του,που τόσον ανυπόμονα τον επερίμεναν από τα χθές το βράδυ.
Το μεσημέρι στεγνωμένος από τον ήλιον και συνειφερμένος ολίγον από τα κελαδήματα των πουλιων,και από την χαρά της φύσεως,που επιδρούσεν καταπραυντικά στα νευρα του,και εμετρίαζων το καρδιοκτύπι και το τράνταγμα του κεφαλιού του,ήρχισε να σκέπτεται ηρεμώτερα.Και εσυλλογίσθη,ότι αφ ου του εφάνη πώς ειδε κάτι τι,και αφ ου ξευρε-το ειχεν ακούση τόσες φορές-ότι στην λίμνην ησαν Νεράιδες,θα πη ότι Νεράιδες ησαν ότι είδε.
Απεφάσισε λοιπόν με κάθε τρόπον,να ξεδιαλύνη το μυστήριον,να βγη από την αμφιβολίαν,και την αβεβαιότητα,που τον εβασάνιζαν,και να προχωρήση εν ανάγκη εμπρός,αφ ου οπίσω δεν του ητο δυνατόν πλειά να γυρίση.Και διά να μεταχειρισθώμεν τα ίδια του τα λόγια,όπως ο ίδιος τα διηγείτο κατόπιν,απεφάσισε……στον ποταμόν να μπη ή πέρα να περάση ή μέσα να πνιγή!
Ετσι λοιπόν κατεστάλαξε στην τελευταίαν του απόφασιν.Να κατέβη στο χωριό,να νιφθή,να κτενισθή,να συγυρισθή και έτσι πλειό λεβέντης από τες άλλες ημέρες,και ντεληφυσέκης και χαρούμενος,να γυρίση την νύκτα μυστικά από τους άλλους χωριανούς,στους οποίους δεν ήθελε να φανερωθή διά να μη τον περιγελάσουν,στην λίμνην,που του έφερε τόσην αγωνίαν,και εις την οποίαν ήλπιζε να ίδη πάλιν την ζωήν και την χαράν του.Και ήτο αποφασισμένος να επανακτήση την απολεσθείσαν ησυχίαν του,ή να αποθάνη.
Είχεν ήδη ξεκινήση γιά το χωριό,με την κεφαλήν πάντα εστρεμμένην προς την λίμνην,και με τα μάτια ορθάνοικτα,σαν κάτι να ειχε λησμονήσει εκει,και εζήτει να το εύρη,ότε είδε,στο σύσηλο του μεσημεριού,κάτι ν αναδύεται απο τα βάθη της λίμνης,κάτι σαν άσπρο φάντασμα κάτι που έμοιαζε καταπληκτικά σαν εκείνο που ειδε την περασμένην νύκτα,το οποίον στην στιγνήν έλαβε την μορφήν γλυκυτάτης και ωραιοτάτης παρθένου,και να καθίζη σαν δειλή και με τα ωραία μάτια της χαμηλωμένα στην μέση της λίμνης.
Ο Γιάννης αυτοστιγμήν ευρέθη κοντά της,χωρίς να ενθυμηται,και αυτός κατόπιν,αν έδραμε σαν αστραπή,ή αν πέταξε,χωρίς πτερά,διότι πήδημα ανθρώπου δεν ήτο δυνατόν να ενώση την τόσον μεγάλην απόστασιν.Την έσφιγγε στην θερμήν από τον πυρετόν του πάθους αγγαλιά του,την εφιλούσε γλυκά και τρυφερά και την παρέσυρε ήρεμα προς την όχθην.
Η Νεράιδα εναντιώνετο.ή τουλάχιστον εκαμώνετο πως άθελα της τον ακολουθούσε προς τη όχθην,απέστρεφε το πρόσωπον της διά να αποφεύγη τάχα τα φιλήματα.και προσπαθουσε να ξεκολλήση τα χέρια του από την μέσην της.Και εις το τέλος σαν διά να τον δοκιμάση τάχα ακόμη περισσότερον του ειπε…….Αφησε με σε παρακαλω,αυτό που κάνεις είναι άδικο και άστόχαστο.Και ότι ζητείς ειναι αδύνατο.Αφες με λοιπόν.Και αν με αφήσης ήσυχη να φύγω παρθένος,όπως ειμαι,θα σου δώσω ένα καλάμι μετάξι,το οποίον θα κάμη την ευτυχίαν σου και όλων των δικών σου,διότι δεν θάχη τελειωμό,και όσων θα το ξετυλύγετε,τόσον αυτό θα πληθαίνη εις αιωνας των αιώνων…….
Αλλά του κάκου.Ο Γιάννης,ούτε ήκουε,ούτε έβλεπε παρά μόνον το ωραιον και γλυκόν της πρόσωπον.Και όσον εκείνη εζητουσε να απομακρυνθη τόσον εκείνος εκολλάτο επάνω της.
Και έτσι…..με το σύρε με κι ας κλαίω κιόλας…. την έφερε στην όχθην.Η Νεράιδα τότε άλλαξε,τον κύτταζε χαμογελωντας ερωτιάρικα,αλλά δειλά και ταπεινά,σαν νάκανε αμάρτημα,στην δύναμι του οποίου δεν μπορούσε να αντισταθη.
Και σιγά-σιγά του ανταπέδιδε τα φιλήματα του και τους εναγκαλισμούς,δειλά στην αρχή,πλειό θαραλέα βραδύτερα.Ηρχοντο στιγμαί που εφαίνετο σαν μετανοιωμένη δι αυτό που έκανε,και χωρίς να το θέλη,κάποια μαργαριτάρια εκυλουσαν από τα μεγάλα μάτια της προς τας πορφυράς σαν καιομένας παρειάς της.Αλλά και μετ ολίγον πάλιν επαναλάμβανε τα ίδια.
Ο Γιάννης μέσα στην ανέλπιστον αυτην χαράν και ευτυχίαν,των οποίων ούτε καν ιδέαν ειχε λάβει πρότερον στα παντοτεινά του γλέντια,εξετίνασσε καμμιά φορά την κεφαλήν του,σάν διά να βεβαιωθη,ότι δεν εκοιμάτο,ότι δεν έβλεπε όνειρον,αλλ ότι εκει κοντά του,μέσα εις την αγκάλην του ητο ο δαμαστής και κύριος της καρδιάς και του λογικού του.
Επέρασεν ώρα πολλή,πόση δεν ενθυμούνται ούτε ο ένας ούτε ο άλλος που έμειναν έτσι αφημένοι εις την άφατον αυτήν χαράν και ηδονήν των κυτάζοντας ο εις τον άλλον,με μάτια φλογισμένα,χωρίς διόλου να χορταίνουν και χωρίς καν να συλλογισθουν να ομιλήσουν με το στόμα.
Αλλά και τι να ειπουν,αφ ου η καρδιά των,και ο λογισμός των,όλα των τα μέλη,και όλο των το έίνε,ευρίσκοντο εις διαρκη επικοινωνίαν,και ο καθένας,ησθάνετο,ότι εζούσε και ανέπνεε,μόνον διά τον άλλον.
Πρώτη εκείνη σφικταγκαλιάζουσα και φιλούσα εκεινον,αλλ αναλυομένη εις δάκρυα χαράς και ηδονής αλλά και σαν μετανοημένη Μαγδαληνή,έλυσε και την γλωσσαν.
-Σε λάτρευσα και σε λατρεύω του έλεγε στο αυτί,όπως ειχε ακουμπισμένο το κεφάλι της,επάνω εις τον ώμον του,και μέσα στα ηδονικά ανατριχιάσματα που της προξενούσε η μετά του Γιάννη επαφή της.Ειμαι θεότρελη από τη χαρά μου που σε έχω τέλος στην αγκάλη μου,σαν πράγμα εδικό μου.Την ευτυχίαν αυτήν την επερίμενα τόσον καιρόν-αφ ότου έκαμες το πρωτον σου λουτρόν εδω στην λίμνην,και το γλυκό σου γέλοιο με εξύπνησε και σ ειδα-και σ ευχαριστω που ηλθες και αργά.Ειμαι υπερήφανη γι αυτό,αλλά και τάσον λωλαμένη,ώστε να λησμονω ολ’οτελα ποιά ειμαι,και ταις πίκρες που γραφτό μουνε να υποφέρω εξ αιτίας σου.Μάτι δεν έκλεισα πο τα χθές τη νύκτα που σε ειδα και κατέβαινες λεβέντικα στα πλάγια του βουνου,και ετράντασεν η γη υπό τα βήματα σου.Και ήμην έτοιμη να σε αρπάξω με τα δόντια μου-τόσον ήμην τρελλαμένη-όταν θα πλησίαζες εδω,εις τη περιοχήν μου,όταν ο καταραμένος πετεινός με ανάγκασε με το στανειό να φύγω,την ώρα ίσα ίσα που θα σ άρπαζα.Σε ειδα ύστερα να βασανίζεσαι μέσα στην λίμνην,και έξω από αυτήν,σάν κάτι να γύρευες χαυμένο,και πολλές φορές εσκέφθηκα να φανερωθω και να σου φανερώσω την αγάπη μου.Αλλά κάθε φορά που έκανα κίνημα αποφασιστικό γιά να σε πλησιάσω,κάποιος μ εσυγκρατούσε,κάποιος μου έσφιγγε την καρδιά και εσταματουσα.Ετσι παραλούσε η δύναμις μου και αδυνατουσα ένα να κάνω βήμα.
Εκύτταζα τότε τας αδελφάς μου να κοιμούνται ήσυχα και αμέριμνα,και τας εζήλευα.Οι δισταγμοί αυτοί μου τρώγανε τα σπλάγχνα,μη αποφασίζοντας ούτε να σ αγκαλιάσω αλλ ούτε και στά τάρταρα του Αδου να βουλιάσω.Αλλ όταν μιά στιγμή να φύγης έτοιμο σε ειδα,δεν μπόρεσα πλειά να κρατηθω,αλλά και δεν τολμουσα να ριφθω απότομα στην αγκαλιά σου.
Ο Γιάννης που δεν ένοιωθε,αν με τα αυτιά του ήκουεν,η απλώς ησθάνετο τας σκέψεις της αγάπης του,διέκοψεν αποτόμως.
-Πικρίας εξ αιτίας μου να υποφέρης;Δίκαιε Θεούλη μου!Και τι λοιπόν δεν θάκανα,αλλά και τι δεν θα έδινα,να μην σε πονέση,ούτε καν το νύχι του μικρού δακτύλου σου.Εισαι η ζωή και η ψυχή μου.Χωρίς εσέ δεν ειμαι πλέον τίποτε.Κάθε πόνος σου και δικός μου,και κάθε σου πικρία έστω και μικρά,μεγάλη δι εμέ θα ητο συμφορά.Οσο λοιπόν εισαι μαζύ μου,-και θα εισαι πάντα τώρα πλειά-,ούτε ο Θεός αυτός τολμα-και νάσαι βέβαιη γι αυτό-να σε στραβοκυττάξη-.
Εκείνη χαμογέλασε ακούουσα τας αφελείς και παιδικάς του σκέψεις.Τον εφίλησεν εκ νέου και επανέλαβε..
-Συνεχίζεται….