Γράφει στην ΑΝΩΓΗ, ο εκπαιδευτικός 

Δημήτρης Σαλούστρος του “ΖαΪμη”

“Με  φλεγόμενο Νόστο. Δυο χρόνια τώρα γυριστά.”

 Μνήμη Γιαννάκου

  Ωσάν επαύριο ονείρου, θλιμμένος

 σε αναστορούμαι, φίλε ακριβέ.            

 Δυο χρόνια τώρα γυριστά, που μίσεψες

 Κι εγώ  σε τούτο το κενό μονολογώ…..

«Φορές, που η νύχτα μου κάνει την ανήξερη,

μπαίνω στον πειρασμό όλους τους διακόπτες

του ουρανού να κατεβάσω κι έτσι ολοσκότεινα

να βγουν απ’ τις κρυψώνες τους τα μυστικά

κι όποιο αντέξει».

Έφυγες και πια κανείς δε με καταλαβαίνει, Γιαννάκο.

Απ’ την ανάσα του χρόνου, μόνο με δάκρυ ξεθαμπώνει το γυαλί.

Κι αν είναι στιγμές, που χωρίς προφανή λόγο

πλαστογραφώ τη διάθεσή μου και αστειεύομαι,

ύστερα  επιστρέφουν,

γυμνασμένοι από καιρό οι γνώριμοι ίσκιοι

και βρίσκομαι πάλι απέναντι στα ίδια αναγυρίσματα του νου,

τα αμίλεικτα ρητορικά εκείνα ερωτήματα.

Σ’ αυτόν τον τόπο πάντα ελλειμματικό το αυτονόητο.

Και τα πάθη μετά βαΐων, ενοχικά και φιλεπίστροφα.

Κι η γοητεία του ακραίου επαρκώς ανεξήγητη.

Με περηφάνια και φτώχια

συρματοπλέξαμε τη ζωή μας, Γιαννάκο.

Το χωρατό βαλβίδα εκτόνωσης.

Και πόσο να δοξολογήσεις την πείνα και την αξιοσύνη του ελάχιστου

και την ανταρτοσύνη των απροσκύνητων, πόσο?

Κι η ελευθερία, χωρίς μέσα φραγμούς, της μιας βραδιάς αλητεία.

Όσο τους έπρεπε, οι μάνες μας τα τίμησαν τα μαύρα.

Μα οι παραδόσεις έλεγες βαθύριζες…,

Εδώ, για να σε σέβονται, πρέπει να σε φοβούνται.

Αυτό το πρέπει, έλεγες, είναι που, φανερά συνωμοτεί,

είναι αυτό, που κάνει ηθικό μοιρογνωμόνιο  την εντολή του ενστίκτου.

Τί να σου κάμουν εδώ οι σπουδαγμένοι, την εξουσία εδώ την έχει το βουνό.

Μα εσύ με την Ολύμπια ηρεμία του σοφού καλλιεργούσες σκέψεις πεδινές

Είναι παρήγορο, έλεγες, που οι βοσκοί γράφουν μαντινάδες.

Η ποίηση, το μαύρο επισημοποιώντας,

σπέρνει ένα δισταγμό απέναντι στο άπρεπο.

 

Ωσάν επαύριο ώριμης στιγμής, με φλεγόμενο νόστο

σε ξεφυλλίζω, Γιαννάκο

κι είναι φορές, που αφήνομαι στη φλόγα σου

και θέλω πολύ να σε πιστέψω.

Όποιο κι αν είναι το ερώτημα,

η απάντηση είναι ο άνθρωπος, έλεγες.

Η αυταπάρνηση είναι η πέμπτη πράξη της αριθμητικής,

Η πράξη που στερεώνει το ρευστό των θεωρήσεων.

Ένα τσαμπί φιλότιμο, η ανθρωπιά, φίλε

όλα τα άλλα υπολογισμοί και διαιρέσεις.

Στις μεσαίες σελίδες σου χαραγμένο το ρήμα:

«όπου η Αγάπη δεν αρκεί το πρόβλημα είναι λάθος»

Η αγάπη…αλλιώς των πονεμένων δεν αναχαιτίζεται ο λυγμός

στην πύλη του στομάχου.

Σε τόπο, που «η χάρη» στου άλλου τη χαρά υποχρέωση ακριβή,

μόνο η αγάπη, αλλιώς δε βρίσκεται η δραχμή στη χούφτα ψωμοζήτη.

Η αγάπη Γιαννάκο, που με μια μονάκριβη κόρη σε κάνει πολύτεκνο.

Κι η ευγνωμοσύνη, που ισοσκελίζει το έλλειμμα συμπόνιας.

Το κεράκι της μνήμης σε αυτούς, που μας χάρισαν την αλφαβήτα.  

Με επίμονες σταγόνες ανθρωπιάς λειαίνεται η τραχύτητα της πέτρας, έλεγες

με υπερβάσεις, ως που πίσω απ’ τον πολίτη να μη λιγοστεύει ο άνθρωπος.

Κι από το μέσα Σύνταγμα ο λόγος της Τιμής,

που πάντως από τόπο σε τόπο διαφέρει.

 

Αυτά μας έμαθες

Και πως οι στίχοι θεμελιώνουν δικαίωμα ψήφου.

 

Τί γνήσιος, τί μόνιμος, που φαντάζεις στα μάτια μου.

Τίποτα απάνω σου εποχικό, τίποτα ξένο.

Αιώνιος όλος και δικός.

 Μακριά από σιρίτια κι επιτίμια, ξέρω ξενύχτησες,

 μη μείνουνε τα Ανώγεια γοητευτικά μόνο για τους τουρίστες..

 Δε νικιέται ο πόνος, Γιαννάκο,

 μόνο η αναπαυμένη συνείδηση αλαφρώνει το βάρος του χρόνου

 κι οι ευρύχωρες λέξεις των αγαπημένων, που σε θυμούνται.

 Γαλήνιος αναπαύσου, λοιπόν, και  ό,τι έσπειρες

 θα το γνοιαστεί ο καιρός και θα βλαστήσει.

 

Όσο για μας αρχοντικό θα σε κρατήσουμε στη μνήμη,

του χρήσιμου εργάτη αθόρυβο και του ωραίου.

Κι ως ήσουν ευγενικός κι αέρινος, θα σε θυμούμαστε:

Να φεύγεις, με ένα χειροφίλημα

στο χέρι το δεξί της οικοδέσποινας ζωής,

που είναι αλήθεια,

κανένα από τα πρόσωπά της δε σου έκρυψε.

Ως ήσουν, ανεκτίμητο

στο κάδρο της καρδιάς θα σε κρατήσουμε,

ματσάκι ανθισμένες υποθήκες.

*Σημείωση: Ο Γιαννάκος Ξυλούρης “έφυγε” από τη ζωή στις 13 Απριλίου 2022, στα 75 του χρόνια.

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->