Γράφει ο Σάββας Σμπώκος του  Γεωργίου, από τον Άγιο Θωμά

Έφυγε Νίδα  ο Βλαστός και δεν ξαναγυρίζει

σε νέους τόπους έφτασε κι έκεια κονάκι χτίζει.

=

Είμαι περίεργος να δω ήντα θα ξελαμίσει

στο νέο το κονάκι του που κλήθηκε να ζήσει.

=

Τραπέζα και ξερολιθιές μάντρες και εκκλησάκια

τόποι για να καθιζουνε στου Άδη τα κονάκια.

=

Θα ν-έχει σίγουρα πολλά όμορφα καμωμένα,

για να θυμάται τα παλιά κι όλα τα περασμένα.

=

Να κάθονται οι φίλοι του να τως εψήνει κρέας,

και τα χατίρια όπως παλιά να κάνει της παρέας.

=

Το που θα κάτσει αύριο το κάτεχε απόσπερας,

για να μη χάσει ούτε λεπτό την ομορφιά της μέρας.

 

Θυμάμαι όταν πρωτογνώρισα το θείο τον Γιώργη. Την πρώτη φορά που ανέβηκα στην  Νίδα. Από την πρώτη στιγμή που μας γνώρισε μας αγκάλιασε σαν τα παιδιά του. Γνώρισα έναν άντρα σοβαρό, επιβλητικό, μερακλή με μια αγνή καρδιά ενός μικρού παιδιού. Θυμάμαι την αγωνία του να προλάβει να μας δείξει όλα του τα κατατόπια για να ξέρουμε σε περίπτωση που πάμε με παρέα και λείπει. 

Που βάζει τις σούβλες για το κρέας, που βάζει το κλειδί, που έχει το αλάτι ακόμα κι από που ανοίγει το σιντριβάνι που είχε φτιάξει στον κάμπο της Νίδας.. Τα χρόνια πέρασαν και το δέσιμο μεγάλωσε. Πατέρας για εμάς και αδερφός για τον πατέρα μας. Ότι και να συνέβαινε πάντα έβρισκε το καλό για να πει. 

Είχε πάθος με τις πέτρες και του άρεσε να δημιουργεί. Την κάθε πέτρα που έπιανε τις έδινε ένα νόημα κ οποίος έχει πάει στην Νίδα σίγουρα θα το έχει καταλάβει. Όπου και να κοιτάξεις γύρο στο μητάτο έχει τραπέζια πέτρινα κ όταν τον ρωτούσες γιατί,  σου  έλεγε ότι το πρωί όλη την  ομορφιά την λέπεις από εδώ, άλλο για το μεσημέρι, άλλο για το απόγευμα κι άλλο για το βράδυ. Δεν ήθελε να χάνει ούτε ένα λεπτό από την ομορφιά της ημέρας.

Πιστεύω όταν θα έρθει η ώρα της αντάμωσης να τον δω να κάθεται σε ένα πέτρινο τραπέζι κάτω από τον παχύ ασκιανό μιας κερασιάς και να αγναντεύει μπροστά του κάμπους και κορφές,  δεξιά την μάντρα κι αριστερά τα πρόβατα που κατεβαίνουν για να πάνε στο νερό”.

 

Μοιραστείτε το

-

-->