
Γράφει η ιατρός, Μαριάννα Δραμουντάνη
Ήταν το πιο δύσκολο τηλεφώνημα της ζωής μου, αυτό που πήρα εκείνο το αξημέρωτο πρωινό του περσινού Γενάρη.
Η απόλυτη σιωπή.
Ούτε δάκρυα, ούτε λυγμοί.
Αυτά είχαν εκτονωθεί τις προηγούμενες δύσκολες μέρες.
Τώρα, ακούγοντας τα νέα βυθίστηκα στην σοκαριστική πραγματικότητα.
Ο ίδιος ο θάνατος είχε χωρέσει σε τρεις μόνο λέξεις:
“Η Σέβα έφυγε”.
Όσοι γνωρίσαμε αυτό το ευγενικό πλάσμα ξέρουμε…
Δεν μπορούμε να δούμε τα γεμάτα φως μάτια της.
Δεν ακούμε την χαμηλόφωνη ευγενική φωνή της.
Δεν νιώθουμε τα χέρια της που πάντα παρηγορητικά μας άγγιζαν.
Μυστηριωδώς όμως καρφώθηκε και υπάρχει μέσα μας, στη βαθιά ψυχή. Όπως η θάλασσα που δεν υπάρχει, μα την ακούμε να κυματίζει όταν κολλήσουμε στο αυτί μας το κοχύλι. Πνευματικό και υλικό σύμπλεγμα μαζί, που κάθε τόσο πυροδοτεί μνήμες, κουβέντες, εικόνες, ήχους, πόνους, γέλια, απελπισίες κι ελπίδες.
Στέλνω αγάπη στη μάνα της που με αξιοπρέπεια παλεύει αυτή τη συμφορά.
Στο Μπόμπερ που τόσο πολύ λάτρευε η Σέβα και ένιωθε τυχερή όπως μου έλεγε.
Στα τρία σεμνά όμορφα και καλό αναθρεμένα παιδιά της.
Να τα κοιτάμε στα μάτια και να τους θυμίζουμε πόσο σπουδαία ήταν η μάνα τους και πόσο πολύ τα λάτρεψε.
Δανείζομαι ένα ποίημα της Δημουλά που αγαπούσε.
Γράμμα
Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.
-ΥΓ: Το ετήσιο μνημόσυνο της γιατρού, Σεβαστής Αεράκη-Μπαγκέρη, θα γίνει την Κυριακή 15 Ιανουαρίου, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Μεϊντάνι.