Γράφει στην “Α” ο Γιάννης Μπιζανάκης
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΦΙΛΕ ΜΟΥ
Είναι πολύ σκληρό να πρέπει να γράψεις νεκρολογία για ένα επιστήθιο φίλο.
Τα ρήματα σε παρελθόντα χρόνο, σου ενισχύουν την αίσθηση του τετελεσμένου αυτού που το μυαλό σου, αρνείται να δεχτεί. Γράφει λοιπόν σ΄ ένα από τα αριστουργήματα του ο Νομπελίστας μας Γιάννης Ρίτσος:
” Ο Θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει εμένα, γιατί είναι αξεδιάλυτα δεμένος με την ανθρωπότητα.”
Έτσι λοιπόν από σήμερα φίλε μου Μπάμπη λιγόστεψε και ορφάνεψε η Κρήτη μας. Φόρεσε για άλλη μια φορά το μαύρο τσεμπέρι του πόνου και του οδυρμού, για ν΄ αποχαιρετήσει ένα ανθό της αρχοντιάς, μια ηγετική φυσιογνωμία της κρητικής λεβεντιάς, μια ριζοκολώνα της παράδοσης μας, με άπειρες διακρίσεις, μια κορυφαία προσωπικότητα, μια διαχρονική αξία, μια παραδοσιακή μορφή, που στο άκουσμα του ονόματος σου, νιώθει κανείς ” ακλόνητα αισθήματα βαθιάς πίστης σε ιδανικά και αξίες την απάνω Κρήτης του Πρεβελάκη.”
Με τον ήλιο της ψυχής σου ζέστανες απ΄ άκρη σε άκρη όλη την Κρήτη μας και με το θάρρος και την αρχοντιά σου, την ετελάλησες στα πέρατα του κόσμου. Με σεβασμό και αξιοπρέπεια μίλησες στην ψυχή του κάθε κρητικού και ταυτόχρονα φώτισες τη στράτα για να περάσουν οι νεότερες γενιές. Κατά την μακρόχρονη και επιτυχημένη θητεία σου στην Αστυνομία δίδαξες Γνώση, Παιδεία και Ήθος καθημερινά, μέσα από την αφοσιωμένη εργασία σου στο καθήκον για τον πολίτη. Η αρχοντοθρεμμένη πολιτεία , το Ρέθεμνος, που σε μεγάλωσε με τα κρητικά ιδεώδη, σου έδωσε το σπάνιο χάρισμα της ποιότητας και της πληρότητας ενός αστυνομικού μαζί με την τιμιότητα, την ανδρεία, το ήθος, το φιλότιμο και την περηφάνια , αρετές που κάνουν ξεχωριστό και ξακουστό τούτο τον ευλογημένο τόπο.
Ολόκληρη η Κρήτη φίλε μου Μπάμπη ακούμπησε τη στερνή ώρα το φέρετρο σου. Γιατί
“ετσά σου πρεπε”. Ολόκληρη η Κρήτη σε αποχαιρετά σήμερα δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της, για τον γόνο που την κράτησε ζωντανή στο πέρασμα των χρόνων, μα και στην ψυχή του. Στους φίλους και στους γνωστούς που ήρθαν απ΄ όλη την Κρήτη για το στερνό αντίο, είμαι σίγουρος ότι από εκεί ψηλά που βρίσκεσαι μια και μόνη θα ήταν η παραγγελιά σου.
” Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μας
κι αν έρθουν οι εδικοί μας
μην τους το πείς πως πώθανα
και τους κακοκαρδίσεις.
Στρώσε τους τάβλα να γευτούν…..”
Δείχνοντας για μια φορά ακόμα το μεγαλείο της ψυχής σου.
Χρυσή παρακαταθήκη η οικογένεια σου, η γυναίκα σου και τα παιδιά σου, που τους δίδαξες πολύτιμες αρετές μιας παραδοσιακής κρητικής κοινωνίας.
Αγαπημένε μου φίλε Μπάμπη.
Βρίσκομαι κοντά σου όχι για να σε κλάψω, γιατί οι άνθρωποι του χρέους, της προσφοράς και της θυσίας δεν θέλουν θρήνους, αλλά για να σε προσκυνήσω και να προσευχηθώ.
Προσευχή για την ανάπαυση της ψυχής σου, έπαινος και σεβασμός για όσα απλόχερα πρόσφερες από το περίσσευμα της καλοσύνης και της ανθρωπιάς σου.
Το καθαρό και άμωμο δοχείο του φωτός, η Παναγία, την οποία όλοι καθημερινά παρακαλούμε και προσευχόμαστε, σήμερα φωταγωγεί την ψυχή σου και ευλογεί την μετάσταση σου.
Καλοστραθιά αείμνηστε φίλε μου Μπάμπη….Εκεί δε στον επουράνιο τόπο που βρίσκεσαι στο χώρο των ψυχών, ανάμεσα σε προσφιλή σου πρόσωπα, με το πλούσιο άρωμα της ψυχής σου, θα αρωματίζεις και θα ευωδιάζεις τους κήπους του Παραδείσου.