
Παρουσία της προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κατερίνας Σακκελαροπούλου τελέσθηκε το πάνδημο Μνημόσυνο για τους αδίκως εκτελεσθέντες Καλαβρυτινούς σήμερα Τρίτη 13 Δεκεμβρίου, στην 79η επέτειο της εκτέλεσης, μιας θηριωδίας των Ναζί την 13η Δεκεμβρίου 1943. Το παρόν στα Καλάβρυτα έδωσε και φέτος ο Δήμαρχος Ανωγείων Σωκράτης Κεφαλογιάννης, με τα Ανώγεια ως μαρτυρικός δήμος να τιμάνε διαχρονικά τα Καλάβρυτα και την προσφορά τους στον αγώνα ενάντια στον Φασισμό.
Μια αφήγηση για τη σφαγή των Καλαβρύτων
«Ο θάνατος πλησίαζε στα Καλάβρυτα». Αυτά είναι τα λόγια ενός νεαρού κοριτσιού 18 ετών που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. «Όταν πληροφορηθήκαμε ότι έρχονται οι Γερμανοί, τρομοκρατηθήκαμε, αλλά προτιμήσαμε να μείνουμε στα σπίτια μας. Μόλις σταμάτησαν τα αυτοκίνητα, οι Γερμανοί σχημάτισαν ομάδες των τριών ατόμων και με τα όπλα στα χέρια άρχισαν να μπαίνουν στα σπίτια και στα καταστήματα, παίρνοντας μαζί τους, ό,τι τους άρεσε. Τρόφιμα, προικιά, πολύτιμα πράγματα φορτώθηκαν στα αυτοκίνητα. Αυτή η κατάσταση διήρκησε έως τις 12 του μήνα (Δεκεμβρίου 1943). Σκεφτήκαμε ότι ίσως οι Γερμανοί να ικανοποιούνταν μόνο λαφυραγωγώντας. Το πρωί στις 13 Δεκεμβρίου 1943, τα ξημερώματα, η καμπάνα της εκκλησίας άρχισε να κτυπά. Ο Κήρυκας τριγύρναγε στους δρόμους φωνάζοντας:
«Οι Γερμανοί διέταξαν να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι στο σχολείο. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια και αγόρια έως τον τελευταίο. Όποιος λείπει, θα εκτελεστεί». Οι κάτοικοι των Καλαβρύτων δεν μπορούσαν να φανταστούν την τραγωδία που τους περίμενε. Νόμιζαν ότι οι Γερμανοί θα έπαιρναν το πολύ ορισμένους ομήρους, όπως είχε γίνει σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Λες και σπρώχτηκαν από τη μοίρα, πολλοί νέοι άντρες που έλειπαν, είχαν γυρίσει πάλι αυτές τις ημέρες στα Καλάβρυτα… Πού να γνωρίζουν αυτοί οι άτυχοι τι τους περίμενε. Όλοι ήταν τόσο σίγουροι ότι δεν θα συνέβαινε τίποτε. Πολλοί ξένοι, κάτοικοι των Πατρών, της γύρω περιοχής και βοσκοί από τα γειτονικά χωριά ήρθαν και αυτοί στην συγκέντρωση. Ακόμη και τρεις αντάρτες που κρύβονταν στα Καλάβρυτα ήταν παρόντες. Αν υποψιάζονταν τι θα συνέβαινε, πολλοί θα το είχαν σκάσει, ή θα αντιστέκονταν. Όμως ο Κήρυκας σύμφωνα με τις διαταγές των Γερμανών πρόσθετε: “Όλοι οι άντρες να πάρουν μαζί τους ψωμί και ένα καλάθι” που σήμαινε ότι δεν θα γινόταν εκτέλεση. Μετά από μισή ώρα, όλοι οι κάτοικοι των Καλαβρύτων και όλοι οι ξένοι είχαν συγκεντρωθεί στο σχολείο. Όλοι οι άντρες από 16 έως 65 ετών διατάχθηκαν να μείνουν στο προαύλιο. Η επιλογή έγινε από τους ίδιους τους άντρες στους διαδρόμους. Κάθε ψηλό παιδί έμπαινε μαζί με τους άντρες, από τα οποία πήραν μόνο 7, που έδειχναν καθαρά ότι ήταν πάνω από 17.
Μετά το τέλος του διαχωρισμού, διέταξαν εμάς τις γυναίκες να μείνουμε μέσα στα δωμάτια. Ήμασταν πάνω από 200. Ήμασταν τόσο πολύ πιεσμένες μεταξύ μας, που δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε τα χέρια μας. Στο προαύλιο, οι άντρες, περίπου 500, είχαν τοποθετηθεί σε σειρές των τεσσάρων. Από τα παράθυρα του σχολείου, οι γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν, “Πού πάτε τους άντρες μας;” Οι Γερμανοί αποκρίθηκαν “Πάμε να τους δείξουμε κάτι και μετά θα τους ξαναδείτε”. Πέρασαν δέκα λεπτά και ξαφνικά είδαμε από τα παράθυρα καπνούς και φλόγες που έρχονταν από το σπίτι του δοσίλογου. Και μετά από λίγο, αρχίσαμε να αισθανόμαστε ανυπόφορη ζέστη και καπνό. Το πάτωμα έκαιγε τα πόδια μας.
Οι Γερμανοί είχαν βάλει φωτιά στο σχολείο. Τρελαθήκαμε. Όλοι αυτοί που ήταν κοντά στα παράθυρα άρχισαν να σπάνε τα τζάμια και να ρίχνονται κάτω από τα παράθυρα. Πέντε γυναίκες πήδηξαν ενώ άλλες έριχναν τα παιδιά απέξω, παρότι το ύψος ήταν μεγάλο και τα παιδιά τραυματίστηκαν. Οι γυναίκες που κατάφεραν να βγουν έξω, έτρεξαν στις πόρτες να μας ελευθερώσουν. Από τις μισόκλειστες πόρτες προσπαθούσαν όλες οι γυναίκες να βγουν έξω, ενώ οι φλόγες άρχισαν να καίνε το σχολείο». «Τέσσερεις γυναίκες που ήταν κοντά στις μισόκλειστες πόρτες έπεσαν κάτω και ποδοπατήθηκαν από εμάς. Όταν βγήκαμε έξω από το σχολείο και αναπνεύσαμε καθαρό αέρα, κοίταξα γύρω και στον ουρανό.
Ήταν κόκκινος σαν να είχε χυθεί πάνω του αίμα». Εν τω μεταξύ οι άντρες που συνοδεύονταν από την γερμανική δύναμη, οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο της πόλης στους πρόποδες του βουνού, εκεί όπου υπάρχει ένα παλιό κάστρο. Εκεί ο Διοικητής τους διέταξε να περιμένουν. Όλοι τους άρχισαν να μιλάνε, σχηματίζοντας ομάδες και άλλοι ξάπλωσαν χάμω. Όλοι τους ήταν ξέγνοιαστοι. Όμως, ενώ μιλούσαν, πρόσεξαν ότι οι Γερμανοί ετοίμαζαν τα όπλα.
«Σας φέραμε εδώ ώστε να μπορείτε να δείτε τι όμορφα καίγεται η πόλη σας και τα σπίτια σας». Ένας από τους άντρες ρώτησε: «Πού είναι οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας;».«Είναι εδώ κοντά», απάντησε ένας Γερμανός Αξιωματικός. Και πριν τα θύματα βρουν χρόνο για να ξεφύγουν, ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από τα αυτόματα. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλοι οι άντρες των Καλαβρύτων είχαν σκοτωθεί. Ούτε ένας άντρας δεν στεκόταν όρθιος. Αίμα παντού. Οι Γερμανοί πλησίασαν τους δολοφονημένους και τους πυροβολούσαν στα κεφάλια με ρεβόλβερ. Περίπου πενήντα άντρες, οι οποίοι όταν οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν, ξάπλωσαν κάτω, δεν σκοτώθηκαν αμέσως. Τους δολοφόνησαν όμως μετά οι Γερμανοί με τα ρεβόλβερ. Μεταξύ αυτών των αντρών ήταν ένας ο οποίος βλέποντας ότι ήταν καταδικασμένος, γέμισε τις χούφτες με αίμα από έναν διπλανό και το έριξε στα μούτρα του και στους κροτάφους του. Οι Γερμανοί πιστεύοντας ότι αυτός ήταν στα αλήθεια νεκρός, τον πυροβόλησαν επιπόλαια. Η σφαίρα αστόχησε και αντί να διαπεράσει το μέτωπό του, τον χτύπησε στο σαγόνι. Αργότερα, σύρθηκε έξω από αυτή την κόλαση και πήγε στην αδελφή του η οποία τον περιποιήθηκε. Σε αυτόν οφείλουμε τις πιο πάνω πληροφορίες και λεπτομέρειες της σφαγής. Όταν οι Γερμανοί τελείωσαν το φρικτό τους έργο, έστειλαν έναν Αξιωματικό να πληροφορήσει τις γυναίκες, οι οποίες ήταν στην αυλή του σχολείου και είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς. «Ελάτε να θάψετε τους άντρες σας». Είναι αδύνατο να περιγραφεί η σκηνή που ακολούθησε. Αλλά ας αφήσουμε το 18χρονο κορίτσι (που ήταν αυτόπτης μάρτυρας και ανησυχούσε για τον αδελφό της και η οποία πήγε μαζί με τις άλλες γυναίκες στο Γολγοθά των Καλαβρύτων) να μας δώσει μια εικόνα. «Η εικόνα που αντιμετωπίσαμε όταν φτάσαμε ήταν φρικιαστική. Τα παπούτσια μας είχαν μουσκευτεί στο αίμα. Κάθε μια από εμάς έψαχνε ανάμεσα στα πτώματα να βρει το δικό της. Εγώ έψαξα τρεις φορές ανάμεσα στους άντρες να βρω τον αδελφό μου. Ήταν κι αυτός νεκρός. Είχε δύο σφαίρες από το αυτόματο στα πλευρά του. Ο τελευταίος πυροβολισμός είχε διαπεράσει το κεφάλι του…». «Με κλάματα και μοιρολόγια καθεμιά μας προσπαθούσε να θάψει τον νεκρό της. Αλλά δεν είχαμε ούτε φτυάρια ούτε άλλα εργαλεία. Όλα τα είχαν πάρει οι Γερμανοί. Μέσα στην απελπισία μας, αρχίσαμε να σκάβουμε με τα χέρια μας, αλλά δεν μπορούσαμε να σκάψουμε βαθύτερα από 2 με 3 εκατοστά.
Βάλαμε τα πτώματα το ένα δίπλα στο άλλο, τα σκεπάσαμε με λίγες πέτρες και χώμα που μεταφέραμε λίγο-λίγο στις ποδιές μας. Μείναμε όλη την νύχτα κοντά στους νεκρούς κλαίγοντας και τρέμοντας. Την Τρίτη, αρχίσαμε πάλι το μακάβριο έργο μας. Κανείς δεν ερχόταν να μας βοηθήσει. Την Τετάρτη, οι χωρικοί από την Κέρτεγη μας έφεραν ψωμί και κουβέρτες και οι άντρες μας βοήθησαν να θάψουμε τους νεκρούς στο νεκροταφείο… . Το απόγευμα πια, στις 13 Δεκεμβρίου, οι μοναχοί της Αγίας Λαύρας έμαθαν για τη σφαγή και την καταστροφή των Καλαβρύτων. Με το φόβο γι’ αυτό που τους περίμενε, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την μονή. Κάλεσαν μια γενική συγκέντρωση, όπου αποφάσισαν ότι ένας φύλακας της τιμής θα θυσιαζόταν και θα έμενε πίσω στο μοναστήρι. Τράβηξαν κλήρο και ο κλήρος έτυχε στους μοναχούς Ευθάλιο, Βασίλειο και Σεραφείμ. Μετά οι Μοναχοί της Τιμής κοινώνησαν.
Οι άλλοι, αφού τους αγκάλιασαν, πήραν μαζί τους όλους τους θησαυρούς του μοναστηριού. Μετά από μιάμισυ ώρα, έφτασαν οι Γερμανοί και σκότωσαν τους τρεις μοναχούς κάτω από το δένδρο της επανάστασης και έβαλαν φωτιά στο μοναστήρι. Αυτό το μοναστήρι είχε κτιστεί κατά τον 16ο αιώνα και είναι ιστορικό. Είναι εκεί όπου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ανέγειρε στις 25 Μαρτίου το Λάβαρο της Επανάστασης. Τα θύματα των Καλαβρύτων, σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του διοικητή της Γερμανικής Δύναμης, ανέρχονταν στα 669. Τα θύματα ολόκληρης της περιοχής ήταν 921. Αλλά σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι 93 από τους Ζάχλωρους. Και αυτοί από τα άλλα δύο χωριά που δεν αναφέρονται στην αναφορά. Οι Γερμανοί εξόντωσαν, στην περιοχή των Καλαβρύτων περίπου 1000 Έλληνες. Η σφαγή των Καλαβρύτων θα περάσει στην ιστορία ως ένα από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα της Γερμανίας.
Συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε τον λόφο, όπου είδαμε ένα σωρό από ανθρώπινα σώματα και αρκετές γυναίκες να θρηνούν και να οδύρονται, μετακινώντας νεκρά σώματα, προσπαθώντας να εντοπίσουν τους δικούς τους νεκρούς, με τα παπούτσια τους βουτηγμένα σε μια κόκκινη λάσπη από χώμα και αίμα.[2] Βρήκαμε τον πατέρα μου σχεδόν αμέσως, διότι βρισκόταν μερικά μέτρα πιο μπροστά από τη μεγάλη μάζα των νεκρών, κάτι που συμπίπτει με τα λεγόμενα του θείου μου Γ. Γεωργαντά, ότι με την έναρξη των πυροβολισμών τον είδε να ορμά προς τα πολυβόλα, προφανώς σε μια ύστατη προσπάθεια ή κίνηση απελπισίας. Το σώμα του διάτρητο από σφαίρες και ένα βαθύ τραύμα από ριπή πολυβόλου στη δεξιά τραχηλική χώρα, που πρέπει να ήταν και το θανατηφόρο. Είναι φανερό ότι, επειδή κινήθηκε με ορμή εναντίον τους, έστρεψαν τις βολές τους επάνω του. Για την εξέλιξη των γεγονότων στον τόπο της εκτέλεσης θα αναφέρω αρκετές λεπτομέρειες που άκουσα από τον διασωθέντα θείο μου Γ. Γεωργαντά.
Η ανησυχία των ανδρών στη ράχη του Καππή ήταν έκδηλη, έντονη και επιτεινόμενη ιδίως όταν είδαν να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από τα σπίτια τους που είχαν παραδοθεί στις φλόγες. Τότε άρχισαν μερικοί να κάνουν κάποια οργανωμένη κίνηση διαφυγής. Χωρίστηκαν σε ομάδες με Επί κεφαλής κάθε ομάδας έναν έμπειρο πρώην στρατιωτικό από τους παρόντες. Αυτές όμως οι συνεννοήσεις μεταξύ τους και η αυξημένη κινητικότητα του κόσμου έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς οι οποίοι άρχισαν να ανησυχούν. Ζήτησαν τότε κάποιον για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί τους και προτάθηκε ο πατέρας μου από τον κόσμο, που αγωνιούσε να μάθει τις σκέψεις των Γερμανών. Προχώρησε μόνος 10-15 μέτρα προς τα εμπρός όπου ευρίσκοντο οι Επί κεφαλής αξιωματικοί, εμπρός από ένα φυσικό ανάχωμα του εδάφους όπου είχαν στήσει μια σειρά μυδραλιοβόλα με τις κάνες τους στραμμένες προς τον κόσμο. Ο διάλογος που έγινε έτσι όπως τον μετέφερε ο πατέρας μου στον κόσμο και σε μένα ο Γ. Γεωργαντάς ήταν σε γενικές γραμμές ο εξής:
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Διαπιστώνω μια διάχυτη νευρικότητα, ανησυχία στον κόσμο.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος έχει δίκαιο να ανησυχεί, γιατί μας φέρατε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Είμαστε φιλήσυχοι οικογενειάρχες.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Είμαστε εδώ για να καταπολεμήσουμε τους αντάρτες. Θα κάψουμε τα σπίτια σας για να μην έχουν καταφύγιο οι αντάρτες. Εσάς δεν θα σας πειράξουμε.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος δεν πείθεται με αυτά που μας λέτε.
Συνεχίζεται και επιτείνεται η ανησυχία και ο θόρυβος από τον κόσμο που βρίσκεται σε αναβρασμό και οι Γερμανοί φοβούνται ότι μπορεί να γίνουν επεισόδια, γι’ αυτό χρησιμοποιούν το τελευταίο ισχυρό ατού.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Πείτε στον κόσμο ότι δεν θα σας πειράξουμε. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μας τιμής.
Η υπόσχεση αυτή σε συνδυασμό με την άποψη πολλών Καλαβρυτινών από το πλήθος των παρόντων, ότι έπρεπε να αποφευχθούν βίαιες κινήσεις, διότι φοβόντουσαν ότι μπορεί να σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα που κρατούσαν, οδήγησαν σε αναστολή της προσπάθειας οργάνωσης διαφυγής. Στο διάστημα των ωρών που ακολούθησαν κορυφώθηκε η αγωνία και ο φόβος, ιδίως όταν από το αρχηγείο των Γερμανών κάπου στο κέντρο των Καλαβρύτων, που πλέον καιγόντουσαν απ’ άκρου εις άκρον έπεσε μια κίτρινη φωτοβολίδα και ακολούθησε μια δεύτερη πράσινη και τέλος μια τρίτη κόκκινη με την οποία ο Γερμανός αξιωματικός του αποσπάσματος έδωσε το σύνθημα, κατεβάζοντας απότομα το ανυψωμένο χέρι του, οπότε άρχισαν όλα τα πολυβόλα να πολυβολούν το πλήθος. Ακούστηκαν φωνές, βρισιές και κραυγές πόνου, ενώ όλοι έπεσαν κάτω και ο καθένας προσπαθούσε να καλυφθεί κάτω από αυτούς που χτυπήθηκαν πρώτοι.
Ο Πάνος ο Γεωργαντάς πρόλαβε και φώναξε δυνατά «των πολλών ο θάνατος ουκ έστι θάνατος». Και κατέληξε ο θείος μου: «Πριν πέσω κάτω, κοίταξα να δω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον είδα να ορμά προς τα πολυβόλα με τα χέρια τεντωμένα σαν να ήθελε να σταματήσει το κακό που ερχόταν, φωνάζοντας και βρίζοντας τους Γερμανούς άτιμους, γουρούνια, ώσπου τα πολυβόλα του σφράγισαν το στόμα». Παρά τον καταιγισμό των πυρών που διήρκεσαν αρκετά λεπτά, πολλοί από το πλήθος ήταν ζωντανοί (ανέπαφοι ή τραυματίες). Αυτούς τους υπολογίζει ο Γ. Γεωργαντάς σε 200-300, ενώ ο ίδιος ήταν ζωντανός και ανέπαφος και συζητούσε ψιθυριστά με τους γύρω του. ΄Ενας εξ αυτών, ο φαρμακοποιός Τάκης Πανταζής, είχε τραυματισθεί, πονούσε και φώναζε και οι άλλοι γύρω του τον παρακαλούσαν να μη φωνάζει και προκαλέσει την προσοχή των Γερμανών και ανακαλύψουν ότι υπάρχουν εκεί και άλλοι ζωντανοί. Δυστυχώς την εκτέλεση ακολούθησε η διαδικασία της χαριστικής βολης από τρεις Γερμανούς, που τους ανέσυραν έναν-έναν και τους πυροβολούσαν από μικρή απόσταση.
Ο Γ. Γεωργαντάς βλέποντας ότι δίνουν τη χαριστική βολή, έμεινε ακίνητος, κράτησε την αναπνοή του και τα μάτια του ανοικτά, όπως ήξερε ότι γίνεται με αυτούς που φονεύονται και αφού είχε φροντίσει νωρίτερα να αλείψει πρόσωπο, κεφάλι και χέρια με αίμα που έτρεχε άφθονο δίπλα του από άλλους σκοτωμένους. Κατάφερε προφανώς να πείσει ότι είναι νεκρός τους δύο πρώτους που τον προσπέρασαν, ο τρίτος όμως κάτι υποψιάσθηκε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα διαπέρασε την τραχηλική χώρα, χωρίς παραδόξως να τραυματίσει τα μεγάλα αγγεία (καρωτίδες, σφαγίτιδες) και νεύρα αυτής της περιοχής. Φαίνεται ότι έχασε αρκετό αίμα και λιποθύμησε. Μετά από χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να προσδιορίσει άρχισε να συνέρχεται και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να ανασηκωθεί και να καθίσει. Διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν φύγει.
Θυμάται και αναφέρει τραγικές εικόνες γεγονότων που διαδραματίστηκαν δίπλα του, πριν δεχτεί τη χαριστική βολή και ο ίδιος, όπως την εκτέλεση του συμμαθητή μου Ντίνου Αλεξόπουλου, που γύριζε γύρω από τον Γερμανό ο οποίος δυσκολευόταν να τον πυροβολήσει και τελικά του έβαλε τρικλοποδιά και όταν έπεσε κάτω τον πυροβόλησε, ενώ την τραγική στιγμή παρακολούθησε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν επίσης ζωντανός, αλλά ανίκανος να προσφέρει βοήθεια στο παιδί του. Παρόμοια σκηνή μου διηγήθηκε και με τον Ντίνο Δημόπουλο, γιο του καθηγητή Αντώνη Δημόπουλου, ο οποίος παρακαλούσε να μην τον σκοτώσουν φωνάζοντας «Μη με σκοτώσεις, είμαι μικρό παιδί, δεν σας έχω κάνει τίποτα». Ο Γιώργος Γεωργαντάς, μετά και ένα δεύτερο επεισόδιο λιποθυμίας που εμφάνισε, κατάφερε τελικά να σταθεί στα πόδια του και άρχισε τρικλίζοντας να κατεβαίνει προς τα Καλάβρυτα. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε 700-800.
Ξημέρωσε κι οι γυναίκες είχαν ήδη ανοίξει τραβέρσο με τον τόπο της εκτέλεσης. Την ίδια διαδρομή ξεκίνησε ν’ ακολουθεί κι η μητέρα μου. Πήγαιναν όχι μόνο να εντοπίσουν και να κλάψουν τους δικούς τους, αλλά και να βρουν τρόπο να τους θάψουν. Η μία βοηθούσε την άλλη, κι όλες μαζί φύλαγαν τους σκοτωμένους να μην τους φάνε τα σκυλιά και τους σκυλέψουν οι κλέφτες. Εμείς, τα παιδιά, νηστικά τριγυρνούσαμε στα χαλάσματα και στα αποκαΐδια των σπιτιών της γειτονιάς να βρούμε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματά μας. Δεν θα ξεχάσω την ταραχή που ένιωσα, όταν βρήκα παραμορφωμένο το κρεβάτι μου, σωροκουβαριασμένο στο υπόγειο του σπιτιού μας μαζί με άλλα πράγματα του νοικοκυριού.[3] Το απόγευμα, αργά, γύρισε η μάνα μας ‒ κουρασμένη και καταματωμένη, φορώντας κάτι αντρικά παπούτσια, που της είχαν δώσει από έναν σκοτωμένο. Ψάχνοντας στα αποκαΐδια για κανένα κομμάτι ψωμί, βρήκε στη μισοκαμένη κουζίνα μας το τσουρουφλισμένο από τη φωτιά φαγητό που είχε ετοιμάσει την προηγούμενη της καταστροφής. Λίγο φάγαμε, μοιράσαμε και στη γειτονιά κι έτσι ξεγελάσαμε την πείνα μας εκείνη τη μέρα.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Διαπιστώνω μια διάχυτη νευρικότητα, ανησυχία στον κόσμο.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος έχει δίκαιο να ανησυχεί, γιατί μας φέρατε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Είμαστε φιλήσυχοι οικογενειάρχες.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Είμαστε εδώ για να καταπολεμήσουμε τους αντάρτες. Θα κάψουμε τα σπίτια σας για να μην έχουν καταφύγιο οι αντάρτες. Εσάς δεν θα σας πειράξουμε.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος δεν πείθεται με αυτά που μας λέτε.
Συνεχίζεται και επιτείνεται η ανησυχία και ο θόρυβος από τον κόσμο που βρίσκεται σε αναβρασμό και οι Γερμανοί φοβούνται ότι μπορεί να γίνουν επεισόδια, γι’ αυτό χρησιμοποιούν το τελευταίο ισχυρό ατού.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Πείτε στον κόσμο ότι δεν θα σας πειράξουμε. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μας τιμής.
Η υπόσχεση αυτή σε συνδυασμό με την άποψη πολλών Καλαβρυτινών από το πλήθος των παρόντων, ότι έπρεπε να αποφευχθούν βίαιες κινήσεις, διότι φοβόντουσαν ότι μπορεί να σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα που κρατούσαν, οδήγησαν σε αναστολή της προσπάθειας οργάνωσης διαφυγής. Στο διάστημα των ωρών που ακολούθησαν κορυφώθηκε η αγωνία και ο φόβος, ιδίως όταν από το αρχηγείο των Γερμανών κάπου στο κέντρο των Καλαβρύτων, που πλέον καιγόντουσαν απ’ άκρου εις άκρον έπεσε μια κίτρινη φωτοβολίδα και ακολούθησε μια δεύτερη πράσινη και τέλος μια τρίτη κόκκινη με την οποία ο Γερμανός αξιωματικός του αποσπάσματος έδωσε το σύνθημα, κατεβάζοντας απότομα το ανυψωμένο χέρι του, οπότε άρχισαν όλα τα πολυβόλα να πολυβολούν το πλήθος. Ακούστηκαν φωνές, βρισιές και κραυγές πόνου, ενώ όλοι έπεσαν κάτω και ο καθένας προσπαθούσε να καλυφθεί κάτω από αυτούς που χτυπήθηκαν πρώτοι.
Ο Πάνος ο Γεωργαντάς πρόλαβε και φώναξε δυνατά «των πολλών ο θάνατος ουκ έστι θάνατος». Και κατέληξε ο θείος μου: «Πριν πέσω κάτω, κοίταξα να δω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον είδα να ορμά προς τα πολυβόλα με τα χέρια τεντωμένα σαν να ήθελε να σταματήσει το κακό που ερχόταν, φωνάζοντας και βρίζοντας τους Γερμανούς άτιμους, γουρούνια, ώσπου τα πολυβόλα του σφράγισαν το στόμα». Παρά τον καταιγισμό των πυρών που διήρκεσαν αρκετά λεπτά, πολλοί από το πλήθος ήταν ζωντανοί (ανέπαφοι ή τραυματίες). Αυτούς τους υπολογίζει ο Γ. Γεωργαντάς σε 200-300, ενώ ο ίδιος ήταν ζωντανός και ανέπαφος και συζητούσε ψιθυριστά με τους γύρω του. ΄Ενας εξ αυτών, ο φαρμακοποιός Τάκης Πανταζής, είχε τραυματισθεί, πονούσε και φώναζε και οι άλλοι γύρω του τον παρακαλούσαν να μη φωνάζει και προκαλέσει την προσοχή των Γερμανών και ανακαλύψουν ότι υπάρχουν εκεί και άλλοι ζωντανοί. Δυστυχώς την εκτέλεση ακολούθησε η διαδικασία της χαριστικής βολης από τρεις Γερμανούς, που τους ανέσυραν έναν-έναν και τους πυροβολούσαν από μικρή απόσταση.
Ο Γ. Γεωργαντάς βλέποντας ότι δίνουν τη χαριστική βολή, έμεινε ακίνητος, κράτησε την αναπνοή του και τα μάτια του ανοικτά, όπως ήξερε ότι γίνεται με αυτούς που φονεύονται και αφού είχε φροντίσει νωρίτερα να αλείψει πρόσωπο, κεφάλι και χέρια με αίμα που έτρεχε άφθονο δίπλα του από άλλους σκοτωμένους. Κατάφερε προφανώς να πείσει ότι είναι νεκρός τους δύο πρώτους που τον προσπέρασαν, ο τρίτος όμως κάτι υποψιάσθηκε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα διαπέρασε την τραχηλική χώρα, χωρίς παραδόξως να τραυματίσει τα μεγάλα αγγεία (καρωτίδες, σφαγίτιδες) και νεύρα αυτής της περιοχής. Φαίνεται ότι έχασε αρκετό αίμα και λιποθύμησε. Μετά από χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να προσδιορίσει άρχισε να συνέρχεται και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να ανασηκωθεί και να καθίσει. Διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν φύγει.
Θυμάται και αναφέρει τραγικές εικόνες γεγονότων που διαδραματίστηκαν δίπλα του, πριν δεχτεί τη χαριστική βολή και ο ίδιος, όπως την εκτέλεση του συμμαθητή μου Ντίνου Αλεξόπουλου, που γύριζε γύρω από τον Γερμανό ο οποίος δυσκολευόταν να τον πυροβολήσει και τελικά του έβαλε τρικλοποδιά και όταν έπεσε κάτω τον πυροβόλησε, ενώ την τραγική στιγμή παρακολούθησε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν επίσης ζωντανός, αλλά ανίκανος να προσφέρει βοήθεια στο παιδί του. Παρόμοια σκηνή μου διηγήθηκε και με τον Ντίνο Δημόπουλο, γιο του καθηγητή Αντώνη Δημόπουλου, ο οποίος παρακαλούσε να μην τον σκοτώσουν φωνάζοντας «Μη με σκοτώσεις, είμαι μικρό παιδί, δεν σας έχω κάνει τίποτα». Ο Γιώργος Γεωργαντάς, μετά και ένα δεύτερο επεισόδιο λιποθυμίας που εμφάνισε, κατάφερε τελικά να σταθεί στα πόδια του και άρχισε τρικλίζοντας να κατεβαίνει προς τα Καλάβρυτα. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε 700-800.
Ξημέρωσε κι οι γυναίκες είχαν ήδη ανοίξει τραβέρσο με τον τόπο της εκτέλεσης. Την ίδια διαδρομή ξεκίνησε ν’ ακολουθεί κι η μητέρα μου. Πήγαιναν όχι μόνο να εντοπίσουν και να κλάψουν τους δικούς τους, αλλά και να βρουν τρόπο να τους θάψουν. Η μία βοηθούσε την άλλη, κι όλες μαζί φύλαγαν τους σκοτωμένους να μην τους φάνε τα σκυλιά και τους σκυλέψουν οι κλέφτες. Εμείς, τα παιδιά, νηστικά τριγυρνούσαμε στα χαλάσματα και στα αποκαΐδια των σπιτιών της γειτονιάς να βρούμε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματά μας. Δεν θα ξεχάσω την ταραχή που ένιωσα, όταν βρήκα παραμορφωμένο το κρεβάτι μου, σωροκουβαριασμένο στο υπόγειο του σπιτιού μας μαζί με άλλα πράγματα του νοικοκυριού.[3] Το απόγευμα, αργά, γύρισε η μάνα μας ‒ κουρασμένη και καταματωμένη, φορώντας κάτι αντρικά παπούτσια, που της είχαν δώσει από έναν σκοτωμένο. Ψάχνοντας στα αποκαΐδια για κανένα κομμάτι ψωμί, βρήκε στη μισοκαμένη κουζίνα μας το τσουρουφλισμένο από τη φωτιά φαγητό που είχε ετοιμάσει την προηγούμενη της καταστροφής. Λίγο φάγαμε, μοιράσαμε και στη γειτονιά κι έτσι ξεγελάσαμε την πείνα μας εκείνη τη μέρα.