*Του Δημήτρη Σαλούστρου “Ζαίμη”, εκπαιδευτικού
Φίλε Γιαννάκο , με τρεμάμενο χέρι σημειώνω αυτές τις σκέψεις και την ψυχή δοσμένη στη θλίψη . Πριν από λίγο σε αποχαιρετήσαμε στην άλλη Αγία Παρασκευή της δεύτερης, ή μήπως της τρίτης πατρίδας σου , καθώς που ήσουν οικουμενικός και με μπερδεύεις.
Με τρεμάμενο χέρι από το φόβο μη σε αδικήσω, αλλά είναι ώρα να κάνουμε ταμείο κι εδώ δε χωράνε υπεκφυγές. .
Σου έμοιασα και δεν τους συμπαθώ τους υπερθετικούς των επικήδειων, τη σπατάλη των κατά συνθήκη υπερβολών, απροετοίμαστος πάντα να υπογράψω το αναπόδραστο της νομοτέλειας.
Και τώρα που τη σπαταλήσαμε τη αλφαβήτα σε επαίνους επί δικαίους και αδίκους με ποιες λέξεις άφθαρτες να σε περιγράψω, ώρα που η γενέτειρα σε δέχεται, τόσο που ήσουν απερίγραπτος και που ό,τι να πω από σεμνότητα θα το θεωρήσεις περίσσο .
Ξεπερνώ το αδόκητο της απώλειάς σου, δεν είναι λίγα τα εβδομήντα πέντε χρόνια αν κανείς τα ζει με την πυκνότητα που εσύ τα έζησες, ύστερα με μισές ανάσες τόσον καιρό και τις ελπίδες να χαμηλώνουν μέρα με τη μέρα από την παρατεταμένη παραμονή στη ΜΕΘ, είχαμε φτάσει στο σημείο να μην ξέρουμε πια τι να ευχηθούμε .
Και κάπως έτσι «φυσιολογικά» θεέ μου συγχώρα με, πέρασες την αόρατη γραμμή.
Κοιτάζω τη φωτογραφία σου αυτή με τα γένια, και θυμήθηκα κουβέντες σου σε ανύποπτο χρόνο: «όποιος προλάβει και φωτογραφηθεί με ψαρά γένια έλεγες , δεν πρέπει να έχει παράπονο, εκτός κι αν τον έχει χτυπήσει κεραυνός από έρωτα ή θάνατο βαρύ κι ασπρίσουν τα μαλλιά του σε ένα βράδυ».
Αχ βρε Γιαννάκο, θα μου λείψουν οι κουβέντες μας, κι αυτές που φιλοσοφούσαμε και οι άλλες , που μοιραζόσουν μαζί μου τις έγνοιες σου για τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, με τη βαθειά ψυχή και την απύθμενη επιπολαιότητα.
Κρατώ ωστόσο από σένα όλα τα σπάνια και τα σπουδαία που σήμαινες.
Προ πάντων τη γνήσια Ανωγειανή σου ψυχή με τη βαθειά της αντιφατικότητα : παραδοσιακός και νεωτεριστής ταυτόχρονα, εμπειρικός φιλόσοφος και ακαδημαικός στοχαστής , αρχοντικός με τον αέρα του ευπατρίδη και την ίδια στιγμή προσιτός και διαθέσιμος.
Κρατώ την αβίαστη εμμονή σου για δημοκρατία και δικαιοσύνη, την ενεργό συμμετοχή σου στην άσκηση της πρακτικής πολιτικής και θαυμάζω δυο πράγματα, φίλε, που έμεινες αδιάφθορος ως το τέλος και πιο πολύ που στήριξες τον τόπο σου, όταν τον καιρό των ευτραφών αγελάδων βρέθηκες σε θέση ισχύος και εσύ και κυρίως η Μαργαρίτα, η Ανωγεινή νύφη, που έλεγες, πράγματα που φρόντισες να τα ξέρουν ελάχιστοι , γιατί πίστευες πως πραγματικά δικό σου είναι μόνο αυτό που χωρίς ιδιοτέλεια προσφέρεις.
Κρατώ την ακοίμητη έγνοια σου για την εκ- πολιτιστική Αγωγή των Ανωγειανών, τον αγώνα σου για τη διάκριση και αντιδιαστολή ανάμεσα στην κουλτούρα και τον καθαυτό πολιτισμό.
Κρατώ την αίσθηση του χρέους σου απέναντι στον ευεργέτη και δωρητή του «Σταυρακείου Γυμνασίου» τότε, αείμνηστο Μιχάλη Σταυρακάκη, που μας έδωσε Σχολιό, όπου μάθαμε γράμματα και φάγαμε ψωμί και άνοιξαν τα μάτια και ο νους και η ψυχή μας να χωράει την απέραντη ομορφιά και την ασκήμια του κόσμου. Χάρη σε σένα, που με την έμπνευση, την επιμέλεια και την οργάνωση στήθηκε ένας Σύλλογος αποφοίτων και όσοι μαθητεύσουν σε αυτό το Σχολιό θα ενστερνίζονται την αρχαία επιταγή «λαβών μέμνησο και δους επιλαθού»
Κρατώ την αταλάντευτη στάση σου απέναντι σε όσους πιστεύουν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να υπερασπιστείς την τιμή σου παρά μόνο το ντουφέκι και παρά ταύτα σήκωνες, σαν το πουκάμισο που φόραγες, λευκό πανί και κατανοούσες χωρίς να δικαιολογείς και στήριζες τα θύματα αυτής της παράνοιας.
Την αγωνία σου για το μέλλον όσων δούλευαν στο κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης- την επιχείρησή σας- τον καιρό της κρίσης όπου ,τι τα θες, έπρεπε να γίνουν περικοπές και εσύ τις ανέβαλες επί ζημία.
Την αμέριστη δοτικότητα, ωσάν να είχες ανάγκη τη συμπάθεια και του τελευταίου , κρατώ τη σημειολογική βαρύτητα μιας χειρονομίας στον Πέτρο, το ζητιάνο των Ανωγείων, όταν του έβαλες τη δραχμή στο χέρι για τη «χάρη» στον αρραβώνα του Ψαρονίκο , για να μη στερηθεί από ανέχεια την υπόληψη , που συνεπάγεται η συμμετοχή του καθενός στη χαρά του άλλου.
Ύστερα τον αμίμητο τρόπο, που είχες να χειρίζεσαι το χορατό ,τη βαθειά γνώση των Ανωγειανών και του φερσίματος τον τρόπο που σου έδιναν καιρό να αναδιηγείσαι απολαυστικά τα πάθη και τα καμώματά τους.
Ακόμη εκτίμησα πολύ τη συγγραφική σου συνήθεια, ό,τι έχεις να πεις να το λες με λέξεις αμεταχείριστες και τα κείμενά σου είναι που πέρα από τη μνήμη των ανθρώπων που σε γνώρισαν δε θα αφήσουν να ξεχαστείς και από τις μαντινάδες σου κυρίως εκείνη που γνωματεύει: «τη μοναξιά αν φοβηθείς, κορφές μην ανεβαίνεις, γιατί όσο πιο ψηλά ανεβείς, τόσο πιο μόνος μένεις» την είπα κάποτε στο Αρχιεπίσκοπο και κούνησε δεν ξέρεις με πόση συγκατάβαση το κεφάλι και από τότε κάνω με τρόμο τη σκέψη πως η πιο ψηλή κορφή που μπορεί να ανεβεί άνθρωπος είναι η αγάπη.
Σου έχω βέβαια και ένα παράπονο που δε στο είχα πει, το λέω τώρα:
Σου είχα ζητήσει κάποτε, θυμάσαι, να με φέρεις σε επαφή με δυο ανθρώπους του τόπου μας, που θαύμαζα, γιατί μπορούσαν να ζωγραφίζουν με τις λέξεις και ωσάν και σένα δεν χρειάζονται το μεγάλο τους όνομα για να συστηθούν, τους ξέρουμε με το μικρό τους μιλώ για το Μήτσο και το Γιώργη. Από όσο ξέρω δεν έκανες τίποτα. Αργότερα κατάλαβα πως το άφησες να προκύψει από μόνο του, όπως και έγινε, για να μη λιγοστέψει η σημασία του από τη μεσολάβηση. Ας είναι.
Καλέ μου φίλε Γιαννάκο , για μένα και πιστεύω όχι μόνο, ήσουν και θα παραμείνεις κεφάλαιο πολύτιμο για τα Ανώγεια για την αφοσίωση την ευγένεια και τη σεμνότητά σου, ήσουν από εκείνους που προσπόρισαν προστιθέμενη αξία σε όσους βρέθηκαν κοντά σου, είναι τιμή μου που υπήρξες φίλος και συνομιλητής μου τα έργα σου είναι, που δε θα αφήσουν να ξεχαστείς και εμείς οι πιο δικοί σου που μας χρέωσες.
Καλό παράδεισο φίλε, με ξάστερο ουρανό και άφθονο οξυγόνο.