Γεώργιος Α. Καλογεράκης, Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού

Ο Αρχηγός Γεώργιος Πετράκης – Πετρακογιώργης

Ο Βασίλης Σπαχής, συνεχίζει τη διήγησή του στη μαγνητοταινία που παρέδωσε στον Κωνσταντίνο Καργάκη του Γεωργίου για τη μάχη της Μαδαρής, (η μάχη έγινε στις 13 Αυγούστου 1944 στις πλαγιές του Ψηλορείτη), λέγοντας τα εξής :

«…η  εμπροσθοφυλακή,  όσοι  δεν  σκοτωθήκανε  και  τους υπολογίσαμε μαζί  με τον  πολίτη  εφτά,  πήγαν  και  μπήκαν στο  μητάτο  των  «Τζελέκων».  Που  είναι  ακριβώς  στο  ύψωμα  της  Μαδαρής.  Όταν  λοιπόν  αρχίσανε  να  γίνονται αψιμαχίες,  να  ρίχνουμε  αυτοί  να  ρίχνομε  κι  εμείς,  όλοι  στόχο  είχαμε  το  μητάτο.  Ο  δυστυχής  ο  πολίτης  που  είναι  μέσα  ξέρει  βέβαια  ορισμένα  ονόματα  και  νομίζει  ότι  μπορούμε  να  του  φανούμε  χρήσιμοι.  Φώναζε  λοιπόν  Αγησίλαε,  τους Λενακάκηδες,  όποιους  ήξερε  ότι  ήταν  εκεί  πέρα  και  γύρευε  έλεος,  να  τον  βοηθήσομε.  Εμείς  βέβαια  δεν  μπορούσαμε  να  του κάνομε  τίποτε  αλλά  είχαμε και  την  αίσθηση  ότι  ήταν  κανείς  δωσίλογος που  συνόδευε  τους  Γερμανούς.  Κάποια  στιγμή  υπάρχει  ένας  Καστρινάκης  Λευτέρης  με  τον  πατέρα  του  εκεί  και  τον  αδερφό  του  το  Στελή  ο  οποίος  ήξερε  τα  γερμανικά.  Και  φωνάζει  στους  Γερμανούς  να  παραδοθούνε. Οι  Γερμανοί  φωνάζουνε  ελάτε να  μας  πάρετε.  Γίνεται λοιπόν  ένας διάλογος,  φωνάζει  στον  αρχηγό  ο  Λευτέρης,  αρχηγέ  μας  λένε  να  πάμε  να  τους  παραλάβουμε. Του  δίδει  εντολή ο  Πετρακογιώργης  και  του  λέει  πες  τους  να  βγούνε  όξω  με  τα  χέρια  ψηλά  και  να  προχωρήσουνε  προς  εμάς. 

Δεξιά ο Βασίλης Σπαχής, το ανταρτόπουλο της Ομάδας του Αρχηγού Πετρακογιώργη τα χρόνια της κατοχής και αριστερά ο Ζαχαρίας Δραμουντάνης, γιος του Αρχηγού Ανωγείων Γιάννη Δραμουντάνη ή Στεφανογιάννη. Φωτογραφία από τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Αρχηγού Πετρακογιώργη στο χωριό Μαγαρικάρι, την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Στη  διάρκεια  αυτού  του  διαλόγου,  ένα  πολύ  σημαντικό  παλικάρι  ο   Αντώνης  Κρυοβρυσανάκης  ή  Ηλιαντώνης,  από  το  χωριό  Λοχριά,  ξετρυπώνει  μια  χειροβομβίδα   και  πλησιάζει  για  να  τη  ρίξει  από τον  πόρο του  μητάτου  μέσα.  Πλησιάζοντας  προφανώς  άκουσε  κάποιος  Γερμανός  τα  βήματά  του  και  πετάγεται έξω  με  ένα  ταχυβόλο  και  γυρίζει  και  υψώνει  το ταχυβόλο  και  ασφαλώς  θα σκότωνε  τον  Ηλιαντώνη  εάν  ένα άλλο  παλικάρι  ο  Μιχάλης  Κλαρίνης  από  το  Μέρωνα  μ’ένα  τόμιγκαν  δεν  προλάβαινε  να  γαζώσει  το  Γερμανό  και  να  μη  βλάψει  τον  Αντώνη.  Γυρίζουνε  λοιπόν  πίσω,  δεν  επιχειρήσαμε  προσέγγιση  του μητάτου  γιατί  ήταν  πάρα  πολύ  δύσκολο,  ήτανε  δε  απάνω  στην  κορυφογραμμή  αλλά  συνέβη  το  εξής  το οποίο  το  παρακολουθήσαμε  εμείς  μετά.  Εδώ σε  μια  παρένθεση  θα  πω  ότι  η  μάχη  αυτή  κράτησε οχτώ  ολόκληρες  ώρες.  Από  το πρωί  στις  9  μέχρι  το  απόγευμα.  Κάποια  στιγμή  όταν  σκοτώθηκε  ο  επικεφαλής  της  εμπροσθοφυλακής   δίνουνε  στον  πολίτη  το όπλο  του  για  να  φύγει  προς  τα  κάτω.  Έχω  την  αίσθηση  ότι  τον  κάνανε  πείραμα  για  να  δούνε  αν  μπορέσει  να  γλιτώσει.  Στα  πρώτα  βήματα  έπεσε  ο  πολίτης  και  για  να  μην  καθυστερώ  την  περιγραφή,  μ’αυτόν  τον  τρόπο  σκοτωθήκανε  και  οι  εφτά  που είχαν  μπει μέσα  στο  μητάτο.  Αυτή  η  κατάσταση συνεχίζεται.  Μας  βάνει  το  πυροβολικό  αλλά δεν  μας  ενοχλεί  πια  γιατί  έχει  κάνει  επιμήκυνση  κι  εμείς  είμαστε κοντά στους  Γερμανούς.  Υπάρχει  εδώ  ένα  περιστατικό το  οποίο είναι  διστακτικό  να  περιγράψω αλλά  επειδή  πρέπει  να  είναι  ακριβής  η  περιγραφή    θα  πρέπει  να  το  πω  γιατί  στοίχισε  και  τη  ζωή  ενός  ανθρώπου. 

Την  παραμονή  της  μάχης  έρχεται ένας  από  τους  Δρόσους  και  λεγόταν  …  Αυτόν  τον  πήρε  ο  Μπαχρής  σαν  προμηθευτή  στο  πολυβόλο  και  κάποια  στιγμή  παραίτησε  το  Μπαχρή  με  το πολυβόλο.  Τα  πολυβόλα  που  είχαμε  όταν  ζεσταινόταν  έπρεπε  να  κάνεις  αλλαγή  της κάνης  γιατί  τα  πυρά  ήτανε  πολύ  ώρα  και  κάψαμε  άφθονα  πυρομαχικά.  Κάποια  στιγμή  φωνάζει  ο  Μπαχρής  σφαίρες δεν  έχω  και  κάνη  να  αλλάξω.  Εγώ  λοιπόν, το μικρό  Βασιλιό, δεν  το  λέω  για  να  περιαυτολογήσω,   φεύγω  αμέσως  από  το  σημείο  που  είμαι   και  τρέχω και  πάω    και  παίρνω  από  ένα  σημείο  που είχαμε  σφαίρες σε  ένα  τσουβαλάκι  αλλά  δεν  έβρηκα  το  άλλο με  την  κάνη  και  τις  πάω  στο  Μπαχρή.  Ο  άλλος λοιπόν  τι  έγινε, έφυγε,  δεν  μπορώ  να  περιγράψω. Λένε  πως  αυτός ο  άνθρωπος  όταν  φύγανε  οι  Γερμανοί  επήγε ο  Κώστας  Καρπουζάκης από το Ζαρό  να  υψώσει τη  σημαία  την  πρώτη  ημέρα  που  φύγανε  οι  Γερμανοί  κι  επειδή   δεν  είχε  στεμό  τελικά  μ’αυτήν  την  συμπεριφορά  στο  λημέρι  τον  είχαν  πάρει  στο  ψιλό   και  περνούσε   από  κάτω  και  τον  ειρωνεύτηκε  ο  Καρπουζόκωστας,  το  ωραίο  αυτό  παλικάρι   και  του  λέει  πόσους  μωρέ  Γερμανούς  σκότωσες.  Και  γονατίζει  αυτός  ενώ  στη  μάχη  δεν  είχε  την ψυχραιμία  και  πυροβολεί  τον  Κώστα  και  τον  σκοτώνει.  Αυτές  είναι οι  πληροφορίες  μου  κι  είναι  κι αυθεντικές.  Αυτός  δηλαδή  που  ενώ εδείλιασε  στη  μάχη  εσκότωσε  ένα  πολύ χαρισματικό  παλικάρι. 

Ο καπετάν Πετρακογιώργης με αντάρτες του το 1942 στην τοποθεσία Ποροσώμαρο-Πισωκάμινο του Ρούβα. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τον Πάτρικ Λη Φέρμορ.
Πάνω σειρά από αριστερά : Βεϊσομανόλης, Χρονοδημήτρης, Κυριάκος Κατσαντώνης, Ηρακλής Πετρακογιώργης, Πετρακογιώργης, Δρακογιάννης (Ι. Βεϊσάκης), Κρομυδογιώργης (Γ. Ζαχαριουδάκης), Σκουτελογιώργης, Σαριδόκωστας, Ψαρόκωστας, Μπίλιος.
Καθήμενοι από αριστερά : αδιευκρίνιστος, Χρονοζαχάρης, Αλεξογιώργης, Τσιλεκονικολής, Ψαρογιώργης, Ηλίας Αλεξανδράκης, Τσιλεκοδιονύσης.
(φωτογραφία Κωνσταντίνος Καργάκης, «Βορίζα, Κατοχή και Αντίσταση, Τραχήλι, το Ολοκαύτωμα», α΄ έκδοση, Δήμος Φαιστού, 2019, σελ. 137)

Λοιπόν  η  μάχη  στη  Μαδαρή  συνεχίζεται. Όταν  εγώ  επιστρέφω  στο  Μπαχρή,  με  τα  δεκαεφτά χρόνια  δεν  έχω  εμπειρία  πολέμου. Και  πήγαινα  χωρίς  να  κάνω  χρήση  του  εδάφους.  Οι  Γερμανοί  μπορεί  να  μην  τους  βλέπαμε  αλλά  μας  βλέπανε  αυτοί. Με  πυροβολούν  λοιπόν  με  τέτοια  πυκνότητα  πυρών  κι άκουγα  τις  σφαίρες  να  περνούνε  και  άργησα  να  καταλάβω  ότι  αυτό  το  σφύριγμα  που  ακουγόταν  δίπλα  μου  ήταν  σφαίρες   και  έπεσα  κάτω  και  χρησιμοποίησα  το  έδαφος  για  να  πάω  στο  πολυβόλο του  Γρηγόρη.  Θέλω  να  πω  δηλαδή  την  ασχετοσύνη  μου  αλλά  εν  πάση  περιπτώσει  τα  κατάφερα  πολύ  καλά  χωρίς  να  θέλω  να   ευλογήσω  τα  γένια  μου.  Όταν  πήγα  στου  Γρηγόρη  το  πολυβόλο  βαστούσα  μια  ταυτότητα  που  μου την  είχανε  βγάλει  στ’Ανώγεια  που  είχα  πάει  την  παραμονή  που έγινε το σαμποτάζ  της  Δαμάστας  για  μια  μέρα  και  γύρισα.  Μου  την  είχε  βγάλει  ο  πατέρας  μου  από τον  Πρόεδρο  τότε,  αν  είχε  και  με  ιδούνε  οι  Γερμανοί  που κινούντανε  τότε  να  μπορέσω  να  αποφύγω.  Και σηκώνω  μια  πλάκα  κοντά  στο  πολυβολείο  και  τη  βάνω  από  κάτω.  Ήμουνα  δε  αφελής  λιγάκι  γιατί  δε  σκέφτηκα  να  πάω  παραπέρα  και  την  έβαλα  δίπλα  στο πολυβολείο  με  αποτέλεσμα  μετά  τη  μάχη,  όταν  γυρίσαμε  πίσω,  την  ταυτότητα μου  την  είχαν  πάρει  οι  Γερμανοί.  Το  χωριό  μας  όμως  κάηκε  που  κάηκε  και  δεν  πήγαν  να  ψάξουν  να  βρούνε  τους  συγγενείς  μου.  Η  μάχη  συνεχίζεται. Κρατούμε  επαφή  με  αραιούς  πυροβολισμούς  και  είχαμε  την  ανησυχία    μήπως  από  τη  μεριά  των  Ανωγείων  πλησιάσει  δύναμη  και  δεν  μπορούσαμε  γιατί  ήταν  πράγματι  εντυπωσιακός  ο  πανικός  που  δείξανε  οι  Γερμανοί  στις  πρώτες  ριπές από  τα  πολυβόλα  μας.  Θα  μπορούσαμε  να  τους  κυνηγήσουμε  μέχρι  κάτω  αλλά  αυτή  την  ευχέρεια  δεν  την  είχαμε  και  κρατήσαμε  τη  θέση  μας  χωρίς  να  εμβαθύνομε  κάτω  προς  «τον  Αμιρά». 

Ο Καπετάν Πετρακογιώργης (δεύτερος από αριστερά) με πέντε από τους άντρες του στη Μονή Βροντησίου. Πρώτος αριστερά και δίπλα στον Αρχηγό ο Εμμανουήλ Τσικριτζής ή Σκουρομανόλης. Πρώτος από δεξιά ο Γεώργιος Καργάκης ή Ψαρογιώργης. Δίπλα στον Ψαρογιώργη, ο Κωνσταντίνος Βεϊσάκης-Βεϊσόκωστας

Όταν  αρχίσανε  οι  Γερμανοί  κατά  το  απόγευμα  να  οπισθοχωρούνε,  το  πυροβολικό  άρχισε  να  πυκνώνει  τα  πυρά  του  προς  εμάς.  Είχαμε  ένα  παλικάρι  από  το  Καβούσι  και  λεγόταν  Μανωλεσάκης  Παναγιώτης,  πάρα  πολύ  χαρισματικό  παλικάρι,  ήτανε  λοχίας  στο  πυροβολικό  και  μας  έδινε  οδηγίες  όλη  την  ώρα  με  ποιο  τρόπο να  προφυλαγόμαστε  από  το  γερμανικό  πυροβολικό.  Αυτός  ο  δυστυχής  βρέθηκε  όρθιος   και  σκα  μια  οβίδα  δίπλα  του  και  του  παίρνει όλο  το  αριστερό λαγγόνι,  τον  έκοψε  δηλαδή  κυριολεκτικά  ολόκληρο.  Έτυχε  να  έχω  το  θλιβερό  προνόμιο  να  είμαι κοντά,  ο  Αρτέμης  ο  Νταμπάκης,  ο  Αναγνωστάκης  ο  Γιώργης  και  ένας  Λευτέρης  Αλεξάκης  από  την  Πατσό. Λένε  οι  άλλοι  οι  πιο  μεγάλοι  κουράγιο  Παναγιώτη.  Αυτό  λοιπόν  το  μεγάλο  παλικάρι  σαν  να  έλεγε  το  πιο  κοινό  πράγμα  είπε  φύγετε  δεν  έχω  ελπίδα.  Και  πράγματι  ξεψύχησε  μέσα  σε  δυο  λεπτά  χύθηκε  όλο  του το  αίμα.  Τον αφήνουμε  εμείς  εκεί.  Όταν  τελείωσε  η  μάχη  αρχίξαμε  κι  εμείς  να  συμτυσόμαστε  στο  Βοριζανό  αόρι  στα  «Κόλλητα».  Βγήκαμε  λοιπόν  και  εξωμείναμε  στου  «Νικολάκη  το  Χαράκι». Είναι  μια  πηγή  εκειά  κι έχει  νερό.  Έχομε  αφήσει  τα  πράγματά  μας  όλα,  γιατί  βγήκαμε  απάνω  βεβιασμένα  στην  οπισθοχώρηση και  λέει  ο αρχηγός  αύριο θα  πάτε  να  πα  πάρετε  τα  πράγματα  και  θα  θάψετε  τον  Παναγιώτη.  Θα  αποφύγετε  επαφή  με  τους  Γερμανούς  γιατί  αυτοί  θα  έχουνε  βγει    να  πάρουνε  κι  αυτοί  σκοτωμένους  ότι  έχουνε και  τα  πυρομαχικά  μας  είναι  λίγα. Πράγματι  ήταν  λίγα,  είχαμε  κάψει  πάρα  πολλά  όλη  μέρα.  Είχαμε  μια  αποθήκη  προς τη  μεριά  των  Κουρουτών  αλλά  ήτανε  μακριά  για  να  προμηθευτούμε  πυρομαχικά.  Θα  κάμετε  μόνο  μια  γραμμή  που  να  χωρίζει  το  σημείο  που  ήτανε οι  Γερμανοί  με  το  δικό  μας  και  μόλις  τελειώσετε  την  ταφή  του  Παναγιώτη  θα  πάρετε  απάνω. 

Πράγματι  αυτό κάναμε.  Τον  Παναγιώτη  τον  πετρώσαμε  με  πέτρες,  πήραμε ο  καθένας  ότι  μπορούσαμε  και  προς  τιμήν  των  παλικαριών  μας  επήρανε  και  περίπου  χίλια  παντακόσα  ζα  τω  Βοριζανώ  και  τα κάναμε κάτω  στον  πόρο  της  «Αγουδουράς»   για  να  μην  τα  πάρει  ο  κατακτητής.  Αυτή  η  υπεύθυνη  συμπεριφορά  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  αξίζει  να  επισημανθεί.  Όχι  μόνο  εξανοίγανε  να  γλιτώσουνε  αλλά  σου  λέει  οι  άνθρωποι  αυτοί  που  μας  στηρίζουνε  πρέπει  να  προστατεύσομε  και  τα  ζα  ντωνε.  Εν  συνεχεία  εφύγαμε  και  πήγαμε  σ’ένα  σημείο  πάνω  από  τα  Πλατάνια,  το  λένε  «Στου  Τσικαλά  το  τυροκομείο».  Λέει  ο  Πετρακογιώργης  ότι  οι  Γερμανοί κινούνται από  πάσα  κατεύθυνση.  Εγώ  θα φύγω  γιατί  είχε  προγραμματιστεί  μια  συνάντηση  με  τους  Άγγλους  αλλά  δεν  ξέρω  ακριβώς  σε  ποιο  σημείο  με  συνοδό  του  το  Μπαχρή.  Ογδόντα  τόσοι  άντρες  δεν  μπαίνουν  σε  σπήλιο. Θα  κρατήξετε  ένα  ύψωμα  κι  αν  πέσουν  απάνω  μας  οι  Γερμανοί,  θα  πολεμήσομε  και  τη  νύχτα  θα  χτυπήσομε  να φύγομε  προς  μια  κατεύθυνση.  Κάτι  που είχε  προτείνει  και  στον  «Πριγιό»  και  που  δυστυχώς  δεν ακούστηκε  κι  έγινε  αυτό  το  δράμα. Πράγματι  πιάσαμε  ένα  ύψωμα,  οι  Γερμανοί  περνούνε  από  απόσταση  κοντινή  από  μας,  τους  βλέπομε. Την  επαύριο  θωρούμε  που  αρχινούνε  να  καίνε  τα  χωριά  του  Αμαρίου. Παρέλειψα  να  πω  ότι  ο  Πετρακογιώργης  πήγε  στη  συνάντηση  και  παραλίγο  να  πιαστεί  από  τους  Γερμανούς  τη  νύχτα  και  την  επαύριο  ξετρύπησε  στο λημέρι.  Και  είδαμε  την καταστροφή  των  εφτά  χωριών  του  Αμαρίου  να  καίγονται  χωρίς  να  μπορούμε  να  προσφέρομε  τίποτα.  Είμαστε  κι  εμείς  εγκλωβισμένοι.  Η  γενναία  λοιπόν  αυτή  μορφή  ο  Πετρακογιώργης   με  απόλυτη  ψυχραιμία  και  με  υπεύθυνη  συμπεριφορά  ηγείτο  της  ομάδος  μέχρι  που έληξε  η  γερμανική  κατοχή  και  αρχίξανε  να  συμπτύσσονται.  Στη  μάχη  αυτή  της  Μαδαρής  διακριθήκανε  μερικά  παλικάρια  πραγματικά  με  πρωτόγνωρο  θάρρος,  παρ’ότι  όλοι  ήσανε  ένας  κι ένας εκλεκτός  χωρίς  την  περίπτωση  της  εξαιρέσεως  που  είπα,  ο  οποίος  αυτός    δεν ήταν  καν  δικός  μας  άνθρωπος.  Είχε  έρθει  την  παραμονή  της  μάχης.  Θυμούμαι    μάλιστα  ότι  φορούσε  ένα  πολιτικό  σακάκι  κι  είχε  ένα  τσατσαράκι  στο  τσεπάκι  και  περίσσευε  και  μου έκαμε  εντύπωση. Μεταξύ  των οποίων είχανε  έρθει  κι  άλλοι  δυο  ένας  Παπαλέξης  από  το  χωριό  Πετροκεφάλι  που  σκοτώσανε  οι  Γερμανοί  μπροστά  το  μοναχογιό του  και  τον  έφερε  η  απελπισία  στην  ανάγκη  να  φύγει  στο βουνό  μαζί  με  έναν  Ζανδουλάκη από  το χωριό  Πόμπια  και  προστεθήκανε  αλλά  αυτοί  δείξανε  εξαιρετική  διαγωγή.  Μόνο ο  άλλος  θα’ πρεπε,  επειδή  είναι  ένα  μακρινό  γεγονός  να  το  αποσιωπήσω,  αλλά  επειδή  ήτονε  κατάπτυστη  η  πράξη  του  να  σκοτώσει  ένα  παλικάρι  σαν  το  Καρπουζάκη  δεν μπορούσα  να  του  το  συγχωρήσω.  Εκεί  λοιπόν  στη  μάχη  διακριθήκανε  πάρα  πολλοί.  Ο  Πετρακογιώργης  ασυζητητί  που με  απόλυτη  γενναιότητα  και  υπευθυνότητα  κατηύθυνε  την  επιχείρηση.  Ο  Ψαρογιώργης ο  σπουδαίος  φίλος  μου,  ο  Μανουσομανόλης,  ο  Μπαλάσκας,  ο  Σκουρομανόλης  ο  Τζίτζικας,  ο  Ηλιαντώνης  ο  Μιχάλης  Κραούνης  από  το  Μέρωνα,  ο  Λευτέρης  Καστρινάκης  ο  Ηρακλειώτης,  είχανε  σκοτώσει  τον  αδερφό  του,  μια  άλλη  ιστορία  σημαντική  αλλά  για  να  αναφερθεί  δε  με  παίρνει ο  χρόνος, ο  Αγησίλαος  Πετράκης,  οι  Μαυράκηδες  από  το  Μαγαρικάρι,  μια  οικογένεια  παλικάρια  πρωτόγνωρα,  μεταξύ  των  οποίων  ήταν  κι  αυτός  που έκανε  την  εκτέλεση  του  δωσίλογου  στις  Μοίρες,  ο  Γιώργης  Μαυράκης  που  σκοτώθηκε  στου  «Παπά  το  Πέραμα».  Όλοι  αυτοί  γράψανε  τη  σημαντική  εξέλιξη  η  οποία  για  μένα  αγαπητέ  κι  εκλεκτέ  φίλε  μου  Κώστα,  που  σε  σένα  απευθύνομαι,  αυτό  το  λεπτομερειακό  κείμενο  αλλά  χωρίς καμία  υπερβολή,  θέλω  να  μου  κάμεις  τη  χάρη  να  το καταχωρήσεις  σε ένα  γραφτό  να  μη  χαθεί.  Είναι  η  πιο  αυθεντική περιγραφή  που  μπορεί  να  ακούσεις  γι’αυτά  τα  γεγονότα.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  διεξήχθη  αυτή η  μάχη  κι  απώλεια  είχαμε  μόνο  το  παλικάρι  αυτό από  το  Καβούσι  τον  Παναγιώτη  Μανωλεσάκη  οι  δε  ανθρώποι  που  αποτελούσαν  την  ομάδα  ήταν  τόσο  διαλεχτοί  ένας  προς  έναν,  δεν  θέλω  να  ξεχωρίσω  γιατί  θα  αδικήσω  πολλούς  και  όλοι  δείξανε  εξαιρετική  συμπεριφορά.

Ο Καπετάν Πετρακογιώργης, (πρώτος αριστερά), με άντρες της Ομάδας του στον Ψηλορείτη. Ο νεαρός στο μέσον της φωτογραφίας και πίσω, είναι το δεκαπεντάχρονο ανταρτόπουλο Βασίλης Σπαχής

Όσον  αφορά  δε  εσένα  που  απευθύνομαι  να  ξέρεις  ότι  τα  αισθήματά  μου  προς  το  σπίτι  σας  είναι  πληθωρικά  γιατί  είπα  παραπάνω  με  ποιο  τρόπο  γνώρισα  το  δράμα  που  βίωσε  η  οικογένειά  σας. Αλλά  είχα  κι  ένα  άλλο  προνόμιο,  ήτανε  να  φύγω  με  το  μακαρίτη  το  Φανούρη  για  τη  Μέση  Ανατολή  κι  από σύμπτωση  πληροφορήθηκε  την  αναχώρησή  μου  ο  πατέρας  μου  και  ειδοποίησε  τον  αρχηγό  και  δεν  πήγα  εγώ  και  πήγε  ο  Φανούρης  και  βρήκε  αυτή τη  σημαντική  ευχέρεια να  φύγει  από  τη  μάστιγα  της  κατοχής  και  τον  κίνδυνο  κι  όταν  τον  είδα  ως  στρατιώτης  εγώ  τεχνίτης  αεροπλάνων,  τον  καμάρωσα,  αλλά  είχε  την  ατυχία  να  χαθεί  αυτό το  παλικάρι  άδικα  στο ατύχημα  που  έγινε.  Μπορεί  να  σου  θυμίζω  θλιβερές  μνήμες  αλλά  μετέχω  κι  εγώ  σ’αυτήν  την  απώλεια.  Να’σαι λοιπόν  Κώστα  περήφανος  για  την οικογένειά  σου  και  για  το χωριό  σου,  είχε   σημαντική  συμμετοχή  στα  γεγονότα  της  κατοχής  κι  εγώ  μια  συγκυρία  φτώχειας  μ’έφερε να  βρεθώ  στο  Μαγαρικάρι  στην  κήρυξη  του  πολέμου  και  να  μείνω εκεί  στην  κατοχή  και  να  γνωρίζω  του  καθενός  το  ρόλο  λεπτομερειακά.  Μπορεί  να ξεχνώ  και  να  είμαι  σε  ηλικία  ογδόντα  τριών ετών  αλλά  τα  γεγονότα είναι  μπροστά  μου  αυτούσια  όπως  τα  βίωσα.  Και  δεν  έχω  ποτέ  πρόθεση  να  μειώσω  ούτε  να  παινέσω  κανέναν   περισσότερο.  Το  σύνολο  της  ομάδας  του  Πετρακογιώργη  ήταν  παλικάρια  διαλεχτά  που  έγραψαν  μια  σημαντική  ιστορία  και  η μάχη  της  Μαδαρής  με  τη  δική  μου  άποψη  και  με  το γεγονός  ότι  δεχόμαστε  καταιγισμό  πυροβολικού  ολόκληρο  το  οχτάωρο που  είμαστε  σε  επαφή  με  τον  εχθρό,  τη  θεωρώ  μια  από  τις  σημαντικότερες  συμπλοκές  που  έγινε  στην  κατεχόμενη  Κρήτη  και  επίσης  τη  θεωρώ  ως  ανταπόδοση   με  τη  μάχη  του  Τραχηλιού. Δηλαδή  στο  χρόνο  απάνω  ο  Πετρακογιώργης  με  τα  παλικάρια  του  έστησε  θανάσιμη  ενέδρα  στους  Γερμανούς και  σίγουρα  σκότωσε  περισσότερους  παρά  όσους  του σκοτώσανε.

Την  αφήγηση  την  αφιερώνω  στον  Κώστα  Καργάκη  τον  καλό  μου  φίλο δάσκαλο  και  τον  παρακαλώ  πολύ  να  τη  μεταφέρει  σε  κάποιο  γραπτό  κείμενο  γιατί  λόγω  ηλικίας  και  που  περνά  ο  καιρός  δεν  θα  μπορούσα  να  την  περιγράψω.  Ασφαλώς  και  τώρα  έχω  κάνει  μερικές  παραλήψεις  αλλά  η  ουσία  είναι  αυτή.  Ότι  η  κινητοποίηση  έγινε  για  να  υπηρετήσουνε  γενικότερους  σκοπούς  οι  Άγγλοι  και  πληρώσανε  πολλοί  άνθρωποι.  Και οι  Σκουρβουλιανοί  και  οι  Δαμαστιανοί  γιατί  οι  εκτελέσεις  είχαν σχέση  μ’αυτό  και  τόσα  άλλα  χωριά  που καήκανε.  Σε  αυτήν  την  καταγραφή  πιστεύω  ότι  άφησα  ένα  κομμάτι  από  τις  εμπειρίες  μου,  πιστεύω  να  είναι  κατανοητό  και  ο καλός  μου  φίλος  ο  Κώστας  να  το  αφήσει  σε  γραπτό  κείμενο  να  μην  χαθούν  οι  εντυπώσεις  μου  απ’αυτόν το  χρόνο.  Το  κάνω  δε  αυτό  όχι  για  να   περιαυτολογήσω  αλλά  γιατί  λατρεύω  τιμώ  και  αγαπώ  αυτά  τα  συγκλονιστικά  γεγονότα  όταν  μια  μικρή  δράκα  παλικαριών  αψηφούσε  τους  φασίστες  και  ρίσκαραν  τη  ζωή τους  σε  αποστολές,  σε  σαμποτάζ,  σε  μετακινήσεις,  σε  συλλογή  συμμάχων.  Όλες  αυτές  οι  πράξεις  ήταν  πατριωτικές  και  δυστυχώς  βλέπω  τώρα,  στην  ειρηνική  περίοδο  που  ζούμε,  να  μην  τηρούνται  με  τον  ίδιο  τρόπο  που  τα  παλικάρια  αυτά  προτάσσανε  τα  στήθη  των  για  να  κρατήσομε  μια  πατρίδα  ελεύθερη. 

Αγαπητέ  Κώστα  λέω  πάλι  είμαι ο  Βασίλης  ο  Σπαχής  ογδόντα  τριών  χρονών,  κάτοικος  ακόμη  στα  Ανώγεια  και  ο  οποίος  έζησα  ενώ  ήμουν  Ανωγειανός  την  κατοχή  όλη   στην  περιοχή  τη  δική  σας,  γνωρίζω  κάθε  πατουχιά  του  αοριού  σας,  τους  ανθρώπους  όλους   που  συμπράξανε,  τη  μεγάλη  προσφορά  των Βοριζανών,  τη  θυσία  των  Βοριζών  και  είμαι  πάρα  πολύ  υπερήφανος  που  είχα  αυτήν  τη  δυνατότητα  να  ζήσω  κοντά  σας.  Σας  τιμώ  και  σας αγαπώ   τη  δε  οικογένειά  σας  ιδιαιτέρως  θα  τιμώ  και  θα  αγαπώ  όσο  ζω.  Γεια  σου  αγαπημένε  μου  φίλε  Κώστα  Καργάκη  ευαίσθητε  άνθρωπε.  Γιατί  σ’έχω ακούσει  να περιγράφεις  γεγονότα  και  προκύπτει  ότι  και  σένα  μέσα  σου  υπάρχουν  αυτές  οι  αξίες  που  αυτοί  οι  ανθρώποι  υπηρετήσανε».

Βασίλης  Σπαχής

Φεβρουάριος  2010

 

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->