Πρωτότοκος γιος του Μίνου Εμ.Σταυρακάκη και της Ειρήνης Χαρ. Σκουλά.
Γεννήθηκε στ’ Ανώγεια το 1930. Λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος, η οικογένεια του θα μετεγκατασταθεί στο Μονοφάτσι και συγκεκριμένα σ’ ένα μικρό χωριό τ’ Αρμανώγεια, όπου υπάρχει γης να καλιεργήσεις, να σπείρεις καρπό, να φυτέψεις ελιές κι αμπέλια και να γλυτώσεις από την πείνα την οικογένεια που σιγά σιγά πληθαίνει.
8 παιδιά θ αποχτήσουν ο Μίνως του Σταυρακομανώλη και το Ρηνάκι του Χαραλάμπη. Οι εποχές είναι δύσκολες και τα παιδιά δεν έχουν την πολυτέλεια να μεγαλώσουν “φυσιολογικά” . Ο Επαμεινώντας στη ηλικία των 11 χρόνων, θα γίνει ζευγάς και βοσκάκι, σαν μεγαλύτερος, προκειμένου να βοηθήσει τον πατέρα, (που παράλληλα κάνει τον τσαγκάρη), στον αγώνα για την επιβίωση της οικογένειας.

Από αριστερά: Εμμ. Σταυρακάκης (του Πανιά) , Επαμεινώντας Σταυρακάκης, Νίκος Ξυλούρης (Ψαρονίκος) και Μίνος Σταυρακάκης
Τελειώνοντας ο πόλεμος τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν και η ζωή να μπαίνει σε κανονικούς πλέον ρυθμούς. Αραβωνιάσματα, γάμοι ,πανηγύρια, γλέντια με την πιο μικρή αφορμή. Ο παππούς, ο πατέρας και οι μπαρμπάδες του Επαμεινώντα καθώς και οι υπόλοιποι χωριανοί ( Ανωγειανοί της διασποράς οι περισσότεροι), είναι μερακλήδες και γλεντοκόποι.
Ο Επαμεινώντας από μικρός θα μυηθεί στην ιεροτελεστία του γλεντιού και της παρέας. Ντεληκανής απ’ αυτούς που ξεχωρίζουν. Ομορφοκαμωμέμος, ψηλός, μ’ αρχοντικό παράστημα, με τα ζαρωτά στιβάνια και τσι γκυλότες, καλός τραγουδιστής, ερέγουσουν να τον-ε γροικάς να τραγουδεί και να γλεντίζει.
Ήταν χουβαρντάς, άθρωπος με κύρος και χατίρι, κάτι που αναγνωρίζονταν στην ευρύτερη περιοχή. Οταν γινόταν παρεξηγήσεις και τσακωμοί στα γύρω χωριά , καλούσαν και τον Επαμεινώντα να κάμει το σασμό.
Κοινωνικά ευαίσθητος απο αγωγή , ασπάστηκε τις αξίες της ευρύτερης αριστεράς, και ακολουθούσε τους υποψηφίους της ΕΔΑ στην περιοδεία τους στα χωριά, για να τους προστατέψει από την τρομοκρατία των φανατικών της τότε Καραμανλικής δεξιάς.
Κάποια στιγμή θα έπρεπε να δημιουργήσει δική ντου οικογένεια. Παντρεύτηκε και με την σύντροφο του Λουκία, απόχτησαν 3 παιδιά και οργάνωσε την δική του ξεχωριστή πορεία σαν οικογενειάρχης.
Εγινε καλός νοικοκύρης κι ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Αργότερα δημιούργησε ένα τυροκομείο όπου αποροφούσε το γάλα των κτηνοτρόφων της περιοχής. Το τυροκομιό ντου έχουν να το θυμούνται όσοι το γεύτηκαν.
Αυτό που έκανε τον Επαμεινώντα να ξεχωρίζει, ήταν ο σεβασμός που έδειχνε στους ανθρώπους που απασχολούσε στην περιουσία του, η στο τυροκομείο. Τους αντιμετώπιζε σαν μέλη της οικογένειας σε όλα. Να σκολάσουνε στην ώρα ντως, να φάνε καλά και να κοιμηθούν σε αξιοπρεπή καταλύματα, είτε ντόπιοι ήταν, είτε αλλοδαποί.
Δεν θα μπορούσε ο ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ να κάνει πράξη τις επιλογές του, αν δεν είχε την απόλυτη στήριξη και την απλόχερη συμπαράσταση της συντρόφου του ΛΟΥΚΙΑΣ, που ήταν στο πλευρό του, στην κυριολεξία, μέχρι την ύστερη του πνοή.
Το σπίτι ντου ήταν πάντα ανοιχτό και το τραπέζι ντου στρωμένο, για το φίλο, τον περαστικό, το μουσαφίρη.
Ο Επαμεινώντας είχε ένα καημό και δεν έχανε ευκαιρία να μην τον ομολογήσει. Ενοιωθε σαν ξεριζωμένος, σαν μετανάστης. Αγαπούσε παθολογικά και του λείπανε, τ Ανώγεια των παιδικών του χρόνων, που λόγοι ανώτερης βίας τον υποχρέωσαν να απομακρυνθεί απ’ αυτά.
Αυτός ήταν ο Επαμεινώντας Σταυρακάκης , που θα τον θυμούμαστε πάντα με αγάπη και θα λείπει από την κοινωνία, η Αρχοντιά και το μεγαλείο του.