Άρθρο για την ΑΝΩΓΗ, από την Αντωνία Μπαγκέρη
Στη πολιτιστική κληρονομιά του χωριού, πέρα από τη μουσική, το χορό ,τα τραγούδια ,τους ανθρώπους της ,στα ήθη και τα έθιμα είναι και η τροφή.
Στις μέρες μας, η επάρκεια των έτοιμων ,των εύκολων φαγητών έχει καρφιτσώσει στο παρελθόν την αναζήτηση στο παλιό τρόπο θρέψης του χωριού.
Στα χόρτα.. Γι’ αυτό το θησαυρό θέλω να πω.
Η Άνοιξη μου εγείρει το βλέμμα. Με ωθεί σε ένα ταξίδι στη φύση χωρίς εμπόδια, που με καλοδέχεται και με φιλεύει.
Αγαπώ τα χέρσα χωράφια. Τραβώ κατά κει, να ανακαλύψω ό,τι σποράκι ο αέρας ταξίδεψε και το χώμα στοργικά ανάθρεψε μέσα στο χειμώνα.
Σε μέρη άσκαφα, σε χωράφια της εγκατάλειψης εκεί καταλήγω.
Η Χαρίνα η ευλογημένη πεθερά μου, με δίδαξε στα νιάτα της τον αγόγλωσσα που η πλάση σε τέτοια μέρη τον μεγαλώνει…Το ψάρι του αορίτη μου λέγε πως ήτανε..
Ένα φυτό γεμάτο τρίχες στα φύλλα και τους βλαστούς του. Αυτός ο τριχωτός βλαστός αν ξεφλουδιστεί, είναι τόσο νόστιμος ,όπως κι αν ψηθεί.
Οι παλιοί τηγανίζανε τα τρυφερά βλασταράκια με αλεύρι ή κουρκούτι και ήταν ένας μεζές γεμάτος υγεία.
Τα φύλλα και τους βλαστούς επίσης τα έκαναν βραστά με λεμόνι (λέει η Ουρανία του Χαρή πως θυμάται να τα τρώει η γιαγιά της η Νινίνα. (Εικόνα από τη μεταπολεμική εποχή)
«Μια πηρουνιά» αγογλώσσους ο καθα εις, ένα ποτήρι από το ζουμί τους και ένα κομμάτι ψωμί. Αυτό ήταν..
Λίγα φάε ,λίγα πιες, θέσε καλά κοιμήσου..
Οι αθρώποι, κάπως έτσι ξετέλεβαν τις μέρες τους, σχεδόν κάθε σούρουπο που γύριζαν , «κομμένοι» από τη δούλεψη της μέρας.
Το μουζοτσίκαλο στη φωτιά και κάθε λογής βρούβα, ανάλογα την εποχή, ήταν το δείπνο του φτωχού.
Αυτή την πολιτιστική, προφορική κληρονομιά, κρατώ στο «γωνιό» με τα πολύτιμα της ψυχής μου.
Ας μην έρθει η λήθη ποτέ να τη σκεπάσει.