Ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, ο ευαίσθητος Στεφανής Πλουσής  ξεδιπλώνει στην «Α» τις σελίδες μιας μοναδικής περιπέτειας που έζησε για πολλά χρόνια, ως μεταφορέας, στο δρομολόγιο Ανώγεια- Αθήνα- Ανώγεια. Σήμερα, ζει μια άλλη ωραία «περιπέτεια», αυτή της  ξυλογλυπτικής, όπου πραγματικά μεγαλουργεί στο μικρό αλλά θαυματουργό εργαστήριο του, δίνοντας «φωνή», «ανάσα» και «ζωή» στο ξύλο.

Συνέντευξη στην ΑΝΩΓΗ και τον  Γιώργη Μπαγκέρη

Ακόμα ηχεί στα αυτιά μας, η φωνή από τα μεγάφωνα στο ταξί του Λευτέρη Ανδρεαδάκη ή “Αρίφη” με την ειδοποίηση που έγινε συνήθεια στα Ανώγεια για περίπου τέσσερις δεκαετίες: “Ο Στεφανής θα πάει το Σάββατο στην Αθήνα. Παρακαλείστε να ετοιμάσετε τα δέματα σας.”

Δέκα χρόνια μετά την συνταξιοδότηση του, ο Στεφανής Πλουσής ανοίγει την καρδιά του στην ΑΝΩΓΗ και νοερά μας “μεταφέρει” σε όλο αυτό το ταξίδι του, από το 1965 που απολύθηκε από το στρατό έχοντας όνειρο του να γίνει μεταφορέας στα Ανώγεια, με μια πρώτη μικρή σκαφτική μηχανή, μέχρι το τελευταίο μεγάλο μπλε φορτηγό που χρησιμοποιούσε για να παραδίδει με συνέπεια εκατοντάδες δέματα σε Ανωγειανούς φοιτητές και συγχωριανούς μας, κατοίκους των Αθηνών.

Ιστορίες Ανωγειανών στην Αθήνα, με φοιτητές που τον βοήθησαν πολύ στην προσαρμογή του τα πρώτα χρόνια. Ιστορίες άλλοτε χιουμοριστικές με όμορφα πειράγματα, από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων και τον Βούργια, άλλοτε συγκινητικές όπως η απάντηση της Ανωγειανής μάνας του αείμνηστου αξιωματικού Αναστάση Φασουλά, για το περιεχόμενο των δεμάτων και τη σημασία τους για την συνέχιση των παραδόσεων και αξιών των Ανωγείων και εντός της πρωτεύουσας.

Θυμάται  με…πείσμα το μοναδικό δέμα που γύρισε πίσω χωρίς να έχει βρει τον παραλήπτη του, την οικονομική αλλά και ηθική πληρωμή της κοπιαστικής εργασίας του και πως δεν βρήκε συνεχιστή αυτής της δουλειάς, μετά την συνταξιοδότηση του, ενώ παράλληλα η κουβέντα καταλήγει στην ξυλογλυπτική, το μεγάλο πάθος της ζωής του, μια τέχνη που έμαθε στα διαλλείματα των μεταφορών του στην πρωτεύουσα στο ξυλουργείο του αδερφού του Αναστάση στο Νέο Κόσμο.

75 ετών, αεικίνητος και ακούραστος, ο Στεφανής με δυσκολία κάθισε αυτή την μια ώρα μαζί μας, έχοντας πάντα το βλέμμα του στο μισοτελειωμένο ξυλόγλυπτο του πάνω στο γραφείο του στο μικρό Εργαστήρι του στο Αι Γιάννη όπου τον συναντήσαμε, κλείνοντας την συζήτηση μας με την  κουβέντα , ότι θα βρίσκεται εκεί για όποιον τον θέλει κάτι, δίπλα στα ξυλόγλυπτα του, “μέχρι η καρδιά μου να σταματήσει να χτυπά!”

Αναλυτικά ολόκληρη η συνέντευξη:

Η ΠΡΩΤΗ ΣΚΑΦΤΙΚΉ ΤΟ 1965

“Μια σκαφτική μηχανή που είχα το 1965, ήταν το πρώτο μου μεταφορικό μέσο. Έκανα διάφορες μεταφορές με την σκαφτική.

Μια από αυτές ήταν να γυρίζουμε τα φαγητά για τα κοπέλια του οικοτροφείου, το φαγητό  των παιδιών του γυμνασίου. Μετά γύριζα και έπαιρνα το ψωμί από το Μαχαιρογιώργη και το μοίραζα σε όλα τα μπακάλικα. Με τη σκαφτική μηχανή έκανα ένα σωρό δουλειές. Και στο Ρέθυμνο πήγαινα. Έπαιρνα του Μαχαιρογώργη τα πανιά, αυτά που φουρνίζουν. Πήγαινα και στο Πενταμόδι ένα χωριό κοντά στον Κρουσώνα αφού έπαιρνα από την “Ξερολίμνη” τυρί από τον Μπερκονίκο.

Σχεδόν κάθε μέρα πήγαινα και σε Νίδα και Ρουσαλίμνη, έπαιρνα τα μαλλιά από τα πρόβατα και τα κατέβαζα στο χωριό.

Την σκαφτική μου την είχε αγοράσει ο πατέρας μου για να σκάβω, αλλά εγώ είχα από νεαρός στο μυαλό μου τις μεταφορές. Έκανα και το σκάψιμο, αλλά όλη την άλλη ώρα έκανε ένα σωρό μεταφορές όπως σου είπα.

Λίγο καιρό μετά ήθελα να αγοράσω ένα μεταφορικό μέσο δημοσίας χρήσης. Πήγα στο Γαράζο και βρήκα ένα Νίκο Σκουλά (γαμπρός του Σωκράτη Χαχλιούτη) και είχε μια άδεια δημοσίας χρήσης. Αλλά δυστυχώς τότε δεν πουλιόνταν οι άδειες. Εγώ είχα όμως αυτό το μεράκι των μεταφορών. Το ήξερε ο αδερφός μου ο Αναστάσης στην Αθήνα αυτό και άρχισε να ρωτάει ανθρώπους που ήξεραν και μου ‘ρμήνεψε τι χαρτιά έπρεπε να κάνω για να πάρω άδεια. Τα έκανα τα χαρτιά και ότι άλλο χρειαζόταν. Έτσι πήρα την πρώτη μου άδεια για μεταφορές το 1971. Με μια πράσινη τρίκυκλη μηχανή που είχα αποκτήσει άρχισα νόμιμα τις μεταφορές εντός Κρήτης.

Στην τρίκυκλη τον πρώτο καιρό έβαζα τα πάντα, ότι σήκωνε! Πρόβατα από το αόρη, μαλλιά, τυριά, ξύλα. Τα πάντα σχεδόν και τα κατέβαζα στο χωριό. Με αυτή την πράσινη τρίκυκλη πήγαινα παντού, από τη Σητεία μέχρι τα Χανιά. Μετά αγόρασα μια καλύτερη μηχανή, και το 1976 ξεκίνησα τα δρομολόγια και στην Αθήνα.”

ΠΩΣ ΗΡΘΕ Η ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1976

“Την δουλειά αυτή πριν από μένα, πριν δηλαδή το 1976, την έκανε ένας άνθρωπος από την Τύλισο. Αλλά είχαν αρκετά παράπονα από αυτόν οι Ανωγειανοί στην Αθήνα. Τότε ήταν εκεί στον σύλλογο ο Γιώργης Βιτώρος που κάνει τις ωραίες εκπομπές εδά στη τηλεόραση και ένας Μέμος και μου ζήτησαν να αρχίσω εγώ να κάνω αυτή τη δουλειά. Να πηγαίνω στην Αθήνα. Εμένα η ιδέα μου άρεσε, έφτιαξα λοιπόν τα χαρτιά μου και έκανα επέκταση της άδειας και άρχισα να πηγαίνω στην Αθήνα.

Έτσι ξεκίνησα τέλη του 1976. Δρομολόγια στην Αθήνα και εξυπηρετούσα όχι μόνο τα Ανώγεια, αλλά και την Αξό, τις Γωνιές και τον Καμαριώτη.

Η μηχανή μου δεν είχε πολύ μεγάλη χωρητικότητα και η ζήτηση ήταν μεγάλη και έτσι έβρισκα διάφορους τρόπους να παίρνω όλα τα δέματα. Πολλές φορές έβαζα τον Στελή τον Πασπαράκη και μου έφερνε πράγματα με το αμάξι του στο καράβι στο Ηράκλειο. Μετά στην Αθήνα με άλλο αμάξι μετέφερα τα πράγματα στο σπίτι των  αδερφών μου  στον Νέο Κόσμο όπου είχαν μεγάλες αποθήκες εκεί είχαν ξυλουργείο. Έκανα δηλαδή ολόκληρο σχέδιο για να μεταφέρω τα πάντα και ας μην χωρούσαν στο δικό μου μεταφορικό μέσο!”

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ

“Το μεγαλύτερο μου πρόβλημα τα πρώτα χρόνια ήταν το πως να βρω τους δρόμους. Πολύ δύσκολα πράγματα. Θυμάμαι δυο μέρες έψαχνα για ένα σπίτι σε κάποια περίπτωση. Θυμάμαι συγκεκριμένα του Κίκη (σ.σ Σκουλά) μια θυγατέρα και καθόταν στα Μανιάτικα στη Νίκαια στην οδό Θουκυδίδη. Επήγα πολλές φορές μέχρι να τη βρω, είχα μια αγωνία, μια στεναχώρια τότε. Θυμάμαι και στα Άνω Λιόσια που έψαχνα ένα σπίτι το 1977 στη Ναυπλίου 20. Το βρήκα αλλά δεν ήταν αυτός που περίμενε το δέμα! Και το βρήκα όμως γιατί είδα ότι κοντά-κοντά υπήρχαν δυο οδοί Ναυπλίου. Τότε ήταν αλλιώς, καθένας ερχόταν από το Ναύπλιο να ζήσει στην Αθήνα και επήγαινε και έβανε μια πινακίδα Ναυπλίου. Μπορεί να ήταν δηλαδή δυο από το Ναύπλιο και να είχαν βάλει δυο πινακίδες. Όπως θυμούμαι και ένα Ξυλούρη στην Αργυρούπολη, του Κόκκινου τον αδερφό και είχε βάλει μοναχός του την πινακίδα “Ξυλούρη” εκεί! Και γινόταν μπάχαλο!”

ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΕΜΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

“Όλα αυτά τα χρόνια ένα δέμα μόνο γύρισα πίσω και ήταν τότε στον πρώτο καιρό. Στη Νίκαια την κοπελιά τη βρήκα και σε άλλες δύσκολες περιπτώσεις έβγαλα άκρη. Αλλά ένα δέμα ενός Γωνιανού, σε μια οδό Πιπίνου στο Περιστέρι και δεν μπόρεσα να την βρω. Η μοναδική οδός που δεν έβρηκα να αφήσω τα πράγματα. Μέχρι και στην αστυνομία επήγα, ρώτησα τους πάντες τριγύρω αλλά τίποτα. Δυστυχώς αναγκάστηκα και γύρισα το δέμα στις Γωνιές και δε το ξεχνώ ίσαμε να ζω! Αυτά τα προβλήματα ήταν έντονα τα πρώτα τρία χρόνια πιο πολύ. Αλλά και τελευταία, γιατί μετακομίζανε, άλλος στον Ασπρόπυργο. Άλλος στην Πάρνηθα, κι άντε τώρα πήγαινε τότε να βρεις σπίτι στην Πάρνηθα στα χωράφια που ήταν όλα διασκορπισμένα. Είχα περάσει κάτι “οδύσσειες” άστα μην τα κουβεδιάζεις!”

ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΟΥΣΑΝ 

“Ο Μανόλης ο Δραμουντάνης ο αδερφός του Λουδοβίκου με βοηθούσε πολύ, ήταν εξαιρετικό παιδί. Με το Λουδοβίκο επηγαίναμε μαζί και όπου θελά δει ψάρια ο Λουδοβίκος εστένοτανε και τα έπαιρνε (σ.σ γελάει). Αυτός δεν ήταν της δουλειάς αλλά ο Μανόλης ήταν τσι δουλειάς και με βοήθουσε γερά! Και αρκετοί άλλοι που θυμάμαι και με βοήθησαν πολύ. Ο Γιάννης ο Φασουλάς, ο αξάδερφος μου ο δημοσιογράφος και ο Σήφης Χαιρέτης του Στελογιάννη που είναι τώρα στην Αγγλία και οι δυο με βοήθησαν πολύ.  Ο Σωκράτης Σκουλάς του Γιάγκο και άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα. Μου πρόσφεραν σημαντική βοήθεια χωρίς χρήματα, σαν χωριανοί. Να ρωτάνε για σπίτια, ειδικά όταν βιαζόμουν στη κίνηση, να κατέβουν να ρωτήσουν για μια διεύθυνση. Και μόνο την ψυχολογία που μου ανέβαζε η παρουσία τους έφτανε! Αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν τα πρώτα τρία χρόνια μέχρι να δρομολογήσω την κατάσταση και τους ευχαριστώ όλους.”

Το λεωφορείο του Θεμιστοκλή

Η…ΞΕΣΤΕΛΙΩΜΕΝΗ ΨΑΘΙΝΗ ΚΑΡΕΚΛΑ

“Μια ωραία ιστορία που θυμάμαι είναι με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων. Έμενε αυτός στους Αμπελόκηπους, οδός Τσαγκαράδες 3 πάνω από το καφενείο “Αρμί”. Και μου λέει μια μέρα μετά τη δουλειά, να με φιλοξενήσει σπίτι του. Εγώ του λέω: “άσε με μρε να πάω στο Νέο Κόσμο εσείς θα έχετε δουλειές και ξενύχτια και εγώ θέλω να ξεκουραστώ.” 

Τελικά με σύβασε και πήγα. Αλλά ήμουν κουρασμένος. Και μόλις έκατσα σπίτι του μου λέει:” Μρε Στεφανή έτσα που σε θωρρώ σαν τη ξεστελιωμένη, τη ξεμονταρισμένη ψάθινη καρέκλα είσαι!”.

Το πρωί που ξύπνησα μου είπε ότι ήθελε να με ζωγραφίσει. Αλλά πως; Μου λέει: “ήθελα λέει να μπορούσα να ζωγραφίσω τη σωματική και πνευματική σου κούραση έτσα που σε είδα οψάργας!”  Ποτέ του δε με ζωγράφισε να το γράψεις να το δει!

Να σου πω μιας και λέω για το Λουδοβίκο μια κουβέντα για τη μάνα του τη συγχωρεμένη. Η Λουλουδιά με είχε σα δικό τσι παιδί, ακόμη θυμούμαι τσι ευχές και τα όμορφα λόγια που μου έλεγε όταν έφευγα για Αθήνα. Ο Θεός να τσι συγχωρέσει.”

Η εκκλησία του Αϊ Γιάννη

ΤΟ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙ ΤΟΥ ΒΟΥΡΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕ ΧΩΡΙΣ…ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ!

“Και ο Βούργιας (σ.σ Μπάμπης Χαιρέτης) με βοηθούσε πολύ στην Αθήνα. Μα έκανε και τα καλαμπούρια του. Και με έκαμε και επέρασα μια νύχτα στην οδό Μιχαλακοπούλου να κοιμάμαι στο αμάξι! Τι είχε γίνει;

Επήγαινα νύχτα και του κουβαλούσα ένα μπετόνι ρακί για την ταβέρνα που είχε στο Βύρωνα. Και δεν είχα βάλει πετρέλαιο στο αμάξι, λέω στο γυρισμό θα βάλω, έχει ώρα. Και του έλεγα στο μαγαζί άφησε με γιατί θα μείνω από πετρέλαιο. Αλλά αυτός επίτηδες με κρατούσε με καλαμπούρια και ερωτήσεις και επέρασε η ώρα! Μια στιγμής φεύγω και να σου όλα τα βενζινάδικα κλειστά. Και έμεινα χωρίς πετρέλαιο. Πήρα ταξί εγύριζα να βρω μα πράμα! Και εγύρισα και έθεκα στο αμάξι.

Το πρωί ετσιμογελούσε ο Βούργιας μα είπα του και εγώ τότεσας πράματα. Του πα δα μα του πα!”

ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΔΕΜΑΤΩΝ

“Τα πάντα μπορούσε να περιέχει ένα δέμα. Οτιδήποτε υπήρχε σε ένα Ανωγειανό σπίτι αλλά και από τα άλλα τριγύρω χωριά. Πατάτες, λάδι, τυρί, κρέας, μέχρι και σκόνη πλυσίματος έβαζαν μέσα. Μερικές φορές το βάρος του δέματος ξεπερνούσε την αξία του περιεχομένου. Και είχα και εγώ απορία, γιατί για παράδειγμα να στέλνουν πατάτες από τα Ανώγεια;”

Η ΑΝΩΓΕΙΑΝΗ ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΗΣ

“Έβλεπα λοιπόν τα δέματα και κόστιζαν πολύ περισσότερο λόγω βάρους επειδή έβαζαν πατάτες και λάδι. Και ρώτησα μια γυναίκα. Ήταν του συγχωρεμένου του Αναστάση του Φασουλά του αξιωματικού η μάνα (σ.σ Ο Αναστάσιος Φασουλάς, αξιωματικός, σκοτώθηκε σε τραγικό τροχαίο δυστύχημα στα τέλη της δεκαετίας του ’80). 

Και της λέω: “Μα γιατί θεία να βάλεις αυτά;”

Και μου απάντησε: “Εγώ  παιδί μου στέλνω κάθε μήνα του Αναστάση ένα χρηματικό ποσό. Αλλά νέος είναι και λογικό είναι να βγει με φίλους, να γλεντήσει να κάμει να δείξει. Και θα γιαγύρει μετά στο σπίτι και δεν θα έχει ψωμί να φάει: Του στέλνω λοιπόν αυτά τα τρόφιμα για να έχει να φάει το παιδί μου μετά τα γλέντια του και να κοιμηθώ και εγώ ήσυχη στα Ανώγεια με αυτή τη σκέψη!”

-“Έχεις απόλυτο δίκιο.” της  είπα και έφυγα.”

 ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ

“Εγώ έφευγα για Αθήνα πάντα το Σάββατο. Και έκανα στην Αθήνα μια εβδομάδα, ερχόμουν στα Ανώγεια δηλαδή το άλλο Σάββατο. Το επόμενο δρομολόγιο το καθόριζαν τα τηλέφωνα και οι παραγγελίες πότε θα γινόταν. Στα πρώτα χρόνια πήγαινα στην Αθήνα σχεδόν κάθε εβδομάδα. Τα τελευταία χρόνια που είχα και το μεγάλο αμάξι με μεγάλη χωρητικότητα, πήγαινα στην Αθήνα περίπου δυο φορές το μήνα. Όταν άφηνα τα δέματα ασχολιόμουν και με άλλα πράγματα. Για παράδειγμα έκανα μετακομίσεις των φοιτητών μας σε άλλα σπίτια. Επίσης ποτέ δεν γύριζα άδειος. Πάντα έβρισκα μικρά φορτία για Κρήτη και έβγαζα τουλάχιστον τα εισιτήρια της επιστροφής μου. Όταν γύριζα στην Κρήτη και μέχρι να ξαναπάω στην Αθήνα μετέφερα το γάλα των βοσκών στο Συνεταιρισμό.

Και όποτε ήμουν στην Αθήνα μιλάμε για δουλειά. Χωρίς υπερβολή Γιώργη περνούσαν τέσσερα μερόνυχτα και δούλευα 15 και 16 ώρες τη μέρα. Κοιμόμουν στο Νέο Κόσμο στα αδέρφια μου, έχω τέσσερα αδέρφια εκεί. Αλλά έκανα τον ύπνο του λαγού που λένε. Πως βάζουν οι βοσκοί πέτρες στα σπαρμένα για να μην κοιμηθούν και να ξυπνήσουν με το παραμικρό; Έτσι κι εγώ. Ήμουν στου αδερφού μου του Αναστάση το ξυλουργείο και έβανα τσι τάβλες κάτω να κοιμηθώ, αλλά επίτηδες δεν τις έστρωνα να ισιώσουν για να μην πληγώνουν στα πλευρά. Τις έφτιαχνα έτσι ώστε να με πληγώνουν ώστε να μην κοιμηθώ πολύ! Γιατί αν με έπαιρνε ο ύπνος περισσότερο κινδυνεύαν τα δέματα να χαλάσουν θα έβγαινα εκτός προγράμματος, καταστροφή θα ήταν! Έτσι κοιμόμουν ελάχιστα.”

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ  ΠΛΗΡΩΜΗ

“Άλλοτε πληρωνόμουν απευθείας από το χωριό, άλλοτε με αντικαταβολή όταν παρέδιδα το δέμα. Ήταν σκληρή δουλειά, αλλά το μεροκάματο ήταν ικανοποιητικό. Κι ας ήμουν πιο φτηνός από άλλους μεταφορείς. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι δούλευα τσάμπα. Είχε καλό μεροκάματο διότι με εμπιστεύτηκαν όλοι και στα Ανώγεια και στα γύρω χωριά, αφού πάντα έφερνα εις πέρας τη δουλειά.  Ήταν καλά τα χρήματα, θα μπορούσαν να είναι περισσότερα αλλά δεν πειράζει.

Αλλά πέρα από τα χρήματα δεν ξεχνώ και τους ανθρώπους που γνώρισα και με βοήθησαν και γίναμε φίλοι. Όχι μόνο τους Ανωγειανούς. Καθώς ταξίδευα σχεδόν πάντα με την ΑΝΕΚ είχα πολλές φιλίες με τον τότε πρόεδρο κ. Χατζηαγαπητό, τον καπετάνιο από του Ασκύφου τον συγχωρεμένο Σήφη Αθητάκη, ανθρώπους του πληρώματος και άλλους που τους θυμάμαι πάντα με αγάπη και συγκίνηση.”

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΟΤΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟ 2010;

“Σταμάτησα το 2010. Στα Ανώγεια βγήκα και το είπα σε πολλούς. Τους είπα θα πουλήσω φτηνά την άδεια. Θα βοηθήσω στο ξεκίνημα, θα πάμε μαζί στην Αθήνα, θα σου δώσω τηλέφωνα πελατών. Όλα στο πιάτο. Το είπα σε πολλούς. Σε συγγενείς, σε φίλους, ακόμα και σε άσχετους ανθρώπους που πίστευα όμως ότι έκαναν για τη δουλειά. Αλλά κανείς δεν ήθελε. Τώρα γιατί δεν ήθελε κανείς τι να σου πω. Φοβήθηκαν, δείλιασαν, δε ξέρω. Πάντως δε την πήρε κανείς την άδεια.

Εγώ έπρεπε όμως να την πουλήσω, αλλιώς δε μπορούσα να βγω στη σύνταξη. Πήγα λοιπόν στο Ρέθυμνο, είναι ένας Παπαδάκης που έχει φορτηγά στο Ατσιπόπουλο και την έδωσα εκεί την άδεια. Για να μπεις στη σύνταξη πρέπει να πουλήσεις την άδεια και να καταθέσεις το επαγγελματικό δίπλωμα. Δεν ξέρω αν το μετάνιωσε κανείς Ανωγειανός που δεν την πήρε αλλά εδά είναι αργά!”

ΘΑ ΞΑΝΑΕΚΑΝΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟ 1965;

“Μετά φόβου γνώσης σου λέω ναι και με το χέρι στην καρδιά πάλι ναι!”

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

“Την θυμάμαι να την τελευταία φορά που πήγα στην Αθήνα. Ήταν το 2010.Είχα πάει να πάρω τα έπιπλα από το σπίτι του Κώστα, ενός αδερφού του Μίχαλου που έκανε το καφενείο στου Κακοπάντηδου  που είχε πεθάνει και είχε πουληθεί και το σπίτι. Έμενε στα Εξάρχεια ο Κώστας που είχε πεθάνει τότε. Και έπρεπε να πάρουμε τα έπιπλα από μέσα.

Πήρα αυτά τα έπιπλα και του Σταυρακάκη του Λεωνίδα, του “Γαρτζόλη” ενός γαμπρού πήρα επίσης κάτι πράγματα και φόρτωσα στο αμάξι.

Ήξερα από πριν ότι θα ήταν το τελευταίο δρομολόγιο, ήταν παράξενο το δρομολόγιο. Δεν γίνεται να μην συγκινηθεί κανείς. Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ξαναπήγα στην Αθήνα, εκτός από ιατρικούς λόγους,  με κάποιες εγχειρήσεις που έκανα. Σκέφτομαι καμιά φορά να πάρω ένα αμάξι και να πάω να γυρίσω βόλτα αλλά δεν το έκαμα ακόμα απόφαση. Μπορεί να το κάνω κάποια στιγμή.

Η Αθήνα είχε και ωραίες στιγμές είχε και άσχημες. Και τα δυο τα κρατώ μέσα μου.

Τα άσχημα είναι κυρίως το άγχος και η κούραση. Φαντάσου την εικόνα. Είναι Πάσχα και έχω περίπου 100 αρνιά πάνω στο αμάξι και κρέμουνται στα πλάγια, χωρίς τα άλλα δέματα που έχω. Πάω να φύγω το πρωί από το καράβι να βγω στην Αθήνα και στην πόρτα του καραβιού στον καταπέλτη, ένα αμάξι χαλασμένο, ένα φορτηγό. Και να γροικάς τα τηλέφωνα να έχουν πάρει φωτιά! Μόνο ο Σωκράτης του Ταμπάκη κατέβηκε στον Πειραιά και πήρε το αρνί του. Φαντάσου το άγχος μου για τα άλλα 99 αρνιά! Να μην χαλάσουνε, να μη γενεί πράμα! Ευτυχώς και με τη βοήθεια του καπετάνιου του Αθητάκη κατάφερα και έφυγα και έκανα τις μεταφορές χωρίς άλλη καθυστέρηση.”

dav

ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΙΚΗ- ΜΕ ΤΙ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ

“Τελευταία είμαι εδώ στο μικρό εργαστήρι μου και φτιάχνω κυρίως μικρά αντικείμενα ξυλογλυπτικής. Μπιμπελό! Πάντα με το μαχαίρι, με την φαλτσέτα. Φτιάχνω και τη μικρή λύρα που με έβγαλες φωτογραφία. Γιατί δεν έχω και χώρο Γιώργη ώστε να φτιάξω μεγάλα πράγματα. Που θα τα βάλω; Έχω κάποια πράγματα για να φτιάξω στο μέλλον, τα φτιάχνω πρώτα σαν ζωγραφιές στο χαρτί όπως τα έχω στο μυαλό μου και σιγά σιγά ασχολούμαι με το καθένα.

Πουλάω κατά καιρούς αντικείμενα αλλά εδά τελευταία με τον ιό και αυτά έχουν όλα σταματήσει. Είχα και κάποιες επαφές μέσω μιας ανιψιάς μου της Μαρίας, με ξενοδοχεία στο Λασίθι που ενδιαφέρθηκαν για έργα μου για τα κτήρια τους, αλλά θα το δούμε αυτό από την επόμενη χρονιά, για τώρα δεν υπάρχει κάτι.”

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ;

“Είναι μια σκέψη μου αυτή μεγάλη. Έχω πει τόσα χρόνια και στο Δήμο αλλά τίποτα δε βλέπω να γίνεται. Πιστεύω ότι τα παιδιά μου δε θα τα αφήσουν να χαθούν. Και ο Μπάμπης και ο παπά Κώστας και οι κοπελιές. Το ίδιο παράπονο είχε και ο Ορέστης ο Βρέντζος όπως μου είπες, που πέθανε πρόσφατα. Εγώ πήγαινα τακτικά στου Ορέστη στο Γαλάτσι σε ένα μεγάλο χώρο δικό του που είχε όλα τα πράγματα του. Ελπίζω να προστατεύσουν τα κοπέλια του το έργο αυτό.

Αλλά πρέπει και ο Δήμος κάπως να τα προστατεύσει όλα αυτά και τα δικά μου και του Ορέστη και όλων των άλλων που δημιουργούν οτιδήποτε στα Ανώγεια. Και του “Πασβανόκωστα” (σ.σ Κώστα Σταυρακάκη). Επαέ τον είχα τον Πασβανόκωστα 4 χρόνια και μάθαινε την τέχνη. Και φτιάχνει και αυτός ωραία πράγματα κάνει σπουδαία δουλειά.

Εκτός τον Κώστα δεν έχει έρθει άλλο παιδί να μου πει ότι θέλει να του δείξω την τέχνη.

Έχω μιλήσει με τους δημάρχους μας όλα τα τελευταία δέκα χρόνια. Δεν είναι αρνητική η απάντηση τους να βρεθεί ένας χώρος να πάει όλο αυτό το υλικό, αλλά δεν προχωράει κιόλας. Από αμέλεια, δε ξέρω από τι. Εγώ θα έλεγα ότι θα πρέπει να γίνει ένας μεγάλος χώρος να εκτεθούν όλα αυτά. Τα δικά μου, του Ορέστη, του Γιώργη Σμπώκου, και όλων αυτών που φτιάχνουν πράγματα και θέλουν να μείνουν στο χωριό. Πιστεύω ο καλύτερος χώρος είναι το δημοτικό σχολείο το παλιό στο περαχώρι. Το χωριό πρέπει να έχει ένα λαογραφικό μουσείο. Τόσοι άνθρωποι που δημιουργούν αλλά υπάρχει αδράνεια στο να γίνει ένας τέτοιος σημαντικός χώρος.”

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ

“Όσο θα ζω Γιώργη, άμα θες να με βρεις εδώ στο εργαστήριο μου θα είμαι. Δεν μπορώ να φανταστώ μέρα χωρίς να δουλέψω με το ξύλο.

Πολλές φορές βράδυ κοιμάμαι σπίτι και σκέφτομαι συνέχεια πότε θα ξημερώσει να πιώ το καφέ μου στο Αρμί και μετά να πάω στο εργαστήριο μου.43 χρόνια πριν ξεκίνησα το πρώτο μου σκάλισμα στο μαραγκούδικο του αδερφού μου του Αναστάση στην Αθήνα και από τότε είναι μέσα στην καρδιά μου. Και θα είναι μέχρι να σταματήσει να χτυπά!”

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->