Ο Μανόλης Αεράκης

Της ΕΥΑΣ ΛΑΔΙΑ

Η συγκλονιστική αφήγηση της κόρης του Αριστέας στο βιογράφο του ήρωα Νίκο Περακάκη

Όταν καταλαγιάζουν τα πάθη, ο απόγονος των πρωταγωνιστών στα χρόνια της θύελλας, συνειδητοποιεί πόσο δίκιο είχε ο Καζαντζάκης, ο αδιαμφισβήτητος πολέμιος της κοινωνικής αδικίας, όταν έστελνε το μήνυμα μέσα από τους «Αδερφοφάδες» του «Αδέρφια αδερφωθείτε».

Πέρασε καιρός όμως για να πονάνε λιγότερο οι πληγές. Και θα περάσει ακόμα περισσότερος, μέχρι να κάνουμε πράξη τη ρήση του Αξελού, που τόλμησε να πει σε εποχή δύσκολη, ότι κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να στέκεται τόσο ψηλά ώστε να βλέπει καλά και δεξιά και αριστερά.

Μέχρι πρότινος και στο Ρέθυμνο, υπήρχαν πρόσωπα που έμεναν στο «περιθώριο», επειδή ανήκαν σε συγκεκριμένο «στρατόπεδο». Ο αγώνας, η δράση, οι θυσίες τους έμειναν βαθιά θαμμένα σε μια κοινωνική προκατάληψη.

Ο Νίκος Περακάκης, δάσκαλος και συγγραφέας, θέλοντας να αποτίσει φόρο τιμής στους συντρόφους του, έγραψε το συναξάρι τους. Κι εκεί βρίσκουμε μορφές που άξιζαν κάθε αναφορά, γιατί δεν μετράει που ανήκεις, όταν το μπόι της ψυχής σου ξεπερνά τα μέτρα και της λογικής προκειμένου να υπερασπιστείς τις θέσεις και τις απόψεις σου. Όταν δίνεις και τη ζωή σου για τη λευτεριά.

Θύματα της πολιτικής των δυνάμεων που ανέλαβαν την προστασία μας, σαν να τη χρειαζόμαστε, οι πρόγονοί μας μοιράστηκαν στα δυο και πολέμησαν η μια πλευρά την άλλη.

Αλλά είχε τον ίδιο πόνο η θυσία και η συντριβή της ανθρώπινης ευτυχίας. Και στο μερτικό της τιμής, μόνο τα κόμματα έβαλαν μέτρο, όπως βόλευε κάθε πλευρά. Ήρωες υπήρξαν και στις δυο πλευρές, όταν στάθηκαν απέναντι στον εχθρό. Και το δέντρο της λευτεριάς από το αίμα και των δύο πλευρών ποτίστηκε τόσο, που άνθισε και σήμερα μας χαρίζει τον ίσκιο του και τη σιγουριά του.

Μανόλης Αεράκης: Ένας ανεξίκακος ήρωας

Από το σπάνιο σήμερα βιβλίο του Νίκου Περακάκη, που μεγάλο μέρος του, φωτοτύπησε για το αρχείο μας ο κ. Γιάννης Δογάνης, συνταξιούχος βιβλιοθηκάριος, θα ξεχωρίσουμε σήμερα ό,τι αναφέρεται σ’ έναν αγωνιστή, που απλά τον αναφέρουμε όταν τιμάται η επέτειος της Γκιουμπράς αλλά ελάχιστα γνωρίζουμε γι΄αυτόν και τη δράση του.

Ο λόγος για τον Μανόλη Αεράκη που γεννήθηκε στ’ Ανώγεια το 1892 από φτωχή αγροτική οικογένεια. Η κοινωνική αδικία τον προβλημάτιζε από παιδί, έτσι νέος ακόμα έγινε μέλος του ΚΚΕ.

Η Μεταξική δικτατορία τον επισημαίνει, τον συλλαμβάνει και τον εξορίζει μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του στη Φολέγανδρο. Τα βασανιστήρια που υπέστη, η πείνα και η ταλαιπωρία της εξορίας τον έριξαν στο κρεβάτι ημιθανή.

Επειδή φοβήθηκαν οι βασανιστές του τη δυσφήμιση, τον πήραν όπως ήταν, ζωντανό νεκρό, τον έβαλαν σ’ ένα τσουβάλι και τον πέταξαν στη στεριά.

Ο Μανόλης όμως έζησε! Είχε αρχίσει να συνέρχεται όταν έγινε η εισβολή των Γερμανών στο Ηράκλειο. Ο Μανόλης αγωνίστηκε γενναία με τους Ευθύμη Μαριακάκη, Μανόλη Πισσαδάκη, Σωκράτη Καλλέργη, Γιάννη Σιμιτζή, Στέργιο Αναστασιάδη, Νίκο Μανουσάκη, Μιχάλη Βιτσαξάκη, Γιάννη Τριανταφύλλου, Γιάννη Καλαϊτζάκη. Η στρατιωτική διοίκηση με υπερηφάνεια τους απένειμε τα εύσημα για τη γενναιότητά τους.

Μετά την κατάληψη της Κρήτης ο Μανόλης Αεράκης περνά στην παρανομία και καταφεύγει στο βουνό.

Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των κατακτητών. Σε μια από αυτές, της Βιάννου, τραυματίζεται σοβαρά, αλλά συνεχίζει να πολεμά.

Ο Μανόλης Αεράκης σκοτώθηκε στις 31 του Μάρτη 1944, στη σπηλιά της Γκιουμπράς μαζί με τον ηρωικό καθηγητή και κορυφαίο της Αντίστασης Γιάννη Μαθιουδάκη.

Άφησε πίσω του χήρα γυναίκα και τρία ανήλικα παιδιά. Ένα γιο και δυο κόρες. Ακολούθησαν κι αυτά το δρόμο του.

Μια συγκλονιστική αφήγηση

Αρκετά χρόνια μετά τα τραγικά αυτά γεγονότα, ο συγγραφέας των συναξαριών αυτών, Νίκος Περακάκης, συναντήθηκε στην Αθήνα με τη μικρή κόρη του Αεράκη την Αριστέα. Ήταν πλέον μεγάλη και παντρεμένη με τον Σταμάτη Μαθιουδάκη.

Όταν ο Περακάκης της ζήτησε στοιχεία για να γράψει για τον ήρωα πατέρα της εκείνη του είπε:

«Από χρόνια ήθελα και ποθούσα να γράψω ορισμένα περιστατικά από την πικρή και πολυτάραχη παιδική μου ηλικία. Τα χρόνια εκείνα που έπρεπε να ‘μαι ξέγνοιαστο παιδί, ούτε και πρόλαβα να γελάσω και να παίξω. Είναι βιώματα που μου σημάδεψαν τη ζωή, τόσο, ώστε να μην τα ξεχάσω ποτέ.

Διαβάζοντας το κείμενο που έγραψες (ο Περακάκης) για τον πατέρα μου ξαναζωντάνεψαν μέσα μου όλα όσα τράβηξα σαν παιδί, εγώ και η φαμίλια μου, τόσο πριν από τον πόλεμο, όσο και στη Γερμανοϊταλική φασιστική κατοχή.

Η ζωή της κόρης ενός λαϊκού και εθνικού αγωνιστή είναι όμοια κι απαράλλαχτη με τη ζωή και το δράμα, όλων των παιδιών των αγωνιστών!

Αρχίζω να θυμάμαι τον πατέρα μου από τότε που τον γνώρισα, γιατί πραγματικά τον γνώρισα έξι χρονών παιδούλα. Ήταν τότε, που γύρισε, ζωντανός νεκρός, πεθαμένος κι άθαφτος, ίδιο σκιάχτρο από τη Φολέγανδρο.

Είχαν προηγηθεί τα μανιαδάκικα μεσαιωνικά βασανιστήρια στα άντρα των ασφαλειών-ρετσινόλαδο, πάγος, φάλαγγες και ανάποδα κρεμάλες.

Μωρουδάκι ήμουνα όταν τον πρωτόπιασαν και τον εξόρισαν. Και δεν τον είχα καθόλου γνωρίσει. Γεροδεμένο, λεβεντόκορμο ανοιχτοκούταλο, ψηλό και στητό, μου τον σύσταιναν η μάνα μου και οι γνωστοί του. Όταν τον είδα στην κατάσταση αυτή, δεν πίστευα ότι ήταν ο πατέρας μου και απέφευγα να τον πλησιάσω.

Εκείνος δεν περίμενε να συνεφέρει, μόνο ρίχτηκε αμέσως στη σκληρή βιοπάλη, χωρίς να τον αφήνουν ήσυχο οι διώκτες του.

Δεν προλάβαινε να χαρεί το μεροκάματο

Θυμάμαι πήγαινε στη δουλειά, μα δεν πρόφταινε να χαρεί το μεροκάματο γιατί έφθανε η Ασφάλεια και τον σχολούσε. Ερχόταν με το κολατσό του άγγιχτο στο χέρι, μας κοίταζε με το γλυκό μα θλιμμένο βλέμμα του κι έλεγε με παράπονο: «Τίποτα πάλι».

Η μητέρα μου άξια και πιστή, του ΄δινε κουράγιο λέγοντας: «Δεν πειράζει, Μανόλη, δουλεύω εγώ, θα τα καταφέρομε σιγά σιγά».

Μια μέρα ενώ έπαιζα στο δρομάκι της γειτονιάς να σου και προβάλουν δυο «κύριοι» περιποιημένοι, γελαστοί και «ευγενικοί» και ζητούσαν το σπίτι του Μανόλη του Αεράκη. Τους πέρασα για φίλους του κι έτρεξα πρόθυμα και τους οδήγησα στο σπίτι μας. Που να ‘ξερα! Ήταν ασφαλίτες και πήραν συνοδεία τον πατέρα μου για την Ασφάλεια.

Η μάνα μου, με σταυρωμένα τα χέρια και με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο χλωμό πρόσωπο της από τα άδικα, σαν τη ρωτούσα επίμονα, αναγκάστηκε να μου εξηγήσει λέγοντάς μου πειστικά: «Πρέπει να μάθεις ορισμένα πράγματα και άλλη φορά να μην μαρτυράς σε κανένα που είναι ο πατέρας σου».

Σαν κατάλαβα τι είχα κάμει, λυπήθηκα τόσο, που ώρες ολόκληρες έκλαιγα κι αναστουλουχούσα.

Ευτυχώς κείνο το βράδυ τον κράτησαν μόνο μέχρι τις 10. Τον ήθελαν λέει για μια ανάκριση. Όταν μπήκε στο σπίτι τα ΄χασα από τη χαρά μου, έτρεξα, μπήκα στην αγκαλιά του, κρεμάστηκα στο λαιμό του και του ‘λεγα: «Δεν το ξανακάνω πατέρα, δεν το ξανακάνω».

Εκείνος παρά τη σύγχυση και την αγανάκτησή του, βρήκε λόγια να με παρηγορήσει. Συχνά, ξαφνικά, μέρα και νύχτα, μεσημέρια και μεσάνυχτα, γίνουνταν αυτές οι επισκέψεις των ασφαλιτών.

Τη μαυρίλα του φασισμού συμπλήρωσε η λαίλαπα του πολέμου, η υποχώρηση και η Μάχη της Κρήτης.

«Παρά τον πόνο μας κάναμε τους αδιάφορους»

Ο πατέρας δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Μετά την κατάληψη του νησιού ο πατέρας μπήκε στην παρανομία. Κρυβόταν σε σπίτια πατριωτών με διαφορετική ιδεολογία. Όλοι τον αγαπούσαν για τον ευθύ χαρακτήρα του, την εντιμότητα και την ειλικρινή ευγένειά του. Ήταν ήρεμος, ευγενικός και ανεξίκακος. Ποτέ δεν είπε βρισιά ούτε ξεστόμισε κατάρα ακόμα και για τους βασανιστές του.

Έπεσε ηρωικά μαχόμενος στη σπηλιά της Πηγής χωρίς να προφτάσει τη λευτεριά που λαχταρούσε τόσο πολύ κι ότι είχε αρχίσει να χαράζει…Μάθαμε το θάνατό του. Ειδοποίησε τη μάνα μου, κρυφά, η οργάνωση.

Παρά τον πόνο και την οδύνη μας κάναμε τους αδιάφορους. Ούτε τον κλάψαμε φανερά, ούτε μαυροφορεθήκαμε. Μόνο τα βράδια που γύριζε η μάνα πτώμα μονάχο από το μεροκάματο, κλαίγαμε βουβά τον σκοτωμένο προστάτη και πατέρα.

Οι χαφιέδες καραδοκούσαν, παγάνιζαν, ερευνούσαν και ψάρευαν να μάθουν ποιος είναι ο σκοτωμένος αντάρτης, κρατώντας, προβάλλοντας και δείχνοντας τη φωτογραφία του. Κι εμείς τα κουτσούβελα αδιάφορα τάχα κάναμε πως τρέχαμε αμέριμνα, παίζαμε γελαστά ανάμεσα από τα πόδια και τις άθλιες φάτσες τους.

Έτσι μας είχε ορμηνέψει η μάνα για να μην πάρουνε χαμπάρι οι χαφιέδες και καλαναρχίζουνε των κατακτητών να προβούνε στα συνηθισμένα μακάβρια αντίποινά τους.

Πήγαινε κι ήρχουνταν η Γκεστάπο στο σπίτι-κάτι είχε μυριστεί-κρατώντας τη φωτογραφία του σκοτωμένου. Σοκολάτες μεγάλες κι άλλα μαυλιστικά γλυκίσματα κρατούσε και μας πρόσφερε ο αξιωματικός και με «ευγένεια», «καλοσύνη» και υποκριτική συμπόνια μας μαύλιζε και προσπαθούσε να ομολογήσουμε ότι ο φωτογραφισμένος σκοτωμένος αντάρτης, ήτανε ο πατέρας. Εμείς επιμέναμε.

-Δεν είναι τούτος ο πατέρας. Καθόλου δεν του μοιάζει. Ο πατέρας αρρώστησε βαριά από το στομάχι του, έσπασε, διάτρηση λέει κι έφυγε για την Αθήνα να μπει σε νοσοκομείο να γίνει καλά και από τότε δεν ξαναφάνηκε.

Έφευγαν και ξανάρχονταν. Ανακρίνανε τη μητέρα και την αδερφή μου, απειλώντας τις με πιστόλια. Εμένα, σαν πιο μικρή, προσπαθούσαν να καλοπιάσουν με σοκολάτες. Αλλά δεν τα κατάφεραν να πάρουν λέξη».

Σκιαγραφώντας τον ήρωα Μανόλη Αεράκη σταθήκαμε και σε λεπτομέρειες από τη ζωή της οικογένειάς του που όπως όλες βίωνε τη φρίκη της δυστυχίας, της ορφάνιας με τόση αξιοπρέπεια αλήθεια.

Γιατί και αυτή η αρετή ποτέ δεν είχε ούτε ιδεολογία αλλά ούτε και κομματική ταυτότητα. Όπως άλλωστε και η ανθρωπιά που χαρακτήριζε και τους μεν και τους δε, όσους δεν πρόλαβε να αλλοτριώσει η μισαλλοδοξία και το πάθος μιας σκοτεινής εποχής που υπηρετούσε ξένα συμφέροντα και μόνο, χωρίζοντας τον αδελφό από τον αδελφό

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->