Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά
8 ΙΟΥΛΙΟΥ 1867
Τά κάθ’ ημάς έχουσι ώδε πώς. Ο εις Φραγκοκάστελον αποβιβασθείς εχθρός, μ’ όλας τάς επανειλημμένας εφόδους και επιθέσεις του, άς πρό ημερών επιχειρεί, δεν κατώρθωσε να προχωρήση προς τα χωρία Ασφένδου και Καλλικράτη, άτινα οι ημέτεροι κατέχουσι.
Χθες ο εις απόκρουσιν εχθρικός στρατός διευθύνθη κάθ’ ημών διά να εκβιάση τάς διόδους Ασκύφου. Είμεθα μόλις πεντακόσιοι ενώ ούτος είχε πλείονας των πέντε χιλιάδων διό και μ’ όλην την ισχυράν αντίστασιν, ήν αντετάξαμεν αυτώ, ηναγκάσθημεν πρός το τέλος της ημέρας να ενδώσωμεν προς τάς απειραρίθμους δυνάμεις του και να εισέλθει τέλος εις Άσκυφον. Τούτο παντάπασιν υμάς μη πτοή, διότι ο εχθρός εντός της επαρχίας ένθα πολύ ισχυρότεραι εισίν αί θέσεις ή αι των εισόδων, θέλει καταπομενηθή και υποστή τοιύτας φθοράς, ώστε δεν θέλει δύνασθαι να καυχηθή επί κέρδει νικών.
Βεβαίως, η εκστρατεία του Ομέρ δεν θέλει θεωρηθή τετελεσμένη και επιτυχούσα, διότι κατώρθωσε να εισελάση εις Σφακία, αλλά όταν μόνον αναγκάση την επαρχίαν να τω προσφέρη υποταγήν. Τούτο να είσθε βέβαιος ότι δεν θέλει συμβή. Οι Σφακιανοί άπαντες έχουσιν απόφασιν να θυσιασθώσι μέχρι ενός· αλλ’ ουχί να προσποιηθώσιν υποταγήν. Απέσυραν προς απροσίτους κορυφάς των ορέων τάς οικογενείας και τα πράγματά των, και ουδείς διανοείται περί της υποταγής. Εγώ σας προείπον τήν εις Σφακιά εισέλασιν του εχθρού· είπον όμως και συνάμα ότι τούτο δεν θα επιφέρει τήν πτώσην της επαναστάσεως· προσθέτω δε και ήδη ο Ομέρ τοιαύτας θέλει υποστή ζημίας ώστε ως νικηθείς θέλει θεωρηθή και ουχί ως νικήσας.
Γνωρίζετε ότι δεν είμαι υπερβολικός ποτέ και ότι τα πάντα παριστώ υμίν εκάστοτε όπως έχουσι· προς επικύρωσιν των λόγων μου είναι η εις πάν βήμα του εχθρού απαντωμένη των ημετέρων αντίστασις.
Σήμερον συγκεντρώθημεν περί τούς 1.500 και έχομεν πόλεμον εις Ασκύφου· περιμένω δε και ετέρας επικουρίας.
ΤΑΥΡΗ Ασκύφου την 27 Ιουνίου 1867.
Ο υμέτερος
Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.
ΜΟΥΡΙ Σφακίων. 29 Ιουνίου 1867, ώρα 2 της νυκτός.
Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Ο εχθρός σπεύδει πανταχόθεν των τμημάτων και συγκεντρούται ενταύθα. Ο εχθρός εξ όλων των μερών. Πόλεμος ισχυρός εις Άσκυφον απόψε. Ο εχθρός απεμονώθη εκεί. Έν μόνον πυροβόλον αν είχομεν ημείς, ηθέλομεν καταστρέψει τόν εχθρόν εντός ώρας. Ουδεμίαν συγκοινωνίαν έχει μετά των Αποκορώνων.
Κ. Π. Βολουδάκης, Α. Ν. Τσίχλης, Α. Παππαγιαννάκης, Μ. Τσουδερός, Μ. Κυριακίδης, Α. Ζωγράφος.
(Τ.Σ.). Ο Γραμματεύς Λ. Γεωργιάδης, Λόγιος.
Το αρχηγείον του Τμήματος Κυδωνίας.
Άμα η δευτέρα κατά των Σφακίων εκστρατεία του Ομέρ πασά επεβεβαιώθη, συνεσκέφθημεν μετά του αρχηγού του τμήματος Ρεθύμνης Κ. Π. Κορωναίου, όστις ένεκα της επιβεβαιώσεως της εκστρατείας ταύτης είχεν αφιχθή προς Σφακία να συγκεντρώσωμεν τάς δυνάμεις αμφοτέρων των τμημάτων και αποκρούσωμεν και πάλιν τον στρατάρχην της Τουρκίας.
Είχεν ήδη αύτη αρχίσει να γίνεται, άλλ’ ουχί μετά πολλής ταχύτητος, κάθ’ όσον εκάστη επαρχία υποπτεύετο μη, αντί να εκστρατεύση ο Ομέρ πασάς κατά των Σφακίων, εκστρατεύση κατά της ιδίας όπως και προηγουμένως έκαμεν, ότε διά 14 ατμοπλοίων μετέφερεν ούτος από Τυμπακίου τόν εξ 8 χιλιάδων περίπου στρατόν του εις Φραγκοκάστελον Σφακίων. Ημείς άμα εμάθαμεν τούτο, απεφασίσαμεν μετά του κ. Π. Κορωναίου ίνα ούτος μετά του υπ’ αυτόν αρχηγού κ. Μοράκη απέλθωσι με τάς άς τότε έτυχε να έχωσι δυνάμεις, ουχί πλείονας των 400 ανδρών, προς Ασφένδου και Καλλικράτη διά να βοηθήσωσι τούς εκείσε ημετέρους και αναχαιτίσωσι τήν πρόοδον του εχθρού. Επέμψαμεν δε μέτ’ αυτών και εκ των ημετέρων τον Καπετάν Νικόλαν Χριστοδουλάκην μετά μέρους Ασκυφιωτών, τον ανθυπασπιστήν Σ. Ζαφειρίου και Ι. Λουπάκην μέτ’ εθελοντών ως 100 το όλον άνδρας. Η επικουρία ημών αύτη έφθασεν εν τη μάχη της κατά το Περισινάκη Ασφένδου, ήτις έλαβε χώραν τήν 25 λήγοντος, και κάθ’ ήν στιγμήν οι εκείθεν ημέτεροι ενδίδοντες εις τάς πολυαριθμοτέρας του εχθρού δυνάμεις ήρχιζαν να υποχωρώσι.
Καίτοι δε κεκμηκυία εκ της οδοιπορίας, έτρεξε μετά προθυμίας εις το πεδίον της μάχης και μεγάλην έδωκεν ενθάρρυνσιν τούς εκείθεν. Εφονεύθησαν δε εις ταύτην ο μετά των Ασκυφιωτών Λακιώτης Γ. Μαλινδρετάκης και ο εθελοντής Ευθύμιος Κοτζής· διέμεινε δε και μέχρι της 28 και έλαβε μέρος εις τάς συναφθείσας κατά τάς ημέρας ταύτας μάχας.
Ημείς εν τούτοις μετά των εθελοντών υπό τον Χ. Σολιώτην, του αρχηγού του δυτικού τμήματος Σελίνου, Γεώρ. Κορκίδη και του οπλαρχηγού Α. Σπινιωτάκη μετά των Σελινιωτών, των Ακρωτηριανών υπό τόν οπλαρχηγόν Κ. Καζάκον και τόν Καπετάνιον Α. Τζουχλαράκην, των Ασκυφιωτών υπό τούς Καπεταναίους Α. Καυκαλάκην, Λ. και Μ. Τζοντάκην, Στ. Κ. Ρουσάκην, Γ. Αναγνωστάκην, Γ. Καρκαβάτζον, και Ε. Γιαπιτζάκην, των οπλαρχηγών Αποκορώνου Μ. Μυλωνογιαννάκη, και Α. Αληκαμπιώτη και του Κ. Τιρτιράκη εμέναμεν φυλάττοντες τάς θέσεις, Θέ τον Κήπο, Δέσμω, του Κατρέ τον Λαγκό και την Πυροβολικήν.
Ο αρχηγός Αποκορώνου, Κ. Βολουδάκης μετά του υπαρχηγού Α. Σίφακα και του οπλαρχηγού Α. Γογονή, μετά των καπετάν Β. Μπομπολάκη, Γ. Τζολάκη, Αναγν. Μιχελιουδάκη και Κ. Μαλινού εφύλαττον τάς θέσεις Ρέντα, Βόδωνα και Παντζάσρο· άπασαι αι μνησθείσαι θέσεις εισίν επί της εκτεταμένης εκείνης γραμμής, εξ ών δι’ οδών ή μονοπατίων εισέρχεται τις εις Ασκύφου και επομένως καθίστατο αναγκαία η κατάληψις αυτών και η επί των χαρακωμάτων διαμονή εν νυκτί των ανδρών, κάθ’ όσον μετά την εις Φραγκοκάστελον απεβίβασιν του εχθρικού στρατού περιεμένομεν και ημείς από στιγμής εις στιγμήν, και πρό πάντων εν νυκτί τήν απόπειραν της εισβολής του εις Αποκόρωνα στρατού.
Την εσπέραν της 27 λήγοντος είχομεν ειδοποιηθή ότι ο εχθρός κατά τήν νύκτα εκείνην ήθελεν αποπειραθή ν’ ανέλθη προς τάς υπερκειμένους των θέσεών μας κορυφάς του Δοκαροπόρου διά της Κράπης και διά του Κλήματος, ήτοι εκ τριών μερών. Ειδοποιήσαμεν τούτο προς τούς φυλάττοντας τάς των εισόδων αυτών θέσεις, διά να ώσιν άγρυπνοι και να σπεύσωσιν όπου ανάγκη κατά την νύκτα ήθελε παρουσιασθή· συγχρόνως δε εστείλαμεν διαταγήν εις τήν εις Ασφένδου σταλείσαν επικουρίαν να ευρεθή λίαν πρωΐ ενταύθα.
Tά πάντα όθεν προελήφθησαν και προπαρασκευάσθησαν διά να υπερασπισθώμεν τάς εισόδους Ασκύφου. Το κακόν όμως ήτο ότι δεν είχομεν τόν απαιτούμενον αριθμόν πολεμιστών διά να καταληφθώσιν αι πολλαί θέσεις αι προς Ασκύφου άγουσαι, μολονότι και η Πρ. Κυβέρνησις και ημείς είχομεν επανειλημμένως γράψει, και καθημερινώς καταφθάνουσιν. Είχομεν μόλις εξακοσίους, αι δε θέσεις απήτουν δύο τουλάχιστον χιλιάδας. Ουχ ήττον τούτο δεν έκαμεν ημάς ν’ αφήσωμεν τον εχθρόν αμαχητεί να εισέλθη.
Την επομένην ημέραν της 28 λίαν πρωΐ παρετηρήσαμεν τόν εχθρόν άνωθεν του Προσνέρου ελαύνοντα προς Κράπην και Κλήμα. Τούς εις Θέ τόν Κήπο και Δέσκω διετάξαμεν τότε να καταλάβωσι τάς αντιμετώπους της Κράπης θέσεις, ήτοι οι μέν Ασκυφιώται και Ακρωτηριανοί υπό τούς Καπεταναίους των τούς Πόρους του Κατρέ και Αξηλακιά· οι κάτ’ εκείνην τήν ημέραν φθάσαντες νέοι εθελονταί υπό τούς Κοντογιαννάκην, τον ανθυπασπιστήν Κ. Φιλίππου και Δεδούσην, και οι Σελινιώται υπό τούς Γ. Κορκίδην και Α. Σπινιωτάκην, μέρος ετέρων εθελοντών και ο Κ. Τιρτιράκης την Μαραθοπεζούλα και τάς της γραμμής εκείνης θέσεις αυτό ήτο τό κέντρον του στρατού ημών.
Έτερον μέρος των εθελοντών υπό τον Χ. Σολιώτην απετέλει τήν αριστεράν πτέρυγα, τήν δεξιάν δε οι εις τήν Πυροβολικήν Μ. Μυλωνογιαννάκης με τούς Κεφαλιανούς, τινές Αλικαμπιώται και έν έτερον μικρόν μέρος Ασκυφιωτών.
Ο Σάρχος Αλή πασάς και Μεχμέτ πασάς φθάσαντες εις Κράπην προσεκάλεσαν και τό εις Κλήμα προπορευόμενον σώμα να επανακάμψη και να ενωθή μέτ’ αυτών, όπερ και έπραξε· και ούτω συνεκέντρωσαν εις έν σημείον τάς δυνάμεις των αναβαινούσαι εις πέντε χιλιάδας στρατού. Αρχίσας δε να ρίπτη ο εχθρός ακαταπαύστως σφαίρας διά των τηλεβόλων εναντίον μας προεχώρει ακροβολιστικώς. Επί πολλήν ώραν τά πυρά ημών, δεκατίζοντα τούς προχωρούντας ακροβολιστάς, εμπόδιζον την επί τα πρόσω πορείαν του όλου σώματος.
Μετά δύωρον όμως μάχην ορμήσας κατά των εις τάς θέσεις των Πόρων του Κατρέ και Αξηλακιά ηνάγκασαν αυτούς να υποχωρήσωσιν, όπερ ιδόντες ημείς διετάξαμεν τούς πάντας να υποχωρήσωσι, καθόσον κατελαμβάνοντο υπό των εχθρών τα νώτα του κέντρου και καταλάβωσι τα προς τήν Αγγελόστρατα οχυρά χαρακώματά μας. Ο εχθρός τότε εξηπλώθη και κατέλαβε τούς του Κατρέ και Αξηλακιάς γηλόφους· εφαίνετο δε προχωρών μέχρις εκείνων του Δέσκω πλησίον της Αγγελόστρατας, ότε οι προς τάς θέσεις Ρέντα, Βόθωνα και Πάντζασρο Αποκορωνιώται 300 ως έγγιστα άνδρες υπό τούς μνησθέντας αρχηγούς Κ. Βολουδάκην και οπλαρχηγούς των έφθασαν από της άνωθεν του Θέ του Κήπου κορυφής του όρους εκείνου και προσβαλόντες αίφνης τά προς το Δέσκω προχωρούντα αποσπάσματα ηνάγκασαν ούτω να υποχωρήσωσιν.
Ενδυναμωθέντες ούτω και ημείς διατάξαμεν τό πλείστον μέρος των ημετέρων ν’ ενωθή μετά των Αποκορωνιωτών, τους δε λοιπούς εκρατήσαμεν ως οπισθοφυλακήν. Οι οπλαρχηγοί τότε του σώματος τούτου των Αποκορωνιωτών καλώς πράξαντες διήρεσαν εις δύο τάς δυνάμεις των και το μέν έν μέρος το και πλειότερον διεύθυνε κατά το Βατουδιάρη πλησίον της Κράπης και εκτύπων εκ των νώτων τόν εχθρόν, τό δε έτερον μέθ’ ού ηνώθησαν οι Ασκυφιώται και οι αποσταλέντες εθελονταί και Σεληνιώται καταπολέμουν εκ διαφόρων σημείων τά εις τούς γηλόφους Αξηλακιάς και Λαγκού αποσπάσματα.
Τοιουτοτρόπως ήρχισε Δευτέρα μάχη ζωηροτέρα της πρώτης διαρκέσασα μέχρι νυκτός και κάθ’ ήν οι ημέτεροι διά της επιμονής και γενναίοτητός των κατώρθωσαν να εκδιώξωσιν άπαντα τα αποσπάσματα εξ’ όλων των γηλόφων και να περιορίσωσιν αυτά εις ένα και μόνον υψηλόν και υπερκείμενον των Καρών (ή Καρές) Ασκύφου.
Εις τήν δευτέραν ταύτην μάχην έφθασε και η εξ Ασφένδου ημετέρα επικουρία και μεγάλως συνετέλεσε και αύτη. Με τοιαύτην δε αταξίαν ηναγκάσθησαν να οπισθοχωρήσωσι τά αποσπάσματα εκείνα των θέσεών των, ώστε πλείονας των 30 νεκρών εγκατέλειψαν επ’ αυτών μη δυνηθέντες να τούς παραλάβωσιν. Εις τήν μάχην ταύτην εφονεύθησαν εκ των ημετέρων ο ανδρείος Καπετάνιος Νίπας εξ Ασκύφου Γεώργιος Τζολάκης, έτερος εξ Ασκύφου Σίφης Ριζάκης, ο εκ Μπροσνέρου Μιχ. Μαριδάκης, και ο μετά των εθελοντών Καρά Κώστας Κρής και επληγώθησαν ο γενναίος Καπετάνιος Τιρτιράκης Κυδωνεύς, ο εξ Ασκύφου Μ. Καρκαβάτζος, Μάρκος Παππαβαριδάκης από Τζιτζιφέ.
Ο εχθρός τέλος εισήλθε μετά το τέλος της ημέρας εις Ασκύφου και κατώκησεν εις Καρές. Τήν επομένην ημέραν εζήτησε να καταλάβη τάς συνοικίας Αγουδάρι, Στραβοράχη και Πετρέ, αλλ’ εξηκολούθησεν εφ’ όλην τήν ημέραν, αλλά οι Τούρκοι δεν κατώρθωσαν να εκδιώξωσι τούς ημετέρους. Εφονεύθησαν δε και εις ταύτην ημέτεροι, Στρατής Μπερδολογάκης από Ασκύφου και Βασίλειος Π. Κωνσταντίνου από Μονήν Σελήνου.
Αφ’ ότου ο εχθρός επάτησεν επί των Σφακίων πόλεμοι ακατάπαυστοι και τρομεροί λαμβάνουσι χώραν. Εις Ασφένδου και Καλλικράτη επί έξ ημέρας διαρκεί ο πόλεμος και ενταύθα ουδ’ επί στιγμήν έλλειψεν από Ασκύφου. Εις Σφακία τέλος, είναι πεπρωμένον ν’ αποφασισθή δι’ αιματηρών πολέμων η τύχη ενός των διαμαχομένων μερών.
Και οι Τούρκοι τάς εκλεκτοτέρας συνεκέντρωσαν αυτόσε δυνάμεις των και οι χριστιανοί τό αυτό πράττουσι. Χθές έφθασαν από Κυδωνίας οι οπλαρχηγοί Π. Λιβιάκης με Κεραμιανούς και ο Α. Ξηράκης με τους Καμπιανούς. Και οι οπλαρχηγοί επίσης Μουρίου Α. Καβρός και Ανωπόλεως Γ. Τζελεπής ευρίσκονται παρά τω στρατοπέδω ημών, ώστε η νύν των ημετέρων συγκέντρωσις αναβαίνει τάς 2.000.
Ταύρη Ασκύφου την 30 Ιουνίου 1867.
Ο Αρχηγός .
Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ
ΑΓΙΑ ΡΟΥΜΕΛΗ 1/13 Ιουλίου 1867.
Σήμερον επέστρεψα από Άσκυφον, εντός του οποίου οι Τούρκοι είχον τήν ανοησίαν να εισέλθωσιν. Ο Ζυβρακάκης έχει υφ’ εαυτόν 1.500 άνδρας και κάθ’ έκαστον ώραν προσέρχονται επίκουροι. Η μάχη αδιάκοπος από πρωΐας μέχρι νυκτός· ο Κορωναίος και ο Ζυμβρακάκης ευρισκόμενοι εις πλήρη αρμονίαν, αμιλλώντας, προς αλλήλους και προς τούς εντοπίου αρχηγούς, ίν’ αποκρούσωσι τήν έφοδον των εχθρών.
Ο Μήτσας βαδίζων προς τά Σφακία περιεκυκλώθη υπό των εχθρών· επί πέντε ημέρας αντέκρουε τούς εχθρούς, και τέλος διαρρήξας τάς τάξεις των ηνώθη με τούς ημετέρους απωλέσας 25 ανδρείους. Ο οθωμανικός στόλος μένει έξωθεν του Φραγκοκάστελου.
Dicay
ΕΚΘΕΣΙΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΟΜΕΡ ΠΑΣΣΑ
ΚΑΤΑ ΣΦΑΚΙΩΝ
(Έκθεση Στρατή Δελιγιαννάκη).
Προ ημερών ο οθωμανικός στόλος ευρισκόμενος εις Τυμπάκι εφωδιάζετο με πολεμοφόδια, ζώα, τροφάς και πολυάριθμον στρατόν, συγκείμενον από τακτικούς τε και ατάκτους, σκοπών την κατά των ηρωϊκών Σφακίων νέαν εκστρατείαν του.
Τήν Παρασκευήν 23 Ιουνίου περί τά εξημερώματα έφθασαν τά οθωμανικά ατμόπλοια, αναχωρήσαντα του λιμένος Τυμπακίου, και μετά τήν ανατολήν του ηλίου προσωρμίσθησαν εις Φραγκοκάστελον 4 φρεγάται, 2 θωρακωτά, και 6 άλλα φορτηγά διαφόρου μεγέθους· αυθημερόν δεν ηδυνήθη να αποβιβάση στρατόν, διότι ήτον τρικυμία.
Τήν επιούσαν Σάββατον ήρχισεν από πρωΐας του Φραγκοκαστέλου πεδιάδα. Εγώ ευρισκόμενος εις Σφάδα, όπου καταγινόμην να βοηθήσω τα γυναικόπαιδα να αναχωρήσουν εις μέρη ασφαλή, μετέβην εις Κολοκάσια με τόν καπετάν Μανούσον Σφικιουδάκην όπως εμποδίσω τόν εχθρόν να καταλάβη τήν οχυράν θέσιν του χωρίου τούτου, άλλ’ επειδή ο εχθρός ήτον πολυαριθμότερος ηναγκάσθην να οπισθοχωρήσω προς τό όπισθεν μέρος, και ανέβημεν εις Πούπες.
Εις Κολοκάσια εφονεύσαμεν ένα σημαιοφόρον και επληγώσαμεν 4, εκ δε των ημετέρων ουδείς έπαθεν τίποτε. Από Πούπες συνάξας όσους εθελοντάς ηδυνήθην, μετέβην εις Περισινάκη όπου ευρίσκετο έν απόσπασμα τουρκικόν από 500 Τουρκαλβανούς, καλώς ωχυρωμένους εις τήν έμπροσθεν του Φραγκοκάστελου θέσιν του οροπεδίου Περισινάκη λεγομένου Καστρί.
Εκεί ηρχίσαμεν να προσβάλλωμεν τόν εχθρόν, τόν οποίον ηναγκάσαμεν πεντάκις να αποσυρθή των θέσεών του, αλλά επί τέλους λαβών νέας επικουρίας μας ηνάγκασε να υποχωρήσωμεν, άλλως τε επλησίαζε και η εσπέρα. Εις Καστρί εκ μέν των ημετέρων εφονεύθη είς, εκ δε των εναντίων εφονεύθησαν 8 και 13 επληγώθησαν.
Την Κυριακήν έγραψα εις Άσκυφον όπως μοι σταλή επικουρία, αλλά δεν έλαβον τοιαύτην, διότι και εκείθεν προσπαθεί ο Μεχμέτ πασάς με πολυάριθμον στρατόν να εισβάλη και ενωθή με τον ενταύθα τουρκικόν στρατόν, και εις διάφορα άλλα χωρία των Σφακίων έγραψα, αλλά δεν ηδυνήθησαν να έλθουν βοήθειαι, διότι κατεγίνοντο οι άνδρες να εξασφαλίσουν τάς οικογενείας των εις τά όρη. Και ούτω παρήλθεν η Κυριακή άνευ σπουδαίων γεγονότων, εκτός μερικών ακροβολισμών των εν Παρισινάκη φρουρών.
Την επιούσαν Δευτέραν λαβών ολίγην επικουρίαν κατώρθωσα να αποδιώξω τον εχθρόν από τάς εν Καστρί θέσεις του χωρίς να πάθη ουδείς εκ των ημετέρων τίποτε· εκ δε των εναντίων εφονεύθησαν 16 και επληγώθησαν 28. Μετά μεσημβρίαν λαβών ο εχθρός νέας επικουρίας ήρχισε να μας προσβάλλη πεισματωδώς, ημείς κατωρθώσαμεν να διατηρήσωμεν τάς θέσεις μας επί 2 ώρας άχρις ότου έφθασεν ο Κορωναίος με τους ιδκούς του, διότι η μάχη ήρχισε πεισματώδης και ο εχθρός ελάμβανεν αδιακόπως επικουρίας, αλλ’ ηναγκάσθημεν να αποσυρθώμεν εις τήν άλλην άκραν του Περισινακίου, διότι ετελείωσαν τά πολεμοφόδιά μας και επλησίαζε και η εσπέρα· εις την μάχην ταύτην εκ μεν των ημετέρων εφονεύθησαν 2 και επληγώθησαν άλλοι 2, εκ δε των εναντίων εφονεύθησαν 35 και επληγώθησαν πολλοί.
Αυθημερόν οι Καλλικρατιανοί με τους Αγιοβασιλειώτας συνήψαν μάχην εις τηήν θέσιν Αγριμοκεφάλα άνωθεν του χωρίου Καλλικράτη προς τό νότιον μέρος, και ηνάγκασαν τούς βαρβάρους αισχρώς να φύγουν μέχρι των εν πεδιάδι Φραγκοκαστέλου σκηνών των, αφήσαντες 29 φονευμένους και 2 αιχμαλώτους.
Προς αντεκδίκησιν ο αιμοχαρής Ομέρ πασάς κατέκαυσε τά χωρία Κολοκάσια, Βωβά, και τά εκείθεν του Φραγκοκαστελίου Πατσιανά, και Καψοδάσον, κατέστρεψεν όλα τά σπαρτά και δένδρα και επέφερε μεγίστας ζημίας εις τούς δυστυχείς κατοίκους των χωρίων τούτων, οίτινες τιμωρούνται τόσον σκληρώς και ασπλάγχνως από τήν τουρκική ύαιναν διά τόν μόνον λόγον διότι ζητούν τήν ελευθερίαν των!
Με λύπην μου σας λέγω ότι εις την μ.μ. μάχην του Περισινακίου, σφαίρα τηλεβόλου εφόνευσε τον υπό την σημαίαν μου πέντε ήδη μήνας γενναίως μαχόμενον και ατρόμητον Ηλίαν Λάϊον εξ Αμφίσσης αφήσαντα πένθος απαρυγόρητον εις όλους τούς υπό την σημαίαν του στρατιώτας.
Αι βιαιοπραγίαι των βαρβάρων είναι ανήκουστοι εις τά χρονικά της ιστορίας των. Εσχάτως εις Κίσαμον εζήτησαν από μερικά χωρία παραθαλάσσια 1.500 όπλα και τήν υποταγήν των , οι κάτοικοι μη ενδότες εις τήν εξευτελιστική ταύτην πρότασίν των, οι βάρβαροι επολιόρκησαν τα χωρία των, διά νυκτός και αφού κατέκαυσαν τάς οικίας των, σπαρτά και δένδρα των κατέσφαξαν ανηλεώς όλους τούς κατοίκους, αφού ητίμασαν αισχρώς τάς γυναίκας των διαπράξαντες και πολλάς άλλας ωμότητας, τάς οποίας κάλαμος αδυνατεί να περιγράψη.
Μεταξύ των κατοίκων συλλαβόντες και ιερέα τινά με την οικογένειάν του τούς κατέσφαξαν, εξερίζωσαν και του ιερέως τήν γενειάδα τρίχα τρίχα και τόν άφησαν ελεεινόν.
Χθεν Τρίτην εγένοντο πολλαί μάχαι εις διάφορα μέρη, των μεν βαρβάρων προσπαθούντων να καταλεηλατήσουν τά Σφακιανά χωρία , των δε Σφακιανών βοηθουμένων υπ’ άλλων Κρητών και εθελοντών υπερασπιζομένων γενναίως τά χωρία των.
Προς τό εσπέρας οι ημέτεροι κατώρθωσαν να εκδιώξουν ηρωϊκώς τούς Τούρκους από τάς εις Καλλικράτην θέσεις των, αλλά νυκτός πλησιαζούσης απεσύρθησαν, εσυνάχθησαν πολλοί χριστιανοί εις τά διάφορα χωρία, τά οποία κατέχει ο εχθρός διά να τόν αποκρούσουν.
Εν τω στρατοπέδω Σφακίων τήν 28 Ιουνίου 1867.
Ο Αρχηγός Ο Υπασπιστής
Στρ. Δελιγιαννάκης. Ι. Γαζής.
13 Ιουλίου 1867.
(Α΄ Έκθεση Πάνου Κορωναίου).
ΔΕΛΤΙΟΝ
των στρατιωτικών έργων από της 23 Ιουνίου μέχρι της 4 Ιουλίου.
Ήτον εις γνώσιν απάντων, ότι ο εχθρός έμελε να εκστρατεύση πανστρατιά κατά των Σφακίων και πάντων επράπττον τό κατά δύναμιν προς απόκρουσιν αυτού. Το επ’ εμοί, εκδώσας τάς προς συγκέντρωσιν και τοποθέτησιν του στρατού της Ρεθύμνης αναγκαίας διαταγάς, ώδευσα μετά των εθελοντών εις Άσκυφον, και των 21 ήμιν εκεί. Αμέσως ελάβομεν εκ συμφώνου μετά του κ. Ζυμβρακάκη και λοιπών αρχηγών και καπεταναίων τά κατάλληλα προς απόκρουσιν του εχθρού μέτρα.
Η δύναμις, κάτ’ εκείνην τήν ημέραν, του μέν Ζυμβρακάκη ανέβαινε περί τούς 600 η δε ειδική μου περί τους 400. Τήν 23 απεβίβασεν ο εχθρός στρατόν εις Φραγκοκάστελον και την 24 εξεκίνησε κατά του Καλλικράτους και κατέλαβε τάς άνωθεν των χωρίων Πατσιανού και Καψοδάσους οχυράς θέσεις, άνευ της ελαχίστης αντιστάσεως· διότι οι κάτοικοι των μερών εκείνων ενησχολούντο εις τήν απομάκρυνσιν, των οικογένειών των.
Άμα επληροφορήθημεν τήν είδησιν ταύτην, ανεχώρησα εξ Ασκύφου, και περί τήν μεσημβρίαν έφθασα εις τόν τόπον μετά 50 εθελοντών· πλήν δεν εύρον ειμή τόν οπλαρχηγόν Παντελήν Παπαδάκην μετά δέκα περίπου Καλλικρατιανών· Αμέσως αντεκρούσαμεν τόν εχθρόν και εκρατήσαμεν τήν μάχην επί τέσσαρας ώρας, αλλ’ επί τέλους απεχωρήσαμεν. Αμέσως μετά τήν μάχην εβάδισα προς τόν Άσκυφον, όπως παραλαμβάνων στρατόν επιστρέφω εις Καλλικράτην.
Την επιούσαν 25 πρωΐ ήμουν εις Άσκυφον, όθεν μη δυνηθείς να λάβω ειμή εκατόν περίπου εθελοντάς, υπέστρεφον εις Καλλικράτην διά του Ασφένδου, όπου είχε βαδίσει επίσης ο εχθρός. Εν τούτοις οι κάτοικοι του τμήματος Ρεθύμνης, ούς είχον προσκαλέσει κατεσπευσμένως, συνήρχοντο εις Καλλικράτην, και τήν 26 ευρίσκοντο περί τους 1.500. Η μάχη ήρξατο εις Καλλικράτην από πρωΐας· οι ημέτεροι, έχοντες επί κεφαλής τούς Σελινιανούς, εξεδίωξαν τόν εχθρόν από μίαν οχυράν θέσιν … εφόνευσαν πολλούς, κατέλαβον τινά σκεύη και εξώγρησαν δύο. Τήν αυτήν ημέραν εδίδομεν και ημείς μάχην εις Ασφένδου μετά εκατόν πεντήκοντα περίπου ανδρών. Τούτο εκάμαμεν κυρίως προς τόν σκοπόν να σύρωμεν μέρος των δυνάμεων του εχθρού εκεί. Τω όντι ο εχθρός, αναγκασθείς να πέμψη βοήθειαν εις Ασφένδου, ηλάττωσε τάς δυνάμεις του εις Καλλικράτην.
Την επιούσαν 27 ήμιν εις Καλλικράτην. Η μάχη ήρξατο από πρωΐας και εγένετο ζωηρά περί τήν μεσημβρίαν. Τήν 4 ώραν απεφασίσθη να γίνη προσβολή κατάς της λίαν ισχυράς θέσεως … ήν κατείχεν ο εχθρός. Σκοπός ημών ήτο ν’ αναγκάσωμεν τόν εχθρόν να υποχωρήση εις τά παράλια, εγκαταλείπων τάς οποίας κατείχε πέριξ του Καλλικράτους θέσεις, και παραιτήση τα δύο σπήλαια, τα οποία κείνται άνω του Καψοδάσους. Τό σχέδιον της προσβολής εδόθη υπό του οπλαρχηγού Κ. Παντελή και παρεδέχθην.
Συνάμα εγράψαμεν εις τόν αρχηγόν Παύλον Α. Μοράκην, ευρισκόμενον εις Ασφέδου, να προσβάλη και ούτος· αλλά δυστυχώς η επιστολή μας έφθασε μόνον τήν 5 ώραν εις χείρας του και τοιουτοτρόπως ο εχθρός έφερεν όλας τάς δυνάμεις του εις Καλλικράτην. Μολοταύτα η προσβολή εγένετο τοσούτον γενναίως, ώστε ο οπλαρχηγός Κ. Παπαδάκης, μετά τινών Κρητών και εθελοντών περί τους 30, ανέβησαν εις τά οχυρώματα και ήρχισεν η μάχη και διά λίθων. Δίς υπεχώρησαν οι εχθροί και δίς επανήλθον με νέες δυνάμεις. Τέλος οι προσβάλλοντες όντες ολίγοι, ηναγκάσθωσιν να εγκαταλείψωσι τήν επιχείρησίν των. Η μάχη εξηκολούθησε μέχρι της νυκτός. Οι εχθροί υπεχώρησαν ολίγον.
Τήν επιούσαν 28 ήλθεν είδησις, ότι ο εχθρός εξεκίνησεν από Βρύσαις εις Ασκύφον και εζήτουν τήν βοήθειάν μας·άλλ’ η είδησις έφθασεν αργά, διό ανεβλήθη η απόφασις διά τήν αύριον. Σημειωτέον, ότι έχοντες έλλειψιν πολεμοφοδίων, απεφασίσθη να μη δοθή μάχη μέχρι της αφίξεως αυτών, τηρούντες όσα είχομεν, όπως αντικρούσωμεν τόν εχθρόν, εάν ήθελε μας προσβάλη.
Επειδή η δύναμις του στρατού ημών εις Καλλικράτην ανέβη εις τάς 2.000 και εξηκολούθουν να προσέρχωνται και άλλοι, και επειδή η δύναμις αύτη ήτο πλέον η αρκούσα, όπως αντικρουσθή ο εχθρός, εάν ήθελε μας προσβάλη, απεφασίσθη την 29 να πέμψωμεν βοήθειαν εκ 500 ανδρών εις Άσκυφον. Εν τω άμα παραλαβών το σώμα του οπλαρχηγού κ. Σκουλά, όστις είχε φθάσει τήν ημέραν ταύτην, και τίνας εθελοντάς, τό όλον διακοσίους άνδρας, ώδευσα προς τό Άσκυφον, αφήσας παραγγελίαν να ακολουθήσωσιν οι λοιποί τριακόσιοι.
Ότε ήμην κατά τό ήμισυ της οδοιπορίας μου έλαβον πεζοδρόμον από Καλλικράτην, δι’ ού μοι ανηγγέλετο, ότι οι ημέτεροι πληροφορηθέντες, ότι ο Ρεσίτ πασσάς ώδευεν από Μεσαράς εις Άγιον Βασίλειον, καίων και ερημώνων τά πάντα, απεφάσισαν να επανέλθωσιν εις τάς επαρχίας των και ότι εξεκίνησαν ήδη. Εις ταύτα μη δυνάμενος να πράξω τι και θεωρών ανωφελή τήν επάνοδόν μου εις Καλλικράτην, εξηκολούθησα τήν πορείαν μου εις Άσκυφον.
Εν τούτοις αληθώς ο Ρεσίτ ώδευε διά του Αγίου Βασιλείου εις Καλλικράτην μετά οκτώ περίπου χιλιάδων. Τούτο δε έπραξεν ο εχθρός, γινώσκων τάς ανάγκας και τά ήθη των κατοίκων, όπως επιφέρη τήν διάλυσιν του ημετέρου στρατού, όπερ και επέτυχε. Τό μέλλον όμως θέλει δείξει, εάν τό μέτρον του τούτο ήτο συνετόν εν τέλει ή ουχί. Και διά να κατορθώση τούτο αφήρεσε στρατόν από Καλλικράτους και έπεμψεν αυτόν εις Τυμπάκι, όπως ενωθή μετά του Ρεσίτ· άλλως δεν είχεν αρκετάς δυνάμεις, όπως εκτελέση τήν εκστρατείαν ταύτην ο Ρεσίτ.
Τήν 30 ούτος ήτον εις Σπήλι και την 1 εβάδιζεν εις Καλλικράτην. Εις Άσκυφον ο εχθρός κατώρθωσε να κυριεύση τήν είσοδον, εις ήν και ενεκατέστη, πλήν μετά μεγάλης του ζημίας. Τήν διήγησιν τούτων αφήνω εις τον κ. Ζυμβρακάκην, διευθύνοντα τάς εργασίας του μέρους τούτου.
Εις τήν κατάστασιν ταύτην των πραγμάτων, οι πλείστοι έδωκαν γνώμην να μεταβώμεν άπαντες εις τό απέναντι μέρος και ενωθώμεν μετά του κ. Ζυμβρακάκη και λοιπών, ουχί μόνον διότι ήτο τό οχυρώτερον και υπήρχον πολεμοφόδια άφθονα και τροφαί αρκούσαι, αλλά πρό πάντων διότι δεν ήτο δυνατόν ν’ αντισταθώμεν εις τόν εχθρόν, μη έχοντες ειμή περί τους 500 άνδρας, και μάλιστα εάν ο εχθρός έμελλε να μας επιτεθή και κατά τά νώτα, όπερ ήτο τό πιθανώτερον.
Τήν γνώμην ταύτην δεν παρεδέχθην, και τήν 2 Ιουλίου ανεχώρησα από Άσκυφον μετά 50 εθελοντών, όπως μεταβώ εις τό τμήμα του Ρεθύμνου, συλλέξω στρατόν και επανέλθω εις Σφακία κατά του εχθρού. Τοιουτοτρόπως, αντί να θέση ημάς ο εχθρός εντός δύο πυρών. θέτομεν ημείς αυτόν, και μάλιστα εις θέσεις, εις ημάς μεν οικείας και καταλλήλους, εις αυτό δε αγνώστους και λίαν δυσκόλους. Αλλά τέλος τοιουτοτρόπως είμεθα ελεύθεροι και εις πάσαν εναντίον περίστασιν δυνάμεθα να κινηθώμεν από Σφακίων μέχρι Μυλοποτάμου.
Ενώ εβάδιζα από Ασκύφου Σελιά διά του Ασφεδαμέ, συνήντησα τόν εχθρόν ( τόν Ρεσίτ) κατέχοντα ήδη αυτόν, και τοιουτοτρόπως αλλάξας πορείαν μετά μεγάλης προσοχής, διευθύνθην εις τό χωρίον Γωνιαίς, τήν δε επιούσαν εις Δρύμισκον, όθεν γράφω τό παρόν δελτίον. Τούτο είναι τό ήμισυ του όλου· τό άλλο ήμισυ κείται εις χείρας του Υψίστου. Τά εις Καλλικράτην και Άσκυφον συμβάντα από της 1 Ιουλίου αγνοούμεν.
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ.
17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1867.
(ΕΚΘΕΣΗ Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗ)
Εν ΤΑΥΡΗΣ (Ασκύφου) τη 5 ΙΟΥΛΙΟΥ 1867.
Φίλε μου.
Εβδομάς ολόκληρος διήλθεν, αφ’ ότου ο εξ Αποκορώνων εχθρικός στρατός, υπό τόν Μεχμέτ πασά, ευρίσκεται εις τινα γωνίαν του Λάκκου Ασκύφου, στενώτατα υπό των ημετέρων ευθυβόλων τουφεκίων περιωρισμένος και χωρίς να δύναται, μ’ όλας τάς μέχρι τούδε ματαίας αποπείρας του, να προβή προς εμπρησμόν των εν τω Λάκκω χωρίων.
Αν και η συγκέντρωσις ενταύθα των ημετέρων είναι ανεπαρκής προς τάς του εχθρού δυνάμεις, μη στερουμένου ούτε τροφών, ούτε πολεμοφοδίων, υπερτερούντος απεναντίας είκοσι πεντάκις τόν αριθμόν των ημετέρων δυνάμεων, στερουμένων των απολύτως αναγκαίων, και ως εκ της δυσκόλου, προς μεταφοράν τούτων θέσεων, εις ήν ήδη ευρισκόμεθα, μ’ όλα ταύτα όμως ούτε μίαν ημέρα ή νύκτα αφήσαμεν αυτόν ανενόχλητον, πότε δι’ όλης της ημέρας δι’ ακροβολιστικού πολέμου, πότε διά νυκτερινής επιθέσεως προξενούντες αεννάως ουκ ολίγας ζημίας και καταστροφάς εις αυτόν και συνάμα επιβάλλοντες αυτώ τόν προς τήν ιδιοκτησίαν του Πολίτου σεβασμόν, τόν οποίον, ως Τούρκος, αδυνατεί ν’ αναγνωρίση μ’ όλας τάς προσπαθείας, άς ματαίως απεπειράθησαν τοσάκις οι Φράγκοι να καταβάλλωσι, χύσαντες τόσους ποταμούς χριστιανικού αίματος, προς διάσωσιν και ανάπλασιν τοιούτου τέρατος.
Ταύτα εν συνόψει τά αφορώντα τόν Μεχμέτ πασσάν, μέθ’ ου τάς δυνάμεις πολλάκις κατεμετρήθημεν. Αλλ’ ήδη πρόκειται να καταμετρηθώμεν και προς τάς κολοσσιαίας του Σερδάρ Εκρέμ δυνάμεις και των επικούρω αυτώ ετέρω δύω, του Σάρχου δηλονότι και του Ρεσίτου, οίτινες πανστρατιά εισέβαλον εκ Γιαλιάς Αγίου Βασιλείου και Φραγκοκαστέλου, και μόλις χθές καταλαβόντες τήν θέσιν Ασφένδου επροχώρησαν προς τα ενταύθα του Ασκύφου μέρη μετά μεγίστης προφυλάξεως, διά των τεχνητών από τόπου εις τόπον ταμπουρίων, μέχρι της προς ανατολάς της Ίμβρου κορυφής, ήν σήμερον επαξάπαντος θέλουσι διέλθη, όπως ενωθώσι μετά του πάρ’ ημών στενώτατα περιωρισμένου ενταύθα Μεχμέτ πασά, μέθ’ ού θέλουσι κινήσει προς κατάληψιν των εν Τάβρη, Αγγελόστρατα, Στραβορράχη και Ξερόκαμπον θέσεων, κατεχομένων υπό των ημετέρων ολίγων μαχητών συγκριτικώς προς τάς του εχθρού δυνάμεις, αδυνάτου ούσης της συγκεντρώσεως περισσοτέρων εκ της επαρχίας Σφακίων, καθό απασχολουμένων πολλών προς διάσωσιν των οικογενειών των, καταγινομένων ν’ αναβιβάσωσι ταύτας επί των χιονοσκεπών κορυφών των ορέων, όπου ούτε δένδρα, ούτε νερόν, ούτε ξύλα να ζεσταίνουσι τά ολογυμνωθέντα μέλη των εν ώρα του δριμέως ψύχους της νυκτός, ευρίσκοντας, ειμή μόνον χιών κρυσταλλωμένη.
Οι Σφακιώται, εί και εγκαταλειφθέντες εις τάς ολίγας ταύτας δυνάμεις, ως εκ των εις τήν επαρχίαν Κισσάμου συγκεντρώσεων απείρου εχθρικού στρατού, πολεμουμένου και εντεύθεν γενναιότατα υπό των λοιπών επαρχιών του τμήματος τούτου, και κατά συνέπειαν μη δυναμένων των επαρχιών τούτων να σπεύσωσι προς βοηθειάν των, μ’ όλα ταύτα ούτε ιδέαν προσποιητής κάν υποταγής συνέλαβον, ουδέ τί τοιούτον εις τόν νούν ουδενός εξ αυτών επήλθεν, μη εξαιρουμένου ουδέ του Τσιριδάνη. Σας διαβεβαιώ όθεν, ότι άπασα η επαρχία των Σφακίων σκοπόν αμετάτρεπτον έχει να υποστή απάσας τάς πυρπολήσεις, τάς καταστροφάς και τάς εκ των βαρβάρων τούτων οεδών παρεπομένας σφαγάς των γυναικοπαίδων και τα παραπλήσια τούτων, άλλ’ ουδέποτε θέλει δείξει σημείον υποταγής, έστω και με την καταστροφήν όλων, μέχρις ενός.
Σας ερωτώ όθεν, τι θέλει χρησιμεύει ακολούθως εις αυτούς η ελευθερία, όταν επί τοσούτον παρατείνεται ο πόλεμος, ούτος της καταστροφής; Τοιούτος λαός άρα γε δεν συνεκίνησεν εισέτι τάς μαρμαρίνους καρδίας της διπλωματίας, καυχωμένης επί χριστιανισμώ, επί πολιτισμώ και επί φιλανθρωπία και τόσα υποσχεθείσης τη Ανατολή;
Άλλ’ όμως και μέθ’ όλα τα δεινά ταύτα, άτινα οι Κρήτες υφίστανται, διαβεβαίωσον τούς πάντας, ότι η Υψ. Π. δύνανται μεν διά των απειραρίθμων κατά ξηράν στρατών της και των από θαλάσσης στόλων της να κατακαίη χωρία και ελαιώνας, να εκκριζώνη και καταστρέφη αμπελώνας, πληρώνουσα παρευθύς διά του αίματος των στρατιωτών της το αντίτιμον αυτών, άλλ’ ουδέποτε θέλει υποτάξει τήν Κρήτην και καταστρέψει τήν επανάστασιν αυτής, απατώσα χιλιάκις, ως μέχρι τούδε έπραττε, και θέλει πράττει, τήν θέλουσαν ν’ απατάται Διπλωματίαν.
Φρονώ, ότι, εάν επί ολίγας εισέτι ημέρας παραταθή η κατάστασις αύτη της πυρπολήσεως και σφαγής των γυναικοπαίδων, η Κρήτη, και ελευθερούμενη, θέλει καταντήσει άχρηστος, ως μένουσα εντελώς έρημος και έχουσα μόνον τούς βράχους και τάς χιόνας των ορέων της, ως τούτο θέλει γίνει, και εάν, ό μη γένοιτο! Υπόταχθή. Ανάγκη όθεν να ενεργηθώσι παρά της ημετέρας Κυβερνήσεως όσα δήποτε προς διάσωσιν συντελεστικά προς τήν Διπλωματίαν μέσα, ως και όσα αφ’ εαυτής εν εναντία περιπτώσει ήθελε μεταχειρισθή.
Σας ασπάζομαι,
Ο φίλος σας, I. ZΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ.
Εν ΤΑΥΡΗ Ασκύφου, τη 8 Ιουλίου.
Η μεγάλη πυρά της επαναστάσεως ανεφλογίσθη ήδη και είναι τι αποτρόπαιον. Η επανάστασις παρατείνεται, η καταστροφή συμπληρούται, και τούτο δεν είναι υπόθεσις, αλλά πράγμα. Η εμφάνισις της πυράς αμέσως μαρτυρεί τάς θέσεις, άς ο εχθρικός στρατός κατέλαβε. Δεν υπάρχει μέρος, όπερ διερχόμενος ο εχθρικός στρατός δεν κατέστρεψε. Χθες παρετήρησα, μετά πόσης μανίας εξεπλήρον το έργον της καταστροφής.
Έν τάγμα ετάχθη εις ακροβολισμόν, και οι μέν ακροβολισταί εισελθόντες εις τό χωρίον του Ασκύφου, Αμουδάρι, αμέσως έθεσαν πύρ εις όσας επρόφθασαν οικίας, και επανέκαμψαν, διότι ηνοχλούντο υπό των πυρών· η δε εφεδρεία του αυτού τάγματος, μείνασα εντός των αμπελώνων, εν διαστήματι μιάς ώρας κατέστησεν αυτούς από ευθαλή γην όλων χέρσον. Τήν καταστροφήν ταύτην εξηγόρασε διά της απωλείας πέντε στρατιωτών του. Και όμως ο Λόρδος Στάνλεϋ λέγει, ότι τα θρυλλούμενα περί των εν Κρήτη καταστροφών, ωμοτήτων και βιαιοπραγιών του τουρκικού στρατού είναι αποκύημα της φαντασίας των διαδιδόντων ταύτα.
Και ού μόνον καταστρέφουσιν οι βάρβαροι τάς ιδιοκτησίας, αλλά και πάντας εκ των περιπιπτόντων εις χειράς των χριστιανών ή καίουσι ζώντας, ή κατασφάζουσι, τάς δε γυναίκας οιασδήποτε ηλικίας…….
Ένεκα του μεγάλου αυτού αριθμού ο τουρκικός στρατός επλημμύρησεν εν τη επαρχία των Σφακίων, και ο πόλεμος γίνεται επί των ορέων ταύτης. Εις ουδέν των Σφακίων χωρίον απαντά τίς όχι μόνον άνθρωπον, άλλ’ ούτε γάταν. Τούτο σας λέγω απέναντι του αναιδούς ψεύδους, όπερ ανήγγειλεν ο Ομέρ, ότι υπετάγησαν 5.000, και τούτο ενώ μόλις επάτησε τήν επαρχίαν των Σφακίων.
Τά χωρία λοιπόν ηρημώθησαν, ο δ’ εν τοίς όρεσι πόλεμος γίνεται κάθ’ ημέραν. Κατά τήν ημέραν της εισβολής του Μεχμέτ πασά εξ Αποκορώνων εις Άσκυφον, ήτοι τήν 28 και 29 λήξαντος, μεταξύ πέντε φονευθέντων εκ των ημετέρων, αριθμείται και ο Κωνστ. Τηρτήρης. Ήτον είς εκ των εντοπίων καπεταναίων, υπερέχων πολλούς άλλους διά τήν ανδρείαν, τήν νοημοσύνην και τήν πατρίδα αφοσίωσίν του.
Χ. ΣΟΛΙΩΤΗΣ.
20 Ιουλίου 1867.
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ
ΚΕΝΤΡΙΚΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ.
(ΕΚΘΕΣΗ Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗ).
Προλαβόντως είχομεν αναφέρει τά περί της εισβολής του Μεχμέτ εις Άσκυφον, τόν περιορισμόν αυτού υφ’ ημών εις Καρές και εν γένει τα πράγματα όπως είχον μέχρι της 5 ισταμένου.
Μετά ταύτην έχουσιν ώδε πώς. – Περί την πρωΐαν της 6 ο εις Φραγκοκάστελλον αποβιβασθείς εχθρός έφθασε περί τό χωρίον Ίμβρον, και ενώ ήρχισε κατακαίων αυτό, συγχρόνως απέλυσεν έν σώμα εκ 3.000 διά να ανέλθη και καταλάβη τόν Ξηρόκαμπον, θέσιν δεξιόθεν, άνωθεν του χωρίου, και ένθα ήτον η δεξιά πτέρυξ της ημετέρας γραμμής· κατείχετο δ’ αύτη υπό των Ανωγειανών υπό τούς Μ. Σκουλάν, Νιώτην, Ξετρύπην και παπά Κρανιώτην, υπό σώματος εθελοντών του κ. Κορωναίου υπό τόν κ. Σμόλενς, και υπό Σφακιανών, Ιμβριωτών, Μουριωτών, Κομητιανών, Ασφενδιωτών, Γιαλιτών και Καλολακκιωτών, 400 σχεδόν τον αριθμόν.
Οι ημέτεροι προσέβαλον αυτό, και επί μίαν ώραν αντέσχον καρτερικώς εις τάς θέσεις των· ακολούθως όμως ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν αυτών, διότι ο εχθρός επανειλημμένως προσελάμβανε νέας δυνάμεις εξ Ίμβρου, και διέτρεχον τόν κίνδυνον να περικυκλωθώσιν.
Κάθ’ ήν στιγμήν δ’ υπεχώρου διά να καταλάβωσιν ετέρας θέσεις, έφθασε προς βοήθειαν αυτών κατά διαταγήν μας το σώμα του Ν. Κοντογιάννη, Ν. Δεδούση, και των ανθυπασπιστών Σταφυλά και Φιλίππου και ο καπετάν Ν. Χριστοδουλάκης μετά μέρους Ασκυφιωτών. Μετά τούτους δε ο αρχηγός Κυδωνίας Χατζή Μιχάλης Γιανναράκης, ο οπλαρχηγός Α. Μαντακάκης και ο Καπετάν Μπελεγρής με Κυδωνιώτας και τό του ανθυπολοχαγού σώμα εθελοντών, οίτινες ερχόμενοι προς ημάς ήκουσαν τόν πόλεμον, έσπευσαν εκείσε.
Η μάχη τότε επαναλήφθη σφοδροτέρα, και ο εχθρός, ειμή και ετέρας προσελάμβανεν επικουρίας, εξάπαντος ήθελεν αναγκασθή να υποχωρήση· διότι οι ημέτεροι εμάχοντο μετά γενναιότητος και εβοηθούντο και εκ των θέσεών των. Ημείς εν τούτοις δεν ελείψαμεν να στείλωμεν και ετέραν επικουρίαν τόν οπλαρχηγόν Λίβιον Πέτρον και μέρος Καμπιανών του καπετάν Α. Ξηράκη· άλλ’ αύται απέναντι εκείνων του εχθρού ήσαν ασήμαντοι.
Τέλος μετά τετράωρον καρτερικήν πάλην, περί τήν δύσιν του ηλίου, οι ημέτεροι κατατρυχόμενοι εκ της δίψης απεχώρησαν ησύχως των θέσεών των· τα μεν σώματα των Κυδωνιατών, του Σμόλενς και Νικολαΐδου και μέρος Σφακιωτών προς τόν Καλόν Λάκκον, τα δε λοιπά περί τήν Ταύρη και Νιάτο ένθα και ημείς διεμέναμεν.
Ότι ημάς έκαμε να μην στείλωμεν απάσας τάς δυνάμεις μας εις Ξηρόκαμπον ήτο ο φόβος, μη ο εχθρός εξ Ασκύφου ανέλθη και καταλάβη τάς θέσεις μας και πάθωμεν ως εκ τούτου και ημείς και αι ου μακράν των θέσεών μας οικογένειαι. Η δύναμις ημών ήτο διαμερισμένη εις Δέσκω, Αγγελόστρατα, Ταύρην και εις τήν εις ήν έλαβε χώραν η μάχη Ξηρόκαμπον· γραμμή έχουσα απόστασιν πλέον των ωρών. Είχομεν δε και απόσπασμα εις τήν πυροβολικήν, κατέναντι ημών αριστερόθεν του εχθρού. Τάς θέσεις ταύτας ήμεθα ηναγκασμένοι να κατέχομεν, πρώτον μέν, διότι εξ όλων αυτών ηπείλει ο Μεχμέτ να μας προσβάλη, και δεύτερον διά να υπερασπιζώμεθα τάς οικογενείας, αίτινες όπισθεν των θέσεων αυτών είχον συρρεύση.
Η προς έν ωρισμένον μέρος συγκέντρωσις των οικογενειών, όπως μη περισπώνται αι δυνάμεις των πολεμιστών, είναι λίαν δύσκολος εν Σφακίοις· διότι βρύσαι, έχουσαι άφθονον ύδωρ, ουδαμού των ορέων εισί, υπάρχουσι δε μόνον δεξαμεναί (στέρναι) βροχίνων υδάτων, απομεμακρυσμέναι αλλήλων, κατασκευασθείσαι παρά των ποιμένων προς χρήσιν των ποιμνίων των. Τούτου ένεκα αι μεν οικογένειαι εισί διασκορπισμέναι όπου υπάρχουσι δεξαμεναί, ημείς δε είμεθα ηναγκασμένοι να κατέχωμεν σχετικάς θέσεις διά να υπερασπισθώμεν αυτάς· διότι επί των ημερών του Ομέρ πασά τοσαύτα επί των οικογενειών λαμβάνουσι χώραν αίσχιστα, όσα επί Μουσταφά πασά δεν έλαβον, και μόνον εις τα χρονικά του Γιανιτσαρισμού ανευρίσκει τις τοιαύτα. Πλείστα όσα διαπράττονται κάθ’ εκάστην επί των αδυνάτων μουτισμένων οικογενειών, άτινα η ευσχημοσύνη δεν επιτρέπει ν’ αναφέρωμεν· ευγενέστεροι όμως ήθελον είσθαι οι Τούρκοι αν κατέσφαζον αυτάς.
Εθεωρήσαμεν όθεν εν των σπουδαιοτέρων χρεών μας τήν υπεράσπισιν των οικογενειών των τε Σφακιωτών, και των λοιπών εις αυτά προστρεξασών εξ’ άλλων επαρχιών, υπ’ όψιν έχοντες τό ότι εάν προς τάς αδυνάτους μουτισμένας οικογενείας φέρωνται ούτω τά βάρβαρα της Ασίας στίφη, πόσον μάλλον ήθελον φερθή προς τάς οικογενείας των Σφακιωτών, των τοσούτον γενναίως καταπολεμούντων αυτούς.
Ενώ ο πόλεμος εγίνετο εις Ξηρόκαμπον, ο Μεχμέτ, όστις μέχρι τότε εκρατείτο πολιορκημένος εις Καρές Ασκύφου, ευρών καιρόν, επυρπόλησεν άπασας τάς συνοικίας Ασκύφου και απέστειλε τάς ημίσεις των δυνάμεών του εις Ίμβρον, προς ενίσχυσιν των εκείσε· οι εις Ταύρην ημέτεροι, οίτινες ήσαν διατεταγμένοι, εάν ο Μεχμέτ εκίνει προς Ίμβρον, να κατέλθωσι διά των άνωθεν της Στραβορράχης θέσεων και κτυπήσωσιν αυτόν εις τήν μεταξύ Ασκύφου και Ίμβρου Φάραγκα, εκ του υπερβολικού των οικιών καπνού θαμβωθέντες, δεν είδον, ότι το σώμα εκείνο προυχώρησε προς Ίμβρον, και ως εκ τούτου απηλλάγη της μελλούσης να προξενηθή αυτώ φθοράς, εις τάς δυσβάτους εκείνας θέσεις.
Προχωρήσαντος ούτω του εχθρού προς Ίμβρον και τάς υπερκειμένους αυτώ θέσεις, απήλθομεν και ημείς προς Σκαφιδάκια και Μουρί, μέθ’ όλων των δυνάμεών μας, διότι δεν υφίστατο πλέον ανάγκη της παρουσίας μας, είς άς κατείχομεν θέσεις, ως ελαττωθεισών μεγάλως των δυνάμεων του εις Ασκύφου Μεχμέτ.
Επί δύο ημέρας περιεμένομεν αυτόσε τόν Ομέρ μέτ’ ανυπομονησίας, διότι πρώτην ήδη φοράν, μετά τήν εις Σφακία εισέλασίν του, ευρισκόμεθα και ημείς απηλλαγμένοι της υπερασπίσεως οικογενειών και συγκεντρωμένοι εις αριθμόν, ως έγγιστα των 3.000. Πλήν άλλ’ όμως ο Ομέρ πάν άλλο διανοείται, ή να κτυπήση και καταστρέψη τούς επαναστάτας, όπως διακηρύττη. Αρκείται μόνον να καταλαμβάνη μέρη, άτινα οι επαναστάται δεν κατέχουσι, και ορέγεται να πυρπολή οικίας, να εκριζώνη αμπελώνας και να κατακαίη.
Ο Ομέρ, αντί να διευθυνθή κάθ’ ημών και μας κτυπήση, ώδευσε διά της παραλίας προς Κομητάδες και Πρόσγιαλον, υπό τήν προστασίαν των πολεμικών πλοίων του, διά ν’ απέλθη προς Ανώπολιν. Τούτο γνωρίσαντες ημείς εκ των κινήσεών του αυτών, εδιχοτομήσαμεν τάς δυνάμεις μας και διετάξαμεν τόν αρχηγόν της επαρχίας Κυδωνίας Χατζή Μιχάλην Γιανναράκην, τούς οπλαρχηγούς Α. Μαντακάκην, Λίβιον Πέτρον και Ι. Σπυριδάκην, τόν καπετάν Μπελεγρήν, τούς κυρίους Σμόλενς και Νικολαΐδην, ν’ απέλθωσιν εκείσε, τούς λοιπούς κρατήσαντες μέθ’ ημών εις Σκαφιδάκια και Μουρί.
Είχομεν ούτω διαθέσει τάς δυνάμεις μας, ότε περί την 9 ισταμένου ελάβομεν τήν αγγελίαν παρά του οπλαρχηγού των Ανωπολιτών Γ. Τζελεπή, ότι οι αυτόσε διαμένοντες απήλθον προς Αράδεναν, επί τη διαδόσει, ότι ο εχθρός είχεν απέλθει, διά μονοπατίου τινός, προς θέσεις υπερκειμένους των εαυτών. Εζήτει δ’ ετέρου επικουρίαν τό ταχύτερον, καθόσον την πρωΐαν ενδεχόμενον ήτο, να προσβάλλη τήν Ανώπολιν.
Ήτον ώρα 7 Μ.Μ. ότε εμάθομεν τούτο, ως εκ του σκότους δε δεν ηδυνάμεθα να στείλωμεν τήν αιτηθείσαν επικουρίαν· Εν τούτοις διετάξαμεν το σώμα των Αποκορωνιωτών, υπό τούς οπλαρχηγούς Γ. Γογονήν, Μ. Μυλονογιαννάκην, Κ. Μαλινόν και Β. Μπομπολάκην, άμα τη εμφανίσει της σελήνης, να πορευθώσι προς Ανώπολιν, στείλαντες και συγχρόνως δι’ εκτάκτου πεζοδρόμου διαταγήν προς τούς εν Αράδεναν να επανακάμψωσιν εις τα ίδια, βεβαιούντες αυτούς, ότι η διαδοθείσα φήμη δεν ήτο αληθής.
Το σώμα των Αποκορωνιωτών το αείποτε διακρινόμενον διά τε τό ευάγωγον αυτού και διά τήν ανδρείαν του, έπραξεν ως διετάχθη και περί τό λυκαυγές της ημέρας έφθασεν εις τάς θέσεις του και ηνώθη μετά των Ανωπολιτών. Δεν είχεν όμως έτι αναπαυθή εκ της επιμόχθου νυκτερινής οδοιπορίας του, και στρατός εκ 5.000 περίπου ανήρχετο κάτ’ αυτών· διετέθησαν όπως ηδύναντο καλλίτερον· ουχ ήττον δεν ήσαν αρκετοί για να καταλάβωσιν απάσας τάς απαιτουμένους εκεί θέσεις. Εν τούτοις περιέμενον τόν εχθρόν ήρεμοι, και άμα φθάσαντα εις απόστασιν βολής, ήρχισαν τρομερόν πυροβολισμόν κάτ’ αυτού, και τόν ηνάγκασαν να σταματήση επί μίαν περίπου ώραν· ακολούθως όμως, διαιρεθέντος του εχθρού εις δύο σώματα, εν των οποίων ώδευσε προς θέσεις μη κατεχομένας, ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι προς ετέρας υψηλοτέρας θέσεις προς τήν Αράδεναν, ως διατρέχοντες τον κίνδυνον να κτυπηθώσι παραπλεύρως και εκ των νώτων.
Εις τάς θέσεις ταύτας ευρισκόμενοι έλαβον και τήν των ετέρων επικουρίαν, των εις Αράδεναν τήν προτεραίαν προστρεξάντων και ενδυναμωθέντες ούτω απέκρουσαν τάς επανειλημμένας κάτ’ αυτών εφόδους. Η μάχη διήρκεσε μέχρι βαθείας νυκτός, χωρίς οι εχθροί να κατορθώσωσι να προχωρήσωσι περαιτέρω.
Ενώ ταύτα συνέβαινον εις Ανώπολιν, ετέρα μάχη εγίνετο εις Μουρί, ήτοι τήν αυτήν ημέραν τήν 10 ισταμένου, χωρίον εν τω μέσω της ημετέρας γραμμής κείμενον, μεταξύ Σκαφιδακιών και Ανωπόλεως.
Σώμα εχθρικόν εκ 1500 περίπου ανδρών διηυθύνθη από της παραλίας προς αυτό. Τούτο ιδών ο εκείσε διαμένων οπλαρχηγός Μουρίου Α. Καβρός μετά των Μουρνιωτών, έσπευσε να μας αναγγείλη τούτο εις Σκαφιδάκια.
Τό πρώτον διετάξαμεν τούς Κομητιανούς, Γιαλίτας, Ασφενδιώτας και Καλο – Λακιώτας και μέρος των εθελοντών υπό τόν Ζαφειρίου (ανθυπασπιστήν) και τον Ι. Λουπάκην, διακοσίους ως έγγιστα άνδρας, να σπεύσωσι προς ενίσχυσιν του καπετάν Καβρού, όπερ και έπραξαν. Βεβαίως προς απόκρουσιν τοιούτου σώματος απητούντο πλειότεραι δυνάμεις· δυστυχώς όμως, ένεκα των εις Ανώπολιν επανειλημμένων αποστολών, αι δυνάμεις μας είχον εξαντληθή σημαντικά και πλειοτέρας ν’ αποστείλωμεν δεν ηδυνάμευα, εκτός αν απεφασίζαμεν να εγκαταλείψωμεν τήν των Σκαφιδακιών θέσιν. Τούτο όμως δεν ήτο φρόνιμον, καθόσον, αν κατελαμβάνετο υπό του εχθρού, άπαντες οι εν Μουρίω διατρέχον σπουδαίον κίνδυνον. Σημειωτέον δε, ότι από των προσκόπων του εχθρού, ευρισκομένων προς τά Καλά Λαγγά, τά Σκαφιδάκια απέχουσιν ημίσειαν ώραν.
Οι ημέτεροι καίτοι ολίγοι αντέταξαν παραδειγματικήν γενναιότητα· διό και πέραν των κατά πρώτον απαντωμένων οικιών του χωρίου, άς τινάς και κατέκαυσε, δεν άφησαν τόν εχθρόν να προχωρήση , μ’ όλας τάς αποπείρας του. Ημείς, αφού επί τέλους είδομεν, ότι ουδεμία κίνησις από Καλά Λαγγά εγένετο κάθ’ ημών,εστείλαμεν και δευτέραν επικουρίαν εξ’ εθελοντών, υπό τούς Ν. Κοντόγιαννην, Σταφυλάν, Δεδούσην και Φιλίππου και τόν κ. Πετροπουλάκην, προθύμως προσφερθέντα και αυτός και τό σώμα του να τρέξη εις τήν μάχην, καίτοι κεκμηκότες εκ μακρινής οδοιπορείας και προ μιάς ώρας μόλις φθάσαντες. Τήν τοιαύτη ενίσχυσιν των ημετέρων ιδόντες οι εχθροί, ετράπησαν εις φυγήν και κατεδιώκοντο έως ημίσειαν ώραν, μέχρις σχεδόν της παραλίας, καταπυροβολούμενοι και μέχρις έτι των εις πρόσγιαλον σκηνών των.
Μετά τό πέρας της μάχης ταύτης έστειλα έκτακτον πεζοδρόμον προς τούς περί την Αράδεναν καπεταναίους Σφακιανούς και λοιπούς να μας πληροφορήσωσι τά κάτ’ αυτών και αν έχωσιν ανάγκην και ετέρων επικουριών, καθόσον είχον φθάσει προς ημάς παρά τον κ. Πετροπουλάκην και έτερας επικουρίας. Ούτοι όμως, ως προσλαβώντες απ’ εκείσε ετέρας αρκετάς επικουρίας εκ Κυδωνιανών και Σεληνιωτών, των τελευταίων υπό τόν Κ. Κριάρην, μας ειδοποίησαν, ότι δεν είχον μεν προς Αράδεναν ανάγκην, εζήτουν δε να στείλωμεν απόσπασμα προς τήν Λίμνην της Ανωπόλεως, θέσιν οχυράν και δεξιά του εχθρού κειμένην.
Επράξαμεν δε τούτο ευθύς τήν πρωΐαν στείλαντες τόν καπετάν Παυλήν Σ. Μομάκην, τόν Λ. Πετροπουλάκην, τόν Ν. Κοντογιαννάκην, Δεδούσην και τούς ανθυπασπιστάς Ν. Ψύχαν, Σταφυλάν και Φιλίππου, κρατήσας τούς λοιπούς παρ’ εμοί εθελοντάς υπό τούς Ταμπακάν, Ζαφειρίου, Λώρην, Κοντοδημητρόπουλον, Σπηλιωτόπουλον και Κουρμούλην, τούς εκ Κυδωνίας καπεταναίους Α. Ξηράκην, Β. Καζάκον και Π. Τσουχλαράκην και τούς εκ Σφακίων Α. Καβρόν και Κ. Μητράκην με τούς υπ’ αυτούς άνδρας.
Τήν 12 ο εχθρός απεπειράθη να εκδιώξη τούς προς Αράδαιναν ημετέρους∙ η μάχη διήρκεσε μέχρι βαθείας νυκτός, οι δε ημετέροι κατόρθωσαν να εκδιώξωσι αυτόν των πρώτων θέσεων του. Τήν 13 επαναλήφθη η μάχη άμα τη εμφανίσει της Σελήνης και διήρκεσε μέχρι της 4μ.μ. Δίς εξεδιώχθη των θέσεων του, εκ των προς τήν Ανώπολιν, και λαμπρά μάχη ήρχισε φαινομένη υπέρ των ημετέρων. Ούτως διέκειντο μέχρι μεσημβρίας τά πράγματα∙ αίφνης όμως δι’ επτά ατμοπλοίων απεβίβασε νέον στρατόν επέκεινα των 4 χιλιάδων από της θέσεως Διαλισκάρι. Οι εκείσε ημέτεροι κατεπολέμησαν αυτόν επί τρεις ώρας και ήθελον και τούτον αναγκάσει να υποχωρήση, ειμή ακαταπαύστως ερρίπτοντο σφαίρας των τηλεβόλων προσγινομένης αυτοίς ζημίας ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι.
Τα καθέκαστον των μαχών αυτών ακολούθως· λέγομεν δε μόνον εν παρόδω ότι τοιαύτας σπουδαίας και φονικωτάτας μάχαι δεν έχει πολλάς να μνημονεύση η σύγχρονος του έθνους μας ιστορία, προς τιμήν του ελληνικού ονόματος. Προ πέντε έτι ημερών βομβάρδει την Αγίαν Ρουμέλην και αποπειράται να κάμη αποβίβασιν∙ οι εκείσε ημέτεροι ανθιστάμενοι μετά μοναδικής ανδρείας και καρτερικότητος, εματαίωσαν απάσαι τας μέχρι τούδε αυτού προσβολάς. Και των μαχών αυτών τα καθέκαστον ακολούθως.
Δύο τινά ήσαν τα αίτια, άτινα έκαμον ημάς να μη προξενήσωμεν τω Ομέρ Πασσά, προ της εις Ανώπολιν αφίξεως του, τοιαύτας ζημίας, δι’ άς να μη δύναται να καυχάται επί θριάμβοις. Πρώτον αι οικογένειαι, αίτινες, ως προείπον, μας έκαμνον να περισπώμεν τας δυνάμεις μας, δια να υπερασπιζώμεθα αυτάς, και δεύτερον αι πολλαί είσοδοι εκάστου χωρίου, ών αν ταύτην εφυλάττομεν εισήρχετο ούτος δι’ εκείνης.
Διά να υπερασπισθώμεν απάσας βεβαίως απητείτο δύναμις εξ έξ τουλάχιστον χιλιάδων στρατού. Αι του Ομέρ ήσαν ουχί έλαττον πρώτον μεν των 20 χιλιάδων, ήδη δε των τριάκοντα. Αλλ’ ημείς τοιαύτας δυνάμεις δεν ηδυνήθημεν να συγκεντρώσωμεν, πρώτον μεν, διότι εις Κίσαμον, Κυδωνίαν και Αποκόρωνα ο εχθρός έχει αφήσει διάφορα σώματα, επέκεινα των 10.000, και οι πλείστοι των κατοίκων ένεκα των οικογενειών των, δεν δύνανται να προσέλθωσι παρ’ ημίν, δεύτερον, διότι μέγα μέρος των Σφακιανών απασχολούνται εις τήν διάσωσιν των οικογενειών της επαρχίας, και τρίτον, διότι εξαιρέσει του κ. Σμόλενς και Λ. Πετροπουλάκη δεν προσήλθον έτερα σώματα τόσον εντοπίων όσον και εθελοντών.
Οι Ανωγιανοί, ούς προηγουμένως εμνημονεύσαμεν, μόλις 20 έμειναν υπό τόν παππά Κρανιώτην και Ξετρύπην, των λοιπών επί διαφόροις προφάσεσιν αναχωρησάντων μετά τήν μάχην του Ξηροκάμπου. Ότε όμως ηδυνήθημεν ν’ απαλλαχθώμεν της των οικογενειών φροντίδος και να συγκεντρώσωμεν προς ωρισμένα σημεία τάς δυνάμεις μας, αι δε είσοδοι των χωρίων να ώσι δύο ή τρείς, όπως συμβαίνη από της 9 ισταμένου και εντεύθεν, ο εχθρός υφίσταται μεγίστας ζημίας και καταστροφάς, ως εις Αράδαιναν, Μουρί και Αγίαν Ρουμέλην, και τοιαύτας, οίας από της εν Κρήτη αφίξεως του δεν υπέστη.
Ό,τι ο Ομέρ πασάς κατώρθωσεν, είναι η πυρπόλησις μερικών χωρίων των Σφακίων και η παράδοσις τεσσάρων σπηλαίων ή οπών (τρυπών κατά Κρήτας) εις ά είχον καταφύγει ως 100 γυναικόπαιδα. Δύο τούτων, προς Ασφένδρου, παρεδόθησαν μετά πολλών ημερών ηρωϊκήν αντίστασιν, ελλείψει ύδατος. Αι δύο έτεραι, προς τήν μεταξύ Ιμβρου και Κομητάδων φάραγκα, παρεδόθησαν, η μεν μια, Γυπές ονομαζομένη, μετά διήμερον πόλεμον, περί την 7 και 8 ισταμένου, κατά χιλιάδων βαρβάρων περικυκλωσάντων αυτήν, ένεκα των υποτιθεμένων εν αυτή λαφύρων, και ήτις τότε μόνον παρεδόθη, ότε έρριψαν εν αυτή εμπρηστικάς ύλας, και κατεπνίγοντο οι εν αυτή εκ του καπνού και τάς δυσωδίας∙ η δε δευτέρα Μαύρα Κεράμια, διότι δεν υπερασπίζετο, ειμή από δύο γέροντας.
Εις τήν τρύπαν Γυπές, ευρίσκοντο δέκα άνδρες Κομητιανοί, υπερασπιζόμενοι 25 γυναικόπαιδα∙ εξ αυτών εφονεύθησαν δύο, οι Θεόδωρος Κατσιαδάκης και Ι. Κουρικάδης, και ηχμαλωτίσθησαν οι οκτώ∙ εξ αυτών δε πάλιν δύο εγένοντο άφαντοι, οι Ν. Παυλάκης και Στυλιανός Βεργάκης. Τάς πληροφορίας ταύτας εκόμισε τήν 9 τρέχοντος προς τούς εν Ανωπόλει εις των αιχμαλωτισθέντων εκ της τρύπας Μαύρα Κεράμια, Κωνσταντής Κατζανεβάκης, αποσταλείς εκείσε παρά του Ομέρ πασά, δια να κάμη προτάσεις τοις Σφακιανοίς περί υποταγής, αλλ’ άς ούτοι ανδρικώτατα απέρριψαν.
Σκαφίδια Μουρίου, την 14 Ιουλίου 1867.
Ο Αρχηγός του τμήματος Κυδωνίας
Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.
Υ.Σ. Σήμερον ο Μεχμέτ ανεχώρησε του Ασκύφου μετά των δυνάμεών του και απήλθε προς Αποκόρωνα. Αναχωρούντα τόν εκτύπησαν οι αδελφοί Καυκαλάδες, μετά των υπ’ αυτούς.
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…
Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ: 281034645

