Του Γεωργίου Σκουλά
Από το βιβλίο: “Τ’Ανώγεια και η Ιστορία τους”

 

Αύριο είναι του Αγίου Γεωργίου. Χρόνια πολλά λοιπόν στους Γιώργηδες και τις Γιωργίες. Είπα λοιπόν να κάνω τα προεόρτια σε εμάς τσι Γιώργηδες. Το αξίζουμε άλλωστε! Τον καλύτερο Άγιο έχουμε. Και τι δεν ακούμε…, όπου Γιώργος και μάλαμα! Τέτοια ακούμε και παίρνουμε αέρα! Όχι σαν μερικούς-μερικούς…
Εγώ βέβαια δεν τα πιστεύω, αλλά αφού τα λένε οι πολλοί!… Ελπίζω να μην το πάρουνε… κατάκαρδα … ορισμένοι καλά καλοί φίλοι μου.. ονόματα όμως δεν λέμε!
Καβάλα πάμε στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάμε, σαν τσι Κολοκοτρωναίους, θεριά σκοτώνουμε με μια κονταριά, τραγούδια μας βγάζουνε, είναι να μην είμαστε υπερήφανοι για τον Άγιο μας;
Εδώ στην Κρήτη, ο Άγιος Γεώργιος έχει τιμηθεί όσο κανείς άλλος Άγιος. Δεν υπάρχει σπίτι, που λέει ο λόγος και να μην έχει το Γιώργη ντου. Άμα πας στο καφενείο και φωνάξεις Γιώργη, μπορεί και να ανταποκριθούνε οι μισοί! Και τραγούδι μας έχουνε βγαρμένο. Από παλιά. Και τραγουδιέται σε όλη την Κρήτη, με ελαφρές παραλλαγές αλλά με το ίδιο πάντα κεντρικό θέμα.
Το παρακάτω τραγούδι που θα διαβάσετε μου το έχει διηγηθεί η μητέρα μου η Ελένη Ζερβού-Σκουλά, η οποία το έμαθε από τη δική της μητέρα, την Παγώνα Χαιρέτη-Ζερβού, από τα Ανώγεια, κόρη του Γεωργίου Χαιρέτη ή Σουβλή. Η γιαγιά μου δηλαδή, είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στα Ανώγεια το 1902 και το έλεγαν οι κοπελιές μεταξύ τους και έτσι διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα. Η συγκεκριμένη παραλλαγή είναι γραμμένη στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα, ενώ η παραπομπή «Ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ΄είχα ποτέ μου, και ένα κεράκι αυτούμενο εκράτου και έσβησέ μου», είναι παραπομπή που υπάρχει στον Ερωτόκριτο και πιθανότατα υποδεικνύει κάποιον ο οποίος γνώριζε άριστα την κρητική λογοτεχνία, ως δημιουργός του τραγουδιού.
Δεν γνωρίζω εαν το τραγούδι τραγουδιέται στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θα ήθελα οι φίλοι μου στη σελίδα να μας ενημερώσουν εάν τραγουδιέται στην υπόλοιπη Ελλάδα ή εάν υπάρχουν κάποιες παραλλαγές του.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

‘Αγιε μου Γιώργη αφέντη καβαλάρη,
που ΄σαι ζωσμένος το σπαθί και το χρυσό κοντάρι,
τη φήμη και τη δόξα σου θέλω να ν’ αθιβάλω
που σκότωσες η το θεριό το δράκο το μεγάλο.
Που ήτονε στον τόπο μας σε ένα βαθύ πηγάδι
και ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωί και βράδυ,
και αδέ ΄θελα του πάμενε άνθρωπο κάθε ώρα,
δεν άφηνε η το νερό να κατεβεί στη χώρα.
Και τα σκραφνιά ερίχνανε κι ότινος ‘θελα τύχει
πήγαινε το παιδάκι ντου στου λιονταριού τη βρύση.
Και τα σκραφνιά* επέσανε σε μια βασιλοπούλα,
απού την είχε ο κύρης της μοναχοριγοπούλα.

Ο κύρης τση ως το ΄κουσε εγύρισε και είπε.
-΄Ολο το βιός μου πάρετε και το παιδί μου αφήτε.
Τότε συρθήκανε σπαθιά, μαχαίρια ακονισμένα
η το παιδί σου θέμε εμείς, ή ζόρε πάμε εσένα.
-Εντινέ και πάρετε τηνε και κάμετε τη νύφη
και αμέτε τη του λιονταριού απόψε να δειπνήσει.
Δυο κορασίδες πέρνου ντη και κάνουνε ντη νύφη
και πάνε να τη δέσουνε στου λιονταριού τη βρύση.

Και όντε την περνούσανε απού τη μεγάλη σκάλα,
εβγήκενε η μάνα ντζη κι εφώνιαξε με κλάμα.
-Ας πω πως δε σε βύζασα γάλα απού τα βυζά μου
και πως δε σ΄ έπιασα μωρό ποτέ στην αγκαλιά μου.
Και βγήκε και ο κύρης τση με τη χρυσή κορώνα,
κι εκούμπησε τη κεφαλή στση πόρτας τη κολόνα.
-Ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ΄ είχα ποτέ μου,
και ένα κεράκι αυτούμενο εκράτου και έσβησέ μου.
Ο Αϊ Γιώργης ήθελε τότε να βοηθήσει
και πέρασε η χάρη ντου από ΄κεινά τη βρύση.
-Τι έχεις κορασιδάκι μου και σ’ έχουνε δεμένο
και είσαι κλειστό και απόκλειστο και παραπονεμένο;
-Εμένα αφέντη μ΄ έχουνε συνήθειο στη βρύση
για να με φάει το θεριό και το νερό ν’ αφήσει.
-Κάτσε κορασιδάκι μου κάτσε να με ψειρίσεις
και όντε θ΄ακούσεις το θεριό γοργά να με ξυπνήσεις.
-Άντες εδά στρατιώτη μου να πας εις το χωριό σου,
να μη σε φάει το θεριό, κρίμα την ομορφιά σου.

Στα γόνατά ντζη ακούμπησε για να τονε ψειρίσει,
και τρέχανε τα μάθια ντζη σαν το νερό στη βρύση.
Εκειά που τονε ψείριζε στου ύπνου τα κανάκια,
γροικά του δράκου τσι φωνές απού τα πηγαϊδάκια.
-Σήκω δα καβαλάρη μου που λες πως δε φοβάσαι,
να το σκοτώσεις το θεριό και μη βαροκοιμάσαι.
Σηκώνεται ανατολικά και κάνει το Σταυρό ντου,
μια κονταριά του βρόντηξε και κόβει το λαιμό ντου.
Και ξαναπαίζει ντου άλλη μια ανάμεσα στο στόμα,
και τότες έπεσε στη γη και ετάρασε στο χώμα.
Χρυσή καδένα έβγαλε απού το λαιμό το δένει,
χαρά μεγάλη εγίνηκε σ΄όλη την οικουμένη.
Διπλοκαβαλικεύγει το και πάει το στη χώρα.
-Να βασιλιά το τέκνο σου, ορίστε το παιδί σου,
και απού τα φύλλα τση καρδιάς, δώσε μου την ευχή σου.
-Να ζήσεις καβαλάρη μου για πε μου τ’ όνομά σου
και χάρισμα βασιλικό θα κάμω τα΄αφεδιάς σου.
-Γιώργη στραθιώτη λένε με απού τη Σκαρπαθία
κι αν θες να κάμεις χάρισμα κάμε μια εκκλησία,
και στα ζερβά και στα δεξά κάμε ένα καβαλάρη,
να προσκυνούν οι χριστιανοί και συ κι όποιος κι αν πάει.

 

Λοιπόν, φίλοι Γιώργηδες και φίλες Γιωργίες, χρόνια πολλά και ευτυχισμένα και όπως είπαμε. Εμείς έχουμε τον καλύτερο Άγιο… όχι παίζουμε!
*Σκραφνιά : ο κλήρος

Μοιραστείτε το

-

-->