Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά
Φωτογραφία:Ζαχαρένια Σκουλά
*Οι μαντινάδες και τα μοιρολόγια που χρησιμοποιούνται στο παρακάτω κείμενο, είναι δημοσιευμένα στο βιβλίο του Γεωργίου Σκουλά, «ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ».
Ο θάνατος, αποτελούσε, αποτελεί και θα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της φύσης.
Η αυτογνωσία της φυσικής απώλειας και της αιώνιας λήθης συγκλονίζει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Κυρίως όμως συγκλονίζει, όταν παραβιάζεται ο θεμελιώδης νόμος της φύσης, που απαιτεί το παιδί να θάβει τον γονιό και όχι ο γονιός το παιδί. Τότε, ο πόνος γίνεται αβάσταχτος, γίνεται θρήνος, μοιρολόι λυπητερό.
Πενθούμε και θρηνούμε μαζί. Θρηνούμε και πενθούμε, καθώς προσδίδουμε στο αγαπημένο μας πρόσωπο τον χαρακτηρισμό του «άτυχου». Του ανθρώπου δηλαδή που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής όπως τον επιτάσσει η ίδια η φύση. Που δεν πρόλαβε να γευτεί τις μικρές ή μεγάλες χαρές της ζωής. Πού ίσως δεν πρόλαβε να γευτεί την χαρά της μητρότητας ή πατρότητας. Πενθούμε και θρηνούμε την απώλεια του δικού μας ανθρώπου, που δεν θα ξαναδούμε την μορφή του, που δεν θα ξανακαθίσει στο ίδιο τραπέζι μαζί μας, που δεν θα τον αγκαλιάσουμε ξανά, που δεν θα ξανακούσουμε το χαμόγελό του, που… που… που. Και ο πόνος γίνεται θρήνος και ο θρήνος μοιρολόι λυπητερό. Πλημμυρίζει η ψυχή μας συναισθήματα, και μια εσωτερική ανάγκη μας ωθεί να τους δείξουμε τα αισθήματά μας, τούτη την ύστατη ώρα. Πόσο σημαντικός υπήρξε για εμάς, και πόσο δυσαναπλήρωτο θα είναι το κενό που αφήνει, πόσο θα μας λείψει, πόσο… πόσο… πόσο.
Στον τόπο καταγωγής μου τα Ανώγεια (ΑΝΩ ΓΗ), και στον θάνατο, όπως και στις άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άτυποι κανόνες. Ο νεκρός έπρεπε να παραμείνει όλο το βράδυ στο σπίτι. Αν ήταν νέος ανύπανδρος θα ντυνόταν γαμπρός, αν ήταν νέα, νύφη. Αν ο νέος ήταν αρραβωνιασμένος η αρραβωνιαστικιά του απαγορευόταν να πάει στο λείψανο. Έκοβε τα μαλλιά της, τις πλεξίδες της και της έστελνε «δώρο» στον αγαπημένο της, για να τον συντροφεύουν στον άλλο κόσμο. Ο αρραβώνας όμως δεν χαλούσε. Και αυτό ίσχυε σε πολλά μέρη της Κρήτης. Εκεί στον μεγάλο θρήνο κάποια στιγμή, η μάνα του νεκρού καλούσε τον επόμενο γιο της, αν υπήρχε, έβγαζε από το δάκτυλο του νεκρού παιδιού της τον αρραβώνα και τον έβαζε στο δάκτυλο του άλλου αδελφού. Ήταν η υποτιθέμενη θέληση του νεκρού αδελφού. Ποιος είχε την δύναμη να πει «όχι».
Για τους νεότερους φίλους μου, αλλά και για φίλους μου που στις περιοχές τους δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, και ίσως παραξενευτούν, θα τους αναφέρω το εξής. Η σεξουαλική ζωή ενός ζευγαριού τότε στην Κρήτη άρχιζε μετά τον γάμο. Πολλές φορές οι νέοι δεν γνωρίζονταν παρά μόνο στην εκκλησία, όταν πήγαιναν για τον γάμο. Έτσι, δεν έμπαιναν θέματα ηθικά, κοινωνικά, κληρονομικά κτλ. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Ας μην κάνουμε όμως το λάθος να τους κρίνουμε με τα σημερινά δικά μας κριτήρια, γιατί είναι σίγουρο ότι θα τους αδικήσουμε. Η κάθε εποχή πορεύεται με τα δικά της ήθη και έθιμα. Και ότι ισχύει σήμερα, μπορεί να μην ισχύει αύριο.
Στα Ανώγεια, κάθε σημαντικός νεκρός θα τιμηθεί ”κατά πώς του πρέπει”, λίγο πριν κατέβει τα σκαλιά για τον άλλο κόσμο. Λίγο πριν η Ανωγειανή γη τον κλείσει για πάντα στην αγκαλιά της. Αν είναι καλός τραγουδιστής θα ακούσει τις αγαπημένες του μαντινάδες, αν είναι μουσικός θα του παίξουν τις αγαπημένες του μελωδίες, αν είναι πρωτοχορευτής, θα του χορέψουν ακαπέλα τον αγαπημένο του χορό.
Μεγάλη επίσης τιμή για τον νεκρό, να τον κλάψει μεγάλη μοιρολογίστρα. Να του πει τα «πλουμιά του» τα «στολίδια του». Να τον παινέψει να μάθουνε όλοι πόσο σπουδαίος είναι ο νεκρός. Ολόκληρη τέχνη. Αιώνες τώρα. Οι γυναίκες κυρίως με τα μοιρολόγια οι άντρες με την μαντινάδα Καμιά φορά όμως ξεσπούσαν και αυτοί και εκφράζονταν με μοιρολόι. Ας δούμε πρώτα κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα έκφρασης με μαντινάδα, τα οποία χαρακτηρίζουν τα τεκταινόμενα της στιγμής. Δεν ήταν δηλαδή, προσχεδιασμένα.
Κατά την Μικρασιατική εκστρατεία, στις 3 Ιουνίου 1921 στη γέφυρα της Περγάμου, σκοτώθηκαν την ίδια μέρα τα δύο αδέλφια, Κωνσταντίνος και Γεώργιος Σκουλάς. Ο Κώστας, ήταν αρραβωνιασμένος. Όταν κλήθηκε να πάει στο μέτωπο, επισπέφθηκε ο γάμος, και μετά την στεφάνωση έφυγε αμέσως με τους υπόλοιπους Ανωγειανούς για το μέτωπο. Τελειώνοντας το Μυστήριο, βγαίνουν στον αύλειο χώρο της εκκλησίας, στρέφετε προς την σύζυγό του πλέον, και της λέει:
Αν σκοτωθώ στον πόλεμο,
μην κόψεις τα μαλλιά σου,
και πε πως ήμουν όνειρο,
κι έφυγα από κοντά σου.
Στην συνέχεια στρέφετε προς την μητέρα του, και της λέει:
Αν σκοτωθώ στον πόλεμο,
πέψε μου την ευκή σου,
πολλές μανάδες δίχως γιούς,
δεν είσαι αμοναχή σου.
Αν σκοτωθώ στον πόλεμο,
μη μείνεις πικραμένη
πολλές μανάδες δίχως γιούς,
χιλιάδες σκοτωμένοι.
Την δεκαετία του 1970, ο Χαράλαμπος Σκουλάς ή Χουμάς, έχασε ένα αγόρι ηλικίας 4 ετών. Παρ’ ότι μεγάλος μερακλής, έκανε χρόνια να τραγουδήσει. Χρόνια αργότερα έτυχε σε μία παρέα, η οποία διασκέδαζε, και κάποιοι τον παρότρυναν να πει μια μαντινάδα.
Ο Χουμάς δεν τους χάλασε το χατήρι.
Άστρα μην με μαλώνετε,
άστρα που με θωρείτε,
αν δείτε το κοπέλι μου,
πώς κλαίω να του πείτε.
Την πρώτη Μαΐου 2004, η οικογένεια του Στελιανού και της Μαρίκας Κουνάλη, έχασαν τον γιο τους, τον Γιάννη 16 ετών, ο οποίος κεραυνοβολήθηκε από το δίκτυο υψηλής τάσης της Δ.Ε.Η.. Και χαροκαμένη μάνα για το παιδί της:
Παιδί μου χαρισματικό,
στο λιγοστό σου βίο,
θε να σε πάρει ο Θεός,
στις τάξεις των Αγίων.
Ο Γιώργος ο Σταυρακάκης ή Μιχαλόμπας για το Γιάννη.
Τάξε πως είχαν οι νεκροί,
Πρωτομαγιά σον Άδη,
και εβγήκε ο χάρος κι έκοψε,
το πιο καλό κλωνάρι.
Ο Αεράκης ο Γιάννης ή Πολογιάννης.
Πρωτομαγιά και ακάνθινο,
εκρέμασες στεφάνι,
στο σπίτι σας και έφυγες,
για άλλους τόπους Γιάννη.
Όπως είπαμε προηγουμένως, οι γυναίκες εκφράζονταν κυρίως με το μοιρολόι. Μεγάλη τιμή για τον νεκρό να τον «στολίσει» καλή μοιρολογίστρα. Οι περισσότερες μοιρολογίστρες προσθέτουν στο τέλος κάθε στίχου μία προσφώνηση, ώστε να βοηθά στην ομοιοκαταληξία. Αητέ μου. Καντιφέ μου. Λεμονιά μου. Κερά μου. Οι μεγάλες όμως μοιρολογίστρες άπλωναν ολόκληρο το δεκαπεντασύλλαβο και δεν τις δυσκόλευαν ούτε προβλήματα ομοιοκαταληξίας ούτε ρυθμού. Και τότε το μοιρολόι γινόταν ποίηση και τραγούδι λυπητερό. Δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί πολλά από τα μοιρολόγια αυτά. Ο λόγος είναι απλός. Το μοιρολόι λέγεται μία φορά και αφορά έναν και μόνο συγκεκριμένο νεκρό, και περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Δεν επαναλαμβάνονταν δηλαδή τα ίδια λόγια στον επόμενο νεκρό. Ο επόμενος είχε άλλα «πλουμιά» να του πουν. Έτσι, η ιστορική μνήμη δεν μπόρεσε να διασώσει όλον αυτόν τον πλούτο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ποιός εξάλλου, την ώρα του μεγάλου θρήνου είχε την διάθεση να καταγράψει τέτοια πράγματα. Τα τραγούδια αντίθετα, και οι μαντινάδες διασώζονταν διότι επαναλαμβάνονταν κάθε φορά που γινόταν γλέντι και σιγά σιγά γίνονταν κτήμα όλων, και περνούσαν από γενιά σε γενιά. Από τα ελάχιστα σχετικά μοιρολόγια που έχουν διασωθεί θα αναφέρω μερικά.
Το 1929, σκοτώνεται στον πόλεμο ο Τζαγκαράκης ο Ιδομενέας, ο οποίος ήταν αρραβωνιασμένος, από το Ηράκλειο. Το θλιβερό «χαμπέρι» έφτασε στα Ανώγεια και αρχίζουν το μοιρολόι, μάνα και αδελφή.
Η Μάνα.
Σαν τη καλή νοικοκερά, παιδί μου,
που χάσει τη βελόνα, γιασεμί μου.
Μα και τη δαχτυλήθρα ντζη, υγιέ μου
από το κοφινάκι, καντιφέ μου,
πώς να μπαλώσω τη δουλειά, χαρά μου
και πώς να τηνε ράψω, έρωντά μου,
εγώ θερίζω δάκρυα,υγιέ μου,
και θεμωνιάζω πίκρες, καντιφέ μου.
Η Αδελφή του.
Άτυχη μάνα κι άμοιρη, μηλιά μου
που φύλαγες τση νύφης σου, κερά μου
προυκιά για να τση δώσεις, όμορφή μου
να τση τα κάμεις δώρο, άτυχή μου.
Και ίντα θα τα κάμεις δα κερά μου,
τα τόσα ντου προυκιά, αρχόντισσά μου.
Θα βάλω μιαν αναλαμπή, σγουρή μου
εις το λιβάδι να τα κάψω, λυγερή μου.
Μα Καστρινή την ήθελες, αδερφέ μου
τη νύφη να την πάρεις, άτυχέ μου.
Κι’ ήρθα και γω στο γάμο σου, μπαξέ μου
και έκοψα τα μαλλιά μου, αδερφέ μου.
Και με τη μόδα εγύρισα, ψυχή μου
και με τη μόδα πάω, αρισμαρί μου.
Η μάνα τώρα του Ιδομενέα, αρκετά χρόνια αργότερα, θέλοντας να πειράξει, την κατά πολύ μεγαλύτερη θεία της Ελευθερία Σκουλά, καλή μοιρολογίστρα, της λέει:
-Πε μου θεία, ανέ ποθάνω πριν από εσένα ίντα μοιρολόγια θα μου πεις;
-Ίντα, μωρή, θα σου πω να μην τόχεις!!!
Φαίνεται να’ χε ο Θεός, κερά μου
υπομονή μεγάλη, ανηψά μου,
και έκατσε και ζωγράφισε, κυρία μου
τα όμορφά σου κάλλη, κολαϊνα μου.
Και πήρε από τη θάλασσα,
χρώμα των αμαθιώ σου
και από το σφακολούλουδο
ρόδο στο πρόσωπό σου.
*σφακολούλουδο = πικροδάφνη
Τον χειμώνα του 1928 ο Γεώργιος Σκουλάς ή Γιωργουλένιος μαζί με την σύζυγό του πήγαν στο χωριό της γυναίκας του την Νύβριτο. Μαζί τους πήραν από τα Ανώγεια μια ανιψιά τους τη Μαρία, για βόλτα. Στο γυρισμό προς Ανώγεια, για να κόψουν δρόμο, πήγαν από το δάσος του Ρούβα στον Ψηλορείτη. Εκεί τους έπιασε χιονόπτωση και η μικρή Μαρία δεν άντεξε στην κακοκαιρία και πέθανε από το κρύο (επλάνταξε). Ο Γιωργουλένιος και η γυναίκα του πήγαν στα Ανώγεια και έφεραν το «χαμπέρι». Αμέσως ξεκίνησε μια παρέα Ανωγειανών να πάει στο σημείο που τους υπέδειξε ο Γιωργουλένιος να βρουν τη νεκρή Μαρία και να τη φέρουν πίσω. Μέχρι να πάνε και να γυρίσουν πίσω, η μάνα της Μαρίας (Μαρούλης) είχε στήσει το Μοιρολόϊ.
Τεσσαροκρούλα κοπελιά καλή μου,
στα δάση πλανταμένη λυγερή μου.
Για πε μου ίντα γύρευες, Μηλιά μου
στου Ρούβα να πλαντάξεις κοπελιά μου.
Πούφηκες τα καλά προυκιά, Μαριώ μου,
στη μέση του πελάγου, ακριβό μου.
Θε μου και πάψε τον καιρό, Χριστέ μου,
και γύρισε στο νότο, καντιφέ μου.
Θέ μου και δώσε δύναμη, Χριστέ μου,
για να μη πάθουν πράμα, ακριβέ μου.
Τα παλικάρια τα καλά, Χριστέ μου,
και οι καλοί οι άνθρωποι, ακριβέ μου.
Πού πάνε να τη φέρουνε κερά μου,
τη τεσσαροκρούλα, κοπελιά μου.
*Τεσσαροκρούλα = τέσσερα κρουλιά, τέσσερις πλεξίδες.
Χαρακτηριστικά επίσης είναι τα μοιρολόγια που διασώθηκαν της Χαρίκλειας Δραμουντάνη-Σταυρακάκη προς τον άντρα της, αρχηγό της αντάρτικης ομάδας των Ανωγείων «Ο Ψηλορείτης», τον οποίο σκότωσαν οι Γερμανοί.
Η αντιστασιακή ομάδα των Ανωγείων «Ο Ψηλορείτης», ιδρύθηκε στις 15 Αυγούστου 1941. Πρώτος αρχηγός της υπήρξε ο Γιάννης Δραμουντάνης ή Στεφανογιάννης, ενώ μετά το θάνατό του την αρχηγία ανέλαβε ο Χρήστος Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης. Το πρακτικό της ίδρυσης της αντιστασιακής ομάδας αναφέρει: «Λαβόντες υπ’ όψιν ότι το Έθνος και η Πατρίς διέρχονται την κρισιμοτέραν περίοδον της ιστορίας, πεποιθότες ότι οι Γόρδιοι Δεσμοί των ιστορικών αναγκών των Εθνών κόπτονται δια του ξίφους και των θυσιών, αποφασίζομεν την ίδρυσιν και συγκρότησιν επιτροπής Εθνικής Απελευθερωτικής Δράσεως». Ενώ στη συνέχεια καθορίστηκαν με πρακτικό, οι σκοποί της οργάνωσης. Στη συνέχεια έδωσαν τον εξής όρκο: «Ορκίζομαι να τρέφω αιώνιον μίσος κατά του κατακτητού και να βλάπτω αυτόν παντού κατά τας επιταγάς του εθνικού συμφέροντος…»
Ο Στεφανογιάννης λίγο καιρό αργότερα στις σκοτώνεται από τους Γερμανούς στην προσπάθειά του να διαφύγει από τον κλοιό των Γερμανών στα Ανώγεια. Στην κηδεία του κατέφθασαν οι οπλαρχηγοί και των υπολοίπων αντιστασιακών οργανώσεων. Η γυναίκα του θρηνεί πάνω από τη σορό του:
Γιάννη μου, καλημέρα σου, μπαξέ μου
σήκω να μου μιλήσεις, αρχηγέ μου.
Γιάννη μου σήκω κι ήρθανε, λιοντάρι μου
οι φίλοι κι οι συντέκνοι, παλικάρι μου.
Ήρθανε τα παιδάκια σου, ανθέ μου,
τ’ ακριβοαναθρεμένα, καντιφέ μου.
Ήρθε και η γυναίκα σου, φεγγάρι μου
σήκω να μου μιλήσεις κεχριμπάρι μου.
Σήκω με τα τσιγάρα σου, ελεμέ μου
τσοι φίλους να τρατάρεις, πλουμιστέ μου.
Δε τση μιλείς λεβέντη μου, λιοντάρι μου
τση πονεμένης μάνας, κανακάρη μου.
Στο μαξιλάρι σου που στέκει, ανθέ μου,
Γιάννη και σε χτενίζει, εγλετζέ μου.
Γιάννη Στεφανογιάννη μου, φεγγάρι μου,
θεριό του Ψηλορείτη, παλικάρι μου.
Ήρθε μπαξέ μου ο Πέτρακας, μπαξέ μου
κι’ ρθε και ο Μπαντουβάς βασιλικέ μου.
Ήρθανε παλικάρι μου, λιοντάρι μου
των Ανωγειώ οι αντάρτες, παλικάρι μου.
Σηκώσου και διέταξε, γλετζέ μου
ίντα φαϊ θα ψήσω, πλουμιστέ μου.
Γιάννη μου την απώλεια σου, ανθέ μου,
το σοβαρό σου πένθος, καντιφέ μου.
Πώς θα το πιώ το χάπιο σου, φεγγάρι μου,
πώς θα με λένε χήρα, παλικάρι μου.
Και τα παιδιά σου ορφανά, Θεέ μου,
στσι πόρτες των ανθρώπω, καντιφέ μου.
Στις αρχές Μαϊου 1944 έγινε στην περιοχή του άνω Μονοφατσίου επαρχίας του νομού Ηρακλείου κλοιός ως αντίποινα για την απαγωγή από Άγγλους και ντόπιους κομάντος του Γερμανού Στρατηγού Κράϊπε. Ο κλοιός έχει μείνει γνωστός στην περιοχή ως η «Τύληξα του Μονοδεντριού» καθώς εκτυλίχθηκε κυρίως γύρω από το ύψωμα Μονοδέντρι. Στον κλοιό συλλαμβάνονται 6 μέλη της οικογένειας Σκουλά. Ένας αδερφός του πατέρα μου και άλλα 5 πρώτα εξαδέλφια του. Τους οδηγούν στο Ηράκλειο και τους κλείνουν μαζί με άλλους συλληφθέντες στη στοά «Μακάσι» των ενετικών τειχών του Ηρακλείου. Μετά από κάποιο διάστημα τους επιβιβάζουν στο πλοίο Ταναΐς ή Δανάη με προορισμό την Αθήνα και στη συνέχεια στη Γερμανία. Στα ανοικτά της Μήλου αγγλικό υποβρύχιο κατά λάθος, τορπιλίζει το Δανάη και το μετατρέπει σε υγρό τάφο των επιβαινόντων. Το γεγονός της βύθισης ακούγεται και στην Κρήτη, και στα Ανώγεια. Η αδελφή του Βαγγέλη του Σκουλά, Σοφία ή Κιτσοσοφία ξεσπά:
Βαγγέλη που σας πήρανε, αδερφέ μου
οι Γερμανοί οι σκύλοι, καντιφέ μου.
Αδέλφι μου, λίγου καιρού χαρά μου
και εικοσάχρονε έρωντά μου.
Βαγγέλη που σας πήρανε μπαξέ μου
μαζί έξε Σκουλάδες, καντιφέ μου.
Έξε Σκουλάδες στη γραμμή, χαρά μου
όλοι μικροί και νέοι, έρωντά μου.
Και πήγα και σας βάλανε χαρά μου
στου λιμανιού τσι άκρες, έρωντά μου.
Στη θάλασσα σας ρίξανε, χαρά μου
και ανάλωσα τα όρια, άρχοντά μου.
Στα ψάρια κάνετε παρέα, καντιφέ μου,
στον πάτο ή τσι θάλασσας, υγιέ μου.
Και δε μπορώ για να σε δω, ανθέ μου,
Βαγγέλη πλουμισμένε, αδερφέ μου.
Και δε μπορώ να σε γνωρίσω κανακάρη μου,
γιατί τροφή εγίνηκες στα ψάρια, παλικάρι μου.
Τρία αδέλφια έχασα, υγιέ μου
στω Γερμανώ τη μπόρα, καντιφέ μου.
Και οι άντρες όμως των Ανωγείων, σπάνια βέβαια, ξεσπούν και εκφράζονται με μοιρολόγια. Χαρακτηριστικά είναι τα μοιρολόγια του Αθανασίου Σκουλά προς τον γιο του Γεώργιο, δικηγόρο, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς μαζί με άλλους 61 συμμάρτυρές του στο Γάζι, λίγο έξω από το Ηράκλειο τον Ιούνιο του 1942.
Χαρακτηριστικότερη όμως περίπτωση υπήρξε αυτή του Βασίλειου Σκουλά, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Ελευθερίου Βενιζέλου. Χαρακτηριστική η μαντινάδα των οπαδών του Ελευθερίου Βενιζέλου από την εποχή ακόμα του κινήματος του Θερίσσου το 1905.
Ανέ βαφτίσω και παιδί
Λευτέρη θα το βγάλω.
Θα βάλω και σαντόλους του (νονούς)
Φούμη, Σκουλά και Μάνο.
Ο Βασίλειος Σκουλάς ακολούθησε πιστά τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως τον θάνατό του. Υπήρξε δε τόσο αφοσιωμένος που η Έλενα Βενιζέλου πολλές φορές του έλεγε ότι εσύ δεν είσαι φιλελεύθερος αλλά σκέτος Βενιζέλος.
Ο Βασίλειος Σκουλάς ήταν ο άνθρωπος που «έκλεισε» όπως λέμε στην Κρήτη τα μάτια του εθνάρχη στην οδό Μποζόν στο Παρίσι όπου πέθανε. Μόλις αντιλήφθηκε τον θάνατό του, καθώς ήταν γιατρός, ξέσπασε σε ένα μακρόσυρτο Ανωγειανό θρηνητικό μοιρολόι που μόνο όσοι παρίσταντο μπόρεσαν να νιώσουν τον τρομερό πόνο της ψυχής του, όπως αναφέρουν οι παριστάμενοι στη σκηνή. Ένα μοιρολόι θρηνητικό, ένα μοιρολόι αποχαιρετισμού, ένα μοιρολόι χαιρετισμού και θρήνου της μακρινής πατρίδας προς το πιο άξιο, το πιο μεγάλο, το πιο λαμπρό τέκνο της.
Τη σκηνή μας παραδίνουν τόσο η Έλενα Βενιζέλου αλλά και ο Ανδρέας Γυπαράκης, μέλος της προσωπικής του ασφάλειας. Για λόγους οικονομίας χώρου δημοσιεύω την αφήγηση του Ανδρέα Γυπαράκη.
«Ολίγον καιρό προ του θανάτου του Εθνάρχου, ο Σκουλάς είχε σταλή εις Αθήναν, με οδηγίας δια τον Σοφούλην. Τον είχα συνοδεύσει έως το σιδηροδρομικό σταθμό. Την στιγμή του αποχαιρετισμού και ο Σκουλάς μου είπε.
-Ανδρέα, ο πρόεδρος είναι κουρασμένος και τελευταίως φαίνεται αρκετά καταβεβλημένος. Αν συμβή να ασθενήση έστω και κατ’ ελάχιστον, να μου στείλης αμέσως τηλεγράφημα με τας συνθηματικάς λέξεις «Σε περιμένω».
Έπραξα τούτο μόλις ο πρόεδρος ησθένησεν. Ο Σκουλάς επανήλθεν εις το Παρίσι την προτελευταίαν ημέρα της πλήξεως του γίγαντα της νεωτέρας Ελλάδος από τον κεραυνό του θανάτου. Όταν εισήλθεν ο Σκουλάς εις το δωμάτιον του χαροπαλεύοντος Εθνάρχου, εκείνος ήνοιξε τα φωτεινά του μάτια και έριψεν εις τον Σκουλά τις τελευταίες ακτίνες. Την επομένην 18 Μαρτίου 1936, ο Βενιζέλος πέρασε δια του θανάτου εις την Αθανασίαν.
Διαπιστώσας ο Σκουλάς τον θάνατον του συμβόλου και των ιδανικών του, αλλά και των ιδανικών όλων εκείνων οι οποίοι είχαν το προνόμιον να πιστέψουν εις τον Βενιζέλον, ανελύθη εις ασυγκράτητους λυγμούς και ξέσπασε εις ένα μοιρολόγι Ανωγειανό, το σπαρακτικό και θρηνώδες που μόνον εμείς οι παριστάμενοι μπορούσαμε να νοιώσουμε…»
Λίγες μέρες επίσης αργότερα στις 26 Μαρτίου 1936 ο Γεώργιος Σκουλάς, ο εκτελεσθείς από τους Γερμανούς, τον Ιούλιο του 1942 σε άρθρο του αναφωνεί προς τον Εθνάρχη: «Κάθε ακρογιάλι π’ ελευθέρωσες, μαζί μας θα θρηνήση… Αθάνατε νεκρέ για τον χαμό σου… και στις κορφές του Ψηλορείτη θ’ αντηχήση… Μέγα κενό π’ αφίνη ο θάνατος σου…»
-ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ, ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΠΩΣ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ.
Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ: 281034645
