Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά
ΦΩΤΟ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ηράκλειο.
ΜΕΓΑΣ,ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ.
Πρωταγωνιστής στο μοναστηριακό ζήτημα. Συντονιστής των ενεργειών και των συνεννοήσεων για την έναρξη της επανάστασης του 1866-69. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της επανάστασης επικοινωνούσε με τους οπλαρχηγούς με τον κωδικό αριθμό ΚΥΡΙΟΣ 25. Μετά το τέλος της επανάστασης αποκαλύφθηκαν οι σχέσεις του με τους επαναστάτες και κυνηγήθηκε από την Τουρκοδιονύσιος, Πασά Δρακάκης,Οικονομίδης και ΣΙΑ, του Ηρακλείου. Αναγκάστηκε και κατ’ έφυγε στο Παρίσι. Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει συγγένεια του, με την οικογένεια Μητσοτάκη των Χανίων. Ίσως οι φίλοι μου στα Χανιά να γνωρίζουν περισσότερα ώστε να βοηθήσουν στην αποκατάσταση του μεγάλου και αδικημένου αυτού ευπατρίδη.
ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟ
Ο Ομέρ πασάς, μετά την αποτυχία του να εισβάλει στα Σφακιά, επιστρέφει στο Ρέθυμνο και ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον του Μυλοποτάμου. Από όπου περνά όμως, σπέρνει τον όλεθρο και την καταστροφή με σκοπό να καταβάλει κυρίως τον άμαχο πληθυσμό, μέσω της πείνας. Διαρπαγές, ακολασίες, βιασμοί, σφαγές όσων αόπλων έβρισκε στα χωριά. Ο άμαχος πληθυσμός, σπεύδει κακήν κακώς να εγκαταλείψει την Κρήτη για να σωθεί από τις ωμότητες και σφαγές των Τούρκων. Η Κεντρική Επιτροπή Κρητών της Αθήνας, μπροστά στο τεράστιο αυτό πρόβλημα που δημιουργήθηκε, απευθύνει δραματική έκκληση προς τους «ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΛΛΗΝΕΣ» όπως αναφέρει, ζητώντας για άλλη μία φορά την βοήθειά τους.
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΛΛΗΝΑΣ
Αδελφοί,
«Ο Θεός ηυλόγησεν αύθις τους υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζομένους αδελφούς μας. Επί δέκα ήδη μήνας ανθίσταται η Κρήτη κατά μυριάδων εχθρών του Ευαγγελίου. Οι ακαταπαύστως αποστελλόμενοι στρατοί ολοκλήρου Αυτοκρατορίας, τα στενώς περικλείοντα την νήσον πολυάριθμα πλοία, αι ενέργειαι του πολυπείρου Μουσταφά, αι υποσχέσεις και αι απειλαί του Σουλτάνου, αι δηλώσεις της χώρας και αι πυρπολήσεις των οικιών, των δένδρων και των σπαρτών, αι σφαγαί των αθώων, αι κακουχίαι και αι παντοειδείς στερήσεις, τα ψύχη του χειμώνος ουδόλως ίσχυσαν να καταβάλωσι το γενναίον των Κρητών φρόνημα ή να κλονίσωσι την αμετάτρεπτον απόφασιν των ν’ αποθάνωσι πάντες ή να ενωθώσι μετά της φιλτάτης αυτών μητρός. Απ’ έναντίας η γενναιότης και η καρτερία του ηρωϊκού της Κρήτης λαού και ο εις το δεκάμηνον αυτό διάστημα παντοιοτρόπως εκδηλωθείς πατριωτισμός των απανταχού Ελλήνων ανύψωσαν εκ νέου το ελληνικόν όνομα και επί τέλους εφείλκυσαν την προσοχήν των λαών και κατά συνέπειαν την προσοχήν των κυβερνήσεων της Ευρώπης. x
Αλλά καθ’ ην στιγμήν επέκειτο η των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων αποτελεσματική επέμβασις, η Τουρκία, κατανοήσασα την σπουδαιότητα της προς τον Ελληνισμόν περί Κρήτης πάλης, αφού προθύμως απεδεχθή τας αξιώσεις των άλλων υποτελών αυτή εθνικοτήτων, συνεκέντρωσεν επί της μαρτυρικής αυτής νήσου απάσαι τας δυνάμεις της κατά των Ελλήνων, πέμψασα αυτόσε και τον πολυθρύλητον αυτής στρατάρχην Ομέρ, το πανθομολογουμένως ύστατον αυτό στήριγμα της Αυτοκρατορίας. Οι ημέτεροι δεν απεδειλίασαν, αλλ’ υπεδέχθησαν και τον στρατηγικόν άνδρα ως τους προκατόχους αυτού μετά θάρρους και της δυνάμεως, ας παρέχει η συναίσθησις του δικαίου.
Ενώ δε απέκρουον πανταχού τον εχθρόν και κατ’ αυτού επέπιπτον υπ’ αυτά των φρουρίων τα τηλεβόλα, ολίγοι ναύται απεβίβαζον εις Κρήτην εν πλήρει μεσημβρία και υπό το διασταυρούμενον πυρ των εχθρικών πλοίων φορτία όπλων, πολεμοφοδίων και τροφών, άτινα είχε παρασκευάσει ο οβολός των απανταχού Ελλήνων. Επί τεσσαράκοντα ημέρας καταπολεμών τους Κρήτας ο Ομέρ μεθ’ όλης της στρατηγικής αυτού τέχνης και μεθ’ όλων των νέων αυτών δυνάμεων, ουδέν ηδυνήθη εισέτι να κατορθώση· μάλιστα δε, επιχειρήσας να εισέλθη εις τα Σφακιά διά της Κράπης και του Καλλικράτους, απεκρούσθη και προς τας ανατολικάς υπεχώρησεν επαρχίας.
Αλλά εν τούτοις ο εξωμότης αυτός της πίστεως του Χριστού, εν τη προμηνυομένη βεβαία αυτού αποτυχία, επεκαλέσθη και έλαβε κατά των ημετέρων σύμμαχον μέγαν και φοβερόν, την πείναν. Καίων πανταχού της νήσου τας αποθήκας και τους καρπούς της γης και απαγορεύων αυστηρώς την εκ των φρουρίων εξαγωγήν και του ελαχίστου ποσού σιτηρών, ενώ, ως γνωστόν, κατά την ώραν ταύτην του έτους, ελλειπουσών συνήθως των τροφών εν τη κρητική χώρα, εισήρχοντο εις αυτήν διά των τριών πόλεων τετρακισχίλια καθ’ εκάστην, κιλά σίτου, ζητεί ο απάνθρωπος διά της πείνης ουχί να υποτάξη μόνον τους πολεμούντας, αλλά να καταστρέψη ολόκληρον τον χριστιανικόν λαόν της Κρήτης. Ούτως, η μεν επανάστασις σήμερον είπερ ποτέ ακμάζει, ανθεί, εν ομονοία και ομοφωνία εργάζεται, ο δε λαός της Κρήτης σύμπας τον έσχατον κινδυνεύει κίνδυνον. Ήδη πλήθος γυναικοπαίδων στερούνται τροφών, πεινώσι· εκατοστίες αθώων και αδυνάτων όντων φεύγουσι όχι τον ένοπλον εχθρόν, αλλά την καταστρεπτικήν πείναν, και περιμένουσιν εις τας ακτάς την διά του Αρκαδίου σωτηρίαν των. Σπαραξικάρδιος κατάστασις!
Υπέρ τας πεντακοσίας ψυχάς υπό λιμού κατατρυχομένων γερόντων, γυναικών, παιδίων παρέλαβε κατά τον ενδέκατον αυτού πλουν το ημέτερον «Αρκάδιον» και μετέφερεν εις Πειραιά.
Τον μέγαν και φοβερόν αυτόν εχθρόν, κατά του οποίου ούτε η ανδρεία των πολεμιστών, ούτε των κρητικών όπλων η ευθυβολία ισχύει, τον έσχατον αυτόν κίνδυνον, σπεύδομεν αδελφοί, να καταστήσωμεν υμίν γνωστόν. Ηξεύρομεν τι μέχρι τούδε έκαστος υμών έπραξεν υπέρ του προκειμένου αγώνος, δεν αγνοούμεν δε και την οικονομικήν του έθνους δυσχέρειαν. Και όμως εκ νέου προς υμάς αποτεινόμεθα, διότι πεποίθαμεν, ότι ουδείς Έλλην δύναται να μείνη αδιάφορος εις τον μέγαν αυτόν της πατρίδος κίνδυνον, ότι ουδείς Έλλην θέλει ανεχθή ν’ απολέσωμεν τα πάντα νυν, ότε σχεδόν αφίχθημεν εις τον ποθητόν λιμένα. Σπεύσατε λοιπόν, αδελφοί, σπεύσατε ν’ αποσοβήσητε τον κίνδυνον τούτον. Πέμψατε διά τους εν Κρήτη αποθνήσκοντας της πείνης σίτον, άλευρον, διπυρίτην άρτον (παξιμάδι) ή χρήματα, όπως δι’ αυτών αγορασθώσιν αι αναγκαίαι τροφαί. Ενεργήσατε, ότι δυνατόν ατομικώς ή διά των υπαρχουσών επιτροπών. Ακόμη μία θυσία εις τον βωμόν της πατρίδος· αύτη έσεται ίσως η τελευταία, βεβαίως όμως ή μάλλον αποτελεσματική. Αδελφοί, σπεύσατε, σπεύσατε!
Η Εν Αθήναις Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή.
ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΚΑΛΤΣΟΥΝΗΣ, Α. Φ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΣΚΟΥΖΕΣ, Δ. Σ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ.
Μετά την προσπάθεια του Ομέρ να εισβάλει στα Σφακιά, και τις ωμότητες που η ανατολίτικη βαρβαρότητα του τον ωθούσε να διαπράττει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, από τα χωριά που περνούσε, πανικόβλητα τα γυναικόπαιδα της Κρήτης άρχισαν να συρρέουν στα παράλια με την ελπίδα να βρουν πλοίο και να μεταβούν στην Ελλάδα για να γλιτώσουν από τις σφαγές και τις ατιμώσεις των Τούρκων στρατιωτών, αλλά και από το φάσμα της πείνας, καθώς ο Ομέρ, από όπου περνούσε άφηνε πίσω του καμμένη γη, κυριολεκτικά.
Πιο μεγάλο υπήρξε το πρόβλημα στην επαρχία Μυλοποτάμου, όπου επίκειται άμεσα η εισβολή του Ομέρ. Στα χωριά του Μυλοποτάμου φαίνεται ότι παρέμειναν κάποιοι ηλικιωμένοι, που για συναισθηματικούς λόγους, ή λόγω γήρατος δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το ταξίδι προς την Αθήνα, καθώς και κάποια άτομα πιθανότατα με ειδικές ανάγκες. Ούτε αυτοί όμως, όπως θα δούμε, δεν γλίτωσαν από την μανία του βάρβαρου αυτού θηρίου της ανατολής.
Η επαρχία Μυλοποτάμου ισοπεδώθηκε ολοσχερώς, οι γέροντες κατασφάγησαν στα χωριά, ενώ ούτε καν 70κοντούτηδες και 80κοντούτηδες γυναίκες γλίτωσαν από τις ασέλγειες των Τούρκων σε ολόκληρη την επαρχία, όπως θα δούμε παρακάτω. Έγγραφα της εποχής αναφέρουν, ότι η εισβολή του Ιμπραήμ το 1824 στην Πελοπόννησο ωχριά μπροστά στις βαρβαρότητες που διέπραξε ο Ομέρ στον Μυλοπόταμο. Αδιάψευστος μάρτυρας, τα ίδια τα ιστορικά έγγραφα, που για πρώτη φορά βλέπουν το φως της ευρείας δημοσιότητας. Για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να κατανοήσει καλύτερα τα γεγονότα της εισβολής του Ομέρ στον Μυλοπόταμο, όπως αυτά προκύπτουν από την λεπτομερή ανάγνωση και εξέταση των εκθέσεων και διαφόρων άλλων εγγράφων της επανάστασης, του αναφέρω τα εξής:
Ο Ομέρ, κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Ρέθυμνο, φαίνεται ότι έμαθε για την αποβίβαση εθελοντών στο Λασίθι, οι οποίοι, με την συνεργασία των ντόπιων οπλαρχηγών αναζωογόνησαν και εκεί την επανάσταση.
Πριν ξεκινήσει για τον Μυλοπόταμο, ειδοποιεί τον Ρεσίτ πασά του Ηρακλείου, να δημιουργήσει αντιπερισπασμό από το Ηράκλειο, ώστε οι Μεσαρίτες, οι Μαλεβιζιώτες και ο Μιχ. Σκουλάς, να μην μπορέσουν να βοηθήσουν τους υπόλοιπους κατά την εισβολή του στον Μυλοπόταμο.
Οι δίοδοι, από όπου θα μπορούσαν οι Τούρκοι να περάσουν από το Ηράκλειο, είναι δύο. Η κύρια οδός, από την περιοχή του Στρούμπουλα και της Τυλίσσου, και η δευτερεύουσα από τον Κρουσώνα. Λόγω της σπουδαιότητας του περάσματος του Στρούμπουλα, την φύλαξή του σε μόνιμη βάση, είχαν ο Μιχ. Σκουλάς με τους Μυλοποταμίτες του άνω και ανατολικού Μυλοποτάμου, και ο Ηρ. Κοκκινίδης με τους μισούς Μαλεβιζιώτες. Τα περάσματα του Κρουσώνα, ήταν στην ευθύνη του Χαράλαμπου Βλαχάκη με τους άλλους μισούς Μαλεβιζιώτες και τους Τεμενιώτες. Όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν συνέκλιναν προς αυτούς και οι οπλαρχηγοί Μεσαράς και Μονοφατσίου, ενώ το γενικό πρόσταγμα είχε ο Μ. Κόρακας.
Ο Ρεσίτ, για να μπορέσει να εισβάλει στον Μυλοπόταμο φαίνεται να δημιουργεί, εικονικό αντιπερισπασμό στην δευτερεύουσα οδό, αυτήν του Κρουσώνα, όπου σπεύδουν να τον αντιμετωπίσουν οι επαναστάτες.
Εν τω μεταξύ, ο Ομέρ καταφθάνει στον Μυλοπόταμο και στρατοπεδεύει στα πεδιανά γύρω από το χωριό, Αγγελιανά. Τον ακολουθούν, ο αρχηγός του νοτίου Μυλοποτάμου Ιωάννης Σγουρός, ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή του Μελιδονίου, και ο Πάνος Κορωναίος, από το χωριό Μαργαρίτες, επικεφαλής των επαναστατών των επαρχιών, Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου. Ο Πάνος Κορωναίος, μετά την στρατοπέδευση του Ομέρ στα Αγγελιανά, ειδοποιεί τον Μιχ. Σκουλά και τον Δημ. Πετροπουλάκη, που βρίσκονται στον Κρουσώνα, να σπεύσουν στο χωριό Γαράζο, έτσι ώστε να κυκλώσουν τον Ομέρ από τρεία σημεία. Πράγματι, ο Σκουλάς και ο Πετροπουλάκης, σπεύδουν και καταφθάνουν στο Γαράζο.
Ο Ρεσίτ όμως, διαδίδει στο Ηράκλειο ότι τούρκικο πολεμικό αποβίβασε στρατό στην Αγία Πελαγία, και ότι σφάζουν τα εκεί γυναικόπαιδα. Οι οπλαρχηγοί του Μαλεβιζίου, που είχαν παραμείνει φρουρά στον Κρουσώνα και τον Στρούμπουλα, πέφτουν στην παγίδα του Ρεσίτ, καθώς είχε συμβεί αρκετές φορές αυτό, και τρέχουν να <<σώσουν>> τα γυναικόπαιδα με αποτέλεσμα να μείνουν τα στενά του Στρούμπουλα αφύλακτα. Έτσι ο Ρεσίτ βρίσκει ευκαιρία και εισβάλει από τον Στρούμπουλα με κατεύθυνση τον Μυλοπόταμο. Κάποιοι από τα χωριά σπεύδουν στο Γαράζο και ειδοποιούν τον Πετροπουλάκη και τον Σκουλά ότι ο Ρεσίτ έχει εισβάλει από τον Στρούμπουλα και κατευθύνεται προς τον Μυλοπόταμο.
Ο Πετροπουλάκης με τον Σκουλά σπεύδουν να αντιμετωπίσουν τον Ρεσίτ. Τον συναντούν στο χωριό Δοξαρό Μυλοποτάμου, όπου επιφέρουν μεγάλες απώλειες στην οπισθοφυλακή του. Ταυτοχρόνως, επιστρέφουν και οι οπλαρχηγοί Μαλεβιζίου που είχαν πάει στην Αγία Πελαγία για να σώσουν τα γυναικόπαιδα και του επιτίθενται. Τελευταίος καταφθάνει και του επιτίθεται ο φρούραρχος της παραλιακής ζώνης, χιλίαρχος Μιχ. Μελισιώτης, από το χωριό Φόδελε, επικεφαλής των επαναστατών των χωριών Φόδελε, Αχλάδα και Ρογδιά. Ο Ρεσίτ κατορθώνει να περάσει με βαρύτατες απώλειες στον Μυλοπόταμο και να ενωθεί με τον Ομέρ πασά.
Πριν δώσουμε τον λόγο στους πρωταγωνιστές των μαχών αυτών, θα αναφέρω κάποια πράγματα, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να παρακολουθήσει καλύτερα τα γεγονότα.
Το μεγάλο πρόβλημα της επανάστασης υπήρξε η ελλειπής τροφοδοσία του αγώνα σε οπλισμό, πολεμικό υλικό και οτιδήποτε χρειάζεται για την διεξαγωγή του, και αυτό παρά τις φιλότιμες προσπάθειες τόσο των επιτροπών Αθήνας και Σύρου, αλλά και τις ηρωικές προσπάθειες των καπετάνιων και των πληρωμάτων των πλοίων. Αποτέλεσμα, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, από εκθέσεις οπλαρχηγών να χάνονται ολόκληρες μάχες για τους επαναστάτες, καθώς την κρίσιμη στιγμή ξέμεναν από πυρομαχικά και αναγκάζονταν να υποχωρήσουν.
Ένα άλλο θέμα που θέλω να επισημάνω στον αναγνώστη είναι ότι οι Τούρκοι κατέκαψαν την Κρήτη κατά την επανάσταση. Πολλές φορές κατέκαιαν τα σπαρτά και κάθε είδους γεννήματα, έτσι ώστε οι φλόγες και οι καπνοί να τους προστατέψουν για να μπορέσουν να γλιτώσουν από την καταδίωξη των επαναστατών. Αυτό θα το διαπιστώσει ο αναγνώστης παρακάτω, από τις εκθέσεις των οπλαρχηγών.
Άλλο θέμα που πρέπει να αναφερθεί, ώστε να μην μπερδεύεται ο αναγνώστης, είναι οι διάφορες εκθέσεις των οπλαρχηγών. Σε κάθε μάχη, όσοι οπλαρχηγοί συμμετείχαν έκαναν την δική τους έκθεση. Η έκθεση αυτή επικυρωνόταν από την τμηματική επιτροπή του νομού που γινόταν η μάχη ή οι μάχες. Αντίγραφα, στέλνονταν στον αρχηγό του νομού και στην κυβέρνηση της Κρήτης. Ο γενικός αρχηγός, βάσει των εκθέσεων των αρχηγών συνέτασσε την ολοκληρωμένη έκθεση της μάχης, της οποίας αντίγραφο έστελνε στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση με την σειρά της, έστελνε αντίγραφα αυτών των εκθέσεων στην κεντρική επιτροπή στην Αθήνα και στην επιτροπή αποστολών στην Σύρο.
Μετά τις μάχες, στην περιοχή των Χανίων, οι επαναστάτες, όπως ήταν φυσικό άρχισαν να ξεμένουν από πολεμοφόδια. Η επιτροπή Σύρου τότε, αποστέλλει το «Αρκάδιον» για να εφοδιάσει τους επαναστάτες. Ο πλοίαρχος, Ν. Κοτζιάς, αναφέρει στην έκθεσή του.
ΤΑΞΙΔΙ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
(Ημερολόγιο πλοιάρχου Νικ. Κοτζιά).
Ανεχωρήσαμεν εκ Σύρου την νύκτα της 1-2 Μαΐου, εφθάσαμεν εις Γάβδον της Κρήτης την 5 ώραν μ.μ. της 2 Μαΐου. Εσταματήσαμεν κατοπτεύοντες εκείθεν την απέναντι ακτήν των Σφακίων. Την 7.μ.μ. εξεκινήσαμεν ήρεμα προς τα Σφακιά. Επλησιάσαμεν την 9 ώραν· εκείθεν είδομεν πλοίον εχθρικόν ηγκυροβολημένον εις Λουτρόν. Ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς αγίαν Ρουμέλην. Πλησιάσαντες την 10 ώραν, είδομεν πλοίον οθωμ. ερχόμενον προς ημάς εκ δυσμών. Εστρέψαμεν προς αριστερά διευθυνόμενοι προς το Φραγκοκάστελον. Εύρομεν εκεί έτερον πλοίον ηγκυροβολημένον. Ανεχωρήσαμεν και διευθύνθημεν προς Κομητάδες. Την 11 ώραν ηγκυροβολήσαμεν εκεί, και ηρχίσαμεν την εκφόρτωσιν. Την 12 ώραν είδομεν καπνόν εξ ανατολών ερχόμενον. Εξηκολουθήσαμεν την εκφόρτωσιν και συγχρόνως την επιβίβασιν γυναικοπαίδων. Την 1 ώραν μετά το μεσονύκτιον 2-3 Μαΐου πλησιάσαντος του καπνού (οθωμ. πλοίου) ήραμεν την άγκυραν και ανεχωρήσαμεν· συγχρόνως δε είδομεν και ετέραν φρεγάταν ερχομένην προς ημάς εκ δυσμών. Μας επλησίασαν και τα δύο. Διήλθομεν εν τω μέσω αυτών χωρίς να μας πυροβολήσουν. Ηνοίχθημεν προς το πέλαγος. Μετά 1 ώραν εστρέψαμεν προς δυσμάς διευθυνόμενοι προς το ακροτήριον «Κριός». Εν τω μεταξύ τούτω τα εχθρικά εκανονοβόλουν και έκαμνον συνθηματικά φώτα. Ημείς τους αντεχαιρετώμεν διά ρουκετών ανά μίαν εις κάθε πυρόβολον των Τούρκων. Αίφνης είδομεν και τρίτον εχθρικόν προς επικουρίαν των δύο. Μας κατεδίωκον και τα τρία μέχρι της δύσεως της σελήνης. Διέταξα και εστρέψαμεν προς αριστεράν. Τα οθωμ. πλοία, απατηθέντα εκ του επελθόντος σκότους, εβάδιζον καταδιώκοντα μας προς το ακροτήριον «Κριός». Ημείς την 7 π.μ. εφθάσαμεν εις το αυτό μέρος (Βουβά Κομητάδες) σημαιοστόλιστοι ζητωκραυγούντων των Κρητών «ζήτω το ελληνικόν έθνος, ζήτω ο βασιλεύς μας Γεώργιος, ζήτω το Αρκάδι», ένθα εξεφορτώσαμεν το υπόλοιπον του φορτίου και παρελάβομεν περί τα 400 γυναικόπαιδα.
Την 9 ½ π.μ. ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι εις Ροδάκινον. Ανοιχθέντες ολίγον είδομεν 2 εχθρικά προς ημάς διυθυνόμενα. Την 10 ώραν π.μ. εφθάσαμεν εις Ροδάκινον. Η κυβέρνησις της Κρήτης εισήλθεν εις το πλοίον και παρέλαβε το φορτίον, συνέταξε δε ευχαριστήριον έκθεσιν διά τον πλουν τούτον του Αρκαδίου και έπεμψεν εις την διεύθυνσιν της ελλ. ατμοπλοΐας. Εστάθημεν επί του ατμού παραλαμβάνοντες γυναικόπαιδα 350 περίπου ακόμη. Την 11, πλησιασάσης της φρεγάτας ανεχωρήσαμεν. Άμα μας είδε, μας έρριψε δύο βολάς κανονίων εις μάτην, και μας κατεδίωξεν επί δύο ώρας. Παραπλέοντες την Κρήτην εύρομεν έτερον πλοίον ηγκυροβολημένον εις Τυμπάκι. Εφθάσαμεν εις Σύρον την 8 μ.μ. της τετάρτης Μαΐου και εκείθεν αμέσως διευθύνθημεν εις Πειραιά.
ΕΚΘΕΣΗ ΔΗΜ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗ
Προς την…
Κύριοι! Πληροφορηθέντες ότι εις την Επαρχίαν Μεραμπέλου απεβιβάσθη ημέτερος στρατός και μεστοί της πεποιθήσεως ότι ο εις Ηράκλειον και Άγ. Μύρωνα κ.τ.λ. εδρεύων στρατός τουρκικός έμελλε να προσβάλη τον ανωτέρω στρατόν, διά συμβουλίου μετά της επιτροπής και λοιπών αρχηγών απεφασίσαμεν, όπως εμποδίσωμεν την μνησθείσαν προσβολήν, να δώσωμεν μάχην· και λοιπόν αναχωρήσαντες εις Γωνιάν και διανυκτερεύσαντες εις ορεινήν τινα θέσιν Πενταχέρη καλουμένην, την τρίτην Μαΐου κατέβημεν διά νυκτός και αφίχθημεν εις το χωρίον Ασίτες, ένθα έδρευον εντόπιοι Τούρκοι περί τους 600. Την 6ην ακριβώς ώραν της πρωΐας καταλαβόντες τας καταλλήλους θέσεις ηρξάμεθα της μάχης εκ μεν του δεξιού ο υιός μου Λεωνίδας, ο Χαράλαμπος Βλαχάκης και ο λοχαγός Γουργούρης, εκ δε του αριστερού ο Ηρ. Κοκκινίδης και καπετάν Φραγκάκης. Οι Τούρκοι οχυρωθέντες εντός των οικειών επυροβόλουν καθ’ ημών· περί την 9ην ώραν έφθασαν εις επικουρίαν ημών ο Μ. Σκουλάς, Γ. Νιότης, Γ. Ξετρύπης κ.τ.λ. μετά των υπ’ αυτούς· παρατηρούντες ότι μικράς ζημίας ηθέλομεν προξενήσει εις τον εχθρόν, εάν παρετείναμεν την μάχην, απεφασίσαμεν να ποιήσωμεν ψευδή υποχώρησιν όπως διά ταύτης ελκύσωμεν τον εχθρόν έξωθεν του χωρίου· πλην ιδόντες ότι το κίνημα ημών τούτο εκμηδενίσθη υπό του εχθρού μη τολμήσαντος να εγκαταλείψη την οχυρά θέσιν του, απεσύρθημεν επί μικρόν οιονεί ανακωχήν όπλων ποιησάμενοι, και την 1ην ώραν, μετά μεσημβρίαν συσωματωθέντες άπαντες, επετέθημεν αύθις κατά των εχθρών, καταλαβόντες μετά της 8ας επικουρίας ελθούσης εις Άγιον Μύρωνα τας κάτωθεν των Ασιτών πεδινάς θέσεις, ας υπεράσπιζε το ιππικόν των Κιρκασίων και εντοπίων Τούρκων· το πυρ ήρξατο πεισματωδέστατον εκατέρωθεν· πρί την 3ην ώραν ήλθεν εξ Ηρακλείου επικουρία υπό τον Ρεσίτ πασάν, όπως αντικαταστήση την εις την μάχην ήδη ευρισκομένην φρουράν του Αγίου Μύρωνος. Εάν εκατωρθώναμεν να προσελκύσωμεν τον εχθρόν εις πετρώδεις θέσεις, ηθέλομεν του επιφέρει σημαντικάς ζημίας· οι Κιρκάσιοι, διαρκούσης της μάχης , συχνάκις εξήρχοντο εις περιπολίαν, αλλ’ απεκρούοντο ηρωίκώς υφ’ ημών· τα πυροβόλα έθεσεν ο εχθρός εις πλήρη ενέργειαν· περί την 6ην ώραν σύμπαν το ιππικόν επειράθη να προσβάλη το δεξιόν κέρας, αλλ’ όμως από του κέντρου και του δεξιού απεκρούσθη, υποστάς σημαντικάς ζημίας· η 7 της εσπέρας έδωσε τέλος εις την μάχην.
Ο εχθρικός στρατός συνεποσούτο εις χιλίους οκτακοσίους, ημέτεροι δε υπέρ τους εξακοσίους. Ο εχθρός απώλεσε καθ’ ας ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν πληροφορίας, υπέρ τους 100 εις πληγωμένους και φονευμένους, εκ δε των ημετέρων δώδεκα, εν οις ο μεν εις εκ Μονής Κρης και ο Ιωαν. Δημητρόπουλος εκ Στεμνίτσης απέθανον εις το πεδίον, ο δε Παυλής Μπαλτάγιας, Δ. Ταλύς, Ν. Στραβάκος, Κ. Σβώκος και λοιποί επληγώθησαν. Ουδέποτε απεφάσισα να αναφέρω ημίν ηρωϊσμόν τινα των ημετέρων εθελοντών, ήδη όμως σας πληροφορώ άνευ εγωϊσμού ότι επολέμησαν γενναίως, λυπούμαι δε διότι κατά την ανέκαθεν χαραχθείσαν αρχήν μου δεν δύναμαι να ονομάσω ονομαστί τους διαπρέψαντας, τούτο μόνο σας λέγω ότι ο Αριστείδης Σπανόπουλος μετ’ ολίγων εθελοντών και Κρητών προπορευόμενοι επέπεσον εις το ενεδρεύον ιππικόν των Κιρκασίων και μικρού δειν να συλληφθή αιχμάλωτος, αλλά υποχωρήσας πυροβολών εσώθη ως εκ θαύματος.
Εντεύθεν αναχωρούμεν διά Γαράζον προς συνάντησιν των Σγουραίων και λοιπών Αρχηγών , τους οποίους ηθέλομεν συναντήσηει προ δύο ημερών συνεπεία επιστολής των, εάν δεν συμπλεκόμεθα μετά του εχθρού, όπως αποκρούσωμεν τον εξωμότην Ομέρ πασάν επισκεφθέντα προ ολίγων ημερών τα άκρα του Μυλοποτάμου και κατασκηνώσαντα ήδη εις Αγγελιανά απέχοντα του Γαραζίου δύο ώρας. Πεποίθαμεν ότι και παρ’ ημίν θέλει την αυτήν υποδοχήν λάβεις ης και εν Σφακίοις έτυχεν.
Οι Αμαριώται, αγ. Βασιλιώται, Σφακιανοί και λοιποί συγκεντρούνται εις καταλλήλους θέσεις πλησιάζοντες τον εχθρόν.
Εν Πενταχέρη Λιβαδειών Κουρσώνος την 4 Μαΐου 1867
Ο αρχηγός Ο Υπασπιστής
Δ. Πετροπουλάκης Β. Γουργούρης.
Όπως είδαμε ο Ρεσίτ του Ηρακλείου στην προσπάθειά του να βρει κενό από τα στενά της Τυλίσου και του Στρούμπουλα δημιουργεί εικονικό αντιπερισπαμό στην δευτερεύουσα δίοδο από την περιοχή Αγίου Μύρωνα, Ασιτών, Κρουσώνα. Την μάχη αυτή μας περιγράφουν οι εκθέσεις των Δημ. Πετροπουλάκη, αρχηγού των εθελοντών Ηρακλείου, και του Μιχ. Σκουλά, αρχηγού του ανατολικού Μυλοποτάμου.
Επίσης ο Μιχ. Σκουλάς στην έκθεσή του αναφέρει.
27 ΜΑΪΟΥ 1867.
Έκθεσις της εν Ασίταις μάχης της 3 τρέχοντος. Μετά την εν Τυλίσσω αξιομνημόνευτον μάχην καταπτοηθέντες οι εντόπιοι Οθωμανοί δεν ήθελον παντάπασι να συγκεντρωθώσι, μ’ όλας τας προσπαθείας των αρχηγών των, μόλις δε περί τους 500 συγκεντρώσας μετά πολλού κόπου ο περιβόητος δελή Χουσεΐνης κατέλαβε το χωρίον Ασίταις πλησίον του Αγ. Μύρωνος. Τούτους ως εμποδίζοντας τας κινήσεις ημών απεφασίσθη να κτυπήσωμεν κατά τας αρχάς του τρέχοντος μηνός· διό συναχθέντες εις Κρουσανιώτικα Λειβάδια ωρίσθη εν συμβουλίω όπως ο μεν Ηρακλής Κοκκινίδης μετά 200 ανδρών ενεδρεύση εις θέσιν Πετάλι, ο δε Χαρ. Βλαχάκης μετά ισαρίθμων εις Βαθιά, και εγώ με μόνον τους Ανωγειανούς, έχων ως εφεδρείαν το σώμα του Πετροπουλάκη, να ανοίξω την μάχην όπως δυνηθώμεν να σύρωμεν τον εχθρόν εκτός των χαρακωμάτων του και εν τω μέσω των ενεδρών.
Ο εχθρός όμως ιδών τους ενεδρεύοντας ήρχισε την μάχην, επιτεθείς κατ’ αυτών προ της ωρισμένης ώρας και της αφίξεως ημών. Η μάχη μεταξύ αυτών διήρκεσεν επί μίαν ώραν, ότε φθάσαντες και ημείς εκτυπήσαμεν αυτούς κατά μέτωπον· αλλ’ ο εχθρός ωχυρωμένος εντός του χωρίου έμενεν αμετακίνητος· μαχόμενος δε επί δύο εισέτι ώρας άνευ αποτελέσματος και θεωρούντες ματαιούμενον το σχέδιον μας απεσύρθημεν περί την μεσημβρίαν, διά να μη καταστρέφωμεν αδίκως τας πυριτοβολάς· έμειναν δε μόνον έως 20 άνδρες αντιπυροβολούμενοι, ενώ οι λοιποί ητοίμαζον το γεύαμ των ψήνοντες κρέας. Αι επικουρίαι των εχθρών έφθανον ακαταπαύστως· εν τάγμα τακτικού εξήλθε του Αγίου Μύρωνος, όπερ μία σημαία με 100 άνδρας εκ διαφόρων σωμάτων ηνάγκασε να σταθή ακίνητον επί πολλάς ώρας, κατελθούσα, τη προτροπή του Δημ. Σοπασή, εις Κιθαρίδα, ο δε Ρεσίτ πασάς, φθάσας, περί την μεσημβρίαν μετά 200 ιππέων Κιρκασίων, έστησεν εις ημάς αντενέδραν τοποθετήσας ικανούς ιππείς και πεζικόν, όπισθεν ενός λόφου.
Η φρόνησις και ο ορθός λόγος απήτουν να απέλθωμεν ματαιωθέντος του σχεδίου, όπως μη εκθέτωμεν εις κίνδυνον τους άνδρας τειχομαχούντας και καταναλίσκωμεν τα πολεμοφόδια μας· αλλ’ άφρονες τινες νομίζοντες ότι οι Ανωγειανοί απεσύρθησαν ως μη θέλοντες να πολεμήσουν, ήρχισαν να γογγύζουν· διό καλέσας μεγαλοφώνος τους στρατιώτας μου επετέθην με μεγάλην ορμήν κατά των αντιπάλων· εύρομεν όμως ενώπιόν μας τον Ρεσίτην με ισχυρόν σώμα ιππέων και πολυπληθές τακτικόν.
Ακατάπαυστον πυρ ήρχισεν τότε πανταχόθεν, οι δε Ανωγειανοί ευρεθέντες περικυκλωμένοι ηναγκάσθησαν να παλαίωσιν ως λέοντες επί μίαν ολόκληρον ώραν, εγώ δ’ αυτός μόλις εσώθην· τέλος κατελθόντες και οι λοιποί άπαντες επετέθημεν κατά του εχθρού μανιώδεις· αναχαιτίσαμεν εντόλμως την ορμήν του και επολεμήσαμεν μέχρι της εσπέρας, κρατήσαντες τας θέσεις μας και αψηφούντες το ακατάπαυστον πυρ δύο τακτικών ταγμάτων και δύο πυροβόλων. Ο αριθμός των εχθρών έφθασε περί το τέλος εις 3.500, ημών δε μόλις περί της 600. Άπαντες οι στρατιώται έδειξαν μεγάλην προθυμίαν και απαραδειγμάτιστον καρτερίαν, αλλ’ ούτε ο τόπος, ούτε αι περιστάσεις εσυγχώρησαν να διακρίνωμεν τους αριστεύσαντες.
Εκ των εχθρών εφωνεύθησαν πρί τους 60 και επληγώθησαν ανάλογοι· μεταξύ δε των φονευθέντων υπάρχει ο περιβόητος Μπεντρής υιός του αρχηγού Καμπουρομπελάλη, εξ ημών εφονεύθησαν 3, ήτοι ο Σπυρ. Καβροχωριανός εκ Μονής, ο Αναγ. Κερασανός, κει εις εθελοντής και επληγώθησαν 4, δηλαδή ο άξιος και γενναίος αξιωματικός Κωστ. Σβόκος, Ανωγειανός, ον και εις άλλας τε πολλάς και εν τη εν Τυλίσσω μάχη αριστεύσας, ο Κωστ. Ζυμπραγός από Γωνιαίς, εις Ιταλός και εις Λάκων, όστις και απεβίωσε μετά 3 ημέρας.
Ανώγεια τη 15 Μαΐου 1867.
Ο οπλαρχηγός.
Μ. Α. ΣΚΟΥΛΑΣ.
Μετά την μάχην των Ασιτών ο Πετροπουλάκης και ο Σκουλάς λαμβάνουν επιστολές από τον Κορωναίο και τον Ιωάννη Σγουρό αρχηγό του νοτίου Μυλοποτάμου να σπεύσουν στον χωριό Γαράζο του Μυλοποτάμου ώστε να κυκλώσουν τον Ομέρ, που βρισκόταν στα Αγγελιανά. Από Γαράζο ο Πετροπουλάκης και Σκουλάς, από το Μελιδόνη ο Ιωάννης Σγουρός με τα αδέρφια του και τον Μιχ. Μελισιώτη και από τις Μαργαρίτες ο Κορωναίος με τους επαναστάτες του Αγίου Βασιλείου, Ρεθύμνου, Αμαρίου, και κάποιους Σφακιανούς που ακολούθησαν.
Ο Πετροπουλάκης στις 5 Μαΐου 1867 από το χωριό Αϊμόνας Μυλοποτάμου στην ημερήσια διάταξή του, προς τους Λάκωνες εθελοντές του σώματός του, αναφέρει:
Ημερησία διάταξις, τη 5 Μαΐου 1867.
Προς τους περί ημάς εθελοντάς.
Εθελονταί.
Ο Σουλτάνος επιμένων να καθυποτάξη την ατυχή πλην γενναίαν ταύτην νήσον, αφού αισχρώς απέτυχε δια της αποστολής διαφόρων πασσάδων, έστειλε προ μηνός τον εξωμότην Ομέρ πασάν, αυτόν τον κεκρυμμένον αδάμαντα, ου η φήμη ανά πάσαν την Ευρώπην και μέσην Τουρκίαν.
Ο Ομέρ, άμα τη αφίξει του, απεφάσισεν αμετατρέπτως να προσβάλη την επαρχίαν Σφακίων, την ομολογουμένως οχυρωτάτην ταύτην θέσιν, πλην η αδάμαστος καρτερία των Σφακιανών και λοιπών εματαίωσεν εντελώς τα πομπώδη αυτού σχέδια. Κατησχυμμένος όθεν εισβάλλει εις την επαρχίαν ταύτην. Η εμφάνισις αυτού μη σας πτοήση καθόλου, σύρει όχλον άνευ τόλμης και θάρρους. Δείξατε τω Ομέρ την αυτήν ανδρείαν, ην και εις τας 9 προηγουμένας μάχας εδείξατε, και είστε βέβαιοι ότι και τον αγώνα τούτον θέλομεν περαιώσει ανταξίως του προγονικού ημών ονόματος.
Πορεύεσθε ένθα το καθήκον και η τιμή επιτάσσει υμίν ένα μόνον άριστον οιωνόν επί του όπλου υμών θέμενοι «μάχεσθαι υπέρ πάτρης». Πέπεισμαι δε ότι θέλω ευρεθή εις την ευάρεστον θέσιν ν’ ανταμείψω την ανδρείαν υμών εκ των λαφύρων του εχθρού. Ανδρίζεσθε.
Αϊμόνας Μυλοποτάμου 5 Μαΐου 1867.
Ο αρχ. των εθελοντών του τμήμ. Ηρακλείου.
Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ Ο υπασπιστής.
Β. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ.
Μετά την μάχη επίσης των Ασιτών, ο αρχηγός Ηρακλείου και Λασιθίου, Μιχαήλ Κόρακας, σπεύδει με τον Λάκωνα υπασπιστή του Αιμίλιο Τσάπαλο στο οροπέδιο του Λασιθίου ώστε να προετοιμάσει την άμυνά του. Στις 7 Μαΐου από το οροπέδιο απευθύνεται με επιστολή του προς τους Λασιθιώτες.
Στο έγγραφο αυτό επιβεβαιώνεται η πληροφορία που έχω δώσει νωρίτερα, ότι δηλαδή για στρατηγικούς λόγους η Γενική Συνέλευση είχε αποφασίσει τον Νοέμβριο του 1866 την προσποιητή υποταγή των επαρχιών του Λασιθίου, μέχρι να αναπτυχθούν και εκεί οι κατάλληλες στρατιωτικές δομές που θα επέτρεπαν και την εκεί αναζωογόνηση της επανάστασης.
Αρ. 27
ΤΟ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ.
Προς τους κατοίκους του τμήματος αυτού.
Αίτια ανεξάρτητα της θελήσεως και ανυπέρβλητα της δυνάμεως σας ηνάγκασαν τινας υμών να παύσωσι του προ καιρού αρξαμένου αγώνος, και να προσποιηθώσι προσωρινώς τω εχθρώ του χριστιανισμού, του δικαίου και της αληθείας, ήτοι τη Τουρκικήν αυτοκρατορία· νυν δε ότε τα αίτια ταύτα διεσκεδάσθησαν, νυν ότε τα αίτια ταύτα ήρθησαν, νυν ότε η Ευρώπη δραστηρίως επελήφθη του ζητήματος της νήσου, σας προσκαλούμεν εν ονόματι της πατρίδος και πίστεως μας να προσπαθήσετε διά της αγάπης και ομονοίας σας, να μη φανήτε κατώτεροι των άλλων αδελφών μας αγωνιζομένων προ ενός σχεδόν έτους, δειχθήτε διά της φρονήσεως και ανδρίας σας άξιοι γόνοι των προπατόρων σας όπως εξοντώσητε μεθ’ ημών τον ένα και μόνον εχθρόν μας. Έστε δε βέβαιοι ότι ούτω πράττοντες θέλομεν ανακτήσει τα όσα κρίμασιν οις οίδε Κύριος, απώλεσαν μεν το παλαί, κλήμων δε κατόπιν, μήτηρ ημών η Ελλάς και τύχει της θεάς ημών ελευθερίας.
Έρρωσθε!
Εν Λασσιθίω τη 7 Μαΐου 1867.
Ο Γεν.αρχηγός του τμ. Ηρακλείου
(Τ.Σ.) Μ. ΚΟΡΑΚΑΣ.
Ο υπασπιστής
Αιμίλιος Τσάπαλος.
Μετά την φυγή των Σκουλά, Πετροπουλάκη και Κόρακα από το στρατόπεδο στον Κρουσώνα, ο Ρεσίτ διαδίδει ότι, τουρκικό πολεμικό αποβίβασε στρατό στην Αγία Πελαγία και κατασφάζει τα εκεί ευρισκόμενα γυναικόπαιδα. Οι Βλαχάκης και Κοκκινίδης, πέφτουν στην παγίδα του Ρεσίτ και σπεύδουν στην Αγία Πελαγία να σώσουν τα γυναικόπαιδα. Ο Ρεσίτ βρίσκει αφύλακτα τα περάσματα του Στρούμπουλα και εισβάλει στον Μυλοπόταμο.
Χωρικοί πηγαίνουν στο Γαράζο και ειδοποιούν τους Πετροπουλάκη και Σκουλά για την εισβολή. Εκείνοι τότε σπεύδουν να του ανακόψουν την πορεία. Τον συναντούν στο χωριό Δοξαρό Μυλοποτάμου και του επιτίθενται από τα πλάγια. Ο Ρεσίτ αναγκάζεται να ανακόψει πορεία. Έτσι προλαβαίνουν να επιστρέψουν οι οπλαρχηγοί του Μαλεβιζίου. Καταφθάνει επίσης και του επιτίθεται ο φρούραρχος της παραλιακής ζώνης από Φόδελε μέχρι Ροδιά, με τους επαναστάτες των χωριών αυτών, Μιχ. Μελισσιώτης. Ο Ρεσίτ με βαρύτατες απώλειες κατορθώνει να συνενωθεί με τον Ομέρ. Τα γεγονότα αυτά μας τα περιγράφουν με λεπτομέρειες οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές τους.
ΕΚΘΕΣΗ Αντ. Ζ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ.
(Μέλους της Γενικής Συνέλευσης, πολιτικός εκπρόσωπος της επαρχίας Τεμένους και αργότερα μέλος της Κυβέρνησης της Κρήτης, από το χωριό Κανλί Καστέλι, Προφήτης Ηλίας, σήμερα).
ΠΡΟΣ Ι. Μιτσοτάκη. (Έρευνα Ευάγγελος Παπά Γιάννης Σκουλάς.)
Αναμένομεν το νέον ταχυδρομείον διά τα νεώτερα. Η αιφνίδιος εισβολή του Ρεσσίτ εις Μυλοπόταμον προήλθεν από την έλληψιν των φρουρών του Στρούμπουλου, αταξία συνήθης εις τους ημετέρους. Δεν προσεβλήθη αμέσως διότι φήμη εν ακούσθη διαδωθήσα από στόματος εις στόμα ότι ατμόπλοιον.
Εχθρικόν αποβιβάσεν στρατόν εις Φόδελε προς σύλληψιν των εκείθε δυστυχών οικογενειών, επροξένησε σύνχισιν εις τους παρευρισκόμενους ενόπλους εις το χωρίον Γωνιαί. Γωνιανοί και Τυλισανοί ώτε όλοι έτρεξαν προς εν αυτώ μέρος προς διάσωσιν χιλίων αθώων πλασμάτων και την διατήρησιν των τοιχίων εις την βαρβαρότητα του εχθρού εκτεθημένων, και το Αρκάδι περιμένοντας όπως μεταφέρει αυτούς εις την ελευθέραν την της Ελλάδος. Οι δε Γωνιανοί και λοιποί πλησιέστεροι κατέγιναν εις διάσωσιν των οικογενειών των εις τους σπηλαίους και τας οπάς της Ίδης απεθότε οι λοιποί ένοπλοι άπαντες μετά την μάχην των Ασιτών αμέσως είχαν τρέξει εις την εν Αυλοπόταμον προς αντίκρουσιν του Ομέρη γενικήν συσωμάτωσιν.
Εν τούτοις η τόλμη του Ρεσίτη δων εμφανώς αφύλακτον, διότα την επιούσαν από Μάραθος, Δαμάστα διάβασις, άνευ αντικρούσεως προέλασεν θαρραλέως διά την πρώτην Ρεθύμνης κοινήν ούτω όπως ενωθή μετά του Ομέρ εν Πέραμα ή Αγγελιανά στρατοπεδευμένων. Η τολμηρή προσχώρησις του εγένετο μέχρι της θέσεως κατά τας υπόρειας του χωρίου (δυσανάγνωστο), παρά το Πολύχνιο Χελιανά. Εκ δε ώρα πρώτην αφείχθην αντικρούσουν τούτους ήρωες Ανωγειανοί, πρώτοι επομένως από τον καπετάν Μιχ. Μελισιώτη εκ Φόδελε και τρίτη από τον οπλαρχηγόν Ηρακλήν Κοκκινήδην. Ηρωϊσμόν των ούτοι κατέδιξαν προ πάντων οι Ανωγειανοί και ως μαχηταί εφονεύθησαν αμέσως δύο, επληγώθησαν βαρέως μεν τους ελαφρός πέντε.
Η τρομερά αύτη μάχη αρχίσασεν περί την τρίτην ώραν μ.μ. δηήρκησε μέχρι της αυγής της επομένης διότι το εν σώμα των χριστιανών (δυσανάγ.) το δε έτερον δηήρχησαν έως ότου το έφερεν μέχρι την σκηνήν του Ρεσίτ, αφήρπασαν όλην σχεδόν την αποσκευήν μετά των λοιπών, πολλά όπλα και πολεμοφόδια, ιατρικά και άλλα εκυρίευσαν, καθώς και εν οργίαν φυτύλεως. Φθορά δε μεγίστη υπέστη ο τουρκικός στρατός το δε αίμα ρέων φρικτωδός τας οδούς, μετά των θυμάτων. Ης ων η ψευδής φήμη τη Φόδελε δεν διαδίδετο και αυτός ο Ρεσίτης ήθελε λάβει τα επίχερα της τόλμης του.
Καθ’ όν χρόνον εγίνετο η μάχη αύτη ταυτοχρόνως κηνήθηκε ο Ομέρ εις Πέραμαν και Αγγελιανά μετά του Ομέρη αρχήσαντος την πρώτην ώραν μ.μ. και παύσητε προ της δύσεως του Ηλίου. Η φθορά και τούτου ικανότατη.
Χθες προχώρισεν μέχρι του χωρίου Δαφνέδες. Όπου διέβη έδωκεν τα πάντα τω πυρ και σίδερον. Χθες το εσπέρας συνήφθη μικρά αψιμαχία. Σήμερον δε από πρωϊας ακούετε άπαυστος βομβαρδισμός και μάχη σπουδαία μέχρι της στιγμής ταύτης. Τα καθέκαστα αγνωούμεν.
Από την πεδιάδα ουδέν ακούομεν με απορίαν μας. Γράψετε με τους αριθμούς των πληγωμένων τους οποίους τα ατμόπλοια μετεκόμησαν χθες εις Ηράκλειον και ότι έταιρα σπουδαία γνωρίζετε. Φανερώ άνωθεν του Κρουσώνος τη 9 Μαϊου 1867.
Ο γνωστός φίλος και αδελφός.
Α.Ζ.Μ.
Τις ίδιες αυτές Μάχες, Γαράζου και Δοξαρού περιγράφη και ο Δημ. Δεσποτόπουλος σε επιστολή του στις 15-5-1867 (Ακαδιμία Αθηνών Σ. 326, 327). «… Την 6 του τρ. Μηνός, μ.μ., προσέβαλον αυτόν εις τα πέριξ του χωρίου Μελιδόνι, Πέραμα και Άσπρον Ανήφορον. Η μάχη υπήρξε πεισματώδης και αιματηρά, διαρκέσασα μέχρι της εσπέρας. Κατ’ αυτήν μεγάλας ζημίας υπέστησαν οι Οθωμανοί, αλλ’ ακριβώς τον αριθμόν αυτών αγνωούμεν. Αναβιβάζεται δε εις φονευμένους και πληγωμένους εις 200-250, εκ δε των χριστιανών εφονεύθησαν δύο και επληγώθησαν έξ. Την αυτήν ημέραν είχεν εξέλθει και ο Διοικητής Ηρακλείου Ρεσίτ Εφέντης εξ Ηρακλείου μετά 2 περίπου χιλιάδων τακτικού και ατάκτου στρατού και οδεύων δια του Μαράθου και Αγίου Παντελεήμονος προς το εσπέρας αφίκετο εις το χωρίον Δαμάστα, ένθα και κατεσκήνωσε.
Πληροφορηθείς όμως ότι μάχη ελάμβανε χώραν εις Μαργαρίταις και νομίσας κατάλληλον την ευκαιρίαν ίνα οδεύση επανέλαβε την πορείαν του εν τη νυκτί ταύτη, όπως δυνηθή και ενωθή μετά του Ομέρ πασά κατ’ αυτήν. Αλλά σώμα Ανωγειανών παρεφύλατε θέσιν τινά δι’ ής έμελε να διέλθη Δοξαρό καλουμένην, και απροσδοκήτως τους προσέβαλε. Και δια το απροσδόκητον της προσβολής και διότι δεν ηδυνήθησαν οι Οθωμανοί ν’ ανθέξωσιν εις την ορμήν των Χριστιανών, ετράπησαν εις άτακτον φυγήν, οι δε Χριστιανοί τους κατεδίωκον δι’ όλης της νυκτός. Αι ζημίαι άς υπέστη κατά την μάχην ταύτην ο Ρεσίτ Εφέντης είναι σπουδαίαι, αγνοούμεν όμως ακριβώς τον αριθμόν αυτών. Βέβαιον όμως είναι ότι οι Χριστιανοί εκυρίευσαν ολόκληρον την αποσκευήν αυτών, συνισταμένην εις 60 ζώα φορτωμένα με τροφάς και πολεμοφόδια.
Την 8ην δε του αυτού μηνός, θέλων ο Ομέρ πασάς να εκκινήση της θέσεως του και να μεταβή εις Ηράκλειον ανενόχλητος, απέστειλε τους ατάκτους αυτού στρατιώτας ίνα προσβάλωσι τους επαναστάτας, εσκηνωμένους όντας εις τα χωρία Αβδελά και Άγιον Ιωάννην, αυτός δε εξεκίνησε διευθυνόμενος προς το Ηράκλειον.
Αλλ’ οι επαναστάται μόλις ιδόντες τους ατάκτους διευθυνομένους προς αυτούς ώρμησαν κατ’ αυτών και μετά μικράν αντίστασιν τους έτρεψαν εις φυγήν διώξαντες αυτούς μέχρι του χωρίου Γαράζου, εις απόστασιν τεσσάρων ωρών, ένθα συναντήσαντες τον Ομέρ πασάν ηδυνήθησαν να κρατηθώσι. Τότε ήρξατο μάχη μεταξύ επαναστατών και του Ομέρ πασά, ήτις διήρκεσε μέχρι της εσπέρας. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθησαν ή επληγώθησαν εκ μεν των χριστιανών περί τους 50, εκ δε των οθωμανών αγνοούμεν οπόσοι, βέβαιον όμως είναι ότι κατ’ αυτήν υπέστησαν μεγάλας ζημίας οι οθωμανοί. Ιδού τι γράφει είς των αρχηγών του τμήματος τούτου ο Μ. Σκουλάς, περί της μάχης ταύτης:
«Τους εντοπίους οθωμανούς προσεβάλαμεν και μετά μικράν αντίστασιν τους εδιώξαμεν μέχρι του στρατοπέδου του Ομέρ πασά, εις τεσσάρων ωρών απόστασιν. Πλείστους εξ αυτών εφονεύσαμεν, οίτινες μένουσιν άταφοι εις τας κοιλάδας, εις τα Αγιομαμίτικα αμπέλια και εις το χωρίον ΄Αγιον Ιωάννην. Ουδέποτε οι εντόπιοι Οθωμανοί υπέστησαν τόσην φθοράν, ούτε κατεδιώχθησαν εις τόσην απόστασιν. Εις το Γαράζο, όπου εσταματήσαμεν, συνήφθη μάχη μετά του Ομέρ πασά, ήτις διήρκεσεν επί τέσσαρας ώρας. Από τους χριστιανούς εις αυτήν την μάχην εφονεύθησαν και επληγώθησαν έως 25, εκ δε των Οθωμανών πάμπολλοι και τούτο το μαρτυρούσι τα ενταφιασμένα πτώματα των Τούρκων, τα οποία είναι εις τα Ομαλιανά αμπέλια».
Την 9 δε του αυτού ο Ομέρ πασάς κατελθών εις τα πεδινώτερα μέρη ώδευσε δι’ αυτών και την 13, ως επληροφορήθην, αφίκετο μετά του στρατού του εις το Ηράκλειον.
Εκ τούτων βλέπετε, Εξοχώτατε, ότι ο της οθωμανικής Αυτοκρατορίας Στρατάρχης, ο δυνάμενος, ως έλεγε, να εξομαλύνη το ανώμαλον της νήσου, υπέστη και δευτέραν ήτταν, πολλώ μείζονα της πρώτης. Και έχω την πλήρη πεποίθησιν ότι και εις Ηράκλειον θέλει πάθει τα αυτά. Αλλ’ όσον απέτυχεν εις τα κατά των επαναστατών σχέδια του, τοσούτον επέτυχεν εις τας πυρπολήσεις των χωρίων και εις τας σφαγάς των αόπλων γερόντων και γυναικών∙ 17 χωρία της επαρχίας Μυλοποτάμου κατέκαυσε, περί δε τους 50 γέροντας, γυναίκας και βρέφη κατέσφαξε.
Δύο από τους Ανωγειανούς νεκρούς στη μάχη του Δοξαρού υπήρξαν οι αδελφοί Γεώργιος και Σπυθούρης. Οι Ανωγειανοί κάνοντας πρόχειρα φορεία με ξύλα τους μετέφεραν στη νίδα όπου και τους έθαψαν. Η οικογένεια Σπυθούρη κατά την δεκαετία του 1980 στο σημείο που είναι θαμένοι έστησε πέτρινο μνήμα.
Επίσης ο Μιχ. Σκουλάς για την μάχη του Δοξαρού αναφέρει στην έκθεσή του.
27 ΜΑΙΟΥ 1867
ΕΚΘΕΣΙΣ:
Της εν Μυλοποτάμω εισβολής του Ομέρ πασά.
(Μάχη Δοξαρού)
Την 3 του μηνός, καθ’ ήν ημέραν εμαχόμεθα εις Ασίταις, εισήρχετο σχεδόν απαρατήρητος ο Ομέρ πασάς εις Μηλοπόταμον από το μέρος της Ρεθύμνης και εσκήνωσεν εις Πέραμα μετά 5 χιλ. στρατού. Περί το μεσονύκτιον μοι ήλθεν η είδησις εις Κρουσανιώτικα Λειβάδια∙ την Πέμπτην εκατέβην εις Ανώγεια και την Παρασκευήν εις Γαράζο με 250 Ανωγειανούς, συνήχθησαν και έτεροι 200 Μηλοποταμίται, δηλ. Καμαργιώται, Αϊμονίται και Αλοδιανοί. Προς το εσπέρας έφθασε και ο Κυρ. Πετροπουλάκης μετά 200 περίπου εθελοντών. Κατά δε το κάτω τμήμα του Μηλοποτάμου συνηθροίζοντο, εις μεν Μαργαρίτας ο αρχηγός Κορωναίος με τους εθελοντάς του και με επικουρίαν Αμαργιωτών και Αγιοβασιλιτών, υπό τους οπλαρχηγούς Παύλον Σαββάκην, Μαρινάκην και Μοσχοβίτην∙ εις Άγιον Ιωάννην δε και Μελιδόνιον οι υπό τον Ι. Σγουρόν Μηλοποταμίται.
Προς το εσπέρας της Παρασκευής έλαβον επιστολήν του κ. Κορωναίου, όστις με ειδοποιεί, ότι ωρίσθη η επομένη να προσβάλωμεν τον εχθρόν εις τας σκηνάς του και δι’ αυτής προσδιώριζε την θέσιν μου περί το μεσονύκτιον της αυτής ημέρας μοι ήλθεν είδησις ότι ο Ρεσίτης με 2.500 Οθωμανούς διέβη τον Στρούμπουλαν και ώδευε προς το Πέραμα, δια να ενωθή μετά του Ομέρη. Η είδησις αύτη δια να θεωρηθή βάσιμος έπρεπε να προέρχεται από τον επιτετραμμένον την φρούρησιν των ορίων Ηρ. Κοκκινίδην, αλλ’ ούτος ενησχολημένος εις άλλην υπηρεσίαν, δεν ευρέθη παρών, η δε φήμη διελθούσα από στόματος εις στόμα, παρείχεν αμφιβολίαν, ήν επεκύρωσεν έτερος αγγελιαφόρος, ειπών ότι αληθώς οι Τούρκοι ανήλθον τον Στρούμπουλαν, αλλ’ επανήλθον αυθωρεί εις Τύλισσον.
Την είδησιν ταύτην, καίτοι αβέβαιον, διεβίβασαν πάραυτα προς τον αρχηγόν Κορωναίον και συνάμα εγνωμοδότησα ότι είναι καλόν να αναβληθή η μελετωμένη μάχη, έως ότου λάβωμεν θετικάς πληροφορίας. Μετά ταύτα έφθασεν άλλος αναγγέλων και πάλιν την είσοδον του εχθρού και κατόπιν έτερος διαψεύδων αυτήν∙ η δε κωμωδία αύτη επαίζετο μέχρι της μεσημβρίας, ημείς όμως αποστείλλαντες ιππέα εβεβαιώθημεν περί την 2 ώραν μ.μ. ότι πράγματι ο εχθρός οδεύει προς την Δαμάσταν.
Πάραυτα εκινήθημεν μετά του κ. Πετροπουλάκη δια του Αρμού, ειδοποιήσαντες και τον κ. Κορωναίον δια να μη βασίζεται εις την επικουρίαν μας, αλλά και ούτος ήρχισεν ήδη την μάχην. Η πορεία μας εγένετο δια του Αρμού, Α) δια να πλησιάζωμεν τα Ανώγεια μη τυχόν ο εχθρός ήθελε τα προσβάλη και Β) δια να ήμεθα υπερδέξιοι, όπου και αν ήθελε κινήση.
Διερχόμενοι την Αξό μας εφώναξαν εκ της Μονής Χαλέπας ότι οι Τούρκοι διέρχονται τον δημόσιον δρόμον. Πάραυτα ετράπημεν την δια Βενιόν οδόν, αλλ’ επειδή επρόκειτο να διέλθωμεν ένα βαθύν λόγκον επροχώρησαν επί τοσούτον οι αλκιμώτεροι και ταχύτεροι των Ανωγειανών 50 περίπου τον αριθμόν (εν οίς και ο Λ. Πετροπουλάκης μεθ’ ενός Λάκωνος Κοκκινού ονομαζομένου) επρόφθασαν τον εχθρόν εις την θέσιν Σπήλαιον του Αράπη και επέπεσον κατ’ αυτού ξιφήρεις, διακόψαντες την πορείαν του.
Καταπτοηθείς ο εχθρός εις την εμφάνισιν των ημετέρων και ενδούς εις την ακατάσχετον αυτών ορμήν, εγκατέλειψεν όλην την αποσκευήν του και ετράπη εις άτακτον και εσπευσμένην φυγήν, προσπαθών να σωθή εις το εν Περάματι στρατόπεδον. Πλην οι γενναίοι και παντός επαίνου άξιοι ούτοι στρατιώται περιφρονήσαντες τα λάφυρα εξηκολούθουν μαχόμενοι με τα ξίφη, τιθέμενοι πάντοτε ενώπιον του εχθρού, διακόπτοντες την πορείαν του έως ότου φθάσωσιν άπαντες οι ημέτεροι.
Μετά μιας ώρας ξιφομαχίαν άμα έφθασαν και οι λοιποί, προσεβλήθη ο εχθρός πανταχόθεν. Η σάλπιγξ εσήμανεν υποχώρησεν∙ η πορεία του εχθρού διεκόπτετο αδιακόπως, τα πλευρά και τα νώτα αυτού ανηλεώς εκτυπούντο, οι δε στρατιώται φύρδην μίγδην περιπλανώμενοι εις τα δάση των ελαιών καθ’ ομάδας επικαλούντο το έλεος των ημετέρων φωνάζοντες «αμάν» εις την εμφάνισιν ενός ή δύο Ελλήνων.
Η μάχη, ή μάλλον η σφαγή, εξηκολούθησεν επί μιαν εις έτι ώραν, ότε επελθούσης της νυκτός, έδωκεν εις τον εχθρόν την ευκαιρίαν να αναπνεύση ολίγον. Κατά την 2 ώραν της νυκτός ήρχισε και πάλιν η μάχη, εξηκολούθει δε φευγομαχών μέχρι των Μασχαλιών του Δοξαρού και εδαπάνησαν 6 ώρας δια 3 μιλίων δρόμον. Ενταύθα υπεδέχθησαν αυτόν έτεροι, από διάφορα ανελθόντα χωρία, οίτινες εξηκολούθησαν μέχρι του Περάματος, ένθα ηνώθη μετά του Ομέρ πασά ο στρατός του Ηρακλείου.
Απάντων των στρατιωτών τα ονόματα και ιδίως των 60 έπρεπε να παραδοθώσιν εις την ιστορίαν, αλλά δια το στενόν του χώρου αρκούμαι να είπω πως άλλοτε οι Αθηναίοι εις την εν Μαραθώνι μάχην, ότι 400 Έλληνες, εξ ών οι 60 Ανωγειανοί, οι δε λοιποί Λάκωνες και Μηλοποταμίται, κατεπολέμησαν 2.500 Τούρκους, οδηγουμένους υπό του τολμηρού Φεσίτ πασά και ενέσπειραν εις αυτούς τον τρόμον και την φρίκην.
Ο αριθμός των νεκρών και τραυματιών του εχθρού είναι άγνωστος εισέτι∙ το πεδίον όμως της μάχης είναι ολόκληρον βεβαμμένον με αίματα∙ πηγάδια δεξαμεναί, τάφροι και χαράδραι, είναι πλήρεις πτωμάτων και επί δυο ατμοπλοίων επιβίβασε τους τραυματίας εκ του Καστελίου. Περιήλθον δε εις χείρας μας 50 περίπου φορτηγά ζώα, 19 κάσσαι αγγλικά φυσέκια, 2 σάκκοι καψύλια, 12 φορτία γαλέται, 6 φορτία κρίθης, πολλά τουφέκια, ενδύματα και μανδύαι, και ηλευθερώσαμεν 8 γυναίκας και ένα γέροντα, αιχμαλωτισθέντας εκ του χωρίου Δαμάστας.
Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν δύο ο Γεωργ. Σπινθούρης και Δημ. Σπαχής και επληγώθησαν 5, ήτοι ο Ζαχ. Σπινθούρις (βαρέως εις τον δεξιόν μαστόν), ο Μαν. Κουτεντές, ο Μαν. Ξυλούρης, ο Ζαχ. Ξυλούρης και ο Γ. Μανουράς ή Εονός, άπαντες Ανωγειανοί και εκ τω ευδοκιμωτέρων, όπερ επικυροίτον εις αυτούς αποδιδόμενον δίκαιον έπαινον. Η μάχη αύτη ήθελεν είναι μοναδική εις τον παρόντα αγώνα, εάν δεν ανοίγετο συγχρόνως και η ετέρα εις Πέραμα, διότι εάν ούτοι ηδύναντο να έλθωσιν εις βοήθειαν μας, ουδείς εκ των εχθρών εσώζετο και ο πασάς αυτός ηχμαλωτίζετο.
Ανώγεια τη 10 Μαϊου 1867.
Ο οπλαρχηγός
Μ. Α. ΣΚΟΥΛΑΣ.
ΜΑΧΗ ΔΟΞΑΡΟΥ
(Έκθεση Δημ. Πετροπουλάκη)
20 ΜΑΪΟΥ 1867
Προς την….
Μετά την εν Ασίταις καταστρεπτικήν δια τον εχθρόν μάχην της 5ης Μαϊου, ής τα καθέκαστα περιεγράψαμεν, δι’ εσπευσμένης επιστολής του αρχηγού Ι. Σγουρού, μετέβημεν εις Γαράζο όπως ενωθέντες μετ’ αυτού και λοιπών αρχηγών αποκρούσωμεν τον εις το παράλιον των Αγγελιανών προ 3 ημερών κατασκηνώσαντα Ομέρ πασάν. Την 6 Μαϊου οι Αγιοβασιλειώται και Αμαριώται, ο Κορωναίος μετά των εθελοντών εις Μαργαρίταις, ο δε Σγουρός εις Μελιδόνιον ήνοιξαν την μάχην, ής το αποτέλεσμα απέβη υπέρ ημών∙ ημείς φθάσαντες εις Γαράζο ητοιμαζόμεθα να δώσωμεν βοήθειαν, αλλ’ αίφνης κάθυγρος πεζός ανήγγειλεν ημίν ότι ο Ρεσίτ πασάς μετά 2 χιλιάδων ατάκτου και τακτικού στρατού, εξελθών του Ηρακλείου και εσιβαλών δι Δυλίσσου, ευρίσκεται ήδη εις Δαμάσταν, απέχουσαν Γαράζου 3 ακριβώς ώρας.
Η είδησις αύτη ήλθεν και προ δυο ωρών και πάραυτα εξεκινήσαμεν, αλλά αμέσως εψεύσθη∙ η θέσις ημών ήτον δεινή διαλογιζομένων που πρέπει να πορευθώμεν εις επικουρίαν ή προς απόκρουση του Ρεσίτ πασά, το δεύτερον απεφασίσθη∙ και λοιπόν μετά των οπλαρχηγών Νιώτη, Σκουλά και Γ. Ξετρύπη ετρέξαμεν και του εχθρού τα οπίσθια εν τω ρεύματι Χαλέπας προφθάσαντες ετρέψαμεν εις αισχράν φυγήν∙ σύμπας ο στρατός ώρμησεν κατά του εχθρού φεύγοντος σχεδόν αμαχητί, πολλούς εφόνευσαν δια του κοντακίου, ολίγους τινάς ηχμαλώτησαν, 16 κιβώτια πολεμοφοδίων ελαφυραγώγησαν, 60 ίππους, αρκετά όπλα και λοιπάς αποσκευάς.
Βλέπων ο Ρεσίτ ότι κινδυνεύει να καταστραφή εξ ολοκλήρου, μόλις κατώρθωσε να σταματήση την εμπροσθοφυλακήν του, ήτις τωόντι ανεχαίτισε την περαιτέρω λαφυραγώγησιν. Η μάχη διήρκεσεν από την 4μ.μ. μέχρις της 9 της νυκτός, μεθ’ ήν συγκεντρωθέντες εις Μονήν Χαλέπας απεφασίσαμεν να επιπέσωμεν πάλιν κατ’ αυτού, πλην δυστυχώς δεν επροφθάσαμεν την δρομαίαν φυγήν του, αλλ’ όμως οι των πλησιεστέρων χωρίων Κρήτες και τινές των ημετέρων εθελοντών επυροβόλουν αυτόν μέχρι της 3 μετά το μεσονύκτιον έως σχεδόν των σκηνών του Ομέρ πασά.
Εις την μάχην ταύτην εφονεύθησαν ο εθελοντής Γ. Χαϊδαράκος και τέσσαρας Ανωγειανοί, δείξαντες παραδειγματικήν ανδρίαν, επληγώθησαν δε και τρεις πάλι Ανωγειανοί∙ Οθωμανοί δε εφονεύθησαν υπέρ τους 100. Ούτως ετελείωσεν η λαμπρά αύτη μάχη∙ σημειωτέον ότι οι αρχηγοί Μαλεβυζίου Χ. Βλαχάκης και Ηρ. Κοκκινίδης έλαβον μέρος εις την μάχην. Εάν ειδοποιούμεθα εγκαίρως ηθέλαμεν καταλάβει τας εμπροσθοφυλακάς αυτού και ηθέλαμεν τον καταστρέψει καθ’ ολοκληρίαν.
Την επομένην ημέραν 7 Μαϊου συγκεντρωθέντες με τους ανωτέρω αρχηγούς και τον Ιωάννην Σγουρόν εις άγιον Ιωάννην περιεμέναμεν τον εχθρόν. Την ακόλουθον ημέραν ο Ομέρ πασάς διαιρέσας των εκ 10 χιλιάδων συγκείμενον στρατόν αυτού εις δύο σώματα, τους μεν ατάκτους και μέρος του πεζικού έστειλε κατά των περί τον άγιον Μύρωνα ημετέρων, αυτός δε μετά του λοιπού στρατού ωδοιπόρει προς το εσωτερικόν του Μυλοποτάμου ίνα ούτω πολιορκήση ημάς∙ η μάχη ήνοιξεν εις άγιον Μάμμα∙ ημείς αναβάντες τον υπεράνω του αγίου Ιωάννου λόφον όπως δώσωμεν βοήθειαν εις τους ήδη συμπλακέντας αλλ’ ευτυχώς υποχωρήσαντας μετά τινας πυροβολισμούς, και παρατηρούμεν την πορείαν του Ομέρ∙ και μεταξύ ημών ηνοίχθη η μάχη καθ’ ήν ετρέψαμεν τον εχθρόν εις φυγήν, όν ηκολούθησαν οι γενναίοι Αμαριώται, Αγιοβασιλειώται μετά του κ. Κορωναίου μέχρι του αγίου Ιωάννου, ένθα ελθούσης νέας επικουρίας του εχθρού ήρξατο το αδιάκοπον πυρ μέχρι της νυκτός∙ κατά την μάχην ταύτην επληγώθη και πάλιν ο γενναίος εθελοντής Ν. Στραβάκος εκ του ημετέρου σώματος εις τέσσαρα διάφορα μέρη και τινες άλλοι.
Ημείς πέμψαντες απόσπασμα των ημετέρων εις την εν Αγίω Ιωάννη δίωρον μάχην εξηκολουθήσαμεν μετά του Ξετρύπη και λοιπών την ως άνω είδετε κατασκόπευσιν του Ομέρ. Διανυκτερεύσαντες όθεν εις Λειβάδεια και Κράναν αντίκρυ δηλονότι του Ομέρ, την επομένην ημέραν 9 Μαϊου επορεύθημεν εις το χωρίον Ζού των Λάκκων όπως κατά την αφ’ εσπέρας συμφωνίαν των λοιπών αρχηγών συγκεντρωθώμεν και αντικρούσωμεν την περαιτέρω είσοδον του Ομέρ. Αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν τοιαύτη τις συγκέντρωσις δεν υπήρχεν∙ όθεν καταλαβόντες οχυράς τιναι θέσεις εμέναμεν.
Περί την 9 ώραν της πρωϊας αψημαχία τις έλαβε χώραν μεταξύ του ατάκτου εχθρικού στρατού και των Αμαριωτών, Αγιοβασιλιωτών κ.τ.λ. διαρκέσασα μέχρι της 11 π.μ. περί δε την 3μ.μ. το ειρημένον σώμα του εχθρού επήλθε μετά 14 ερυθρών σημαιών και μιας λευκής καθ’ ημών, ημείς αντέστημεν επί δυο ώρας, βλέποντες όμως τον μεν εχθρόν επερχόμενον δρομαίως, την δε θέσιν ημών ουχί τόσον οχυράν, υπεχωρήσαμεν ολίγα βήματα και κατελάβαμεν οχυρωτέρας θέσεις από των οποίων ηρξάμεθα του τακτικού πυρός∙ εις επικουρίαν ημών ήλθεν σύμπας ο στρατός, και αυθωρεί ηναγκάσαμεν τον εχθρόν να υποχωρήση ατάκτως∙ η μάχη διήρκησε μέχρι της δύσεως του ηλίου, εις ήν επληγώθησαν δύο Κρήτες και ο Ηρ. Κοκκινίδης ακροθιγώς εις την κεφαλήν και ο ημέτερος εθελοντής Νικ. Λιθαρόπουλος, πολεμών γενναίως άνευ προφυλάξεως∙ εκ δε των Τούρκων άγνωστος ο αριθμός, εν τούτοις ο Ομέρ πασάς επροχώρησεν ήδη μέχρι των Ανωγείων, καύσας πάντα τα χωρία κατά την διάβασιν του.
Ο Ομέρ πασάς ευρίσκεται ήδη εις Τύλισσον, η διάβασις αυτού δια του Μηλοποτάμου μόνον τινά πυρίκαυστα και έρημα χωρία ηνάγκασε να κλίνωσιν τον αυχένα, απεναντίας όμως εις τους κατοίκους αυτών ενεζωπύρησεν περισσότερον το υπέρ ελευθερίας αίσθημα, άπασαι αι οικογένεια της επαρχίας ταύτης ευρίσκονται εις τας υπωρείας της Ίδης.
Η διαμονή του Ομέρ πασά εν Τυλίσσω δίδει ημίν να συμπεράνωμεν ότι προτίθεται, αφού προηγουμένως ετοιμάση τον στρατόν του, να μεταβή εις τας ανατολικωτέρας επαρχίας προς απόκρουσιν των εκείσε αποβιβασθέντων νεωστί εθελοντών ουχ ήττον και ημείς θέλομεν παρακολουθήση αυτόν όπως καταστρέψωμεν τα σχέδια αυτού.
Εν Αστυρακίω Μηλοποτάμου 11 Μαϊου 1867.
Ο αρχηγός Ο υπασπιστής
Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ Β. Γουργούρης λοχαγός
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…
Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ: 281034645
