Του Γιώργη Σκουλά – Συγγραφέα του βιβλίου «ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄»
Πολλές φορές όλοι μας μιλάμε για την ιστορία των προγόνων μας και αναφερόμαστε στη λέξη «σκλαβιά». Το προσπερνάμε όμως όλοι μας, καθώς δεν έχουμε τις ανάλογες εμπειρίες ή εικόνες, ώστε να μπορούμε να κάνουμε την σύγκριση και να κατανοήσουμε πλήρως το τι σήμαινε σκλαβιά.
Κοιτάζοντας βαθιά μέσα στην ιστορία, διαπιστώνει κανείς ότι οι λαοί στις μεταξύ τους σχέσεις, δεν έκανα «δώρα», αλλά οι σχέσεις τους διαμορφώνονταν κυρίως, στα πεδία των μαχών με αίμα,πόνο,βία καταστροφές, και η επικρατούσα λέξη ήταν τα «συμφέροντα». Και ο νικητής έπαιρνε ότι μπορούσε να πάρει, ενώ ο ηττημένος έδινε ότι μπορούσε να δώσει. Και τι μπορούσε να δώσειꓼ Εξέπεπται σε καθεστώς δουλείας, έχανε όλα του τα δικαιώματα σαν πολίτης, την περιουσία του, την γαλήνη του, την οικογενειακή του γαλήνη,έχανετα παιδιά του,ας μην ξεχνάμε το φοβερό παιδομάζομαπου υπήρξε επί αιώνες μια αιμοραγούσα πηγή για τον ελληνισμό.Επιπλέον γινόταν έρμαιο στις ορέξεις και του τελευταίου από τους νικητές.
Εμείς οι Έλληνες το ζήσαμε σε μεγαλύτερο βαθμό, γιατί η ίδια η θρησκεία των Τούρκων ενεθάρρυνε και στήριζε, ή τουλάχιστον δεν απέτρεπε κάτι τέτοιο. Οι Έλληνες δηλαδή, τα χρόνια κυρίως της υποδούλωσης, μάθαιναν από τον λόγο του Ευαγγελίου το αγαπάτε αλλήλους, ου φονεύσεις, ου σκοτώσεις, κτλ. Την ίδια στιγμή που το Κοράνι προέτρεπε τους πιστούς του, ότι αποκτούν με την δεξιά τους είναι δικό τους, και ότι οι άπιστοι, είτε θα πρέπει να σκοτώνονται είτε να βασανίζονται κτλ. Το ίδιο δηλαδή το Κοράνι, απενοχοποίησε όλη αυτή την κατάσταση, ακόμα και τον φόνο καθώς ο πιστός θεωρoύσε ότι έπραττε το καθήκον του προς τον Θεό.
Το πρόβλημα το έζησε περισσότερο η Κρήτη, λόγω του Γενιτσαρισμού που αναπτύχθηκε στο νησί. Ο εύκολος εκμουσουλμανισμός των αρχοντορωμαίων, μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669, τους άνοιξε την όρεξη να εκμουσουλμανίσουν την Κρήτη δια της βίας. ‘Οσοι από τους Κρήτες γινόταν μουσουλμάνοι, είχαν πλέον τα ίδια δικαιώματα με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι τους έβαζαν να υπηρετούν στους λεγόμενους ορτάδες (τάγματα ατάκτων) και οι οποίοι για να δείξουν στα νέα αφεντικά τους πόσο πιστοί είναι, γινόταν οι μεγαλύτεροι διώκτες των πρώην ομοθρήσκων τους.
Απέκτησαν δε τόση δύναμη ώστε το 1812 ο Σουλτάνος απέστειλε στην Κρήτη τον Οσμάν Πασά, ή Πνιγάρη για να μπορέσει να τους καθυποτάξει. Γνωρίζουμε εμείς οι ‘Ελληνες τα δεινά των αδελφών μας Ποντίων, των Κυπρίων κατά τον 20ο αιώνα, την Μικρασιατική καταστροφή και την προσφυγοποίηση που ακολούθησε. Γνωρίζουμε από τις διηγήσεις των παλαιοτέρων, για τη γερμανική Κατοχή, για τις εκτελέσεις πατριωτών στα Καλάβρυτα, στη Βιάννο, Κάνδανο, κλπ. ‘Εχοντας πλέον αρκετά μεγάλη γνώση του τι συνέβαινε στη Κρήτη ολόκληρο τον 19ο αιώνα, και έχοντας η οικογένειά μου χάσει πολλά μέλη κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, δηλώνω μετά λόγου γνώσεως ότι η γερμανική Κατοχή μπροστά στην Τουρκική ωχριά.
Κάποιοι φίλοι μου μού λένε ότι λέω υπερβολές. Καιρός να το διαπιστώσουν και αυτοί αλλά και όλη η Ελλάδα. ‘Ηρθε η ώρα όλη η Ελλάδα να γνωρίσει, να τιμήσει, να υποκληθεί και στα δεινά του κρητικού λαού για την απόκτηση της ελευθερίας του.
Ο ιστορικός Ανδρέας Καλλέργης όταν συνέγραψε τα απομνημονεύματά του το 1600 περίπου στην Ενετία, αναφερόμενος στις επαναστάσεις των Κρητών κατά τη Ενετική κατοχή, έλεγε ότι η Κρήτη έμοιαζε με ένα ορμητικό χείμαρρο που τα νερά της βροχής υπερέβαιναν την κοίτη του και όσο και αν προσπαθούσε να στήσει αναχώματα, αυτά πάντα έβρισκαν τον τρόπο να πλημμυρίσουν την πεδιάδα.
Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η Κρήτη από το 1204 έως το 1898 υπήρξε όντως ένας ορμητικός χείμμαρος που τα νερά της βροχής υπερέβαιναν την κοίτη του, και όποιος κατακτητής και αν προσπάθησε να στήσει αναχώματα, αυτά βρήκαν τον τρόπο να κατακλύσουν την πεδιάδα οριστικά. Η Κρήτη διεκδίκησε μετ’ επιτάσεως την ελληνικότητά της από την Ιστορία. Αδιάψευστος μάρτυρας οι αμέτρητες επαναστάσεις της.
Για την επίτευξη όμως της ελευθερίας της, πλήρωσε βαρύτατο φόρο αίματος, κυρίως μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1666. Γνωρίζουμε ότι οι Τούρκοι το 1669 παρέλαβαν μια Κρήτη εύρωστη οικονομικά, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία των Ενετών και με πληθυσμό βάσει των απογραφών των Ενετών 700.000 περίπου. Σε διάστημα δε μόλις 160 ετών, μετά την Επανάσταση του 1821, και ενώ υπό φυσιολογικές συνθήκες ο πληθυσμός μπορεί και να άγγιζε το 1.000.000 είχαν απομείνει στην Κρήτη, σύμφωνα με την απογραφή των Αιγυπτίων το 1834 230.000 έως 240.000, εκ των οποίων το ένα τέταρτο ήταν μουσουλμάνοι.
Τα δεινά αυτά του Κρητικού λαού τα γνωρίζουμε κυρίως από τους ξένους περιηγητές που επισκέπτονταν το νησί. Το 1824 επισκέφθηκε την Κρήτη ο Αυστριακός πρέσβης Πρόκεσχ. Τις εντυπώσεις του τις περιέλαβε στο σύγγραμμά του “Περιήγησις της Ανατολής”. Σας παρουσιάζω κείμενο που κάθε φορά που το διαβάζω συγκλονίζομαι κααι ανατριχιάζω. Αναφέρει ο Πρόκεσχ: (η τοποθεσία που περιγράφει ο Πρόκεσχ μοιάζει να είναι η πλατεία που βρήσκεται δίπλα απο τη παλιά λαχαναγορα του Ηρακλείου πίσω από το κόλπο του Δερματά).
“Αι σκληρότητες, αίτινες εις ολιγοχρόνιον διάστημα έγιναν εις την νήσον ταύτην, διαμένουν εισέτι ζώσαι εις την φαντασία μου· της φρίκης η αντανάκλασις έλαμπεν εις τα όμματα των νικηθέντων, αφού η εκδίκησις καταντήση εις λύσσαν, υπερπηδά όλους τους όρους της φύσεως· τότε μεταβάλλονται αι γυναίκες εις υαίναι, πράττουσαι θηριωδίας αντί αστειοτήτων.
Οι Τούρκοι εζήτουν να εκδικηθούν όχι τόσον τον θάνατον τοσούτων φονευθέντων οικείων των, όσον την ύβριν των γυναικών των και την καταστροφήν των υπαρχόντων των· ο δούλος ήτο εκείνος όστις ανέστη κατά του κυρίου, ο άπιστος κατά του πιστού· αυτό επλήνθυνε την εκδίκησιν, αυτό απήτει υβριστικήν ανταπόδοσιν, και εγέννα εγκλήματα, την πιθανότητα των οποίων ο άνθρωπος εις στιγμάς ησύχους δεν πιστεύει, και εις την διήγησιν των ανορθούνται αι τρίχες μας.
Εκεί έβλεπε τις ριπτόμενον το λιθάρι με τας κεφαλάς των ανθρώπων αντί πετρών, εκεί απέθνησκον τα ακρωτηριασμένα ορφανά εις των οδών τας γωνίας από την πείναν, εξεψύχουν αι παρθένοι από την ασέλγειαν, παιδάρια απέκοπτον τους μαστούς των, και ενέπαιζον με τα ιερώτερα μυστήρια της φύσεως· δια μίαν φούκταν ρύζι, δια ολίγα κρεμμύδια επωλούντο άνθρωποι, εχωρίζοντο τέκνα από τας μητέρας, και μητέρες από τα τέκνα· χιλιάδες πάσης προστασίας εγκαταλελειμένοι, τετραυματισμένοι και καταμελιμένοι ερρίπτοντο εις την θάλασσαν·
θέλω σας εξιστορίσει μια εκ των πολλών πράξιν, η οποία βαθυτέρα ενετυπώθη εις τας αισθήσεις μου, όχι διότι υπήρξε σκληροτέρα μερικών άλλων· μ’ εκίνησεν όμως δια τούτο περισσότερον, διότι η ευγενής φύσις κείται εις την άγνοιαν ανθρώπων της ρυπαρωτέρας διαφθοράς. Επιστρέφοντες οι Τούρκοι από μίαν θήραν εις τα πέριξ χωρία της πόλεως ελαφυραγώγησαν, εκτός των πλουσίων λειών εις πράγματα, και γυναίκας πολλάς· μια παρθένος δεκαπενταετής, ο στολισμός του χωρίου της, εφέρετο μεταξύ των άλλων γυναικών ακολουθούσα την τύχη της άφωνος· διέβησαν από μίαν πλατείαν, δια της οποίας εξέρχεται τις εις τον λιμένα· εις την πλατείαν ταύτην έπαιζον οι Τούρκοι κατ’ εκείνην την ώραν έν παιγνίδιον, έρριπτον δηλ. τα μαχαίρια των, και εσημάδευον με τας πιστόλας επί των σωμάτων ενός αριθμού νέων τινών Ελλήνων δεδεμένων εις ένα τοίχον ενός παλαιού ενετικού οικοδομήματος.
Αι μεν γυναίκες παρήρχοντο εις την σκηνήν ταύτην, η δε κόρη εξαίφνης πηδά με ένα ολολυγμόν από την σειρά των, ρίπτεται επάνω εις ένα των νέων τούτων, εκτείνει τας χείρας της, τον αγκαλιάζει την κεφαλήν, εις την φρικωδεστέραν θέσιν τετραμμένην, μισοπροφερμένους λόγους από τα χείλη της, μύρια δάκρυα εις τα όμματά της· ο νέος αυτός ήτον αδελφός της!, τον οποίον αναζητήσαντες από τινών ημερών εκ της οικίας των συγγενών του, ευρίσκει εις την θέσιν ταύτην η δυστυχής αδελφή του! Ο Τούρκος του οποίου λάφυρον ήτο η κόρη αύτη, την μαστίζει λιποθυμισμένην· καταματώνει στήθος και νώτα της, από ραβδισμούς αναξίους, ουδέ μια όμως απειλή, ουδείς πόνος, κινούν αυτήν να εγκαταλείψη τον αδελφόν της.
Το δράμα ήρχισε να ευφραίνη· η κόρη μένει ενώ αι λοιπαί γυναίκες φέρονται προς την ειρκτήν· ο αδελφός της σταθερός μέχρι τούδε, διαρρήγνυται εις δάκρυα και λυσσώδεις ολολυγμούς. Είς Τούρκος πλησιάζει προς αυτόν και τω εμπήγει τον πάσσαλον του εις την πλευράν· η κόρη ωχριά ως νεκρός, πίπτει επάνω εις τον Τούρκον, την απωθεί, πίπτει! Η μανία, η οδύνη, η πτώσις της, διεγείρουν απλούν γέλωτα εις το πλήθος. Εν τω μέσω πολλών εκατοντάδων ανθρώπων, δεν εφάνη εις ουδένα έν ανθρώπινον αίσθημα! Διαρκούσης της σκηνής ταύτης, διαπραγματεύεται ο αρπάσας αυτήν εκ της οικίας της Τούρκος, της οχιρής χρήσεως μεθ’ ενός τραυλίζοντος ‘Αραβος· δέκα τάλληρα του προσφέρει, εάν ήναι η κόρη εισέτι άθικτος· τελειωθείσης της συμφωνίας, πιάνουν την κόρην, σχίζουν τα υπόλοιπα των ενδυμάτων της και ρίπουν αυτά εκ του σώματος της· αύτη πίπτει χάμαι, εις τους οφθαλμούς της δεν έμεινεν πλέον ούτε έν δάκρυον, στρέφει τα όματα προς τον ουρανόν, ο οποίος, και καθ’ ημέραν εκσφεδονίζει κεραυνών χιλιάδας, δεν είχε κανέναν υπέρ αυτής.
Ενώπιον του θνήσκοντος αδελφού της εκτελείται η εξυβριστικωτέρα ψηλάφησις· ως παρθένος η κόρη αναγνωρισθείσα, ηρέθισε την ασέλγειαν των βαρβάρων· μόνον την πρώτην χρήσιν εσυγχώρησαν εις τον αγοραστήν· ένας μετά τον άλλον ρίπτεται επάνω της, και αποθνήσκει υπό την μεγαλυτέραν κατάχρησιν, την οποίαν ανήρ επί γυναικός δύναται να εκτελέση· ο δυστυχής αδελφός της δεν είχε εισέτι αποπνεύσει, τον δένουν με την γυμνήν και εισέτι θερμόν αίμα ρέουσαν αδελφήν του, και ρίπτουσιν αμφοτέρους βαβαί σκληροτήτων· σκληροτέραι των οποίων η φαντασία δε δύναται να συλλάβη! Ούτω δεδεμένους ρίπτουν εις την θάλασσαν. Κριτά του Παντός πού εί!!!”
Τα ίδια λοιπόν και χειρότερα ακόμα διέπρατταν οι Τούρκοι κατά την διάρκεια της επανάστασης. Σφαγές γυναικοπαίδων, ατιμώσεις, βιασμοί, ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το 1866-69, διεξήχθη στην Κρήτη ένας πόλεμος μεταξύ του πολιτισμού και της βαρβαρότητος. Αλλά φεύ, ηττήθηκε ο πολιτισμός. Οι επαναστάτες, έχοντας με απόφαση της γενικής συνελεύσεως υιοθετήσει το Ελληνικό, αλλά ταυτόχρονα και Ευρωπαϊκό δίκαιο, σέβονταν εξίσου ταυτόχρονα και τους κανόνες πολέμου που ίσχυαν στην Ευρώπη. Ο πόλεμος διεξάγεται μεταξύ των στρατιωτών. Ο άμαχος πληθυσμός απλώς χρήζει προστασία. Σεβόμενοι λοιπόν το δίκαιο του πολέμου, έδειχναν εξίσου τόσο στους προξένους των ξένων κρατών στην Κρήτη, κυρίως όμως στους ίδιους τους Τούρκους ότι δεν ήταν ίδιοι με αυτούς.
Θα δούμε κατά την διάρκεια της επανάστασης προκηρύξεις της Γενικής Συνέλευσης να απευθύνονται προς τον τούρκικο πληθυσμό, εξηγώντας του τα αίτια που οδήγησαν τους Κρήτες να επαναστατήσουν καλώντας τους να βοηθήσουν ώστε όλοι μαζί να απολαύσουν τα αγαθά του πολιτισμού σε μια κοινή πατρίδα. Οι Κρήτες δηλαδή, δεν αποσκοπούσαν στην εκδίωξη των Μουσουλμάνων από την Κρήτη δια της βίας, αλλά στην ειρηνική συνύπαρξη με αυτούς, με βάση τους κανόνες του πολιτισμού και του δικαίου.
Οι Τούρκοι απεναντίας κανένα κανόνα του διεθνούς δικαίου δεν σεβόταν με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην Κρήτη, ένα τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα. Βάση του Ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο η ίδια η Τουρκία είχε υπογράψει το 1856, όταν οι Μ. Δυνάμεις την εισήγαγαν στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η περίθαλψη του άμαχου πληθυσμού, εφόσον η Κρήτη τελούσε σε αποκλεισμό από το ναυτικό, ήταν δική της υποχρέωση.
Βάση επίσης του δικαίου του πολέμου της εποχής, όταν μια περιοχή τελεί σε “αποκλεισμό φρουρίου”, απαγορεύεται σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη να σπάσει τον κλοιό, ακόμα και για την διάσωση αμάχων, καθώς αυτό θεωρούνταν ότι πρόσφερε πλεονέκτημα στον αμυνόμενο, αφού τον απάλασσε από την φροντίδα της οικογενείας του. Η Τουρκία λοιπόν, ήταν υπεύθυνη να προσφέρει φροντίδα στον άμαχο πληθυσμό, τροφή, περίθαλψη στέγη.
Απεναντίας οι Τούρκοι, προσπάθησαν να εξοντώσουν τον άμαχο πληθυσμό στην Κρήτη μέσω της πείνας και του κρύου, εξαναγκάζοντας τους επαναστάτες να υποκύψουν. Κατάκαψαν τα σπαρτά, δενδροτομούσαν οποιοδήποτε δέντρο θα μπορούσε να προσφέρει τροφή στον πληθυσμό, κατάκλεψαν τα γεννήματα, τα ρούχα, τα έπιπλα των σπιτιών και μετά τα πυρπόλησαν, κατέκλεψαν όλα τα ζωντανά των χωρικών, έσπασαν ή κατέκλεψαν όλες τις κυψέλες.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές και προ του φάσματος του χειμώνα που ερχόταν, τα γυναικόπαιδα της Κρήτης άρχισαν να συνωστίζονται στα παράλια για να βρουν κάποιο πλοίο να αναχωρήσουν. Οι Τούρκοι όμως, με την ανοχή πιθανότατα του φιλότουρκου Γάλλου προξένου στα Χανιά Δερσέ, ύψωναν γαλλική σημαία, ξεγελούσαν τα γυναικόπαιδα τα οποία πλησίαζαν στην ακτή για να αποβιβαστούν, και τότε οι Τούρκοι άνοιγαν πυρ εναντίον τους, και όπως αναφέρουν έγγραφα των επαναστατών, οι κραυγές, οι θρήνοι, οι κοπετοί, ακούγονταν μέχρι τον ουρανό.
Οι πρόξενοι των Μ. Δυνάμεων στα Χανιά αντελήφθησαν τις ομότητες των Τούρκων και αποφασίζουν να επέμβουν. Πρώτος ο πρόξενος της Αγγλίας στα Χανιά, Σπυρίδων Δενδρινός, δίνει εντολή στον ‘Αγγλο Ναύαρχο Pym να σπεύσει στα παράλια των Σφακίων και να διασώσει τα εκεί κινδυνεύοντα γυναικόπαιδα. Ο Pym επιβιβάζει τα γυναικόπαιδα και τα μεταφέρει στον Πειραιά. Ο ‘Αγγλος πρέσβης στην Αθήνα, Ερσκίν, ειδοποιεί την κυβέρνησή του για την πράξη του Ναυάρχου. Και η “Χριστιανική και Πολιτισμένη” Αγγλία, τιμωρεί τον Ναύαρχο Pym και τον μεταθέτει να περιπολεί τις Αφρικανικές ακτές του Ατλαντικού. Δεύτερο κατέπλευσε στα Σφακιά το “Μέγας Ναύαρχος” της Ρωσίας ενώ μετά από λίγο καταφθάνει και ένα αυστριακό πολεμικό.
Ο Αυστριακός Ναύαρχος, έχοντας προφανώς οδηγίες από τον πρόξενό του στα Χανιά, ανακοινώνει στα γυναικόπαιδα ότι θα τα αποβιβάσει σε τουρκικό έδαφος. Τα γυναικόπαιδα αντιδρούν και αναγκάζεται τελικά ο Ναύαρχος να τα οδηγήσει στον Πειραιά. Η κατάσταση όμως όσων αμάχων δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Ελλάδα, υπήρξε απολύτως τραγική. Εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και βγήκαν στα βουνά και διαβιούσαν όλοι μαζί σε σπηλιές ή κάτω από τα δέντρα. Τρεφόταν όπως αναφέρουν οι πηγές με ασκορδουλάκους (βολβούς) και χόρτα βραστά και τις περισσότερες φορές χωρίς λάδι, ερχόμενοι καθημερινά αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας, του κρύου, του θανάτου τελικά. Τα βάσανα των οικογενειών αυτών που στοιβάζονταν στα παράλια της Κρήτης, μήπως και βρουν κάποιο πλεούμενο να φύγουν για την Ελλάδα, μας περιγράφει σε έγγραφό του ο Αυστριακός εθελοντής κατά την επανάσταση αξιωματικός Φερδινάνδος Σότφριδ.
“… Από τριών ήδη περίπου μηνών πολυάριθμοι κρήσσαι οικογένειαι καταφεύγουσιν εις τον μικρόν όρμον της Αγίας Πελαγίας δια να αποφύγωσι τας βαρβαρότητας των Οθωμανών, εκείθεν δε να φύγωσι και μακράν της πατρίδος των, διότι ο θηριώδης εχθρός ενέπρησε και κατεδάφισε τας οικίας των και κατέστρεψε τους αγρούς των· ανέμενον δε μετ’ αγωνίας την άφιξιν των ευρωπαϊκών πλοίων ίνα μεταφέρωσιν αυτάς εις το άσυλον του ελληνικού εδάφους. Τα παθήματα των αθλίων αυτών οικογενειών αι πλείσται των οποίων περιπλανώντο επί της ιδίας πατρίδος των προ 18 μηνών, είχον ήδη φθάσει εις το μη περαιτέρω· υπέφερον εκ της πείνης, του ψύχους, με ενδύματα διερρηγμένα και τα τέκνα αυτών ημίγυμνα.
Πολλαί εξ αυτών κατέφυγον εις τα σπήλαια των βράχων, ή εις καλύβας εν μέρει εσκαμμένας εις την γην, και ατελώς σκεπασμένας· άλλαι δε πάλι αν και κατέφευγον εις τα αιγιδόσπιτα του Αχλαδίου (Αχλάδα) της Ρογδιάς, και άλλων πλησίων, εκεί χωρίων, εστερούντο παντός αναγκαίου! Εν δε τη μεγάλη αυτών δυστυχία εδείκνυον διαγωγήν πλήρους αυταπαρνήσεως, η κύρια αυτών τροφή συνίστατο εις διάφορα είδη χόρτων βρασμένων με θάλασσαν, ενίοτε δε περιεχομένων και με ολίγον έλαιον το οποίον η ελεημοσύνη προσέφερεν εις αυτάς.
Οι παρακείμενοι λόφοι των ειρημένων χωρίων εκαλύπτοντο διηνεικώς υπό των δυστυχών αυτών όντων άτινα ως σκιαί ωχραί περιπλανώντο εις τους αγρούς, ζητούντα φαγώσιμα χόρτα ολίγον γνωστά παρ΄ημίν, και βεβαίως ολίγον ορεκτικά εις την ευρωπαϊκήν γεύσιν.
Φυσική της τοιαύτης δυστυχίας συνέπεια ήτο πολλά εξ αυτών να πέσωσι θύματα διαφόρων ασθενειών, όθεν δυσεντερία, η ευλογιά επέφερε θραύσην μεταξύ των δυστυχών τούτων, και σχεδόν καθ’ ημέραν πολλαί οικογένειαι εθρήνουν δια τον αιφνίδιον θάνατον και ενός οικείου των. Ενέσκηπτεν δε αδιακρίτως ο θάνατος τόσον εις τα παιδία, όσον και εις τους γέροντας. Η σήμερον ευειδής και ακμαία μήτηρ εκείτο εντός ημερών τινών επί του νεκρικού κραβάτου…”
“… Τα νοσήματα δε ταύτα ενέσκηπτον μάλλον εις την νηπιώδη και τρυφεράν ηλικίαν μέχρι των εικοσιδύο ετών, οι δε πατέρες έσπευδον ν’ αποθάνωσιν εις την μάχην υπερ της ελευθερίας της πατρίδος των! Καθ’ όσον δ’ αφορά εν γένει τους αποθνήσκοντας εις τους κόλπους των οικογενειών των, αρκεί να παρατηρήση τις τους νεωστί κεχωσμένους τάφους κύκλω της Εκκλησίας του Αχλαδίου και άλλων μερών, και θέλει λάβει, ακριβή ιδέαν περί αυτών.
Ενταύθα νομίζω πρέπει να σημειώσω δυο τινά, τα οποία ίσως θέλουσι χρησιμεύση προς εκτίμησιν της διαγωγής των καταδιωκομένων από τους Τούρκους Κρητικών οικογενειών. Μίαν των ημερών περιπατών εις τα πέριξ του Αχλαδίου, απήντησα μικρόν τι κοράσιον ωχρότατον, ενδεδυμένον με λευκόν και χονδροειδές ύφασμα αλλά καθαρώτατον, φέρον έν ανδρικόν ράσο με την κουκούλα. Αίφνης είδον αυτό καθήμενον εις την γην τρώγον με πολλήν όρεξιν αγγιναρόραβδα. Περιεργείας χάριν το ηρώτησα εάν ήναι καλλά, υψώσαν δε τους ώμους επρόφερε λέξεις τινάς τας οποίας δεν εκατάλαβα χωρίς να συλλογισθώ ότι δεν είχεν άλλο τι να φάγη, εξηκολούθησα τον δρόμον μου.
Πόσον όμως, εξεπλάγην όταν εισελθών την επιούσαν εις την οικίαν του εξαιρέτου πατριώτου Βασιλάκη Καλοκύρη, λοχαγού του χωρίου Αλόϊδες, όστις ουδέποτε παύει διανέμων τη περιουσίαν του εις τους συμπατριώτας αυτού, δια να ανακουφίζη την σκληράν δυστυχίαν των, δωρούμενους αυτοίς άρτον, έλαιον, μέλι, κτλ., δια τους ασθενείς χωρίς να λαμβάνει οβολόν, ότι το αυτό κοράσιον ήρχετο κατόπιν μου και εζήτει άρτον! μη έχων δε τοιούτο τω έδωσα ολίγα νομίσματα, τα έλαβε δε σφίγγον τη χείρα μου με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς και ανεχώρησε, δεν το είδα δε πλέον διότι μετ’ ολίγας ημέρας απεβίωσε το άθλιον από ευλογιάν.
‘Αλλοτε δε είδον παιδίον επταετές σκάπτον την γην και συλλέγον σκορδουλάκους· καίτοι δε το σακκίδιον (βούργια) το οποίον έφερεν εις τα νώτα του ήτον ήδη πλήρες εξηκολούθη μάλλον ούτος κάθυγρον από τον ιδρώτα σκάπτον και ανωρύττον όσον ηδύνατο περισσοτέρους, τους οποίους έθετεν εις το εζωσμένον υποκάμισον του· η δυσαναλογία δε του σακκιδίου και το βάρος αυτού ως προς το ανάστημα και την ηλικίαν του παιδός μ’ εκίνησαν εις περιέργειαν να το ερωτήσω, διατί κοπιάζει περισσότερον ενώ ήναι ήδη αρκετά εφοδιασμένον; Τότε μοι απήντησεν, ε Κύριε! Χρειάζονται πολλοί διότι περιμένουν από αυτούς 19 ψυχαί! Ας συλλογισθή λοιπόν έκαστος εκ τούτου πως έζων αι καταφεύγουσαι εις τα όρη οικογένειαι αύται”.
Η πείνα όμως και οι ασθένειες δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν τα παραμένοντα στην Κρήτη γυναικόπαιδα. Ο Συνταγματάρχης του Ελληνικού στρατού Χρήστος Βυζάντιος, ο οποίος κατέβηκε στην Κρήτη επικεφαλής εθελοντικού σώματος, μας περιγράφει τι ακριβώς συνέβη, όταν κατά την εισβολή του Ομέρ στα Σφακιά, προέκυψε κατά τις αρχές Μαίου αιφνίδιος χιονιάς, με αποτέλεσμα τον θάνατο άνω των 1000 γυναικοπαίδων κάτω από τα δένδρα λόγω του ψύχους.
Πολλές φορές η ανθρώπινη φαντασία ωχριά μπρος σε αυτά που σκαρώνει η ίδια η ζωή και εικόνες σαν αυτές που περιγράφει ο Χρήστος Βυζάντιος, παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στην μνήμη των ανθρώπων.
“… Τη 20η όμως του λήξαντος μηνός από πρωΐας ήρχισεν ο ουρανός να καλύπτηται υπό μελανών νεφών, βροχή δε ως χιών μετά σφοδρού ανέμου έπιπτεν ακαταπαύστως. Εν πρώτοις άπαντες εξελάβομεν τούτο ως βροχήν έαρος, και ανεμένομεν ημείς μεν εν τω στρατοπέδω του Αγόρι της Συκιάς, αι δε οικογένειαι εις τα παρακείμενα όρη. Αλλά μετ’ ολίγον, προχωρούσης της ημέρας η βροχή και ο άνεμος ηύξανον· παρευθύς δε ο ορίζων εκαλύφθη υπό καταιγίδος. Τότε απεφασίσθη η κατάβασις πάντων ημών εις το παρακείμενον χωρίον ‘Ανω Γωνιάν. Εγώ όμως μετά του σώματός μου ανεχώρησα τελευταίος, νομίζων τούτο ως βροχήν ανοίξεως, ήτις έμελε να παύση όσον ούπω· μετ’ ολίγον όμως ανεχώρησα και μέχρις ού καταβώ εις το ειρημένον χωρίον Γωνιάν, απέχον δύο περίπου ώρας όχι μόνον είδον, ότι άπαντες ήμεθα καταβεβρεγμένοι, αλλ’ εκ του υπερβολικού ψύχους και σχεδόν ασθενείς.
Εν τω ειρημένω χωρίω Γωνιές διαμένοντες εβλέπομεν ακαταπαύστως ερχόμενα εκ των ορέων πλήθος γυναικοπαίδων, σχεδόν όλων ημιθανών. ‘Ητο δε σπαραξικάρδιον το θέαμα, να βλέπη τις μητέρας εχούσας θυλάζοντα βρέφη εις τας αγκάλας των ψυχραμένων χειρών των. ‘Απαντες εδράμομεν προς βοήθειαν των δυστυχών τούτων όντων, ανάπτοντες πυράς και θερμαίνοντες τα καταψυχραμένα μέλη αυτών. Ο δε παρ’ ημίν αντιπρόσωπος της Κρήτης, κ. Παρθένιος Κελαϊδής διεκρίθη κατά την περίστασιν ταύτην επί φιλανθρωπία· διότι και αυτοπροσώπως και δια πολλών μέσων συνέδραμε τους δυστυχείς τούτους ανθρώπους.
Εν τούτοις η βροχή και ο εξ ανατολών πνέων σφοδρός άνεμος, καλούμενος Γρεγολεβάντης, όστις είναι ψυχρότατος εν Κρήτη, μετεβλήθη εις σφοδρόν χειμώνα, διαρκέσαντα επί τρεις ημέρας και νύκτας. Ακαταπαύστως δε εμανθάνομεν των επι των ορέων διαμενουσών οικογενειών τον θάνατον. Μετά την παύσιν όμως του χειμώνος ήρχισαν να καταβαίνωσι πολλοί των διασωθέντων επί των ορέων, εξ ών εμάθομεν τον θάνατον απείρων παίδων, γυναικών και ανδρών. Ιδίως δε οι παθόντες ήσαν νήπια και γέροντες αμφοτέρων των γενεών. Εξετάσαντες δε τους διασωθέντας εμάθομεν πολλά αξιοδάκρυτα συμβάντα, ότι δηλαδή η του δείνος και δείνος γυνή, έγκυος ούσα, και θέλουσα να προφυλάξωσι τα τέκνα αυτών, εκ του θανάτου απόντων των συζύγων αυτών εν εκστρατεία, έλαβον ταύτα εν ταις αγκάλαις και μετ΄αυτών ευρέθησαν αποθαμέναι. Πατέρες, προσπαθούντες να ανάψωσι πυράς και να θερμάνωσι τα τέκνα και τας συζύγους των ευρέθησαν αποθαμένοι· τέκνα θέλοντα να μεταφέρωσι τους γηραιούς γονείς και βαστάζοντες αυτούς επί των ώμων των, ευρέθησαν αποθαμένοι μετ’ αυτών· ολόκληραι οικογένειαι ευρέθησαν εις τας προς τα χωρία αγούσαι οδούς οι μεν αποθαμένοι, οι δε ημιθανείς. Ενί λόγω τοιαύτας και τοσαύται τραγικαί σκηναί υπήρξαν επί των ειρημένων ορέων ως εκ του αιφνιδίου και απροβλέπτου επί εκτάσεως χώρου δύο ωρών, όστις συνετάχθη επιμελεία και δαπάνη του κ. Παρθενίου Κελαϊδή, και όστις επιφυλάττεται να δημοσιεύση κατόπιν, άμα δυνηθή, και τα ονόματα των αλλαχού θυμάτων. Ταύτα δε πάντα οφείλονται εις την θηριώδη και αγρίαν ψυχήν του εξομώτου τούτου Ομερ Πασά, όστις υπεσχέθη, ως επληροφορήθημεν, ότι εντός μικρού χρονικού διαστήματος θα υποτάξη την Κρήτην…”
Εν στρατοπέδω Αγόρι Βασίλι Λαγγώ, επ. Αποκωρώνου.
Τη 4η Μαϊου 1867
Χ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ
Συνταγματάρχης
* Αγόρι=Αγ’ όρη στην τοπική κρητική διάλεκτο. Στο Αόρη, δηλαδή, στο βουνό.
Ιδού ο κατάλογος των τεθνεώντων εκ του χειμώνος Κρητών γυναικοπαίδων.
ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
Του Μανόλη Μπομπολάκη η σύζυγος Μαρία Ζουμπουλοπούλου, του Αμπαδιωτοπούλου 2 αδέλφια, του Γεωργίου Χριστιανάκη 1 παιδί αρσενικόν, του Γεωργίου Βανταράκη η σύζυγος και η κόρη, του Ιωάννου Κρασαδάκη 2 κορίτζια, ο Ιωάννης Κουγιόψης και ένα παιδί αρσενικόν του Μιχαήλ Βανταράκη 1 κορίτζι, του Νικηφόρου η σύζυγος και 1 κόρη, του Ιωάννου Γηπαράκη 1 παιδί αρσενικόν, η Ευγενία Φοροπούλα και 1 κόρη, η Αργυρή Μανοσοπούλου και η κόρη της.
ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Του Μαραβέλια η σύζυγος, η Παρασκευή Τουμπαναροπούλου, η Δέσποινα Ζαμπετοπούλου, του Μάρκου Κονταζάνι 1 παιδί αρσενικόν, του Μανόλι Ποθουλάκη 1 παιδί αρσενικόν, του Αθ. Τερζή 1 παιδί αρσενικόν, του Μάρκου Κονταξάκη 1 παιδί αρσενικόν, ο Ιωάννης Καλορομιώτης, ο Γεώργιος Μαμουνάκης, του Μανούσου Παπουλάκη 1 παιδί αρσενικόν, ο Σταμ. Μαραγκουδάκης, η Ζαμπιά Χαρικαδοπούλου, του Σπυρίδωνος Κονταξάκη η σύζυγος και έγγυος ούσα και μια κόρη του Μανόλη Μανζοράκη η σύζυγος και μια κόρη, η Ελένη Σαρασοπούλου, ο Ευγένιος Ιερομόναχος, ο Γεώργιος Κολαψιανός, του Μανόλη Μπεζαργιάνου η σύζυγος, έγκυος και μια κόρη της, και 1 αρσενικόν παιδί, του Αντωνίου Φρεντζιωκάκη 1 κορίτσι, του Χαρ. Ντρουλίσκου η σύζυγος, του Μανόλη Μπεζαριανού η μήτηρ, του Μανόλη Τζουκνάκη 1 αρσενικόν παιδί, του Αντώνι Τζαγκαράκη 1 παιδί αρσενικόν, του Ιωαν. Μανουκαράκη 1 κορίτζι, του Ιωαν. Παππαδάκη η σύζυγος, του Κυριάκου Χαρικαδάκη 1 παιδί αρσενικόν, ο Γεώργιος Παππαδομανολάκης, του Μανουσάκη η σύζυγος, ο Ιωαν. Πατερούλιας, η Ελένη Μεντζένα, του Λευθέρι Αγγελουδάκι έν παιδί αρσενικόν”.